Τεύχος 178
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΤο αίτημα της αυθεντικότητας
Ilarie Voronca, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, μετάφραση από τα γαλλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ποταμός, Αθήνα 2026, 80 σελ.
Ρουμάνος από τη Βραΐλα, ο συμβολιστής και αβανγκάρντ ποιητής θα φύγει το 1933 στο Παρίσι, όπου θα γράψει στα γαλλικά το έργο Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, ένα έργο που έγινε ενθουσιωδώς δεκτό σε μια κοινωνία η οποία διεκδικούσε την πρωτοπορία. Συγγραφέας με λυρικό βάθος, ψυχολογική αλήθεια και πρωτοποριακή γραφή, ο Ιλαρί Βορονκά γράφει επηρεασμένος από τους πολέμους που συντάραξαν την Ευρώπη, επινοώντας έναν ήρωα που αναζητεί μια τεχνητή ψυχή. Τι θα γίνει όταν τη βρει; [ΤΒJ]
Ο ελάχιστα αξιοσέβαστος και αξιομνημόνευτος στα καθ’ ημάς Τζον Λοκ νομίζω ότι θα χαιρόταν ιδιαιτέρως μαθαίνοντας για τη μετάφραση στην ημεδαπή του συγκεκριμένου κειμένου. Δεν επρόκειτο βέβαια για φιλοσοφικό κείμενο, εντούτοις η κεντρική του ιδέα διατηρεί εκλεκτικιστική συγγένεια με την ιδέα που διατύπωσε ο εμπειριστής φιλόσοφος στο εμβόλιμο κεφάλαιό του για την προσωπική ταυτότητα, στο μνημειώδες έργο του Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση.
Το πότε ακριβώς γράφτηκε η συγκεκριμένη νουβέλα συνιστά ένα μικρό μυστήριο. Δυστυχώς, η έκδοση δεν μας δίνει πληροφορίες, ενώ και το ΑΙ μάλλον σφάλλει τοποθετώντας τη μεταξύ του 1927 και του 1929. Με βάση το κείμενο θεωρώ πιο πειστική τη χρονολογία του 1942.
Ο συγγραφέας βίωσε ως παιδί τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που κλόνισε αμετάκλητα τις ζωτικές αυταπάτες της ευρωπαϊκής συνείδησης και στοίχειωσε τον ψυχισμό των υποκειμένων. Ο Β΄ Παγκόσμιος ήρθε να ολοκληρώσει ό,τι δεν πρόλαβε ο προηγούμενος. Όπως αναφέρει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στην προλογική παράγραφο του κειμένου, «ήμαστε εν καιρώ πολέμου, και στον αέρα πλανιόταν μια μόνιμη απειλή ειρήνης». Σε αυτόν ακριβώς τον πόλεμο οφείλει παραδόξως τη σωτηρία του. Ένας παράξενος χειρουργός με ξεχωριστές ικανότητες, αφαιρεί από τον πρωταγωνιστή την ψυχή του που «είχε βαρύνει από το πύον και θα σας παρέσερνε στα βάθη μιας αληθινής κόλασης». Δεν πεθαίνει μεν, ωστόσο λέει: «ένιωθα μέσα μου ένα μεγάλο κενό». Επιστρέφει στο χειρουργό και ζητάει να του βάλει μια τεχνητή ψυχή. Οι συνθήκες του πολέμου «προσφέρουν καθημερινά μια εξαιρετική συγκομιδή ψυχών», οι οποίες με την κατάλληλη επεξεργασία και το σωστό σετάρισμα τοποθετούνταν στον αιτούντα. Τα πενιχρά εισοδήματα του πρωταγωνιστή τον υποχρεώνουν σε σειρά εκπτώσεων. Αδυνατεί να τοποθετήσει ψυχή από χρυσάφι, καουτσούκ, ακόμα και ζώου, αφού ειδικά αυτές είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Ο γιατρός του γνωστοποιεί ότι έχει γι’ αυτόν ανταλλακτικό που προορίζεται για «σπουδαίους πνευματικούς ανθρώπους που επέλεξαν ψυχή γαϊδουριού». Η πρόοδος της επιστήμης γεννά επίσης την υποψία ότι ίσως στο μέλλον οι άνθρωποι να αντιληφθούν ότι και οι μηχανές έχουν ψυχή και μια ανάλογη μηχανική ψυχή, π.χ. ενός πλοίου, να τοποθετηθεί σε έναν ναυτικό. Εντέλει, καταλήγει να τοποθετήσει στον πρωταγωνιστή μας την ψυχή ενός στρατιώτη.
Το φανταστικό ως ψυχικό μονοπάτι
Από το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος ο συγγραφέας μάς εισάγει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας με ένα φουτουριστικό εύρημα, αυτό της αντικατάστασης της ψυχής. Η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, η συνεπόμενη ικανοποίηση και οίηση γεννά την πίστη στην έλευση μιας καινούργιας πραγματικότητας, η οποία θα υπερέβαινε τα μεταφυσικά αντερείσματα των ανθρώπων για τα οποία υπήρχαν βάσιμες υποψίες, αν όχι βεβαιότητες, ότι η σημασία και η αξία που τους αποδόθηκε ήταν μια φενάκη. Και η ψυχή ήταν ένα από αυτά.
Ωστόσο, ο αρχικός προϊδεασμός σταδιακά μετασχηματίζεται. Το κείμενο μετατοπίζεται προς το φανταστικό. Προς το λογοτεχνικό εκείνο είδος στο οποίο παραβιάζονται οι κανόνες της κοινής λογικής που συγκροτούν την ανθρώπινη εμπειρία, τη σχέση του οικείου με το ανοίκειο. Το θαυμαστό εισβάλλει στο καθημερινό σύμπαν, χωρίς ωστόσο να το αντικαθιστά. Γεγονότα που δεν μπορούν να ερμηνευθούν αν επρόκειτο για ψευδαίσθηση ή αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας, όπως για παράδειγμα το κεφάλαιο στο οποίο ο αφηγητής βλέπει μια γρια γυναίκα να εμφανίζει κάτω από τη βαριά της φούστα μια χοντρή, μαύρη κότα και να συνομιλούν κακαρίζοντας. Η αρχική αβεβαιότητα που γεννάται, ο δισταγμός για την ορθολογικότητα της εμπειρίας, καταλήγει στην αποδοχή μιας νέας ερμηνείας του κειμένου ως ποιητική επινόηση που αναιρεί τις προηγούμενες εμπειρίες.
Διαβάζοντας κανείς το βιογραφικό του συγγραφέα και τη σχέση του με τα πρωτοποριακά και ριζοσπαστικά ρεύματα της εποχής του αναγνωρίζει στο κείμενο έναν υβριδικό χαρακτήρα. Όχι μόνο στις επιμέρους θεματικές ενότητες με τη χαλαρή νοηματική σύνδεση, αλλά και στο ύφος της γλώσσας στο οποίο το ρεαλιστικό υπόβαθρο –τόσο γοητευτικό στον εγκιβωτισμό του παράδοξου και του ανοίκειου στην καθημερινότητα– εμβολίζεται από αστραπές ποιητικών εκφράσεων υπερρεαλιστικής καταγωγής. Επιπλέον, η αφετηρία της επιστημονικής φαντασίας προσδίδει στο κείμενο την ανησυχία για την έλευση μιας καινούργιας πραγματικότητας στην οποία ο άνθρωπος απειλείται από τα ίδια του τα τεχνολογικά έργα. Η μετατόπιση προς το φανταστικό με την ενσωμάτωση του παράδοξου στην καθημερινότητα γεννά την αγωνία για το μέλλον και τις συνέπειες της τεχνολογικής ύβρεως στην ανθρωπότητα, στο σύνολό της.
