AfD
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΤα ομόσπονδα κράτη της μεταπολεμικής Γερμανίας και η σχέση τους με ομώνυμες περιοχές και κρατικά μορφώματα της προπολεμικής Γερμανίας.
Εισαγωγή
Με την ευκαιρία των πρόσφατων εκλογών στο ομόσπονδο κράτος της Σαξονίας-Άνχαλτ και τις επικείμενες εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. θα βοηθούσε προς αποφυγή συγχύσεων και δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων να ασχοληθούμε με την ιστορία των μεταπολεμικών ομόσπονδων κρατών που συγκροτούν τη σημερινή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) και τη σχέση τους με ομώνυμα κράτη ή περιοχές του προπολεμικού Γερμανικού Κράτους, του γνωστού ως Γερμανικό Ράιχ, που και αυτό είχε μια ομοσπονδιακή δομή.
Η μεταπολεμική συγκρότηση των ομοσπονδιακών κρατών έγινε με γνώμονα τη διάλυση του κράτους της Πρωσίας που αποτελούσε την κυρίαρχη δύναμη στο Γερμανικό Ράιχ, από την ίδρυσή του μετά τον γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870. Μετά την κατάρρευση του Ναζισμού, οι σύμμαχοι θεώρησαν την Πρωσία κινητήρια δύναμη πίσω από τους δυο καταστροφικούς παγκόσμιους πολέμους του 20ού αιώνα. Η Πρωσία διαλύθηκε ως κρατική οντότητα με τον υπ’ αριθμόν 46 νόμο του Συμμαχικού Συμβουλίου Ελέγχου της 25ης Φεβρουαρίου 1947. Ένα μέρος της επικράτειάς της, η ανατολική Πρωσία, η Πομερανία και η Σιλεσία, πέρασε στην κατοχή της ΕΣΣΔ και της Πολωνίας, ενώ τα εδάφη της δυτικά της γραμμής Όντερ-Νάισσε κατανεμήθηκαν στα περισσότερα σημερινά ομοσπονδιακά κράτη, τα οποία ιδρύθηκαν μετά το τέλος του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου. Από τα ομοσπονδιακά κράτη του προπολεμικού Ράιχ, μόνο οι δύο πόλεις-κράτη, το Αμβούργο και η Βρέμη, επέζησαν από τη μετάβαση με λίγο-πολύ άθικτα σύνορα. Ακόμα και η Βαυαρία έχασε εδάφη.
Σε αυτό και στα επόμενα σημειώματα θα ασχοληθούμε με την ιστορία της ίδρυσης των μεταπολεμικών γερμανικών ομόσπονδων κρατών και με τις συνέπειες που είχαν αυτές οι ιδρύσεις στην οικονομική, την πολιτισμική και την πολιτική δομή των κατοίκων τους.
Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι η νέα χάραξη συνόρων και η δημιουργία αυτών των νέων ημικυρίαρχων κρατικών δομών διευκολύνθηκε κατά κάποιον τρόπο από την κατάλυση της κυριαρχίας των ομόσπονδων κρατών του προπολεμικού Ράιχ με τον Νόμο για την Αναδόμηση του Ράιχ της 30ής Ιανουαρίου 1934. Με αυτόν τον νόμο καταργήθηκε η κρατική υπόσταση όλων των ομόσπονδων κρατών που συνιστούσαν το Ράιχ, συμπεριλαμβανομένης και της Πρωσίας, τα τοπικά Κοινοβούλια διαλύθηκαν, οι κυβερνήσεις τους αντικαταστάθηκαν από επιτρόπους της κεντρικής κυβέρνησης και οι υπηκοότητές τους ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν από μια ενιαία υπηκοότητα του Ράιχ. Μέχρι τότε, η υπηκοότητα του Ράιχ ήταν επικουρική και συνόδευε τις επιμέρους υπηκοότητες των ομόσπονδων κρατών.
Στην περιοχή κυριαρχίας του Συμμαχικού Συμβουλίου Ελέγχου ιδρύθηκαν ή επανιδρύθηκαν δεκαέξι κράτη από τα οποία ένδεκα δημιούργησαν τη (δυτική) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ/BRD) και πέντε την (ανατολική) Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ/DDR). Η πόλη του Βερολίνου παρέμεινε υπό την άμεση διοίκηση των συμμάχων και, αργότερα, στο ανατολικό μέρος της πόλης εγκαταστάθηκε η κυβέρνηση της ΛΔΓ κατά παράβαση των συμφωνιών, με την ανοχή της σοβιετικής κατοχικής δύναμης. Μέχρι τη διάλυση της ΛΔΓ το 1989, οι μόνιμοι κάτοικοι του Δυτικού Βερολίνου ταξίδευαν με διαβατήρια που εξέδιδε η Δημαρχία του Δυτικού Βερολίνου και δεν εθεωρούντο πολίτες της ΟΔΓ. Ένα παρόμοιο καθεστώς ίσχυε και για τους κατοίκους το Ανατολικού Βερολίνου. Από τα ένδεκα ομόσπονδα κράτη της ΟΔΓ, τρία συνενώθηκαν το 1952 και σχημάτισαν τη σημερινή Βάδη-Βυρτεμβέργη, ενώ το Σάαρλαντ (Χώρα του ποταμού Σάαρ) προσχώρησε ως ομόσπονδο κράτος στην ΟΔΓ το 1957.
Τα πέντε ομόσπονδα κράτη της ΛΔΓ καταλύθηκαν το 1952 με μια συνταγματική μεταρρύθμιση και αντικαταστάθηκαν από δεκατέσσερεις νομούς (Bezirke). Η ανασύσταση των κρατών έγινε το 1990, λίγο πριν τη διάλυση της ΛΔΓ και την προσχώρησή τους στην ΟΔΓ – νομικά δηλαδή δεν ενώθηκε η ΛΔΓ με την ΟΔΓ. Παράλληλα, η πόλη του Βερολίνου μετατράπηκε σε πόλη-κράτος, οπότε η σημερινή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελείται από δεκατρία ομόσπονδα κράτη και τρεις πόλεις-κράτη:
Αμβούργο (πόλη-κράτος)
Βάδη-Βυρτεμβεργη
Βαυαρία
Βερολίνο (πόλη-κράτος)
Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία
Βρανδεμβούργο
Βρέμη (πόλη-κράτος)
Έσση
Θουριγγία
Κάτω Σαξονία
Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία
Ρηνανία-Παλατινάτο
Σάαρλαντ
Σαξονία
Σαξονία-Άνχαλτ
Σλέσβικ-Χόλσταϊν
Η Σαξονία-Άνχαλτ
Λόγω της εκλογικής συγκυρίας που έφερε το ομόσπονδο κράτος της Σαξονίας-Άνχαλτ στο προσκήνιο της επικαιρότητας, θα ξεκινήσουμε τη σειρά μας με αυτό.
