Ισλαμιστική τρομοκρατία
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΟ μύθος του φρουρίου είναι η πραγματικότητα χωρίς φρουρούς
Το «χριστιανικό φρούριο» ως ψηφοθηρικό τέχνασμα και η άδικη και σκόπιμη στοχοποίηση του Πάπα, του Βατικανού και των Πατριαρχείων
Ι. Από την πρόβλεψη στο σύνθημα
Η θέση του Σάμιουελ Χάντινγκτον ότι η πολιτική της μεταψυχροπολεμικής εποχής θα διαρθρωθεί γύρω από τις μεγάλες πολιτισμικές ενότητες διατυπώθηκε ως αναλυτική υπόθεση, με τις επιφυλάξεις που αρμόζουν σε κάθε πρόγνωση. Στην πολιτική πρακτική της σύγχρονης Δύσης μετατράπηκε σε λεξιλόγιο. Η «Δύση» ορίζεται πλέον με όρους πίστης, το «φρούριο» προβάλλεται ως υπόσχεση, η «σταυροφορία» ως τόνος, και όλα αυτά απευθύνονται πρωτίστως σε ένα εσωτερικό ακροατήριο, με στόχο το εκλογικό κέρδος.
Το παρόν σημείωμα υποστηρίζει δύο συνδεόμενες θέσεις. Η πρώτη είναι ότι το πολυδιαφημισμένο, από στελέχη όπως ο Βανς και ο Χέγκσεθ, «χριστιανικό φρούριο» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα υπέρμετρα δαπανηρό επικοινωνιακό τέχνασμα, κατασκευασμένο για να υπηρετήσει τα εκλογικά σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ και του πολιτικού του χώρου και να καλύψει τη συναλλακτική εξωτερική του πολιτική.
Η δεύτερη είναι ότι οι πραγματικοί θεσμικοί φορείς του χριστιανικού κόσμου, δηλαδή ο Αγιώτατος Πάπας και το Βατικανό, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης και οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, δεν σιωπούν ούτε αδρανούν. Αντίθετα, διαμαρτύρονται, παρεμβαίνουν και πράττουν ό,τι είναι πρακτικά εφικτό ενάντια στις σφαγές και την καταπίεση του χριστιανικού ποιμνίου· κατά συνέπεια, οι κατηγορίες που τους καταλογίζονται περί αδράνειας είναι άδικες και σκόπιμες.
II. Η ρητορική
Η ακρίβεια εδώ δεν είναι διακοσμητική αρετή. Στο Μόναχο, τον Φεβρουάριο του 2025, ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστήριξε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη προέρχεται από την εσωτερική της διάβρωση και όχι από τη Μόσχα ή το Πεκίνο. Έναν χρόνο μετά, κατά τη δημοσιογραφική αποτύπωση της ομιλίας του, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παρουσίασε την ατλαντική σχέση ως δεσμό κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς, στην οποία συγκαταλέγεται ρητά η χριστιανική πίστη (βλ. κάλυψη του NPR για τη Διάσκεψη του 2026). Τον Ιούνιο του 2026, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ επέκρινε τους ευρωπαίους συμμάχους για την ανεπαρκή ευθύνη τους απέναντι στη δική τους ασφάλεια και μίλησε και για την πίστη της Ευρώπης στον εαυτό της και στον πολιτισμό της.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μια απλή διακήρυξη πολέμου κατά του Ισλάμ, όπως συχνά απλουστεύεται, αλλά για κάτι λεπτότερο και ενδεχομένως αποτελεσματικότερο: για τη μετατροπή μιας σχέσης στρατιωτικής εξάρτησης σε διαπραγμάτευση ταυτότητας. Σε αυτήν, η ασφάλεια προσφέρεται με αντάλλαγμα την πολιτισμική ευθυγράμμιση, ενώ το χριστιανικό στοιχείο επιστρατεύεται ως ιδεολογικός σηματωρός για την πολιτική συσπείρωση του εσωτερικού ακροατηρίου. Ο ρόλος του προστάτη του χριστιανισμού απευθύνεται κατεξοχήν στους συντηρητικούς πιστούς, για τους οποίους το σχήμα αυτό αποτελεί υπόσχεση προστασίας, της οποίας το αντίκρισμα οφείλει να εξεταστεί. Ένα φρούριο, ωστόσο, κρίνεται από τους φρουρούς του, δηλαδή από το πού κατευθύνεται πράγματι η προστατευτική προσπάθεια. Όταν, μάλιστα, έρχεται η ώρα να δοκιμαστεί στην πράξη αυτός ο οικειοποιημένος ρόλος του προστάτη των απανταχού χριστιανών, η πολιτική που επιλέγεται αποδεικνύεται άνευρη και στερούμενη πραγματικής ισχύος· η Ουάσιγκτον, βάσει ψυχρού υπολογισμού, επιλέγει να θυσιάσει την προστασία των πιστών στον βωμό των οικονομικών και γεωπολιτικών της συμφερόντων.
III. Η δοκιμασία της πράξης
Στο πεδίο αυτής ακριβώς της γεωπολιτικής ιεράρχησης, η περίπτωση της Νιγηρίας αναδεικνύεται ως η πλέον απτή δοκιμασία. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Λίστα Επιτήρησης 2026 της Open Doors, διεθνούς χριστιανικής οργάνωσης με έδρα την Ολλανδία που καταγράφει τις διώξεις χριστιανών, 3.490 από τους 4.849 χριστιανούς που σκοτώθηκαν παγκοσμίως για την πίστη τους κατά την περίοδο αναφοράς, δηλαδή περίπου το 72%, σκοτώθηκαν στη Νιγηρία. Το στοιχείο προέρχεται από οργάνωση χριστιανικής υποστήριξης και η μεθοδολογία της αποτελεί αντικείμενο συζήτησης· γι' αυτό επιβάλλεται η συνεξέταση των δεδομένων αυτών με μια ανεξάρτητη πηγή.
Ως τέτοια χρησιμεύει η αναλυτική δεξαμενή International Crisis Group, η οποία στην ανάλυσή της Why violence persists in Nigeria και στο σημείωμα ερωτήσεων και απαντήσεων Why is President Trump threatening humanitarian intervention in Nigeria? προσεγγίζει τη βία ως προϊόν πολλαπλών παραγόντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο ανταγωνισμός για τη γη και τους πόρους, η αδυναμία του κράτους να αστυνομεύσει την ύπαιθρο και η δράση τζιχαντιστικών ομάδων· σε προγενέστερη έκθεσή της, μάλιστα, εκτιμούσε ότι η σύγκρουση κτηνοτρόφων και γεωργών ήταν πολλαπλάσια θανατηφόρα από την εξέγερση της Μπόκο Χαράμ.
Οι δύο πηγές, συνδυαζόμενες, δεν αναιρούν η μία την άλλη: η αιματοχυσία είναι υπαρκτή και πλήττει δυσανάλογα τους χριστιανούς, ενώ τα αίτιά της είναι σύνθετα. Ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ αποτύπωσε τον Νοέμβριο του 2025 ακριβώς αυτή τη διάκριση, επισημαίνοντας ότι στη Νιγηρία έχουν σφαγιαστεί χριστιανοί.