Η ένθεση της ψυχής στην υπόστασή του υποχρεώνει τον πρωταγωνιστή μας να υιοθετήσει μια πιο προσεκτική στάση στον βίο του ώστε να αποφευχθεί η αποκάλυψη της πλαστότητάς της, ο πιθανός κίνδυνος της απαξίωσής του σε μία εποχή που ο υπαρξισμός διακηρύσσει στεντορείως το καθήκον της αυθεντικότητας της ύπαρξης. Διαπιστώνει ταυτόχρονα «ότι ένα σωρό προβλήματα που ήταν αλληλένδετα με την προηγούμενη ψυχή [τ]ου, τώρα είχαν εξαφανιστεί: οι μεταμέλειες, οι ανησυχίες, τα άγχη... Τα πάντα είχαν γίνει πηγή ευφροσύνης... Σιγά σιγά βέβαια, άρχισε να [τ]ου τραγανίζει λίγο το σώμα».
Συναντάμε λοιπόν εδώ μια συγγένεια με τη θέση του Τζον Λοκ περί προσωπικής ταυτότητας. Η ταυτότητα ενός προσώπου δεν καθορίζεται από τη συνοχή του πνεύματος (ψυχής), αλλά από τη συνείδηση που υφίσταται σε μια υπόσταση, ή και σε διαφορετικές υποστάσεις, με τη διατήρηση της ψυχολογικής συνέχειας μέσω της μνήμης. Η συνείδηση είναι αυτή που συνδέει τις σκέψεις και τις πράξεις ενός ατόμου συγκροτώντας την ιδιαίτερη προσωπική του ταυτότητα. Προσωπική ταυτότητα διαθέτει ένα σκεπτόμενο ον όταν δύναται να ανακαλέσει με τη μνήμη του μια παρελθούσα ενέργεια, όταν τη συνδέει με τις ενέργειες του παρόντος και συνειδητοποιεί ταυτόχρονα τη συνοχή τους. Η συναίσθηση της συνειδητοποίησης συνιστά τον αναστοχασμό με τον οποίο ο νους είναι παρών στον εαυτό του, συγκροτώντας την αυτοσυνειδησία. Ο Λοκ, ως προέκταση του συνειρμού του, καταλήγει στη θέση ότι η προσωπική ταυτότητα του κάθε ατόμου εξαρτάται αποκλειστικά από την ψυχολογική συνέχεια μέσω της μνήμης· και έτσι, αν ήταν εφικτό τη λειτουργία αυτή να την αφαιρέσει κάποιος από τον Σωκράτη και να την τοποθετήσει στο σώμα ενός δούλου, τότε ο δούλος θα ήταν ο Σωκράτης.
Κατανοούμε, νομίζω, δύο χαρακτηριστικά της παραπάνω θεωρίας του Λοκ, που συσχετίζονται με το κείμενό μας. Αφενός, ο ανώνυμος πρωταγωνιστής αποκτά την ταυτότητα μιας αλλότριας ψυχής με ένθεση στο σώμα του της ψυχής του στρατιώτη. Αφετέρου, επιβεβαιώνεται η συγγένεια της θεωρίας του Λοκ με το φανταστικό που αφηγηματοποιεί η νουβέλα, από τη στιγμή που η μεταφορά μιας ψυχής σε άλλο σώμα μεταμορφώνει την υπόσταση του ατόμου.
Βέβαια, εδώ δεν έχουμε ριζική μεταμόρφωση. Ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί την πλαστή ψυχή του στρατιώτη ως μια άλλη συνείδηση. Στην ίδια υπόσταση υφίστανται δύο διαφορετικές προσωπικές ταυτότητες. Και αυτό δραματοποιείται παραστατικότερα στο κεφάλαιο με την πνευματιστική συνεδρία στην οποία παρευρίσκεται ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Η πλαστή ψυχή αυτοπαρουσιάζεται στο κάλεσμα που της γίνεται από την πνευματιστική ομήγυρη παραβλέποντας τη θέληση του πρωταγωνιστή να την αποκρύψει. Η έκτυπη απόδειξη της απώλειας του αυτοελέγχου του τον εξαναγκάζει να φύγει από εκεί άμεσα, ορκιζόμενος ότι δεν θα ξανασυμμετείχε σε ανάλογες εκδηλώσεις. Εωσότου, ένα βράδυ, διαλεγόμενος με την ψυχή του στρατιώτη, εκείνη του αποκαλύπτει τη θλίψη της που από στρατιώτης κατέληξε «θλιβερό εξάρτημα στο στήθος ενός υπαλληλάκου χρηματοπιστωτικής εταιρείας». Και του λέει τον πόνο της, τον πόνο του στρατιώτη δηλαδή, για την απώλεια της αγαπημένης του, η οποία ήταν η νοερή συντροφιά του στο πεδίο του πολέμου. Ερεθίζοντας τον αφηγητή, σαν να είναι υποχείριο της πλαστής ψυχής, να αναζητήσει την αγαπημένη του πολεμιστή. Στην αναζήτηση αυτή, εντούτοις, ο πρωταγωνιστής δεν καθίσταται σοφότερος, παρά αποδέχεται παθητικά την εξέλιξη των γεγονότων σαν φυσικό πεπρωμένο, βουλιάζοντας σε μία ηττοπαθή μελαγχολία. Ειρωνικό τω τρόπω, αυθεντική ψυχή είναι η ψυχή του πολεμιστή και μη αυθεντική, πλαστή, η ψυχή του πρωταγωνιστή. Ενός χαρακτήρα στατικού ο οποίος παραμένει αμετάβλητος στην υποτυπώδη δράση του κειμένου. Αδύναμος να πάρει πρωτοβουλίες, να διεκδικήσει τις επιθυμίες του, εναποθέτει τις ύστατες ελπίδες του για να αλλάξει η ζωή του στην ένθετη ψυχή.
Αφηγηματικός αποπροσανατολισμός
Ουσιαστικά η νουβέλα –και χρησιμοποιούμε τον όρο μάλλον καταχρηστικά– έχει δύο γραμμές δράσεις.
Στην πρώτη, ο πρωταγωνιστής αναζητά την αγαπημένη της ένθετης ψυχής. Μια αναζήτηση ενός ρομαντικού πάθους από την αρχή ώς το τέλος. Αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του ότι η πλαστή, ερωτευμένη ψυχή ανήκει σε ένα πολεμιστή –και ήταν το κίνημα του ρομαντισμού εκείνου που γέννησε μέσα από συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις τα νέα εθνικά κράτη διαλύοντας τις προϋπάρχουσες αυτοκρατορίες– ενώ η γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος ο πολεμιστής έχει πάθος με τη μουσική και ιδιαίτερα με το πιάνο.