Η μεταπολεμική Σαξονία-Άνχαλτ ιδρύθηκε το 1947 από τη Σοβιετική Κατοχική Αρχή με τη συνένωση της λεγόμενης Επαρχίας της Σαξονίας με το Ελεύθερο Κράτος του Άνχαλτ, που αποτελούσε ένα από τα ομόσπονδα κράτη του Ράιχ πριν από την κατάλυσή τους από τους Ναζί. Η νέα περιοχή που αρχικά έφερε το όνομα Επαρχία της Σαξονίας-Άνχαλτ συμπεριέλαβε και μερικούς δήμους και περιφέρειες από γειτονικές περιοχές. Το 1947 απέκτησε σύνταγμα και μετετράπηκε έτσι σε κρατική οντότητα υπό την εποπτεία της Σοβιετικής Κατοχικής Αρχής. Η πρώτη πρωτεύουσά της ήταν η πόλη Χάλλε.
Η Επαρχία της Σαξονίας ανήκε στην Πρωσία και δεν πρέπει να συγχέεται με το Βασίλειο και τη μετέπειτα Δημοκρατία της Σαξονίας που είναι ξεχωριστή κρατική οντότητα. Η επαρχία δημιουργήθηκε το 1815 ως συνέπεια των Ναπολεόντειων πολέμων, από εδάφη που η Πρωσία είχε αποσπάσει από το Βασίλειο της Σαξονίας και από άλλα γερμανικά βασίλεια ή πριγκιπάτα. Πρωτεύουσά της ήταν το Μαγδεβούργο, το οποίο είναι και η πρωτεύουσα της σημερινής Σαξονίας-Άνχαλτ. Μετά την κατάλυση των ομόσπονδων κρατών της ΛΔΓ, η Σαξονία-Άνχαλτ χωρίστηκε σε δυο νομούς, Μαγδεβούργου και Χάλλε.
Τα κύρια αστικά κέντρα είναι το Μαγδεβούργο, η Χάλλε και το Ντέσαου-Ρόσλαου. Το Ντέσαου είναι η πόλη που μεταξύ του 1926 και του 1932 φιλοξένησε τη φημισμένη σχολή αρχιτεκτόνων και σχεδιαστών Μπάουχαους.
Η σημερινή έκταση της Σαξονίας-Άνχαλτ είναι 20.451 τ. χλμ. και ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 2,1 εκατομμύρια κατοίκους (απογραφή του 2025). Στην επικράτειά της συμπεριλαμβάνονται πολλές πόλεις με μεγάλη ιστορική παράδοση, όπως το Μερσεβούργο, το Κουέντλινγκμπουργ και το Νάουμπουργκ –πόλεις που ήταν πρωτεύουσες μεσαιωνικών πριγκιπάτων και έδρες καθολικών επισκοπών –, η γενέτειρα του Λούθηρου Άισλεμπεν, και το Βίττεμπεργκ όπου θυροκόλλησε τις ενενήντα εννέα θέσεις του κατά των πρακτικών της Καθολικής Εκκλησίας.
Γύρω από το Χάλλε, το Μερσεβούργο, και το Μπίτερφελντ εγκαταστάθηκαν από τις αρχές του 20ού αιώνα μεγάλα πετροχημικά και χημικά εργοστάσια που αποτέλεσαν αργότερα τη ραχοκοκαλιά της χημικής βιομηχανίας της ΛΔΓ. Παρ’ όλη τη συρρίκνωση που υπέστη η χημική βιομηχανία της περιοχής κατά τη μεταβατική περίοδο μετά την κατάλυση της ΛΔΓ και την προσχώρηση των ανατολικών κρατών στην ΟΔΓ το 1990, οι πετροχημικές εγκαταστάσεις κατάφεραν να επιβιώσουν, ενώ στο χώρο των χημικών εγκαταστάσεων έχει δημιουργηθεί ένα αξιόλογο χημικό βιομηχανικό πάρκο.
Η σημερινή οικονομική δραστηριότητα επικεντρώνεται στην παραγωγή χημικών και πετροχημικών, φαρμάκων και εμβολίων, στη συμμετοχή στην παραγωγική αλυσίδα της αυτοκινητοβιομηχανίας και στον πρωτογενή τομέα με κέντρο βάρους την οινοπαραγωγή, την παραγωγή και επεξεργασία τροφίμων και την παραγωγή σοκολάτας.
To ονομαστικό ΑΕΠ κυμαινόταν το 2025 στα 81,8 δισ. ευρώ και η ανεργία τον Αύγουστο του 2026 ήταν στο 8,2%. Στην κατάταξη των ομόσπονδων κρατών, η Σαξονία-Άνχαλτ βρίσκεται σε σχέση με το ΑΕΠ στη 12η θέση και σε σχέση με την ανεργία στη 13η.
Όμως, η οικονομική ανάπτυξη χωρίς την επιρροή του πληθωρισμού ήταν το 2025 αρνητική (– 0,2%) ενώ η ανεργία των νέων αυξήθηκε σημαντικά.
Σε ότι αφορά τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα, στη Σαξονία-Άνχαλτ βρίσκονται τα Πανεπιστήμια του Μαγδεβούργου (έτος ιδρύσεως 1993) και του Χάλλε-Βίτεμπεργκ (έτη ιδρύσεως: Βίτεμπεργκ 1502, Χάλλε: 1694, έτος συνένωσης: 1817) καθώς και τέσσερα Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών (πρώην ΤΕΙ).
Η πολιτική ζωή μετά την ενσωμάτωση στην ΟΔΓ το 1990 ακολούθησε αρχικά τη γενική εξέλιξη στη Γερμανία, με τους Χριστιανοδημοκράτες να είναι πρώτο κόμμα μέχρι το 2021, με μια εξαίρεση το 1998, όταν σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών. Στις πρόσφατες εκλογές, όμως, η εκλογική του δύναμη μειώθηκε στο 17,2%, χάνοντας περίπου 80.000 ψηφοφόρους στο ακραίο εθνικιστικό κόμμα AfD που βγήκε πρώτο με 43,8%.
Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD) αρχικά είχε ικανοποιητικά ποσοστά, αλλά από το 2016 η δύναμή του άρχισε να φθίνει φτάνοντας στο μονοψήφιο 9,3% των πρόσφατων εκλογών. Παρόμοια εξέλιξη της εκλογικής τους δύναμης είχαν και τα υπόλοιπα κόμματα (Αριστερά, Πράσινοι, Φιλελεύθεροι – αυτοί δεν κατάφεραν να υπερβούν το πλαφόν του 5% και θα μείνουν εκτός Κοινοβουλίου).
Το ακραίο εθνικιστικό, αντιευρωπαϊκό, φιλορωσικό, ξενοφοβικό και εν μέρει αναθεωρητικό κόμμα AfD κατάφερε μέσα σε τρεις κοινοβουλευτικές περιόδους από το 2016 κι ύστερα να διπλασιάσει σχεδόν το ποσοστό του στο 43,8%, αφού κινητοποίησε 170.000 ψηφοφόρους που στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις δεν συμμετείχαν. Eνα άλλο κόμμα που κατάφερε να εκπροσωπηθεί με την πρώτη στο Κοινοβούλιο, συγκεντρώνοντας 5,3% των ψήφων, είναι το BSW (Συνασπισμός Σάρα Βάγκενκνεχτ), το οποίο είναι λίγο-πολύ μια αριστερή εθνικιστική, αντιευρωπαϊκή, ξενοφοβική και φιλορωσική εκδοχή του AfD και μάλλον θα συνασπιστεί μαζί του ή θα το στηρίξει.
Το πολιτικό πρόγραμμα του AfD περιλαμβάνει, εκτός από γενικόλογες υποσχέσεις για εξορθολογισμό των οικονομικών και ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, την αποχώρηση της Σαξονίας-Άνχαλτ από τον κοινό ραδιοτηλεοπτικό σταθμό MDR (Mitteldeutscher Rundfunk, Ραδιοφωνία της Μέσης Γερμανίας) στον οποίο συνεργάζονται η Σαξονία, η Σαξονία-Άνχαλτ και η Θουριγγία, την κατάργηση της υποχρεωτικής φοίτησης σε δημόσια ή ιδιωτικά σχολεία και την αντικατάστασή της από μια «υποχρέωση για μόρφωση» που θα επιτρέπει την κατ’ οίκον και κατά μόνας διδασκαλία των παιδιών (Homeschooling), την άμεση παύση της χορήγησης ασύλου σε πρόσφυγες, την αναίρεση των ήδη αναγνωρισμένων αιτήσεων ασύλου και την άμεση επαναπροώθηση των αιτούντων άσυλο και των παράτυπων μεταναστών σε τρίτες «ασφαλείς» χώρες ή στις χώρες καταγωγής τους συνάπτοντας αν χρειαστεί και ανάλογες συμβάσεις με τρίτες χώρες (κάτι για το οποίο ένα ομόσπονδο κράτος δεν έχει καμία αρμοδιότητα), και γενικά τη μείωση των εργαζομένων από χώρες εκτός της ΕΕ και την αντικατάστασή τους από Γερμανούς πολίτες που ζουν στο εξωτερικό και στους οποίους θα δοθούν κίνητρα για να εγκατασταθούν στην περιοχή. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης την παύση της αναγνώρισης των Ουκρανών που κατοικούν στην περιοχή ως προσφύγων πολέμου, την επανασύσφιγξη των πολιτιστικών σχέσεων με τη Ρωσία, την επαναφορά της διδασκαλίας της ρωσικής γλώσσας στα σχολεία, την κατάργηση της συμμετοχής παιδιών με ειδικές ανάγκες στο κανονικό σχολικό μάθημα και τη δημιουργία ειδικών σχολικών τάξεων, την αναθεώρηση του μαθήματος της ιστορίας και γενικά των σχολικών βιβλίων, την κατάργηση της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και άλλα.
Επίσης το AfD θέλει να περιορίσει την επιρροή των δυο μεγάλων εκκλησιών και να ενισχύσει μικρά ευαγγελικά εκκλησιαστικά σχήματα. Θέλει επίσης να απαγορεύσει το μάθημα ισλαμικών θρησκευτικών στα σχολεία.
Γιατί νίκησε το AfD
Κατά τη γνώμη μου, οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτή τη σαρωτική του AfD δεν μπορούν να αναχθούν σε κλασικές κοινωνικο-οικονομικές αναλύσεις. Στη Σαξονία-Άνχαλτ ζουν πολύ λίγοι άνθρωποι με καταγωγή από ισλαμικές χώρες, για να δικαιολογήσουν μια καθημερινή τριβή με τους κατοίκους. Επίσης, η οικονομική κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική από υπόλοιπες περιοχές της ΟΔΓ, ενώ η ανεργία των νέων είναι μεν πιο υψηλή από τον μέσο όρο, αλλά και αυτό δεν αρκεί για να εξηγήσει την απήχηση που έχει το κόμμα στους νέους ψηφοφόρους. Επίσης το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και εισόδημα στήριξε το AfD δεν σημαίνει ότι έχει ιδιαίτερα ερείσματα στην εργατική τάξη ή στο οικονομικο-κοινωνικό στρώμα των τεχνιτών και εξειδικευμένων εργατών.
Οι πραγματικοί λόγοι που οδηγούν στην ενίσχυση αυτού του, ακόμα και για ένα ευρωπαϊκό εθνικιστικό και ευρωσκεπτικιστικό κόμμα, ιδιόμορφου κόμματος θα φανούν καλύτερα μετά την παρουσίαση των υπόλοιπων ανατολικογερμανικών ομόσπονδων κρατών στα επόμενα σημειώματα και τη σύγκρισή τους με τα δυτικά ομόσπονδα κράτη.
Λόγω των επικείμενων εκλογών, θα συνεχίσουμε με την παρουσίαση στο επόμενο σημείωμα του κράτους του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας και της πόλης-κράτους του Βερολίνου.
Γίνονται οι Γερμανοί ξανά φασίστες;
Οι περιφερειακές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2026 στη Σαξονία-Άνχαλτ θα φαίνονταν, λαμβάνοντας υπόψη τον μικρό πληθυσμό των 2,12 εκατομμυρίων κατοίκων αυτού του ανατολικογερμανικού κρατιδίου, ως ένα ασήμαντο ευρωπαϊκό γεγονός. Ωστόσο, οι εκλογές αυτές αντιπροσωπεύουν μια ιστορική στροφή στην πολιτική εξέλιξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της μεγαλύτερης χώρας και οικονομίας της Ευρώπης, από το 1949, όταν ιδρύθηκε η ΟΔΓ. Για πρώτη φορά, ένα ακροδεξιό κόμμα, η λεγόμενη Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland, AfD), που ιδρύθηκε το 2013, πέτυχε, με ποσοστό 43,8%, μια νίκη τέτοιας κλίμακας σε περιφερειακές εκλογές.