Την ίδια περίοδο, ο Τραμπ, απευθυνόμενος από το βήμα προεκλογικής συγκέντρωσης στην Αϊόβα στοχευμένα στη βάση των υπερσυντηρητικών ευαγγελικών ψηφοφόρων προς άγραν πολιτικών εντυπώσεων, μίλησε για «υπαρξιακή απειλή» κατά των χριστιανών της χώρας και προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα επέμβουν με στρατιωτική ισχύ. Προς αποφυγήν παρερμηνείας, οφείλει να σημειωθεί ότι η απειλή δεν έμεινε εντελώς κενή: την ημέρα των Χριστουγέννων του 2025 αμερικανικά πλήγματα έπληξαν στρατόπεδα του ISIS στην πολιτεία Σοκότο, κατόπιν αιτήματος και σε συντονισμό με τις νιγηριανές αρχές. Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι, παρόλο που ο Τραμπ την παρουσίασε ως απάντηση στη σφαγή χριστιανών, η επιχείρηση της Σοκότο, όπως δήλωσαν ρητά ο διοικητής της Στρατιωτικής Διοίκησης των ΗΠΑ για την Αφρική (AFRICOM), Στρατηγός Μάικλ Λάνγκλεϊ, και οι εκπρόσωποι του Πενταγώνου, διενεργήθηκε αποκλειστικά κατά του ISIS, στο πλαίσιο των ευρύτερων επιχειρήσεων κατά του Ισλαμικού Κράτους, και όχι ως αποστολή με κύριο γνώμονα την προστασία συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας.
Μια εφάπαξ επιχείρηση κατά τζιχαντιστικών στόχων, με την άδεια της Αμπούτζα, σε χώρα που εξαρτάται από την αμερικανική βοήθεια, δεν αγγίζει το δομικό πρόβλημα της Μεσαίας Ζώνης, και η επιλογή της ημερομηνίας αποκαλύπτει ότι το γεγονός συνιστούσε και σκηνογραφία του πολιτικού μηνύματος, προορισμένη για το εσωτερικό ακροατήριο. Η υπόθεση της Νιγηρίας υπήρξε άλλωστε επί μακρόν προνομιακό αντικείμενο ενδιαφέροντος του αμερικανικού συντηρητισμού, με πρωτεργάτες συγκεκριμένα μέλη της Γερουσίας, όπως ο Τεντ Κρουζ· ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να ισχυριστεί με ασφάλεια ότι η εξωτερική πολιτική, εν προκειμένῳ, ακολούθησε πιστά τις επιταγές της εσωτερικής πίεσης.
Η Ζώνη του Σαχέλ προσφέρει την πιο διδακτική αντίθεση. Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τον Νίγηρα το 2024 δεν υπήρξε επιλογή της κυβέρνησης Τραμπ, και το κενό καλύφθηκε από τη Wagner, η οποία μετονομάστηκε σε Africa Corps υπό την εποπτεία του ρωσικού υπουργείου Άμυνας. Η Μόσχα αυτοπροβάλλεται ως προστάτιδα της ορθόδοξης πίστης, ωστόσο το Africa Corps εμφανίζεται σε εκθέσεις για παραβιάσεις σε βάρος αμάχων, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες του Africa Intelligence, οι Ρώσοι μισθοφόροι εμπλέκονται στα δίκτυα διακίνησης μεταναστών και στην προστασία δικτύων λαθρεμπορίου, με κέρδη που συντηρούν τη δική τους παρουσία. Τίθεται, εύλογα, το ερώτημα ποια υπήρξε στο μεταξύ η στάση της Ουάσιγκτον, η οποία αυτοπροβάλλεται ως φρούριο του χριστιανισμού, και ποια η ανοχή της έναντι των κερδών αυτών: σύμφωνα με δημοσίευμα του Σεπτεμβρίου 2026, η χαλάρωση κυρώσεων έναντι στελεχών της χούντας του Μάλι δεν συνοδεύτηκε από όρο αποχώρησης των Ρώσων. Η στροφή της αμερικανικής πολιτικής στην Αφρική από τον ανθρωπισμό στην εμπορική διπλωματία δεν αφήνει περιθώρια για χριστιανική στρατηγική.
Αν όμως η Αφρική αποκαλύπτει τα όρια της εμπορικής διπλωματίας, η Μέση Ανατολή και η Ασία καταδεικνύουν την πλήρη υποταγή του θρησκευτικού κριτηρίου στις στρατηγικές αναγκαιότητες, με τη Συρία να αποτελεί ίσως το πιο εύγλωττο παράδειγμα. Τον Ιούνιο του 2025 η επίθεση σε εκκλησία της Δαμασκού στοίχισε τη ζωή σε 22 χριστιανούς, και η Open Doors ανέβασε τη Συρία κατά δώδεκα θέσεις στη λίστα της, στην έκτη. Ουσιώδες είναι ότι η βία κατά των χριστιανών και των άλλων μειονοτήτων δεν σταμάτησε ούτε μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ ούτε μετά την αμερικανική στροφή προς τη νέα εξουσία. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τραμπ αποδέχθηκε τον Αχμάντ αλ Σαράα ως εταίρο, τον υποδέχθηκε στον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο του 2025 και, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, το Κογκρέσο κατήργησε τον νόμο Caesar, δηλαδή τον ισχυρότερο μοχλό πίεσης που διέθετε η Ουάσιγκτον έναντι της Δαμασκού, κατά δημοσιεύματα χωρίς ρήτρα επαναφοράς των κυρώσεων. Η επιλογή μπορεί να υποστηριχθεί ως ρεαλιστική· δεν μπορεί, όμως, να παρουσιαστεί ως επιλογή υπέρ των χριστιανών, αφού η προστασία των μειονοτήτων δεν αποτέλεσε όρο, και τα θύματα συνέχισαν να θρηνούνται.
Στην Κίνα, η προσπάθεια «σινικοποίησης» της θρησκείας που καταγράφει η USCIRF δεν επιδέχεται στρατιωτική απάντηση, και κανείς δεν αξιώνει από τις ΗΠΑ πόλεμο με πυρηνική υπερδύναμη· εντούτοις, βάσει των διαθέσιμων ενδείξεων, το ζήτημα δεν συνδέθηκε ούτε καν με τον εμπορικό διάλογο. Στην Ινδία, όπου η Open Doors καταγράφει σημαντικό αριθμό περιστατικών κράτησης χριστιανών, η ρητορική της προστασίας δεν μετουσιώθηκε σε άσκηση πίεσης έναντι ενός εταίρου με στρατηγική βαρύτητα στον ανταγωνισμό με το Πεκίνο.