Η δεύτερη γραμμή δράσης έχει ακόμα πιο φανταστική ταυτότητα. Αναφέρεται στην επιθυμία του πρωταγωνιστή να απελευθερώσει τα ανθρώπινα όντα που έχουν μεταμορφωθεί σε ζώα από κακούς μάγους. Η δεύτερη γραμμή δράσης είναι πιο αναιμική από την πρώτη, και η συμπλοκή των αφηγηματικών επιπέδων είναι, νομίζω, ατροφική. Ανάμεσα στις δύο γραμμές δράσης δεν υφίσταται άμεση αλληλεπενέργεια, η διαλεκτική τους σχέση δεν επιχρωματίζεται αντιθετικά ή συμπληρωματικά ώστε το κείμενο να καταστεί πεδίο αναμέτρησης δύο δυνάμεων και συγκρότησης ενός αφηγηματικού κοσμοειδώλου στο εσωτερικό του οποίου να εκπτυχθούν καλειδοσκοπικά οι χαρακτήρες ή να αποτυπωθεί η συνύπαρξη ετερόκλητων αξιών. Η πιο άμεση σύνδεσή τους δημιουργείται από την παρουσία ενός φίλου του πρωταγωνιστή, ο οποίος, ενώ έχει σπουδάσει μηχανικός στο πανεπιστήμιο, εντούτοις «έχοντας διαμείνει χρόνια στην Ανατολή είχε εξελιχθεί σε βαθύ γνώστη της ανθρώπινης ψυχής». Η παρουσία του όμως έχει διαπιστωτική λειτουργία, σαν να επικυρώνει μια σειρά γεγονότων τα οποία φέρουν την αύρα του τετελεσμένου πριν ακόμη τελεστούν.
Ίσως κάπου εκεί βρίσκεται η ιδιαίτερη αμφιθυμία που προκαλεί το κείμενο. Οι σκηνές που αντιστοιχούν στα ευάριθμα κεφάλαια έχουν ως επί το πλείστον αυτοτέλεια και αυτονομία. Φορτίζονται από την υποβλητικότητα της εντύπωσης επαναφέροντας σταθερά την ψυχολογική αύρα του πρωταγωνιστή. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη μεν μορφή, διατηρούν όμως τη διακριτή μορφή τους παραμένοντας αναφομοίωτες από την αφήγηση – μια ευδιάκριτη παρατακτική σύνδεση που δημιουργεί την αίσθηση του ανολοκλήρωτου, μια εγκοπή που ανακόπτει τη συναισθηματική κλιμάκωση.
Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το ουσιαστικό στοιχείο αναδεικνύεται μέσω της απουσίας των στοιχείων που εκλείπουν. Είναι ο μοντερνιστικός τρόπος να συγκλίνουν ο αφηγητής με τον αναγνώστη, με τον πρώτο να παραχωρεί χώρο στον δεύτερο να ενεργοποιηθεί και να ερμηνεύσει τα κενά. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει η αφήγηση να δημιουργήσει μια σειρά από ίχνη που να προσανατολίσουν τον αναγνώστη. Η εκτεταμένη αφηγηματική έλλειψη πολλές φορές καταλήγει σε απροσδιοριστία, σε ένα είδος πολυσημίας που επιτρέπει σε κάθε εκδοχή να διεκδικεί ισότιμα δικαιώματα. Μια διάχυση που, όπως κάθε διάχυση, αφυδατώνει τη συγκινησιακή και αισθητική απόλαυση. Η χαλαρότητα της σύνθεσης και ο ισχνός αφηγηματικός προσανατολισμός δυσχεραίνουν στη στοχαστική επεξεργασία του κειμένου. Από την άλλη, η επιλογή του συγγραφέα να εστιάσει στο φανταστικό της ιστορίας του και να επιμείνει στην αφαιρετικότητα της αφήγησής της ενισχύει την οπτική μιας πρόσβασης στην ψυχή που υπερβαίνει θεωρίες και επιστήμες, αναδεικνύοντας τη λογοτεχνική αφήγηση καθεαυτή ως τον αυθεντικότερο τρόπο να προσεγγίσει κανείς ένα χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης που συνιστά αίνιγμα και μυστήριο, ταυτόχρονα. Το τι μπορεί να ειπωθεί για την ψυχή παραμένει διαφεύγον, και ακριβώς το χαρακτηριστικό αυτό νομιμοποιεί και δικαιώνει την αφαιρετικότητα και το φανταστικό να επιλέγονται ως λογοτεχνικοί τρόποι που ικανοποιούν περισσότερο την αναζήτησή μας.
Σαν ο συγγραφέας να προσανατολίστηκε στην αφετηρία σωστά, αλλά η αβεβαιότητά του για την κατεύθυνσή του να τον υποχρέωσε να προβεί σε άλματα που αδίκησαν τη διαίσθησή του.
Η αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος
Omer Bartov, Ισραήλ. Τι πήγε λάθος;, μετάφραση από τα αγγλικά: Στέφανος Καβαλλιεράκης, πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 346 σελ.
Ένας ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, ο Ομέρ Μπάρτοβ, με αφορμή τα γεγονότα που ακολούθησαν τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, ασκεί καταλυτική κριτική στο Ισραήλ. Η δημιουργία του ισραηλινού κράτους, λέει, έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Οπότε, κατ’ αυτόν, η 7/10 είναι μια πολιτική απάντηση στην καταπίεση, η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού είναι θεμιτή και, στο κάτω κάτω, το Ισραήλ έχει εργαλειοποιήσει σιωνιστικά το Ολοκαύτωμα. Πρόκειται για μια πολιτική παρέμβαση που προωθεί την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος, η οποία λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.
Το βιβλίο του Ομέρ Μπάρτοβ είναι το πρώτο που εκδίδεται στα ελληνικά. Γνωστός μελετητής του Ολοκαυτώματος, ο ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brown το 2000 και με συνεχή σχεδόν παρουσία σε άλλα αμερικανικά πανεπιστήμια από το 1987, έχει στο ενεργητικό του σειρά βιβλίων και δεκάδων άρθρων σχετικών με την εξόντωση του εβραϊσμού στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διερευνούν τη σχέση της Βέρμαχτ και των στρατιωτών της με τον ναζιστικό μηχανισμό, καθώς και τη δράση της εναντίον των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία είχε συστηματικά αποσιωπηθεί μετά τον πόλεμο. Προφανώς, στο πλαίσιο της ειδίκευσής του, τον Μπάρτοβ απασχόλησαν ζητήματα που αφορούν την ιστορία του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ, ζητήματα σύνθετα, πολυσυζητημένα πάντα με ιδιαίτερα φορτισμένο τρόπο.
Η διανοητική πορεία του Μπάρτοβ δεν διαχωρίζεται βέβαια από τις οικογενειακές και εθνικές καταβολές του. Γεννημένος σε κιμπούτς στο Ισραήλ, από γονείς με καταγωγή από την Πολωνία που πήγαν στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη, έζησε στο Τελ Αβίβ μέχρι 25 χρόνων, πολέμησε στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, τραυματίστηκε σε ατύχημα κατά τη θητεία του και, στη συνέχεια, σπούδασε στην Οξφόρδη και στο Πρίνστον, από όπου ξεκίνησε τη μακρά ακαδημαϊκή διαδρομή του. Από πολλές απόψεις αντιμετωπίζουμε την περίπτωση ενός ακαδημαϊκού ιστορικού που εργάζεται στις ΗΠΑ, ο οποίος, όπως οι περισσότεροι Εβραίοι, φέρει το βάρος της συλλογικής μνήμης του Ολοκαυτώματος. Ταυτόχρονα, η ενηλικίωσή του στο Ισραήλ, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και η εκεί παρουσία του για μεγάλα διαστήματα υπήρξαν παράγοντες που συντήρησαν τη σχέση του με τη ζωή στο Ισραήλ και τα εκεί πολιτικά πράγματα. Αυτή η τριπλή διάσταση, το βάρος του Ολοκαυτώματος που μοιάζει να φέρει στις πλάτες του, η σχέση του με το Ισραήλ και το ενδιαφέρον του για το μέλλον του, και η ακαδημαϊκή του παρουσία στις ΗΠΑ, όπου η κριτική στο Ισραήλ έχει ενισχυθεί υπερβολικά, συνιστούν πτυχές που έχουν επηρεάσει συνολικά τη δουλειά του και τον δημόσιο λόγο του.