Η AfD κέρδισε 39 από τις 83 έδρες στο περιφερειακό Κοινοβούλιο της Σαξονίας-Άνχαλτ και, ως εκ τούτου, πλησίασε την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού και οι κύκλοι ψηφοφοριών στο Κοινοβούλιο κατά τις επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν η AfD θα καταφέρει να αναλάβει και την εκτελεστική εξουσία της Σαξονίας-Άνχαλτ. Μια περιφερειακή κυβέρνηση υπό την κυριαρχία της AfD –αν τελικά συγκροτηθεί– θα αποτελούσε μια ακόμη πιο καθοριστική νέα τάση στη γερμανική πολιτική.
Ως εθνικιστικό, ευρωσκεπτικιστικό και αντιμεταναστευτικό κίνημα, καθώς και ως πολιτιστικά μονιστικό, πολιτικά μη φιλελεύθερο, αλλά οικονομικά φιλελεύθερο κόμμα, η AfD βρίσκεται στην ακροδεξιά πτέρυγα του κατά τα άλλα φιλελεύθερου, φιλοευρωπαϊκού κομματικού φάσματος της Γερμανίας, το οποίο αποτελείται από χριστιανοδημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθερους και πράσινους δημοκράτες. Ορισμένες από τις περιφερειακές οργανώσεις της AfD, συμπεριλαμβανομένης αυτής της Σαξονίας-Άνχαλτ, έχουν χαρακτηριστεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος «εξτρεμιστικές», αντίθετες δηλαδή προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη φιλελεύθερη-δημοκρατική τάξη της Γερμανίας. Λόγω της αμφίρροπης στάσης της AfD απέναντι στο φασιστικό παρελθόν της Γερμανίας, ακόμη και πολλά άλλα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα, όπως ο Εθνικός Συναγερμός της Γαλλίας, αρνούνται να συνεργαστούν με τους Γερμανούς εθνικιστές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντίθετα, τόσο ο Ίλον Μασκ όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν χαιρετίσει δημόσια την εκλογική επιτυχία της AfD.
Αν και η AfD περιλαμβάνει μια φασιστική συνιστώσα, ούτε η άνοδος της οργάνωσης στο σύνολό της ούτε το αυξανόμενο εκλογικό της σώμα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών υποδηλώνουν επικείμενη επιστροφή στον γερμανικό ναζισμό. Αντίθετα, η AfD λειτουργεί από πολλές απόψεις ως κόμμα διαμαρτυρίας που καταφέρνει να απορροφήσει την κοινωνική απογοήτευση, την πολιτική απογοήτευση και τον πολιτισμικό πεσιμισμό. Αυτό αφορά ιδιαίτερα την Ανατολική Γερμανία, η οποία αποτελούσε μέρος του σοβιετικού μπλοκ κατά την περίοδο 1945-1990 και σήμερα περιλαμβάνει (χωρίς το Βερολίνο) 12,4 εκατομμύρια από τους 83,5 εκατομμύρια κατοίκους της Γερμανίας. Στο έδαφος της πρώην κομμουνιστικής, λεγόμενης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ), η AfD είναι πολύ πιο δημοφιλής απ’ ό,τι στο έδαφος της Δυτικής Γερμανίας, η οποία αποτελεί πολιτική δημοκρατία από το 1949.
Συχνά, η έλλειψη δημοκρατικής εμπειρίας των Ανατολικογερμανών και οι αναταραχές των ετών της κοινωνικοοικονομικής μετάβασης της δεκαετίας του 1990 χρησιμοποιούνται για να εξηγηθεί η διαφορετική εκλογική συμπεριφορά τους. Αυτά τα τραύματα, καθώς και η εκροή νέων και γυναικών από την Ανατολική Γερμανία, η χαμηλή παρουσία των χριστιανικών εκκλησιών σε αυτήν και η ταχέως γηράσκουσα κοινωνία της, αποτελούν τις συνήθεις εξηγήσεις για την προτίμηση των «Ossis» (Ανατολικών) τόσο προς τα ακροαριστερά όσο και προς τα ακροδεξιά αντισυστημικά κόμματα. Στην ίδια την Ανατολική Γερμανία, υπάρχει επίσης η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι, υποτίθεται, οι «Wessis» δεν έδειξαν και δεν δείχνουν επαρκή σεβασμό προς τους «Ossis».
Αυτό που ίσως αποτελεί τον ισχυρότερο καθοριστικό παράγοντα της χαμηλής υποστήριξης της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ανατολική Γερμανία είναι το γεγονός ότι, υπό τη σοβιετική κατοχή, η περιοχή αυτή δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία απελευθέρωσης και πλουραλισμού της κοινωνίας της Δυτικής Γερμανίας που ακολούθησε τις φοιτητικές εξεγέρσεις του 1968 σε ολόκληρη τη Δύση. Από τη δεκαετία του 1970, οι δυτικές κοινωνίες διαμορφώνονται όλο και περισσότερο από τον ατομικισμό, τον πλουραλισμό, τον φεμινισμό, τον οικολογισμό, τον μετα-αποικιοκρατισμό, τον κοσμοπολιτισμό και παρόμοιες αντι-συντηρητικές ιδέες. Ωστόσο, οι Ανατολικογερμανοί στη ΛΔΓ προστατεύονταν από αυτές τις τάσεις από το Σιδηρούν Παραπέτασμα μέχρι το 1989. Έτσι, διατήρησαν, σε μεγαλύτερο βαθμό από τους Δυτικογερμανούς, απομεινάρια της παραδοσιακά ιεραρχικής, μη φιλελεύθερης και εθνοκεντρικής γερμανικής πολιτικής κουλτούρας, η οποία χρονολογείται από την αμέσως μεταπολεμική και ακόμη και την προπολεμική περίοδο.