Το μοτίβο είναι συνεπές: η προστασία των ομοθρήσκων επιλέγεται εκεί όπου το κόστος είναι χαμηλό και ο αποδέκτης αδύναμος, και παραλείπεται εκεί όπου θα ήταν δαπανηρή ή θα διατάρασσε ένα συμφέρον. Οι πράξεις της κυβέρνησης Τραμπ, τόσο στο πεδίο όσο και έναντι των συμμάχων της, και η γενικότερη στάση της δείχνουν ότι η αναξιοπιστία της ρητορικής αυτής δεν είναι τυχαία: η Ουάσιγκτον έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να θυσιάσει αξίες για στενά οικονομικά και στενά γεωπολιτικά συμφέροντα και, κατά τους επικριτές της, ενίοτε και για προσωπικά. Τα δεδομένα συνηγορούν, ως εκ τούτου, στην άποψη ότι η πολυδιαφημισμένη πολιτική του χριστιανικού φρουρίου δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα επικοινωνιακό τέχνασμα προς εσωτερική κατανάλωση, σχεδιασμένο να υπηρετήσει ψηφοθηρικούς λόγους και να συγκαλύψει τη συναλλακτική εξωτερική της πολιτική. Οι πρωτεργάτες του τεχνάσματος προβάλλονται υποκριτικά ως νέοι Ηρακλείς και ιππότες του χριστιανισμού, προκειμένου να υφαρπάξουν την ψήφο των ευκολόπιστων και ακραιφνών συντηρητικών πιστών, υποσχόμενοι τους πολιτικές και επεμβατικές προστασίες τις οποίες ουδέποτε τίμησαν ή θα τιμήσουν· αντιθέτως, αθέτησαν και θα αθετήσουν με την πρώτη ευκαιρία, θυσιάζοντάς τες στον βωμό των στενών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων που εξυπηρετεί η συναλλακτική τους πολιτική.
IV. Οι εκκλησιαστικές ηγεσίες: διαμαρτυρία, διαβήματα, δράση
Απέναντι σε αυτή τη συναλλακτική διαχείριση, αναδεικνύεται μια παράδοξη όσο και υποκριτική στάση από την πλευρά συγκεκριμένων εγχώριων και διεθνών δημοσιολογούντων. Οι ίδιοι κύκλοι που στηρίζουν με θέρμη την επικοινωνιακή ρητορική της Ουάσιγκτον περί προστασίας των πιστών, σπεύδουν συχνά να κατηγορήσουν τις παραδοσιακές θρησκευτικές ηγεσίες για υποτιθέμενη αδράνεια ή σιωπή απέναντι στους σύγχρονους διωγμούς. Ωστόσο, η κατηγορία ότι ο Πάπας και τα Πατριαρχεία σιωπούν διαψεύδεται κατηγορηματικά από τα ίδια τα αρχεία της σύγχρονης ιστορίας.
Ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος είχε καταγγείλει, σε λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής, τη «συνένοχη σιωπή» της διεθνούς κοινότητας απέναντι στους χριστιανούς που θανατώνονται για την πίστη τους· είχε καταδικάσει τη δολοφονία του πατέρα Ζακ Αμέλ το 2016 και τις επιθέσεις στο Παρίσι, στη Νίκαια και στη Βιέννη, χαρακτηρίζοντας βλασφημία την επίκληση του ονόματος του Θεού για τη δικαιολόγηση της βίας. Ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ έπραξε το ίδιο στις 25 Οκτωβρίου 2026, όταν, μετά την κυριακάτικη προσευχή του Angelus, προσευχήθηκε για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης κατά πιστών στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου στο Χαμούντ της Ιορδανίας, δύο ημέρες μετά τη σφαγή που στοίχισε τη ζωή σε εννέα ανθρώπους.
Η δράση της Αγιότητάς του δεν εξαντλείται στις δηλώσεις· το Βατικανό διαθέτει δίκτυο αποστολικών νουντσιατούρων, μέσω των οποίων υποβάλλονται διαβήματα και εκφράζεται θεσμική αλληλεγγύη προς τις τοπικές Εκκλησίες. Αντίστοιχα, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, στη δικαιοδοσία του οποίου ανήκει ο ναός του Χαμούντ, δήλωσε ότι η επίθεση δεν θα κλονίσει τη χριστιανική παρουσία ούτε τον δεσμό των χριστιανών με την πατρίδα τους, και ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων είναι ο πλησιέστερος στο πλήγμα ποιμένας. Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει επανειλημμένα καταδικάσει την τρομοκρατία, και οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Αντιοχείας και Αλεξανδρείας ζουν και μαρτυρούν στο έδαφος που πλήττεται.
Το κεντρικό ερώτημα που απομένει, αλλά και η βασικότερη κατηγορία που προσάπτεται από τους αναλυτές και τους πολιτικούς αυτούς προς τις θρησκευτικές ηγεσίες –και κατεξοχήν προς τον Πάπα–, είναι η άρνησή τους να στραφούν γενικευμένα εναντίον του Ισλάμ. Σύμφωνα με το σκεπτικό των επικριτών, οι ηγέτες του χριστιανικού κόσμου επιδεικνύουν αδικαιολόγητη ανοχή απέναντι σε μια θρησκεία η οποία, όπως διατείνονται, επιτάσσει δομικά τον πόλεμο και τη βία. Η υπεύθυνη απάντηση των θεσμικών εκπροσώπων της Εκκλησίας απέναντι σε αυτή την ισοπεδωτική προσέγγιση εκδιπλώνεται σε τέσσερις σαφείς πτυχές.
Εν πρώτοις, η θεσμική παράδοση: ο διαθρησκειακός διάλογος είναι δέσμευση της Καθολικής Εκκλησίας από τη δήλωση Nostra Aetate της Β΄ Βατικανής Συνόδου, και ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος την επιβεβαίωσε με το Έγγραφο για την Ανθρώπινη Αδελφοσύνη που υπέγραψε το 2019 με τον Μεγάλο Ιμάμη του Αλ Αζχάρ. Έπειτα, η Αυτού Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης ασκεί εδώ και δεκαετίες διαθρησκειακή διπλωματία και έχει δηλώσει, στο πλαίσιο διαθρησκειακών συναντήσεων, ότι η τρομοκρατία είναι ξένη προς κάθε θρησκεία.
Κυριότερο, ωστόσο, είναι ότι πολλοί χριστιανοί ζουν ως θύλακες μέσα σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς: στην Κωνσταντινούπολη, όπου εδρεύει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στη Δαμασκό, έδρα του Πατριαρχείου Αντιοχείας, στην Αλεξάνδρεια, στα Ιεροσόλυμα και στην Ιορδανία. Κάθε επιθετική δήλωση ενός δυτικού ηγέτη κατά του Ισλάμ εκθέτει αυτούς τους θύλακες στην οργή των τοπικών πληθυσμών, και ο ποιμένας δεν δύναται να διακινδυνεύσει τους δεσμούς που τον συνδέουν με το ποίμνιό του, διότι επί των δεσμών αυτών στηρίζεται η ίδια η ασφάλεια εκείνων που προστατεύει. Η ιστορία το έχει δείξει: η ομιλία του Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ στη Ρατισβόνα το 2006 προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις, με επιθέσεις κατά εκκλησιών στη Μέση Ανατολή.
Τέλος, η ίδια η σφαγή του Χαμούντ διαψεύδει εν πολλοίς το πλαίσιο της «σύγκρουσης των πολιτισμών» από τη στιγμή που την επίθεση καταδίκασαν ο βασιλιάς Αμπντάλα Β΄, το Κατάρ και η Αλγερία, καθώς και πλήθος άλλων μουσουλμανικών κυβερνήσεων και οργανισμών (Ομάν, Μπαχρέιν, Σομαλία, Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, Παλαιστινιακή Προεδρία), παράλληλα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι ιορδανικές αρχές συνέλαβαν τρεις υπόπτους. Μια ρητορική της σύγκρουσης εκ μέρους των εκκλησιαστικών ηγεσιών θα αποξένωνε πλήρως αυτούς τους αναγκαίους συμμάχους, ακυρώνοντας τα μόνα υπαρκτά αναχώματα προστασίας για τους χριστιανούς πληθυσμούς που ζουν στην επικράτεια μουσουλμανικών κρατών.