Ισραήλ και Παλαιστίνιοι
To Ισραήλ. Τι πήγε λάθος; δεν είναι ακαδημαϊκή πραγματεία. Δεν έχει υποσημειώσεις ούτε εξαντλητικές συζητήσεις ιστοριογραφικού τύπου, και η βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος είναι εντελώς επιλεκτική. Χωρίζεται σε εισαγωγή, πέντε κεφάλαια και επίμετρο, ενώ προηγείται πρόλογος του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Τα πέντε κεφάλαια έχουν τίτλο, « Ο αιώνιος πόλεμος του Ισραήλ», «Αντισημιτισμός και σιωνισμός», «Το σύνδρομο του ποτέ ξανά», «Για τη σφαγή των παιδιών» και «Το χαμένο Σύνταγμα». Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει τον αναγνώστη ότι θα διαβάσει κάτι επικριτικό για το Ισραήλ, και πράγματι έτσι είναι. Ο Μπάρτοβ δεν μας προσφέρει μια ακαδημαϊκή πραγματεία, αλλά μια πολιτική ανάλυση με ισχυρή πολεμική διάσταση, η οποία αναφέρεται κατά βάση στο παρόν, αλλά και στο παρελθόν.
Το βιβλίο απευθύνεται σε διαφορετικά ακροατήρια. Σε ένα αμερικανικό και διεθνές ακροατήριο που ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στο Ισραήλ και την Γάζα, σε ένα ισραηλινό ακροατήριο άμεσα επηρεασμένο από τον πόλεμο που ξεκίνησε η Χαμάς, και σε ένα στενότερο, ακαδημαϊκό ακροατήριο που γνωρίζει καλύτερα τις συζητήσεις σχετικά με το Ολοκαύτωμα, τις πολιτικές της μνήμης, το τραύμα και τη σχέση αντισημιτισμού και αντισιωνισμού. Ίσως αυτή η τριπλή στόχευση να είναι υπεύθυνη για τον λίγο χαοτικό τρόπο με τον οποίο ο Μπάρτοβ παραθέτει τα επιχειρήματά του, επιστρέφοντας σε σημεία στα οποία είχε αναφερθεί πριν, για να τα αναδιατάξει ή να τα ενισχύσει, παραγνωρίζοντας ταυτόχρονα σημαντικά και γνωστά πράγματα και χρησιμοποιώντας διπλά κριτήρια ανάλογα με το αν αναφέρεται στο Ισραήλ ή στους Παλαιστίνιους κ.λπ. Παρά ταύτα, το ανάγνωσμα διαβάζεται εύκολα και διακρίνεται από μια κάποια συνοχή.
Υπάρχουν κάποιες κεντρικές ιδέες με τις οποίες διαλέγεται ο συγγραφέας, η σημαντικότερη από τις οποίες δεν αφορά το ερώτημα τι πήγε λάθος στο Ισραήλ –όπως διαβάζουμε στον τίτλο του βιβλίου– αλλά αν τελικά το λάθος είναι το ίδιο το Ισραήλ, η ύπαρξή του. Το ότι δηλαδή ο σιωνισμός από κίνημα εβραϊκής χειραφέτησης μετατράπηκε σε κρατική ιδεολογία που ενίσχυσε «τα χειρότερα ένστικτα του σιωνισμού» (σ. 44-45) και οδήγησε στην καταπίεση των Παλαιστινίων μέσω της κατοχής των εδαφών τους. Η δημιουργία του Ισραήλ έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Έτσι, φθάνουμε σε μια κατάσταση κατοχής η οποία υπήρξε η αιτία κάθε παλαιστινιακής αντίδρασης, αλλά της εσωτερίκευσης μιας ιδεολογίας κατοχής από τους ίδιους τους Εβραίους που αντιμετωπίζουν τους Άραβες ως μη ανθρώπινα όντα. Τοποθετεί δε την επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου μέσα σε μια γραμμική λογική, όπου η κατοχή οδηγεί σε απόγνωση και αντίσταση, θεωρώντας ότι αυτό είναι το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που την ερμηνεύει (σ. 50). Στην ίδια γραμμή, ο Μπάρτοβ υποστηρίζει ότι η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα είναι γενοκτονική, άποψη που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2023. Λεκτικές υπερβολές του τύπου οι Παλαιστίνιοι είναι «υπάνθρωποι» και «ανθρώπινα ζώα», από αξιωματούχους του Ισραήλ, αποδεικνύουν την κατά τον Μπάρτοβ αδιαμφισβήτητή γενοκτονική πρόθεση. Συγχέοντας τον πόλεμο με τη γενοκτονία, στέκεται αποκλειστικά στη δυσανάλογη ανταπόδοση των Ισραηλινών στην επίθεση της Χαμάς, με τις δεκάδες χιλιάδες θανάτους αμάχων.
Γενοκτονία λοιπόν. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να έχει αποτραπεί, υποστηρίζει ο Μπάρτοβ, αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα από την ίδρυσή του, που ήταν εξάλλου και υποχρέωσή του με βάση τις κατευθύνσεις της απόφασης 181/47 του ΟΗΕ. Η προοπτική αυτή ακυρώθηκε στην πράξη και αυτό δεν αντισταθμίστηκε ούτε από τους θεμελιώδεις νόμους, που ψηφίστηκαν από την Κνεσέτ με πολύ αυξημένη πλειοψηφία και αποτέλεσαν τη βάση της κρατικής υπόστασης του Ισραήλ, ούτε από την ίδρυση Ανώτατου Δικαστηρίου που επέβλεπε την τήρησή τους. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη σημασία του Ανώτατου Δικαστηρίου στη διασφάλιση των θεμελιωδών νόμων και στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών της χώρας, όμως του καταλογίζει ότι δεν επέλυσε την ένταση στη σχέση εβραϊκότητας και κράτους δικαίου στο Ισραήλ, δεν καταδίκασε την κατοχή στη Δυτική όχθη, όπου «υπάρχει καθεστώς απαρτχάιντ», και δεν διασφάλισε τα εκεί δικαιώματα των Αράβων. Αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα, τότε όσα συνέβησαν στη συνέχεια σε βάρος των Αράβων μπορεί να είχαν αποφευχθεί και ο σιωνισμός θα είχε διασώσει την ψυχή του, αντί να βαδίζει προς την άβυσσο.