Το σημαντικότερο χάσμα μεταξύ των πολιτισμικών εξελίξεων της Δυτικής και της Ανατολικής Γερμανίας αφορά το βάθος της σκέψης σχετικά με την ιστορική και πολιτική σημασία της φασιστικής περιόδου 1933-1945 για τους μεταπολεμικούς Γερμανούς. Στη Δυτική Γερμανία, τα μαζικά εγκλήματα των Ναζί και η γερμανική ευθύνη γι’ αυτά, η ιστορική αποτυχία του γερμανικού αντιφασισμού και οι επιπτώσεις τους για το σήμερα έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης, έρευνας και προβληματισμού στο πλαίσιο μιας καθολικής, πολυετούς συζήτησης. Αυτή η εθνική συζήτηση έχει γίνει γνωστή με τον όρο Vergangenheitsbewältigung, ο οποίος μπορεί να μεταφραστεί ως «αντιμετώπιση του παρελθόντος», (αυτο)κριτική αναστροφή με αυτό ώστε να επιλυθούν οι εκκρεμείς λογαριασμοί κατά μέτωπο, χωρίς εξωραϊσμούς, συγκαλύψεις και βολικές αποσιωπήσεις.
Βεβαίως, οι εκπαιδευτικές πολιτικές, οι κριτικές προσεγγίσεις και ο δημόσιος διάλογος για τις ρίζες, τη φύση και τις συνέπειες των γερμανικών εγκλημάτων υπό το ναζισμό επεκτάθηκαν στο έδαφος της πρώην ΛΔΓ ως αποτέλεσμα της επανένωσης της Γερμανίας το 1990. Ωστόσο, η καθυστερημένη και εν μέρει επιβεβλημένη συμμετοχή των Ανατολικογερμανών στο Vergangenheitsbewältigung έχει οδηγήσει σε πολύ μικρότερο σκεπτικισμό απέναντι στον ακροδεξιό εξτρεμισμό σε σύγκριση με την κοινωνία της Δυτικής Γερμανίας. Επίσης, είχε αποτέλεσμα υψηλότερο βαθμό αντιαμερικανισμού στην Ανατολική Γερμανία σε σχέση με τη Δυτική.
Σήμερα, αυτό εκφράζεται, μεταξύ άλλων, μέσω της μεγαλύτερης υποστήριξης προς το αντιδυτικό καθεστώς του Βλαντίμιρ Πούτιν και της ανοχής απέναντι στις σχέσεις της AfD με τη Μόσχα. Ενώ όλα τα κεντρώα γερμανικά κόμματα έχουν ταχθεί υπέρ της Ουκρανίας, τόσο η Ακροδεξιά όσο και η Ακροαριστερά της Γερμανίας έχουν υιοθετήσει μια περισσότερο ή λιγότερο φιλο-πουτινική στάση και αντιτίθενται τόσο στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας όσο και στη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο. Μέχρι στιγμής, το αναλογικό, κοινοβουλευτικό και πολυκομματικό πολιτικό σύστημα της Γερμανίας περιορίζει την επιρροή της AfD, καθώς αυτό παραμένει μια αναπτυσσόμενη, αλλά απομονωμένη και στιγματισμένη πολιτική δύναμη. Εκτός αν οι Γερμανοί εθνικιστές γίνουν πιο μετριοπαθείς –όπως, για παράδειγμα, έγινε πρόσφατα η ριζοσπαστική δεξιά της Σουηδίας και της Ιταλίας– και, ως εκ τούτου, πιθανοί εταίροι συνασπισμού, η άμεση επιρροή του AfD στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Γερμανίας θα παραμείνει περιορισμένη.
Η φυσιολογική και αναμενόμενη νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ
Η νίκη του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternativ für Deutschland, AfD) στις εκλογές του κρατιδίου της Σαξονίας-Άνχαλτ χθες δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη ή ανησυχία. Το αποτέλεσμα είναι απολύτως συμβατό με τις σταθερές παραμέτρους της γερμανικής ιστορίας, εδώ και πάνω από χίλια χρόνια. Η δυτική Γερμανία είναι Ευρώπη ενώ η ανατολική είναι κάτι διαφορετικό, περίεργο και, συνήθως αποκρουστικό. Την πρώτη και τελευταία φορά που η ανατολική Γερμανία κυριάρχησε της δυτικής, από το 1870 έως το 1945, η Ευρώπη πνίγηκε στο αίμα δύο παγκόσμιων πολέμων. Να τι εννοώ.
Η πρώτη εικόνα παρακάτω είναι ο εκλογικός χάρτης της Γερμανίας μετά τις γερμανικές βουλευτικές εκλογές του Φεβρουαρίου 2025. Στα κρατίδια της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το νεοναζιστικό AfD κέρδισε πάνω από το 30% των ψήφων. Στα κρατίδια της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το AfD δεν ξεπέρασε το 20%: στη Βάδη-Βυτεμβέργη πήρε 19,4%, στη Βαυαρία 17,4%, στο Αμβούργο 11%, στην Έσση 17,7%, στο Σλέσβιγκ-Χόλστεϊν 16,1%, στο Βερολίνο 15%, κ.λπ.
Η δεύτερη εικόνα είναι ο εκλογικός χάρτης της Γερμανίας μετά τις εκλογές του 1933, που κέρδισε το Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Κόμμα των Εργατών (NSDAP) του Αδόλφου Χίτλερ. Όσο πιο βαθύ κόκκινο ή καφέ είναι το χρώμα στις εκλογικές περιφέρειες τόσο μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων κέρδισε ο Χίτλερ στις περιοχές εκείνες. Όπως γίνεται ορατό διά γυμνού οφθαλμού, ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος της Γερμανίας με τις ψήφους των Γερμανών που κατοικούσαν στα ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας, ενώ τα δυτικά κρατίδια και η Βαυαρία καταψήφισαν το κόμμα του.
Το Ναζιστικό κόμμα ήταν κόμμα της ανατολικής Γερμανίας και δη των προτεσταντών και της Πρωσίας. Όπως, σήμερα, το AfD είναι κόμμα της ανατολικής Γερμανίας. Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, ο τόπος γέννησης και γιγάντωσης των Ναζί δεν ήταν η καθολική Βαυαρία ή η κοσμική Ρηνανία. Ήταν η σκοταδιστική ανατολική Γερμανία. Και αυτό το γεγονός δεν αποτελεί ιστορική παραδοξότητα. Η αλήθεια είναι ότι, στην πραγματικότητα, ιστορικά, υπάρχουν δύο Γερμανίες: από τη μια το δυτικό και νότιο μέρος (Ρηνανία και Βαυαρία) και από την άλλη το ανατολικό (Πρωσία και Σαξονία).