V. Το Βατικανό χωρίς λεγεώνες
Πέραν των ανωτέρω στρατηγικών αναγκαιοτήτων, οι επικριτές των θρησκευτικών ηγεσιών παραβλέπουν ένα ακόμη στοιχειώδες στοιχείο: τη ρεαλιστική φύση της σύγχρονης παπικής ισχύος. Το σύγχρονο Βατικανό στερείται των λεγεώνων του παρελθόντος. Διαθέτει, βεβαίως, σημαντική διπλωματική επιρροή, αλλά ουδόλως κατέχει τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική ισχύ ή την ικανότητα προβολής ισχύος που διέθετε κατά τον Μεσαίωνα, εποχή κατά την οποία η παπική αυθεντία υπερείχε της βασιλικής ή της κρατικής εξουσίας.
Το 1095, στο Κλερμόν, ο Ουρβανός Β΄ μπόρεσε με έναν λόγο να κινητοποιήσει τη Δυτική Χριστιανοσύνη στην Α΄ Σταυροφορία. Το 1493, με παπική βούλλα, ο Αλέξανδρος ΣΤ΄ διαίρεσε τον Νέο Κόσμο ανάμεσα σε Ισπανία και Πορτογαλία, και οι δύο μεγάλες δυνάμεις της εποχής υπάκουσαν. Μετά την Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648, ο Ιννοκέντιος Ι΄ κήρυξε με βούλλα άκυρη τη συνθήκη, χωρίς ωστόσο η παρέμβασή του να βρει την παραμικρή ανταπόκριση, γεγονός που επισφράγισε ιστορικά ότι η παπική εξουσία έπαψε πλέον να ίσταται υπεράνω των κρατικών αρχών.
Η φωνή που κινητοποιούσε στρατούς στο Κλερμόν δεν κινητοποιεί σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση, παρά διπλωμάτες. Από τότε, η παπική εξουσία περιορίστηκε σταδιακά, ώσπου το σύγχρονο Βατικανό, με έκταση μικρότερη του μισού τετραγωνικού χιλιομέτρου και μόνη ένοπλη δύναμη την Ελβετική Φρουρά, περιορίστηκε σε φορέα αποκλειστικά διπλωματικής και ηθικής επιρροής. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν ο Ποντίφικας καλούσε τον χριστιανικό κόσμο σε «σταυροφορία» κατά του Ισλάμ, είναι πλέον βέβαιο ότι κανείς ηγέτης της Δύσης –και εδώ η αναφορά δεν αφορά μόνον τις ΗΠΑ, αλλά εκτείνεται τόσο στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στη Λατινική Αμερική– δεν θα τον ακολουθούσε ούτε θα διέθετε στρατό. Είναι σαφές και λογικό αυτό, διότι τα εθνικά, γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των επιμέρους κρατών ή συνασπισμών υπερτερούν στις περισσότερες των περιπτώσεων.
Λαμβανομένου υπόψη ότι στη σύγχρονη εποχή το Βατικανό δεν διαθέτει στρατιωτική ισχύ παρά μόνον διπλωματική, οφείλει να μετέρχεται την τελευταία με σύνεση, προκειμένου όχι μόνο να προστατεύει το ποίμνιό του αλλά και να διατηρεί τη δυνατότητα να την αξιοποιεί για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας. Μια διπλωματία που θα κατέληγε σε ρήξη με κάθε μουσουλμανική κυβέρνηση θα έκλεινε νομοτελειακά τις πόρτες των τοπικών Εκκλησιών, των νοσοκομείων και των αποστολών αρωγής.
Κανένα σύγχρονο κράτος και ουδείς ηγέτης δεν είναι πραγματικά διατεθειμένος να θυσιάσει τα οικονομικά ή γεωπολιτικά του συμφέροντα για να προστατεύσει τους διωκόμενους πιστούς, ακόμη και αν το ζητήσει ο ίδιος ο Ποντίφικας. Υπό αυτό το πρίσμα, η συστηματική στοχοποίηση του Πάπα και η αξίωση να πράξει όσα αντικειμενικά αδυνατεί λόγω έλλειψης ισχύος –σε συνδυασμό με τη στείρα άρνηση αναγνώρισης του πραγματικού του έργου– συγκροτούν μια κατηγορία που στηρίζεται ξεκάθαρα σε έναν βαθύ αναχρονισμό.
Οι εν λόγω κατηγορίες στρέφονται, εξάλλου, πρωτίστως κατά του Πάπα και όχι προς τα παραδοσιακά Πατριαρχεία, παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία των επικριτών παραμένει ενιαία. Η εξήγηση του φαινομένου εντοπίζεται στην ασυμμετρία της επικοινωνιακής προβολής: ο Πάπας λογίζεται ως ο μοναδικός παγκόσμιος εκπρόσωπος του χριστιανισμού στα όμματα της δυτικής δημόσιας σφαίρας, με ένα ποίμνιο που υπερβαίνει το 1,3 δισεκατομμύριο πιστούς, με αποτέλεσμα κάθε του δημόσια αναφορά να τίθεται υπό σχολαστική εξέταση.
Αντίθετα, τα ανατολικά Πατριαρχεία, όντας αποκεντρωμένα και λιγότερο ορατά στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, δεν υφίστανται την ίδια πίεση. Όταν δε επικρίνονται, αυτό συμβαίνει συνήθως από την αντίθετη πλευρά, δηλαδή από εγχώριους ορθόδοξους κύκλους που τα κατηγορούν για συγκρητισμό. Ο βαθύτερος μηχανισμός, ωστόσο, παραμένει ο ίδιος: ένας έλεγχος ιδεολογικής καθαρότητας που επιστρατεύεται προς πάσα κατεύθυνση. Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο αυτής της δυναμικής είναι ότι η κριτική στρέφεται τελικά κατά της ορατότητας και της δημόσιας εμβέλειας των ηγετών, και όχι κατά του πραγματικού περιεχομένου των θέσεων τους.
VI. Αντιρρήσεις
Η ακριβοδίκαιη εξέταση του ζητήματος επιβάλλει, εντούτοις, να ακουστούν και οι αντίθετες θέσεις. Οι επικριτές του Πάπα διατείνονται πως η άρνηση να κατονομαστεί ο ισλαμισμός ως η ιδεολογική ρίζα συγκεκριμένων ομάδων υποτιμά την αμιγώς θρησκευτική κινητοποίηση οργανώσεων όπως το ISWAP. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η εμμονή στον διαθρησκειακό διάλογο ενδέχεται να διολισθήσει σε μια προβληματική διπλωματική ανοχή, με αποτέλεσμα ορισμένες χριστιανικές κοινότητες, στη Νιγηρία και στο Πακιστάν, να αισθάνονται σήμερα εγκαταλελειμμένες. Από την πλευρά τους, οι υποστηρικτές της κυβέρνησης Τραμπ αντιτείνουν ότι η Ουάσιγκτον έδρασε αποφασιστικά στη Νιγηρία, υποστηρίζοντας πως ο ρεαλισμός δεν συνιστά υποκρισία και ότι η αμερικανική δημόσια πίεση προς την Αμπούτζα υπήρξε πρωτοφανής.