Αντισιωνισμός και αντισημιτισμός
Μια δεύτερη κεντρική ιδέα του βιβλίου αφορά τις ισραηλινές αντιδράσεις στην «αντίσταση» των Παλαιστινίων, που είναι προϊόν, λέει ο Μπάρτοβ, ενός εδραιωμένου αλλά προφανώς ανεδαφικού φόβου, καλλιεργούμενου από το σιωνιστικό καθεστώς για να κρατά σε συνεχή κινητοποίηση τους Εβραίους του Ισραήλ. Κεντρική θέση στο φόβο αυτό έχει το Ολοκαύτωμα, η συνεχής επίκλησή του οποίου εδραιώνει μια υπαρξιακή αγωνία και προκαλεί φοβικές αντιδράσεις. Παρότι το Ολοκαύτωμα είναι ένα τραυματικό γεγονός, γράφει ο Μπάρτοβ, η συντήρηση της μνήμης του ως καταστατικής συνθήκης του κράτους του Ισραήλ λειτουργεί αρνητικά, καθώς στα μάτια των εβραίων πολιτών του καθιστά το Ισραήλ μια μοναδική περίπτωση και του επιτρέπει να θεωρεί ότι το «απελευθερώνει» από τους περιορισμούς που ισχύουν για άλλα κράτη» (σ. 161). Πρακτικά, το Ισραήλ μπορεί να καταλύει το διεθνές δίκαιο κατά βούληση και χωρίς συνέπειες, λόγω της πεποίθησής του ότι το Ολοκαύτωμα, ως κάτι μοναδικό, του δίνει κάποια παραπάνω δικαιώματα. Η προτροπή του Μπάρτοβ δεν είναι απλώς να περιοριστεί η βαρύτητα της μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ και διεθνώς, αλλά και να σχετικοποιηθεί η μοναδικότητά του, διότι συνιστά βασικό εμπόδιο στην αναγνώριση της σημασίας άλλων μαζικών εγκλημάτων. Το πρόβλημα έγκειται, σε βαθμό που δεν προσδιορίζεται, στη σύμβαση του ΟΗΕ για την αποτροπή της γενοκτονίας του 1948, που στηρίχθηκε στο Ολοκαύτωμα και έβαλε τον πήχη τόσο ψηλά ώστε κάθε άλλη μαζική σφαγή θα αδυνατούσε να τον περάσει. Έτσι, το Ισραήλ μπορεί να διεκδικεί τη διεθνή συμπάθεια και να ακυρώνει κάθε κριτική εναντίον του ως αντισημιτισμό. Για τον Μπάρτοβ, η αποδοχή της μοναδικότητας του Ολοκαυτώματος οδηγεί σε ένα παράδοξο. Όχι μόνο είναι ιστορικά ανακριβής, αλλά έχει και αρνητικές πολιτικές συνέπειες, διότι η επίκλησή της ως επιχείρημα υπέρ της δημιουργίας ασφαλούς εβραϊκού κράτους την αντιστρατεύεται η ίδια η πραγματικότητα που απέδειξε ότι το Ισραήλ αποτελεί το λιγότερο ασφαλές κράτος για τους Εβραίους (σ. 162-163).

1 Φεβρουαρίου 2025. Ο Γιάρντεν Μπίμπας, η σύζυγος και τα παιδιά του οποίου σκοτώθηκαν, συναντά τον πατέρα και την αδελφή του έπειτα από την πολύμηνη ομηρία του στη Γάζα, από τη Χαμάς.
IDF Spokesperson's Unit
Μια τρίτη ιδέα, την οποία συμμερίζεται απόλυτα ο συγγραφέας, είναι η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού. Η πεποίθηση, δηλαδή, ότι κάποιος μπορεί να είναι υπέρ της καταστροφής του Ισραήλ χωρίς να είναι αντισημίτης. Ας προσέξουμε εδώ μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Η επιδοκιμασία του αντισιωνισμού δεν περιορίζεται στην αντίδραση ή στην κριτική σε πρακτικές συγκεκριμένων κυβερνήσεων, της κυβέρνησης Νετανιάχου σήμερα ή όποιας άλλης κυβέρνησης στο παρελθόν, που είναι απολύτως νόμιμη, αλλά αρνείται το δικαίωμα στην ύπαρξη του Ισραήλ. Σήμερα υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση μέσα στην οποία ο ορισμός του αντισημιτισμού και η σχέση του με το Ισραήλ έχει πολιτικοποιηθεί υπέρμετρα. Ο Μπάρτοβ ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένοι ορισμοί του αντισημιτισμού που τον εξισώνουν με τον αντισιωνισμό καταργούν την κριτική προς το Ισραήλ για τις πράξεις του και υπονομεύουν την ελευθερία του λόγου. Είναι ιδιαίτερα επικριτικός στον ορισμό του αντισημιτισμού της ΙHRA (International Holocaust Remembrance Association), ενός συνασπισμού 35 κρατών και φορέων κατά βάση ευρωπαϊκών, που ιδρύθηκε το 1998 με σκοπό την προώθηση της μνήμης και της έρευνας για το Ολοκαύτωμα και τη διαμόρφωση ειδικών εκπαιδευτικών πολιτικών γι’ αυτό. Ο Μπάρτοβ επισημαίνει ότι υπάρχουν εναλλακτικοί ορισμοί του αντισημιτισμού όπως αυτός του JDA (Jerusalem Declaration on Antisemitism), τον οποίο συνυπέγραψε ένας αριθμός γνωστών ακαδημαϊκών, μεταξύ τους πολλοί Εβραίοι, που ρητά δεν θεωρούν την κριτική προς το Ισραήλ αντισημιτισμό – ούτε καν τις πράξεις της BDS, του διεθνούς δικτύου που στηρίζει κάθε είδους μποϊκοτάζ, κυρώσεις και αποτροπή επενδύσεων στο Ισραήλ. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο αντισιωνισμός δεν αποτελεί αναγκαστικά αντισημιτισμό, αν δεν μας λέει πότε το ένα απορρέει από το άλλο. Κάνει, μάλιστα, και μια μικρή ιστορική αναδρομή για να υποστηρίξει ότι δεν ήταν δα όλοι οι Εβραίοι, κοσμικοί και θρησκευόμενοι, σιωνιστές και διερωτάται γιατί θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλημα με τον αντισιωνισμό, αφού τον στήριξαν και πολλοί Εβραίοι; Θεωρεί δηλαδή, ότι ο αντισημιτισμός είναι το προνομιακό πεδίο δράσης γενικώς της Ακροδεξιάς και ελάχιστα έως καθόλου αφορά τις διαδηλώσεις που οργανώθηκαν μαζικά μετά την 7η Οκτωβρίου από την Αριστερά οι οποίες, λέει, κακώς χαρακτηρίζονται αντισημιτικές (σ. 171-173). Ο Μπάρτοβ διαβεβαιώνει ότι, στις διαδηλώσεις φοιτητών και άλλων εναντίον του Ισραήλ για τη Γάζα, «σπανίως» εμφανίστηκε το «απεχθές συναίσθημα» του αντισημιτισμού (σ. 107). Υποστηρίζει μάλιστα ότι η αύξηση των αντισημιτικών δράσεων στις ΗΠΑ –δράσεις τις οποίες υποτιμά καθώς, όπως γράφει, «τα 4/5 αφορούσαν γραπτή ή λεκτική παρενόχληση»– εγγράφεται στις επιθέσεις ακροδεξιών εναντίον Εβραίων, Ρομά, Μουσουλμάνων και ατόμων της LGBT κοινότητας. Έτσι αντισημιτισμός, ισλαμοφοβία και ομοφοβία αποτελούν ισοδύναμα εγκλήματα μίσους, χωρίς ειδοποιό διαφορά.