Οι δύο Γερμανίες έχουν λίγα κοινά στοιχεία, πολιτισμικά, πολιτικά και ιστορικά. Το δυτικό μέρος δημιουργήθηκε ουσιαστικά από τον Ιούλιο Καίσαρα και τους Ρωμαίους γύρω στο 58 π.Χ. και περιλάμβανε την περιοχή ανάμεσα στον Ρήνο και τον Έλβα. Μετά την κατάρρευση της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αναδύθηκε η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, που ιδρύθηκε επίσημα στο Άαχεν το 800 μ.Χ. με την ενθρόνιση του Καρλομάγνου, που ήταν Γερμανός πολέμαρχος και ενοποίησε στο κράτος του το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Ευρώπης.
Αντίθετα, το ανατολικό κομμάτι της Γερμανίας αναδύθηκε μέσα από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα στον 16ο αιώνα μ.Χ. Το 1525, ο Πρίγκιπας των Τευτόνων Ιπποτών, που κατοικούσαν σε μια περιοχή μεταξύ της Πολωνίας και των Βαλτικών κρατιδίων και ήταν ειδωλολάτρες μέχρι τον 14ο αιώνα, ανακήρυξε τον εαυτό του Προτεστάντη Δούκα της Πρωσίας. Ήταν η πρώτη φορά που γερμανόφωνος ηγεμόνας αποσχίσθηκε από το Βατικανό και τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τον απόγονο του Καρλομάγνου. Το 1525 είναι η χρονιά που δημιουργείται η Πρωσία και η έναρξη της διελκυστίνδας Ανατολής - Δύσης που ταλάνισε τη Γερμανία και την ευρωπαϊκή ιστορία μέχρι το 1945.
Οι Χανσεατικές πόλεις του Αμβούργου, της Βρέμης και του Ροστόκ, και τα κρατίδια της Έσσης, της Ρηνανίας, της Βάδης-Βιτεμβέργης και της Βαυαρίας ήταν πάντα οι οικονομικές ατμομηχανές της Γερμανίας και της Ευρώπης και ποτέ δεν σταμάτησαν να οφείλουν τις πολιτιστικές τους επιρροές και τις πολιτικές βλέψεις τους στα δυτικά. Για την ακρίβεια, ήταν κρατίδια απολύτως οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά ενοποιημένα με την δυτική Ευρώπη.
Από την άλλη πλευρά, η Πρωσία και η Σαξονία οργανώθηκαν με πρότυπο την Αγγλία, δηλαδή κυριαρχούσε μια τάξη γαιοκτημόνων αριστοκρατών, που λεγόντουσαν Γιούνκερς (Junkers), οι οποίοι παραδοσιακά αποτελούσαν την τάξη των αξιωματικών του πρωσικού στρατού και προσέβλεπαν πάντα σε συμμαχία με τον Τσάρο στον κοινό τους προαιώνιο αγώνα να εξαφανίσουν την Πολωνία από τον χάρτη. Ο διαμελισμός της Πολωνίας το φθινόπωρο του 1939 ήταν η λογική κατάληξη 500 ετών πολέμου της Ρωσίας και της Πρωσίας εναντίον της Πολωνίας.
Κάτι άλλο που εξηγεί την πολιτική διχοτόμηση της σύγχρονης Γερμανίας σε Ανατολή και Δύση είναι η Γερμανική «Ενοποίηση». Το 1866, ο Μπίσμαρκ δεν «ενοποίησε» τη Γερμανία. Η Πρωσία εισέβαλε στα δυτικά γερμανικά κρατίδια, με την ανοχή της Βρετανίας και την υποστήριξη της Αυστροουγγαρίας, και τα προσάρτησε με τη βία. Επρόκειτο για στρατιωτική κατάκτηση, όχι για πολιτική ενοποίηση.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Μπίσμαρκ μετά την εδραίωση του ελέγχου των δυτικών γερμανικών κρατιδίων ήταν να εξαπολύσει εκστρατεία κατάπνιξης κάθε φιλελεύθερης και δημοκρατικής φωνής. Η εκστρατεία αυτή ονομάστηκε Kulturkampf, «πολιτιστικός πόλεμος». Ο πολιτιστικός πόλεμος εξαπολύθηκε από τους Λουθηρανούς Προτεστάντες της Πρωσίας και της Σαξονίας και είχε στόχο τους Εβραίους, τους Καθολικούς και τους δυτικόφιλους κατοίκους της υπόλοιπης Γερμανίας. Μέσω της εκστρατείας αυτής αναδύθηκε το ψευδεπίγραφο εθνικό αφήγημα της «Γερμανικότητας», ή Deutschtum, που είναι πρόδρομος των εθνικοσοσιαλιστικών ανοησιών του Χίτλερ περί ανωτερότητας της «Αρίας φυλής». Ο αντισημιτισμός της νεότερης Γερμανίας είχε τις ρίζες του σε αυτή την περίοδο και δεν γεννήθηκε στη Βαυαρία του 1923. Γεννήθηκε στην Πρωσία το 1870.
Και κάτι τελευταίο. Η μόνη αντίσταση που αντιμετώπισαν οι Ναζί στο εσωτερικό της χώρας τους προήλθε από τις δυτικές επαρχίες. Στις αρχές του πολέμου, οι Ναζί εξόντωσαν περίπου 70 χιλιάδες πνευματικά καθυστερημένους και ανάπηρους Γερμανούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, όπως το Νταχάου, έξω από το Μόναχο. Όταν ο αρχιεπίσκοπος της ιστορικής πόλης του Μύνστερ, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, άρχισε να γράφει και να κάνει κηρύγματα εναντίον αυτών των βαρβαροτήτων, οι Ναζί τον έθεσαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, αντί να τον εκτελέσουν, όπως ήθελαν, γιατί φοβούνταν ότι θα επακολουθήσει λαϊκή εξέγερση εναντίον τους. Ο φόβος της αντίδρασης των Γερμανών των δυτικών επαρχιών ήταν ο λόγος που, το 1941, αποφάσισαν να εγκαταστήσουν τα στρατόπεδα εξόντωσης στην Πολωνία και άρχισαν να εφαρμόζουν τα σχέδιά τους για την Τελική Λύση του Εβραϊκού Ζητήματος μακριά από τη Δύση.
Αυτή είναι η εξήγηση για τους δύο εκλογικούς χάρτες. Αυτή είναι η εξήγηση για τη νίκη του AfD στις εκλογές της Κυριακής 6 Σεπτεμβρίου 2026. Ούτε η μετανάστευση, ούτε η «δυσαρέσκεια» στα ανατολικά κρατίδια για την οικονομική υστέρηση τους. Οι αιτίες κρύβονται στα βάθη της γερμανικής ιστορίας. Όπως πολύ εύστοχα έγραψε ο Γουίλλιαμ Φώκνερ κάποτε, «το παρελθόν δεν είναι νεκρό· δεν είναι καν παρελθόν».