Η προσφορότερη απάντηση σε αυτές τις ενστάσεις ανευρίσκεται σε μια θεμελιώδη διάκριση, την οποία η ίδια η Ρώμη δεν παύει να υπογραμμίζει: άλλο η ρητή καταδίκη μιας τζιχαντιστικής ιδεολογίας –την οποία τόσο ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος όσο και ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ στηλιτεύουν χωρίς περιστροφές– και άλλο η καθολική ενοχοποίηση μιας ολόκληρης θρησκείας, την οποία ορθώς αρνούνται να διατυπώσουν.
Η διαφωνία, συνεπώς, αφορά την πραγματολογική ταξινόμηση και όχι την ηθική στάση των ηγετών. Το ερώτημα, εξάλλου, αν η εκάστοτε αμερικανική κυβέρνηση αποτελεί τον καταλληλότερο και πλέον αξιόπιστο προστάτη και θεματοφύλακα των χριστιανών της υφηλίου είναι ριζικά διαφορετικό από το ζήτημα της ειλικρίνειας των προθέσεών της· άπτεται άμεσα του ιστορικού της πραγματικής της δράσης στο πεδίο. Το δε ιστορικό αυτό, όπως αναλύθηκε, αδυνατεί να στηρίξει με συνέπεια τη μεγαλόστομη αυτή ρητορική των ΗΠΑ και των δημοσιολογούντων υποστηρικτών της πολιτικής Τραμπ.
Δεν προκύπτουν, εξάλλου, ενδείξεις ότι άλλοι ηγέτες της Δύσης ή χριστιανικών κρατών είναι διατεθειμένοι να προστατεύσουν τους χριστιανούς στο όνομα του χριστιανισμού· το πολύ να το πράξουν στο όνομα των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, παρόλο που κανείς δυτικός ηγέτης δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει ενεργό ρόλο ως προστάτης των χριστιανών της υφηλίου, ουδείς συνάμα επιδεικνύει την έπαρση, για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς, να διατείνεται ότι θα επωμιστεί έναν τέτοιο παγκόσμιο ρόλο, πέραν του Ντόναλντ Τραμπ. Ο τελευταίος, διά των στενών του συνεργατών, απευθύνεται στο διεθνές κοινό μιλώντας για ένα «φρούριο» που θα προστατεύσει τον πολιτισμό και τους χριστιανούς από το Ισλάμ.
Ένα φρούριο χρειάζεται τείχη, φρουρούς και προϋπολογισμό. Αυτό ωστόσο το φρούριο που περιγράψαμε διαθέτει λόγιους και εύγλωττους ρήτορες, καθώς και μεγαλόστομες ανακοινώσεις στον κατάλληλο χρόνο, οι οποίες όμως στερούνται αντικρίσματος μόλις γίνει αντιληπτό ότι η προστασία κοστίζει οικονομικά και γεωπολιτικά, επιβάλλοντας τη θυσία συμφερόντων. Θέτοντας το ζήτημα επί τον τύπον των ήλων, όταν η άψογα οικοδομημένη επικοινωνιακή εικόνα του προστάτη των χριστιανών και τα τεχνάσματα χάριν της ψηφοθηρίας συναντούν τη σκληρή διπλωματική και γεωπολιτική πραγματικότητα στο πεδίο, η πράξη αναδεικνύεται κυρίαρχη· και εκεί ακριβώς, το αφηγηματικό ένδυμα του "Αυτοκράτορα" Τραμπ καταρρέει, αφήνοντάς τον πλήρως απογυμνωμένο.
Γι’ αυτό, καλό θα ήταν οι διάφοροι δημοσιολογούντες να σιωπήσουν και να αφήσουν εκείνους που πραγματικά ενδιαφέρονται, δηλαδή τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς ηγέτες, να φροντίσουν το ποίμνιό τους: τον Αγιώτατο Πάπα της Ρώμης, τον Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχη και τους Μακαριώτατους Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, οι οποίοι θα βρίσκονται πάντοτε στο πλευρό του ποιμνίου τους και θα το υπηρετούν χωρίς να έχουν ως αλλότριο στόχο να τους υφαρπάξουν με τεχνάσματα τη ψήφο.
Η απειλή των μοναχικών δρώντων
Η επίθεση του συγκυβερνήτη στον κυβερνήτη της πτήσης FDB1073 της Flydubai, από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ, στις 30 Σεπτεμβρίου, χαρακτηρίζεται από τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων τρομοκρατική. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters από πηγή ενημερωμένη για την έρευνα, στόχος ήταν η συντριβή του αεροπλάνου στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν. Αν και ακόμα δεν ξέρουμε αν οι δράστης ενήργησε μόνος, οι αναφορές περί ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης επαναφέρουν τη συζήτηση για την τρομοκρατία των «μοναχικών λύκων». [TBJ]
Έχουν κάποια σχέση οι δύο επιθέσεις με όπλα του 89χρονου στην Αθήνα, η απόπειρα στο πλαίσιο του δείπνου των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου στις ΗΠΑ, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Νίκαια, στο Μαγδεμβούργο και στο Λονδίνο και οι επιθέσεις του Αντρές Μπρέιβικ; Μπορούν όλες να ενταχθούν στο πλαίσιο των λεγόμενων μοναχικών βίαιων δρώντων, που τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί στον τομέα της τρομοκρατίας, αλλά μπορεί να αξιοποιηθεί για τον προσδιορισμό και άλλων μορφών βίας, όπως οι μαζικοί πυροβολισμοί σε δημόσιους χώρος κ.λπ. Βρισκόμαστε άλλωστε στη λεγόμενη μεταϊδεολογική φάση του βίαιου εξτρεμισμού και της τρομοκρατίας: η πυροδότηση, συχνά, έρχεται λόγω παραπόνων και θυμού, παρά λόγω προσήλωσης σε ένα στρεβλό ιδεοληπτικό πλαίσιο της πολιτικής ή της θρησκείας.
Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου σφράγισαν τον 21ο αιώνα καθιστώντας τη διεθνή ισλαμιστική τρομοκρατία την κυρίαρχη μορφή βίας και απειλής για τα κράτη και τις κοινωνίες. Η συνολική μεταμόρφωση της ασφάλειας, επιστημονικά, πολιτικά, επιχειρησιακά, στρατηγικά και τεχνολογικά, βασίστηκε σε αυτή την κυρίαρχη απειλή. Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ειδικότερα, έγινε συνώνυμο της καταπολέμησης της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η ανάλυση, η συλλογή πληροφοριών, οι τεχνολογικές λύσεις, οι πολιτικές πρόληψης είχαν στο επίκεντρό τους την εργαλειοποίηση του Ισλάμ στο πλαίσιο της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης.