Αποσιωπήσεις και σχήματα
Υπάρχει σοβαρό θέμα στην προβληματική του Μπάρτοβ, το οποίο αφορά τις απουσίες και τις αποσιωπήσεις που διατρέχουν όλο το κείμενο. Αρχικά σε όλο το ανάγνωσμα απουσιάζει εντελώς η άλλη πλευρά. Το Ισραήλ είναι σαν να δρα μόνο του και απρόκλητα, σε όλο το διάστημα της ύπαρξής του. Δεν υπάρχουν απειλές, δεν υπάρχουν πόλεμοι, δεν υπάρχουν εχθρικές δυνάμεις και, όταν εμφανίζονται σε κάποια σημεία του βιβλίου –αναγκαστικά, λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης της Χαμάς–, τότε προτάσσεται αμέσως η απολογία ότι, ναι, η Χαμάς διέπραξε κάποια εγκλήματα, που οφείλονται όμως στην κατοχή, δηλαδή στο Ισραήλ.
Και ενώ ο Μπάρτοβ καλεί τους αναγνώστες του να σκεφτούν το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στην επίθεση της Χαμάς, ο ίδιος αποσιωπά τη σύνθετη, πολύχρονη και γεμάτη εντάσεις σχέσεις του Ισραήλ με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, περιορίζοντάς την στους Άραβες της Παλαιστίνης. Το ιστορικό πλαίσιο σμικρύνεται μέχρι του σημείου εξαφανίσεως για να υπηρετήσει τη ρητορική του συγγραφέα. Οι ευθύνες της αραβικής πλευράς για την πορεία της σύγκρουσης απουσιάζουν. Τα αραβικά κράτη, που για δεκαετίες πίστευαν ότι καμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει πλην της καταστροφής του Ισραήλ, δεν αναφέρονται. Ο πόλεμος του 1948 και οι ευθύνες των Αράβων για την έναρξή του απαλείφονται. Οι αντίστοιχες ευθύνες των παλαιστινιακών οργανώσεων που δραστηριοποιήθηκαν μετά τον πόλεμο του 1967, ασκώντας ανοικτά τρομοκρατία, αρνούμενες το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και υπονομεύοντας ειρηνευτικές προσπάθειες επίσης απουσιάζουν. Υπάρχουν απλώς οι δύσμοιροι άμαχοι Παλαιστίνιοι (η σχέση τους με τη Χαμάς παραμένει αδιευκρίνιστη) και ένα δαιμονοποιημένο Ισραήλ το οποίο φέρει ολόκληρο το βάρος της ευθύνης για μια κατάσταση κατοχής, που είναι σαν να έπεσε από τον ουρανό. Στις πολλές σελίδες τις αφιερωμένες στον πόλεμο στη Γάζα, απουσιάζει κάθε αναφορά στις άλλες δυνάμεις που επιτέθηκαν στο Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου. Λέξη για τη Χεζμπολάχ, τους Χούτι, το Ιράν, ούτε για τις σιιτικές πολιτοφυλακές στη Συρία και το Ιράκ.
Η συγκάλυψη αυτή δεν είναι τυχαία. Επειδή ο Μπάρτοβ επιδιώκει να εκθέσει το Ισραήλ στα μάτια ενός ευρύτερου, αν και πολύμορφου, κοινού για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα, κάτι για το οποίο είχαν ήδη φροντίσει άλλοι, η διεύρυνση του πλαισίου, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, αναιρείται. Με τον τρόπο αυτό, κάθε αίσθηση ανασφάλειας και απειλής που μπορεί να ένιωθαν οι πολίτες στο Ισραήλ, στο ευρύτερο πλαίσιο της σύγκρουσης με τμήματα του αραβικού και του μουσουλμανικού κόσμου, ακυρώνεται στο μέτρο που συγκρίνεται με τις δυσανάλογες συνέπειες της ισραηλινής επέμβασης στη Γάζα ενώ και ο πόλεμος συγχέεται με τη γενοκτονία. Και οι ευθύνες και τα εγκλήματα της Χαμάς, οι βιασμοί οι δολοφονίες, οι απαγωγές, απλά ελαχιστοποιούνται, διότι τελικά ανάγονται σε ένα ηθικό κίνητρο, την αντίσταση στην κατοχή παλαιστινιακών εδαφών. Αποσιωπάται επίσης η άρνηση της Χαμάς να επιστρέψει τους ομήρους, που όχι μόνο οδήγησε στην όξυνση του πολέμου και στο θάνατο περισσότερων ατόμων, αλλά ανέστησε πολιτικά μια ετοιμόρροπη κυβέρνηση και έναν εξασθενημένο πολιτικά Νετανιάχου που, ευρισκόμενος σε απόγνωση λόγω των μαζικών καθημερινών διαδηλώσεων προς υπεράσπιση του Ανώτατου Δικαστηρίου, βρήκε στον πόλεμο μια ευκαιρία ανασύνταξης, πάρα τις τεράστιες ευθύνες του για την 7η Οκτωβρίου.
Αλλά ούτε στους πολίτες του Ισραήλ χαρίζεται, υποστηρίζοντας ότι οι ισραηλινοί πολίτες είναι παρατημένοι και αδιάφοροι απέναντι στον πόλεμο και τις συνέπειές του για τους Παλαιστίνιους στη Γάζα και στη Δυτική όχθη. Υπάρχει μάλιστα και ένα σημείο ιδιαίτερα ενδεικτικό γι’ αυτή την κατάσταση στο βιβλίο, όταν σχολιάζει τη στάση Εβραίων φοιτητών που πήγαν να διαμαρτυρηθούν για τις απόψεις του περί γενοκτονίας στην ομιλία του στο πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν. Οι νέοι αυτοί άνθρωποι, που είχαν χάσει φίλους και συγγενείς στην επίθεση της Χαμάς και στον πόλεμο, εμφανίζονται ως χειραγωγημένα άτομα με στρεβλή κατανόηση της πραγματικότητας, και οι όποιες ενστάσεις τους απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη (σ. 77-81, 148-9).