Ο Φριτς, ο Καρλ και ο μαθητευόμενος μάγος
Σύμφωνα με ένα παλιό γερμανικό ανέκδοτο, δυο χωρικοί, ο Φριτς κι ο Καρλ, μια μέρα, εκεί που στεκόντουσαν στην αυλή του Φριτς, νιώθουν το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους! Το σπίτι του Φριτς είχε όπως όλα τα παλιά χωριατόσπιτα έναν βόθρο και η πλάκα που τον σκέπαζε έσπασε. Οι δυο τους πέφτουν μέσα στα λύματα και με τη βία μπορούν να σταθούν. Ο βόθρος είναι γεμάτος γιατί έχει βρέξει και η στάθμη φτάνει μέχρι τον λαιμό του Καρλ. Ο Φριτς όμως είναι λίγο πιο κοντός και τα λύματα φτάνουν σχεδόν μέχρι το στόμα του.
– Ωχ Φριτς, τι κάνουμε τώρα; ρωτάει σαστισμένος, ο Καρλ.
– Όχι κύματα! λέει ο Φριτς μέσα από τα δόντια του.
Η έκβαση των τοπικών βουλευτικών εκλογών της 6ης Σεπτεμβρίου 2026 στο ομοσπονδιακό κράτος της Σαξoνίας-Άνχαλτ θυμίζει λίγο αυτό το ανέκδοτο. Τα μέχρι τώρα παραδοσιακά κόμματα –CDU, SPD, FDP, Πράσινοι, Linke – που κυριαρχούσαν στην πολιτική ζωή βρίσκονται στην θέση του δύσμοιρου Φριτς, λίγο πριν βουλιάξουν στο βούρκο της AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία), που όχι μόνο ήρθε πρώτο κόμμα, αλλά με 44% ξεπέρασε το ποσοστό που του έδιναν οι δημοσκόποι, καθώς κατάφερε να σηκώσει από τους καναπέδες τους 170.000 ψηφοφόρους που μέχρι σήμερα απείχαν από κάθε εκλογική διαδικασία.
Το αποτέλεσμα είναι τραγικό: η AfD θα έχει στο επόμενο Κοινοβούλιο 39 βουλευτές ενώ όλα τα άλλα κόμματα θα μοιραστούν τους υπόλοιπους 44. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έτσι είναι δυνατό να εμποδιστεί μια κυβέρνηση AfD και να σχηματιστεί μια κυβέρνηση «ηττημένων», όμως υπάρχει ένας ακόμα αστάθμητος παράγοντας: η λεγόμενη «Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ» (BSW), ένα προσωποπαγές λαϊκιστικό αριστερό κόμμα, που σύμφωνα με την ιδρύτριά του θεωρεί ότι AfD και BSW έχουν αρκετά κοινά σημεία μεταξύ τους, όπως μια πιο αυστηρή στάση απέναντι στους πρόσφυγες, η άρνηση του ΝΑΤΟ, η ουδετερότητα σε ό,τι αφορά τη στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας και η εχθρική στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που να κάνουν δυνατή τουλάχιστον μια συνεργασία.
Όπως δείχνουν τα αποτελέσματα, το BSW θα καταφέρει να εκπροσωπηθεί στο επόμενο Κοινοβούλιο με πέντε βουλευτές και να παίξει το ρόλο του πολιτικού ρυθμιστή. Ένα νεύμα της Σάρας φαίνεται πως αρκεί για να δημιουργηθούν τα κύματα που φοβούνται οι Φριτς της εκλογικής πραγματικότητας.
Όμως τα πράγματα δεν φαίνεται να είναι τόσο απλά. Καταρχήν στο BSW έχουν αρχίσει οι εσωτερικές τριβές σε σχέση με τη στήριξη της AfD. Στη γειτονική Θουριγγία ήδη αποσχίστηκε μια ομάδα γύρω από τη μέχρι τώρα πρόεδρο του τοπικού BSW που αρνείται να βάλει πλάτες για να ανεβεί η εκεί AfD στην εξουσία. Και η πρόεδρος του BSW της Σαξoνίας-Άνχαλτ δήλωσε ήδη ότι δεν πρόκειται να στηρίξει, ενεργά τουλάχιστον, την εκλογή του προέδρου της τοπικής AfD Ούλριχ Ζίγκμουντ στο αξίωμα του πρωθυπουργού, ζητώντας τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης υπό έναν πρωθυπουργό κοινής αποδοχής (τι μας θυμίζει αυτό;).
Ήδη η στάση του BSW οδήγησε τον συμπρόεδρο της ομοσπονδιακής AfD, Τίνο Χρουπάλα, να ανακοινώσει την ετοιμότητα του κόμματός του να συζητήσει και να συμβιβαστεί με άλλα κόμματα, ελπίζοντας να πείσει σε συνεργασία τουλάχιστον τους Χριστιανοδημοκράτες που, σύμφωνα με τις δημοσκοπικές έρευνες, έχασαν 82.000 ψηφοφόρους προς την AfD και το ποσοστό τους καταρρακώθηκε από το 37,1 στο 17,5%.
Βέβαια είναι ακόμα πολύ νωρίς για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Για την υφιστάμενη κυβέρνηση συνασπισμού από CDU, SPD και FDP (το οποίο δεν εκπροσωπείται πλέον στην τοπική Βουλή καθώς δεν κατάφερε να υπερβεί το πλαφόν του 5%) υπό τον χριστιανοδημοκράτη Σβεν Σούλτσε δεν υπάρχει προς το παρόν κώλυμα κυβερνησιμότητας, καθώς παραμένει μέχρι να εκλεγεί ο επόμενος πρωθυπουργός, κάτι που μπορεί να πάρει αρκετό χρόνο, γιατί το σύνταγμα της Σαξονίας-Άνχαλτ δεν θέτει προθεσμίες για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης.
Ο κ. Σούλτσε έχει ρεαλιστικές πιθανότητες να διατηρήσει το αξίωμά του εφόσον το BSW δεν ταχθεί ενεργά υπέρ του υποψηφίου της AfD και όλα τα άλλα κόμματα κρατήσουν όρθιο το «τείχος πυροπροστασίας», δηλαδή την κατηγορηματική άρνησή τους να συνεργαστούν με την AfD. Σύμφωνα με τον τρέχοντα καταμερισμό δυνάμεων, που όμως μπορεί να αλλάξει τις επόμενες μέρες, εάν το BSW δηλώσει «παρών» κατά τους τρεις γύρους της ψηφοφορίας τότε θα επικρατήσει ισοψηφία ανάμεσα στους δυο υποψήφιους και ο κ. Σούλτσε θα παραμείνει πρωθυπουργός – όμως τίποτα δεν είναι σίγουρο γιατί οι ψηφοφορίες είναι μυστικές και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξουν διαρροές.