Αν ανατρέξουμε στο σχήμα των κυμάτων της τρομοκρατίας που εισήγαγε ο σπουδαίος μελετητής Ντέιβιντ Ράποπορτ (David Rapoport) θα δούμε ότι θεωρεί τη θρησκευτική υποκίνηση την τελευταία από τις τέσσερις φάσεις της διεθνούς τρομοκρατίας[1]. Προφανώς, ο συνδετικός κρίκος είναι η μισαλλόδοξη ερμηνεία και η εργαλειοποίηση της θρησκείας. Στον πυρήνα της προσέγγισης του Ράποπορτ, άλλωστε, βρίσκεται η παραδοχή ότι η τρομοκρατία δεν αποτελεί διαχρονικά ομοιογενές φαινόμενο, αλλά εξελίσσεται ιστορικά μέσα από διακριτές φάσεις, καθεμία από τις οποίες συγκροτείται γύρω από μια κυρίαρχη ιδεολογική «ενέργεια». Η ιδεολογία, επομένως, δεν λειτουργεί ως απλός συνοδευτικός παράγοντας, αλλά ως ο βασικός μηχανισμός που προσδίδει νόημα, κατευθύνει τη δράση και καθορίζει τη διάρκεια κάθε φάσης.
Σύμφωνα με τον Ράποπορτ, κάθε φάση, ή καλύτερα κάθε κύμα διαρκεί περίπου μια γενιά και χαρακτηρίζεται από την ανάδυση, τη διάχυση και την τελική αποδυνάμωση μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής αφήγησης. Το πρώτο, το αναρχικό κύμα (τέλη 19ου αιώνα έως τη δεκαετία 1920), εδράζεται σε αντικρατικές και επαναστατικές αντιλήψεις, με στόχο την απονομιμοποίηση και την καταστροφή της κρατικής εξουσίας. Το δεύτερο, αντιαποικιακό κύμα (δεκαετίες 1920–1960), συγκροτείται γύρω από τον εθνικισμό και την αρχή της αυτοδιάθεσης, επιδιώκοντας την απελευθέρωση από αποικιακές αυτοκρατορίες. Το τρίτο, το νέο αριστερό κύμα (δεκαετίες 1960–1980), αντλεί από μαρξιστικές και αντιιμπεριαλιστικές ιδεολογίες, στοχεύοντας σε ευρύτερους κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς.
Η μετάβαση στο τέταρτο κύμα σηματοδοτεί, κατά τον Ράποπορτ, μια ποιοτική τομή, καθώς η θρησκεία αναδεικνύεται σε κεντρική πηγή νομιμοποίησης της τρομοκρατικής βίας. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα κύματα, όπου η βία θεμελιωνόταν σε πολιτικές ιδεολογίες και σε εγκόσμιους στόχους, το θρησκευτικό κύμα (από το 1979 και εξής) εισάγει μια υπερβατική διάσταση. Η θρησκεία προσφέρει απόλυτες κανονιστικές αναφορές, οι οποίες δεν υπόκεινται σε διαπραγμάτευση ή σε ιστορικό σχετικισμό, επιτρέποντας έτσι τη διατύπωση απεριόριστων και συχνά εσχατολογικών στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η θρησκευτική ιδεολογία επιτελεί τριπλή λειτουργία. Πρώτον, παρέχει μια ισχυρή μορφή νομιμοποίησης της βίας, καθώς αυτή εμφανίζεται ως θεϊκά επιβεβλημένη και όχι απλώς ως πολιτικά χρήσιμη. Δεύτερον, ενισχύει τη δέσμευση των δρώντων, μετατρέποντας τη συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες σε πράξη πίστης. Τρίτον, τείνει να αίρει τους περιορισμούς στη χρήση βίας, δεδομένου ότι οι αντίπαλοι συχνά κατασκευάζονται ως απόλυτοι και υπαρξιακοί εχθροί.
Συνολικά, στη θεωρία του Ράποπορτ, η ιδεολογία –και ιδίως η θρησκευτική στο τέταρτο κύμα– συνιστά τον καθοριστικό παράγοντα που διαμορφώνει τόσο τη φύση όσο και τη δυναμική της τρομοκρατίας. Η έμφαση αυτή αναδεικνύει την τρομοκρατία ως φαινόμενο βαθιά ενταγμένο σε ευρύτερα συστήματα ιδεών και αξιών, τα οποία καθορίζουν όχι μόνο τα μέσα αλλά και τα νοήματα της πολιτικής βίας.
Ο θυμός ξεπερνά τις ιδεολογίες
Αυτή ήταν και η κυρίαρχη προσέγγιση, επιστημονικά και κυρίως πολιτικά και στρατηγικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κρίση όμως της πανδημίας άλλαξε ριζικά την προσέγγιση στο σχήμα των ιδεολογιών. Σήμερα, είναι εντονότερη από ποτέ η σχετικοποίηση των ιδεολογιών και η ανάδυση μιας περισσότερο αντισυστημικής, μεταϊδεολογικής βίας και τρομοκρατίας, που πυροδοτείται από την αντίδραση και το θυμό και ως κυρίαρχη απειλή της έχει τους λεγόμενους μοναχικούς δρώντες (Lone Actors).
Μια κρίσιμη εξέλιξη στο σύγχρονο τοπίο της πολιτικής βίας αφορά την ενίσχυση μορφών «υβριδικού εξτρεμισμού», όπου άτομα συνδυάζουν ετερόκλητα στοιχεία από διαφορετικά ιδεολογικά συστήματα, θεωρίες συνωμοσίας και προσωπικά βιώματα αδικίας. Η ιδεολογική αυτή ρευστότητα υπονομεύει τις παραδοσιακές τυπολογίες ανάλυσης, οι οποίες βασίζονται σε σχετικά σταθερές κατηγορίες, όπως ο τζιχαντισμός ή ο ακροδεξιός εξτρεμισμός. Ως εκ τούτου, τα υφιστάμενα εργαλεία εκτίμησης κινδύνου καθίστανται ολοένα και λιγότερο επαρκή, καθώς αδυνατούν να συλλάβουν μορφές βίας που δεν εντάσσονται σε συνεκτικά ιδεολογικά πλαίσια.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ανάδυση της λεγόμενης «μηδενιστικής βίας». Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μορφές εξτρεμισμού, οι οποίες θεμελιώνονται σε συνεκτικές ιδεολογίες και κανονιστικά συστήματα, η μηδενιστική βία χαρακτηρίζεται από την απόρριψη νοήματος, αυθεντίας και κοινωνικών κανόνων. Η βία, σε αυτή την περίπτωση, δεν λειτουργεί ως μέσο για την επίτευξη πολιτικών ή θρησκευτικών στόχων, αλλά ως αυτοσκοπός, συχνά συνδεδεμένος με την επιδίωξη χάους, αναγνωρισιμότητας ή προσωπικής ικανοποίησης. Η δυναμική αυτή ενισχύεται από διαδικτυακές κοινότητες που ευνοούν την κανονικοποίηση της ακραίας βίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την επιβράβευσή της μέσω συμβολικού κεφαλαίου (π.χ. προβολή, κύρος εντός της κοινότητας).