Η εξάλειψη του ιστορικού πλαισίου της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης συνάδει με την επιχειρηματολογία που ακυρώνει τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος. Παρότι εξέχων ερευνητής της εξόντωσης του εβραϊσμού στην Ευρώπη, ο Μπάρτοβ αρνείται τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος, όχι επειδή το συμβάν αυτό δεν έχει μοναδικά γνωρίσματα αλλά διότι αποτελεί για το Ισραήλ ένα σημείο ιστορικής αναφοράς που νομιμοποιεί τη δημιουργία του και το καθιστά μοναδικό, υπό την έννοια ότι θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να δρα σύμφωνα με τη δική του λογική, με τους δικούς του κανόνες (σ. 161). Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι η χρήση του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ το έχει τοποθετήσει σε μια μεταφυσική θέση εκτός ιστορικού πλαισίου. Αντίθετα, το συμβάν είναι μέρος ενός πλαισίου με αφετηρία την εξόντωση των Χερέρο στη γερμανική νοτιοδυτική Αφρική το 1904, και περιλαμβάνει τη γενοκτονία των Αρμενίων, την αποικιακή βία στο Κονγκό του Λεοπόλδου, τους Βαλκανικούς πολέμους και την εκκαθάριση πληθυσμών στη σταλινική Ρωσία. Εδώ, ο Μπάρτοβ ακολουθεί μια μόδα σε πολλούς ακαδημαϊκούς κύκλους που, επηρεασμένοι από μια κάποια εκδοχή της μετα-αποικιακής θεωρίας, τσουβαλιάζουν τα πάντα μέσα σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, όπου η βία συνιστά ταυτόχρονα αντικείμενο και ερμηνεία, παραγνωρίζοντας σχεδόν κάθε άλλη διάσταση. Υποτίθεται ότι αυτή η προσέγγιση προσφέρει ιστορικό βάθος και δυνατότητες σύγκρισης, χωρίς όμως να είναι ποτέ σαφές τι άλλο συζητάμε, πέραν της τεκμηρίωσης της βίας σε διαφορετικές συνθήκες. Στην ίδια λογική, ο Μπάρτοβ καταλογίζει στο Ολοκαύτωμα μια προνομιακή θέση στην ιστορική μνήμη στο Ισραήλ και στη Γερμανία, που εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης των θυμάτων άλλων μαζικών καταστροφών. Και αν για το Ισραήλ αυτό εξηγείται λόγω της σιωνιστικής εργαλειοποίησης του Ολοκαυτώματος, στη Γερμανία η απορρέουσα από τις ενοχές της προνομιακή θέση του ακυρώνει την προοπτική κοινωνικής συνοχής, διότι εκεί πλέον ζουν κάποια εκατομμύρια μουσουλμάνοι και άλλοι χωρίς γερμανική καταγωγή που αρνούνται να το αποδεχτούν ως μέρος της δικής τους ιστορίας και ταυτότητας (σ. 157-158).
Σχετικοποίηση
Όλο αυτό το σχήμα είναι βαθιά προβληματικό. Το Ολοκαύτωμα είναι πράγματι μοναδικό, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, βίαια ή μη. Η μοναδικότητά του δεν αναιρεί τη δυνατότητα σύγκρισης ανάμεσα σε συμβάντα που μπορούν να τοποθετηθούν με κάποια κριτήρια στην ίδια κατηγορία. Ούτε εμποδίζει την ικανότητα των ιστορικών να τα τοποθετήσουν σε υπερκείμενο πλαίσιο αναφοράς μέσα σε κάποια διαχρονία.
Από την άλλη, δεν μπορώ να καταλάβω τι διαφορετικό μπορεί να προκύψει από μια σύγκριση με άλλα μαζικά εγκλήματα, αν όχι η πρωτοφανής, ασύλληπτη διάστασή του – η εξόντωση ενός πληθυσμού, όχι ως μέρος μιας κάποιας διένεξης, όχι ως τμήμα ενός εμπόλεμου κράτους, όχι ως κομμάτι κάποιας αντίστασης, αλλά γι’ αυτό που υποτίθεται πως ήταν. Η εξόντωση των Εβραίων, ανεξαρτήτως υπηκοότητας οπουδήποτε στην Ευρώπη, κατέστη δυνατή με εκτελέσεις, θαλάμους αερίων, καταναγκαστική εργασία, λιμοκτονία και έκθεση σε ασθένειες. Από τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα έχει εμφανιστεί μια ισχυρή τάση σε ακαδημαϊκούς και ακτιβιστικούς κύκλους να υποβαθμίσουν το Ολοκαύτωμα ως ένα κάπως ακραίο έγκλημα, που στη βάση του δεν είναι διαφορετικό από άλλα. Έχουν μάλιστα εμφανιστεί και διάφορες θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες η εξόντωση προέκυψε για οικονομικούς και γραφειοκρατικούς λόγους κατά την αναζήτηση ζωτικού χώρου, ότι ήταν αντίστοιχη των ευρωπαϊκών εγκλημάτων στις αποικίες τους, εντός της Ευρώπης αυτή τη φορά, ή ότι ήταν προϊόν της ναζιστικής παράνοιας πως οι Εβραίοι αποικιοποίησαν τη Γερμανία μετατρέποντας τους Γερμανούς σε υπάλληλο έθνος. Κάποιες απ’ αυτές τις θεωρίες έχουν αξιοπρόσεκτα στοιχεία, καμία όμως δεν είναι σε θέση να απαντήσει γιατί η δολοφονική μανία των ναζί εφαρμόστηκε με τέτοια συνέπεια ειδικά απέναντι στους Εβραίους, και όχι απέναντι και στις άλλες ομάδες που στοχοποιήθηκαν.
Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται πάντα εκ του πονηρού. Όταν όμως γίνεται, σχεδόν πάντα συνοδεύεται από τη διαμαρτυρία, που συνυπογράφει ο Μπάρτοβ, ότι η υψηλή θέση του Ολοκαυτώματος εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης άλλων μαζικών εγκλημάτων συνδεόμενων με την αποικιακή ιστορία ευρωπαϊκών κρατών. Αν δεν πρόκειται για παρεξήγηση, η διαμαρτυρία αυτή ακούγεται παραπειστική, διότι συγχέει το τραύμα που μπορεί να φέρουν επιβιώσαντες ή απόγονοι θυμάτων μαζικών εγκλημάτων με τις ιδιαιτερότητες καθενός εξ αυτών ξεχωριστά, Το τραύμα της απώλειας δεν μπορεί να ιεραρχηθεί, και είναι εξίσου ιερό για κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα του πώς το διαχειρίζονται όσοι σχετίζονται με αυτό. Αλλά αυτή η παραδοχή δεν αναιρεί το πρωτοφανές των διαδικασιών της εξόντωσης των Εβραίων, ούτε η μνήμη της έχει σταθεί εμπόδιο στην έρευνα άλλων μαζικών εγκλημάτων.
Ο εβραϊκός χαρακτήρας του Ολοκαυτώματος δεν το αποσπά από το ιστορικό του πλαίσιο. Το αντίθετο. Η σχετικοποίησή του, μια μορφή ευτελισμού, αφορά αποκλειστικά τη βαρύνουσα σχέση του με το Ισραήλ και τη σύγχρονη εβραϊκή ταυτότητα. Το γεγονός δηλαδή ότι, για πολλούς, αποτελεί ένα όπλο για το Ισραήλ και το όπλο αυτό πρέπει να σιγήσει. Πρόκειται για την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος που λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.
Το τέλος της μνησικακίας
Ο θάνατος είναι πάντα σκληρό πράγμα. Τρομερό, ιδίως για όσους χάνουν τη ζωή τους απροσδόκητα – κι ακόμα πιο τρομερό για όσους πεθαίνουν για ζητήματα που κατά βάθος δεν τους αφορούν. Όπως, π.χ., η Βάγια Νέστορα, η οποία έπεσε θύμα αυτών που έβαλαν φωτιά με γκαζάκια στην πολυκατοικία όπου έμενε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της.