Στην περίπτωση που ο κ. Σούλτσε παραμείνει πρωθυπουργός, θα μπορεί να κυβερνά με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και, σε περίπτωση ψήφισης νόμων και του προϋπολογισμού, με εναλλασσόμενες πλειοψηφίες, ένα μοντέλο που λειτουργεί ήδη ικανοποιητικά και σε άλλα ανατολικογερμανικά ομοσπονδιακά κράτη.
Η πιθανότητες να γίνει πρωθυπουργός ο κ. Ζίγκμουντ είναι και αυτές ρεαλιστικές. Όμως υπό τις τρέχουσες συνθήκες θα καταστεί εξαρτημένος από τις ιδιοτροπίες του BSW, εκτός και αν καταφέρει να εξασφαλίσει την υποστήριξη του CDU – το τίμημα όμως θα είναι βαρύ.
Αλλά ακόμα και αν κατάφερνε να κυβερνήσει αυτοδύναμα, το κυβερνητικό του πρόγραμμα βρίθει από παραλογισμούς και από μέτρα που δεν μπορεί να εφαρμόσει.
Ένα από τα παράλογα σημεία του προγράμματος είναι η κατάργηση της υποχρεωτικής φοίτησης στο σχολείο και η αντικατάστασή της από μια «υποχρέωση για μόρφωση» που θα επιτρέπει την κατ’ οίκον σχολική διδασκαλία. Το μέτρο αυτό είναι παράλογο γιατί ακόμα και μια κατ’ οίκον διδασκαλία απαιτεί την κρατική εποπτεία, καθώς οι μαθησιακές προϋποθέσεις για την πιστοποίηση της προόδου και για την απόκτηση του απολυτηρίου θα παραμείνουν σε ισχύ. Επιπλέον, στη Γερμανία ούτως ή άλλως επιτρέπεται η ίδρυση ιδιωτικών σχολείων με εναλλακτικά προγράμματα μαθημάτων, τα οποία μπορούν μάλιστα να χρηματοδοτηθούν από κρατικούς πόρους. Οπότε όποιος δεν θέλει να στείλει το παιδί του στο κρατικό σχολείο μπορεί να ιδρύσει ένα σχολείο κομμένο και ραμμένο στα παιδαγωγικά του μέτρα καθιστώντας έτσι τη δυνατότητα μιας αποκλειστικά απομονωμένης σχολικής διδασκαλίας στο σπίτι περιττή.
Ένα άλλο παράλογο μέτρο είναι η εισαγωγή τελετής έπαρσης της σημαίας στα σχολεία. Κανείς δεν μπορεί όμως να υποχρεώσει τις μαθήτριες και τους μαθητές να παρίστανται σε αυτές τις τελετές, γιατί αυτό αντιτίθεται στην ελευθερία της συνείδησης. Οπότε κάθε προσπάθεια επιβολής ποινών για μη παρουσία θα καταρρεύσει στο πρώτο διοικητικό δικαστήριο.
Ένα μέτρο που δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφορά την αντιμετώπιση των προσφύγων και των παράτυπων μεταναστών και εν γένει των αλλοδαπών από τρίτες χώρες, όπως η Ουκρανία ή η Συρία. Τα ομοσπονδιακά κράτη δεν έχουν καμία αρμοδιότητα ελέγχου των συνόρων και των ροών των ανθρώπων και επιπλέον η Σαξωνία-Άνχαλτ δεν έχει εξωτερικά σύνορα. Τα μόνα διοικητικά μέτρα που μπορεί να πάρει η κυβέρνησή της είναι να αρνηθεί τη χορήγηση ασύλου ή να αναιρέσει το στάτους του αναγνωρισμένου πρόσφυγα ή ίσως την άδεια παραμονής. Όμως αυτό θα οδηγήσει σε μια χιονοστιβάδα προσφυγών στα δικαστήρια, ενώ η κυβέρνηση ενός ομοσπονδιακού κράτους δεν έχει επίσης καμία αρμοδιότητα να συνάψει διεθνείς συμβάσεις επιστροφής με άλλες χώρες.
Κάτι που έχει διακηρύξει η AfD και που μπορεί να εφαρμόσει είναι η διακοπή χρηματοδότησης όσων ΜΚΟ δεν της ταιριάζουν. Όμως και εδώ θα υπάρξουν αντιδράσεις και προσφυγές στα δικαστήρια.
Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον κ. Ζίγκμουντ ελλοχεύει από το ίδιο του το κόμμα: το ομοσπονδιακό προεδρείο θα προσπαθήσει να ελέγξει την πολιτική του και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα κόμματα, ενώ η τοπική AfD της Σαξονίας-Άνχαλτ έχει χαρακτηριστεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος ως εν μέρει ακραίο δεξιό κόμμα και εχθρικό προς τη συνταγματική τάξη. Αν λάβουμε δε υπόψη ότι μια τοπική του οργάνωση διατύπωσε το αίτημα να καταργηθεί ο εορτασμός των Χριστουγέννων και άλλων χριστιανικών εορτών και να αντικατασταθεί από την αναβίωση εορτασμών αρχαίων υποτίθεται γερμανικών εορτών, όπως το χειμερινό ηλιοστάσιο, δεν είναι απίθανο να βρεθεί ο κ. Ζίγκμουντ αργά ή γρήγορα στη θέση του μαθητευόμενου μάγου, να μην μπορεί να διαφεντέψει τα στοιχειά που φώναξε…
Είναι αντιδημοκρατική η θεώρηση του AfD ως επιβεβαιωμένα εξτρεμιστική οργάνωση;
Επειδή έχει ξεκινήσει μια έντονη και συχνά παραπλανητική αντίδραση από φιλοτραμπικούς κύκλους σχετικά με τον χαρακτηρισμό του AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) ως επιβεβαιωμένα εξτρεμιστικής οργάνωσης από τη Γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος (Bundesamt für Verfassungsschutz ή αλλιώς BfV), αξίζει να δούμε ψύχραιμα τη μεγάλη εικόνα – πριν καταλήξουμε σε πρόχειρα συμπεράσματα περί «αντιδημοκρατικής διολίσθησης».