Τα εν λόγω ψηφιακά περιβάλλοντα προσελκύουν συχνά νεαρά και ψυχολογικά ευάλωτα άτομα, εντός των οποίων συγχωνεύονται στοιχεία εξτρεμιστικής ρητορικής, εγκληματικής πρακτικής και αντικοινωνικής ταυτότητας. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ιδιαίτερα ασταθών και απρόβλεπτων μορφών βίας. Η απουσία σαφών ιδεολογικών δεικτών καθιστά τον εντοπισμό τέτοιων περιπτώσεων εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένου ότι τα παραδοσιακά προγνωστικά εργαλεία βασίζονται σε αναγνωρίσιμα ιδεολογικά μοτίβα και οργανωτικές διασυνδέσεις.
Παράλληλα, η άνοδος της «υπερ-εξατομικευμένης ριζοσπαστικοποίησης» συνιστά μία ακόμη κομβική τάση. Οι εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη και την ανάλυση δεδομένων επιτρέπουν πλέον σε εξτρεμιστικούς δρώντες να προσαρμόζουν τη ρητορική και την προπαγάνδα τους σε ατομικά ψυχολογικά προφίλ, σε πολιτισμικά συμφραζόμενα και σε γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Η μετάβαση από τη μαζική διάδοση μηνυμάτων σε στοχευμένες, μικρο-εξατομικευμένες στρατηγικές επιρροής αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της στρατολόγησης. Ιδίως άτομα που δεν αυτοπροσδιορίζονται αρχικά μέσω συγκεκριμένης ιδεολογίας ενδέχεται να καταστούν δεκτικά σε αφηγήματα που εστιάζουν σε προσωπικά παράπονα, αισθήματα αδικίας ή υπαρξιακής ματαίωσης.
Συνολικά, οι παραπάνω τάσεις υποδηλώνουν μια μετάβαση από ιδεολογικά συνεκτικές μορφές εξτρεμισμού σε περισσότερο ρευστές, εξατομικευμένες και συχνά αποϊδεολογικοποιημένες εκφάνσεις βίας. Η εξέλιξη αυτή θέτει σημαντικές προκλήσεις τόσο για τη θεωρητική κατανόηση του φαινομένου όσο και για την ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισης.
Η απειλή των μοναχικών δρώντων
Η έννοια των «μοναχικών δρώντων» (lone actors) κατέχει κεντρική θέση στις σύγχρονες αναλύσεις της τρομοκρατίας και της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης, ιδίως στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών πρόληψης[2]. Οι επιθέσεις από άτομα που φαίνεται να δρουν μόνα τους αποτελούν διαχρονικό αλλά και αυξανόμενο φαινόμενο, το οποίο αναμένεται να παραμείνει κυρίαρχη μορφή τρομοκρατικής απειλής στην Ευρώπη. Παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει άτομα που διαπράττουν σοβαρές πράξεις βίας χωρίς άμεση επιχειρησιακή καθοδήγηση ή συμμετοχή σε οργανωμένες ομάδες. Ωστόσο, ο όρος εφαρμόζεται πλέον σε ένα ευρύ και ετερογενές σύνολο δραστών. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ιδεολογικά υποκινούμενοι εξτρεμιστές, δράστες μαζικών επιθέσεων που κινούνται από προσωπικά παράπονα, άτομα που δρουν με τη διευκόλυνση του διαδικτύου, καθώς και άτομα ενταγμένα σε διάχυτες ή «χωρίς ηγεσία» διαδικτυακές υποκουλτούρες. Ως αποτέλεσμα, τα αναλυτικά όρια μεταξύ τρομοκρατίας μοναχικών δρώντων, μαζικών πυροβολισμών, διαδικτυακών διαδρομών ριζοσπαστικοποίησης και αναδυόμενων υβριδικών φαινομένων καθίστανται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα.
Παρά τον όρο «μοναχικός», οι εν λόγω δράστες σπανίως είναι πλήρως απομονωμένοι. Συχνά δρουν χωρίς άμεση οργανωτική ένταξη, αλλά ευθυγραμμίζονται ιδεολογικά ή επιχειρησιακά με ευρύτερα δίκτυα ή αφηγήσεις. Επιπλέον, η διαδικτυακή διάσταση αποδεικνύεται κρίσιμη, καθώς οι lone actors διατηρούν χαλαρές ή έμμεσες συνδέσεις με κοινότητες, μικρές ομάδες ή ψηφιακά οικοσυστήματα ριζοσπαστικοποίησης.
Από επιχειρησιακής άποψης, οι μοναχικοί δρώντες χαρακτηρίζονται από:
• υψηλό βαθμό αυτονομίας στο σχεδιασμό και την εκτέλεση επιθέσεων,
• περιορισμένη αλλά στοχευμένη χρήση πόρων,
• δυσκολία εντοπισμού λόγω απουσίας οργανωτικών δεσμών.
Η ασάφεια αυτή καθιστά το φαινόμενο ιδιαίτερα ανθεκτικό στα παραδοσιακά εργαλεία επιτήρησης και πρόληψης.
Η ριζοσπαστικοποίηση των μοναχικών δρώντων εμφανίζεται συχνά ως εξατομικευμένη και μη γραμμική διαδικασία. Το διαδίκτυο λειτουργεί ως βασικός καταλύτης, προσφέροντας:
• πρόσβαση σε προπαγανδιστικό και βίαιο περιεχόμενο,
• δυνατότητα κατανάλωσης «οριακού» (borderline) υλικού που δεν είναι απαραίτητα παράνομο αλλά ενισχύει ριζοσπαστικές στάσεις,
• περιβάλλοντα κοινωνικοποίησης χωρίς φυσική επαφή.
Η αυξανόμενη σημασία του ψηφιακού χώρου επιτρέπει επίσης σε τρομοκρατικές οργανώσεις να στοχεύουν ευάλωτα άτομα και να ενθαρρύνουν επιθέσεις χωρίς άμεση καθοδήγηση, ενισχύοντας το φαινόμενο της «αυτο-ριζοσπαστικοποίησης». Οι διαδικτυακές πλατφόρμες διευκολύνουν πλέον την ιδεολογική έκθεση, την κοινωνική ενίσχυση, την εκμάθηση τακτικών και τη διαμόρφωση ταυτότητας, χωρίς να απαιτείται τυπική οργανωτική ένταξη. Αναδυόμενα φαινόμενα, όπως δίκτυα τύπου Com/764, μηδενιστικά διαδικτυακά περιβάλλοντα και ιδιαίτερα εξατομικευμένες μορφές βίας που βασίζονται σε προσωπικά παράπονα, αμφισβητούν περαιτέρω τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις που βασίζονται στη συμμετοχή σε ομάδες, σε δομές διοίκησης και ελέγχου ή σε συνεκτική ιδεολογική ταύτιση.
Ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα αφορά τη σχέση μεταξύ μοναχικών δρώντων και ψυχικής υγείας. Η ευρωπαϊκή βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι, αν και δεν υπάρχει απλή αιτιώδης σύνδεση, οι ψυχικές διαταραχές και οι ψυχοκοινωνικές ευαλωτότητες αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου που πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της ριζοσπαστικοποίησης[3].
Οι σχετικές αναλύσεις αναδεικνύουν ότι:
• οι μοναχικοί δρώντες συχνά εμφανίζουν αισθήματα απομόνωσης, ματαίωσης ή αποκλεισμού,
• η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός νοηματοδότησης προσωπικών κρίσεων,
• οι ψυχολογικές δυσκολίες δεν οδηγούν αυτομάτως σε βία, αλλά σε συνδυασμό με ιδεολογικές ή διαδικτυακές επιρροές μπορούν να αυξήσουν την επικινδυνότητα.
Είναι κρίσιμο να αποφεύγονται απλουστευτικές συνδέσεις που στιγματίζουν τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, καθώς η πλειονότητα δεν εμπλέκεται σε βίαιες πράξεις.
Η ιδιαιτερότητα των lone actors δημιουργεί σημαντικά προβλήματα για τις πολιτικές πρόληψης. Η απουσία σαφών οργανωτικών δομών και η συχνά υβριδική ή ασαφής ιδεολογική τους ταυτότητα δυσχεραίνουν την έγκαιρη αναγνώριση. Παράλληλα, η χρήση διαδικτυακών πλατφορμών και η κατανάλωση μη παράνομου αλλά επιβλαβούς περιεχομένου καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ νόμιμης έκφρασης και επικίνδυνης ριζοσπαστικοποίησης.
Για το λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή προσέγγιση δίνει έμφαση:
• στη διατομεακή συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών ασφάλειας και επαγγελματιών ψυχικής υγείας,
• στην ανάπτυξη εργαλείων έγκαιρης ανίχνευσης προσαρμοσμένων σε εξατομικευμένες διαδρομές ριζοσπαστικοποίησης,
• στη στοχευμένη πρόληψη για ευάλωτες ομάδες, ιδίως νέους.
Ο δύσκολος εντοπισμός τους
Οι μοναχικοί δρώντες συνιστούν μια εξελισσόμενη και ιδιαίτερα σύνθετη μορφή απειλής η οποία αμφισβητεί τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις της τρομοκρατίας. Η κατανόηση του φαινομένου απαιτεί μια πολυπαραγοντική προσέγγιση που συνδυάζει ιδεολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Στο πλαίσιο αυτό, η ψυχική υγεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μονοδιάστατη αιτία, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος ευαλωτοτήτων που, σε συνδυασμό με ψηφιακές και ιδεολογικές επιρροές, μπορεί να συμβάλει στη μετάβαση προς τη βίαιη δράση.
Η απουσία ενός κοινά αποδεκτού και επιχειρησιακά αξιοποιήσιμου ορισμού του «μοναχικού δρώντος» δημιουργεί διαρκείς προκλήσεις για τους επαγγελματίες στους τομείς της επιβολής του νόμου, των υπηρεσιών πληροφοριών, της ψυχικής υγείας, των κοινωνικών υπηρεσιών και της ασφάλειας στο διαδίκτυο. Οι ασυνεπείς ταξινομήσεις υπονομεύουν τις προσπάθειες έγκαιρης προειδοποίησης, περιπλέκουν την ανταλλαγή πληροφοριών και περιορίζουν τη συγκρισιμότητα των δεδομένων περιστατικών μεταξύ διαφορετικών χωρών και επιστημονικών πεδίων. Επιπλέον, επηρεάζουν το σχεδιασμό και την αξιολόγηση πλαισίων πρόληψης, απεμπλοκής και παρέμβασης, ιδίως όταν οι δείκτες κινδύνου διαφοροποιούνται μεταξύ ιδεολογικά καθοδηγούμενων δραστών, διαδικτυακά δικτυωμένων ατόμων και εκείνων που δρουν κυρίως βάσει προσωπικών παραπόνων.
Για τα ευρωπαϊκά όργανα συντονισμού και τα δίκτυα γνώσης, οι προκλήσεις αυτές είναι ακόμη πιο έντονες. Χωρίς έναν ελάχιστο επιχειρησιακό ορισμό και μια σαφή λογική διάκρισης μεταξύ μοναχικών δρώντων και συναφών κατηγοριών, οι επαγγελματίες διατρέχουν τον κίνδυνο είτε να υπεργενικεύσουν διαφορετικές μορφές βίας είτε να παρερμηνεύσουν αναδυόμενες απειλές που δεν εντάσσονται σε καθιερωμένες τυπολογίες. Οι ασαφείς ταξινομήσεις ενδέχεται επίσης να δημιουργήσουν κενά μεταξύ των πολιτικών αντιτρομοκρατίας, της πρόληψης σοβαρής βίας και των μηχανισμών προστασίας ευάλωτων ατόμων.
[1] D. Rapoport, (2022), Waves of Global Terrorism: From 1879 to the Present, Columbia, Columbia University Press.
[2] Lindekilde, L., O’Connor, F., & Schuurman, B. (2019). Radicalization patterns and modes of attack planning and preparation among lone-actor terrorists: an exploratory analysis. Behavioral Sciences of Terrorism and Political Aggression, 11(2), 113-133. Clemmow, C., Bouhana, N., & Gill, P. (2020). Analyzing person‐exposure patterns in lone‐actor terrorism: Implications for threat assessment and intelligence gathering. Criminology & Public Policy, 19(2), 451-482. Bakker, E., & de Roy van Zuijdewijn, J. (2016). Lone-actor terrorism. Toolkit Paper 1: Practical guidance for mental health practitioners and social workers. Countering Lone-Actor Terrorism Series, (9). International Centre for Counter-Terrorism (ICCT). Schuurman, B., Lindekilde, L., Malthaner, S., O'Connor, F., Gill, P., & Bouhana, N. (2019). End of the lone wolf: The typology that should not have been. Studies in Conflict & Terrorism, 42(8), 771-778. Bright, David, Chad Whelan, and Shandon HarrisHogan. 2020. “Exploring the Hidden Social Networks of ‘Lone Actor’ Terrorists.” Crime, Law and Social Change 74 (5): 491–508. Gill, Paul. 2015. Lone-Actor Terrorists: A Behavioral Analysis. London: Routledge. Hofmann, David C. 2020. “How ‘Alone’ are LoneActors? Exploring the Ideological, Signaling, and Support Networks of Lone-Actor Terrorists.” Studies in Conflict & Terrorism 43 (7): 657–78. Holzer, Jacob C., Andrea J. Dew, Patricia R. Recupero και Paul Gill. (επιμ.) 2022. Lone-Actor Terrorism: An Integrated Framework. Oxford: Oxford University Press.
[3] Corner, E., Gill, P., & Mason, O. (2016). Mental health disorders and the terrorist: A research note probing selection effects and disorder prevalence. Studies in Conflict & Terrorism, 39(6), 560-568. De Roy van Zuijdewijn, J., & Bakker, E. (2016). Analysing personal characteristics of lone-actor terrorists: Research findings and recommendations. Perspectives on terrorism, 10(2), 42-49.
Πράξη αντισημιτικού μίσους και υπονόμευσης των αρχών της δημοκρατίας
Το Βοοks’ Journal δημοσιεύει στη θέση του editorial την ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος για την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στο Σίδνεϊ. Επειδή, όντως, «το τρομοκρατικό αυτό χτύπημα αποτελεί πράξη πασίδηλου αντισημιτικού μίσους και πλήγμα όχι μόνον κατά της εβραϊκής κοινότητας, αλλά και κατά των θεμελιωδών αξιών της δημοκρατίας, της θρησκευτικής ελευθερίας και της ειρηνικής συνύπαρξης».