Αλλά ενώ όλες οι πολιτικές δυνάμεις καταδίκασαν τη δολοφονία, δεν αντιμετωπίζουν όλες με τον ίδιο ενθουσιασμό τη σύλληψη των κατηγορουμένων ως δραστών του φονικού εμπρησμού. Ακόμα χειρότερα, η ανακοίνωση από την Αντιτρομοκρατική της σύλληψης προσώπων που κατηγορούνται για τον φονικό εμπρησμό της Μαρφίν, δημιούργησε ένα δημόσιο αίσθημα αμφιβολίας για την αποτελεσματικότητα των αρχών και για την ορθότητα της απόδοσης κατηγοριών στους συλληφθέντες, ενώ πολλή συζήτηση γίνεται για το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας των συλληφθέντων. Πολλοί πιθανολογούν ότι η ανακοίνωση των συλλήψεων προσώπων που κατηγορούνται για τους τρεις φόνους είναι πολιτικό τέχνασμα της κυβέρνησης, που επιδιώκει να κερδίσει τις εντυπώσεις ενόψει των επερχόμενων εκλογών. Ήδη, μάλιστα, έχει αρχίσει το διαδικτυακό λιντσάρισμα, κατά προσώπων που συγχαίρουν τις αρχές ασφαλείας – με προτίμηση καλλιτέχνες, που τόλμησαν να εκφράσουν δημοσίως την ευαρέσκειά τους.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την τρομοκρατία και την τρομοκρατική βία, παρά το θάνατο της Βάγιας Νέστορα, που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει «χαμηλή βία» αλλά ότι η χρήση βίας μπορεί να οδηγήσει σε οδυνηρές συνέπειες, γίνεται προσπάθεια ακόμα μια φορά να συσχετιστεί με την καταστολή που είναι εργαλείο δεξιών κυβερνήσεων και να αποσυνδεθεί από τη δραστηριότητα της Αριστεράς. Στη δημόσια συζήτηση διατυπώνεται με ιδιαίτερη έμφαση η άποψη ότι η κυβέρνηση θεωρεί χρήσιμη την ακροαριστερή βία, επειδή έτσι επιτίθεται στην Αριστερά, και ιδίως στον Αλέξη Τσίπρα, που στο παρελθόν κολάκευε την αριστερή τρομοκρατία. Γι’ αυτό, λέει η άποψη αυτή, η κυβέρνηση διστάζει να απονομιμοποιήσει την αριστερή βία, επειδή από καιρού εις καιρόν τη συμφέρει να την επικαλείται.
Κι όμως. Αυτή που εργάζεται για τη μη απονομιμοποίηση της βίας στο όνομα της πολιτικής ή της ιδεολογίας είναι η Αριστερά. Επειδή, στο τέλος, ό,τι κι αν έχει συμβεί, πάντα κάποιοι από το χώρο θα υπερασπιστούν τα στειλιάρια στις διαδηλώσεις ή τις βόμβες μολότοφ ως συμβολισμό ταξικών συγκρούσεων. Πάντα κάποιοι είναι έτοιμοι να μιλήσουν για αστυνομική αυθαιρεσία όταν συλλαμβάνονται θύτες της βίας, πάντα κάποιοι επικροτούν τα συνθήματα τύπου «Λευτεριά στον αγωνιστή τάδε».
Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η αριστερή βία είναι συστατικό της ιδεολογίας όσων την επικαλούνται. Από το ΚΚΕ που γιορτάζει το εμφύλιο μίσος με γιορτές στο Βίτσι μέχρι τον αναρχικό χώρο που καίει με γκαζάκια ή μολότοφ αυτούς που θεωρεί υπηρέτες του συστήματος. Από τις διάφορες κινήσεις στα πανεπιστήμια που πλακώνουν στο ξύλο συμφοιτητές τους με τους οποίους διαφωνούν ή καθηγητές τους που επιδιώκουν να εφαρμόσουν τη νομιμότητα μέχρι τους αντισημίτες και καλά «φρι Παλεστάιν» που ψάχνουν εβραίους στα λιμάνια και τις πλατείες. Η κυβέρνηση, με αστυνομικά μέτρα, δεν μπορεί να την απονομιμοποιήσει, επειδή αμέσως όλος ο συγγενής ιδεολογικός χώρος των εραστών της βίας εξεγείρεται κατηγορώντας αυταρχικές μεθοδεύσεις και πολιτικές διώξεις – και απειλώντας με βίαιη κλιμάκωση. Θυμάται κανείς τις τεράστιες συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα για τον σίριαλ κίλερ της 17 Νοέμβρη, Δημήτρη Κουφοντίνα;
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση, δηλαδή το κράτος, παρεμβαίνει ουσιαστικά μόνο σε πολύ ακραία συμβάντα – εσχάτως, όταν έσκασε η βόμβα στα χέρια του κατασκευαστή της τρομοκράτη στους Αμπελόκηπους, στην περίπτωση της εμπρηστικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη λόγω του θανάτου της Βάγιας Νέστορα και κατά του Ρουβίκωνα που βγήκε περιπολία για εβραίους επειδή όλη αυτή η επιχείρηση θύμιζε τη Χρυσή Αυγή. Η σύλληψη και η παραπομπή στη δικαιοσύνη των πρωταιτίων του δολοφονικού εμπρησμού στη Μαρφίν είναι ένα τραύμα, του οποίου την επούλωση απαιτεί κατά σύστημα η ελληνική κοινωνία.
Κατά τα άλλα, όσο η βία δεν εκτρέπεται, είναι αποδεκτή από την Αριστερά – στο κάτω κάτω, όπως έλεγε ένας παλιός συριζαίος, όσοι την ασκούν έχουν ένα ιδεώδες υπέρ του ανθρώπου. Αν άλλωστε δεν ήταν αποδεκτή, δεν θα έβγαιναν στις συγκεντρώσεις κρατώντας σημαίες-στειλιάρια.
Η ιδέα της σύγκρουσης είναι μονίμως στο μυαλό των ανθρώπων αυτών των χώρων. Διαβάζω τη δήλωση του συζύγου της Βάγιας Νέστορα. Καμία μνησικακία. Καμία πρόσκληση για εκδίκηση. Τίποτα πέραν του νόμου: «Εγώ απλώς τους εύχομαι [των βομβιστών] να μην πάθουν οι δικές τους οικογένειες κάτι το αντίστοιχο. Να τους έχει καλά ο Θεός, να τους προσέχει αλλά να τους προσέχει από την καλή πλευρά κι όχι σ’ αυτό που κάνουν».
Είναι μια δήλωση στον αντίποδα της μνησικακίας της Αριστεράς, που συγκρούεται «με το σύστημα», με τους εκπροσώπους του, με τους πολιτικούς του, με τους αστυνόμους τους, με την παιδεία του. Μια δήλωση πολιτισμού. Δήλωση συγχώρεσης, έκκληση μετάνοιας, κατανόησης του άλλου που δεν τους μοιάζει αλλά δεν είναι εχθρός τους.
Δήλωση στον αντίποδα του λόγου της Αριστεράς, που τους νεκρούς της από πολιτικές συγκρούσεις τους παρουσιάζει με το φωτοστέφανο του μάρτυρα, ζητώντας εκδίκηση και φανατίζοντας το κοινό της να συμμετάσχουν στην αέναη σύγκρουση. Χάθηκαν κι οι λίγες δυνάμεις της δημοκρατικής Αριστεράς που αντιτάσσονταν, έχοντας την αυτοσυνειδησία να παραδεχτούν ότι ο πόλεμος τελείωσε.
LINK
Πλήρες χρονικό και φωτογραφίες όσων συνέβησαν πριν και μετά την πυρπόληση της Μαρφίν, από τον Ηλία Προβόπουλο, η αφήγηση του οποίου και οι φωτογραφίες του είχαν δημοσιευτεί στο Books' Journal στις 5 Μαΐου 2018: https://booksjournal.gr/blog/2721-marfin-2010-to-xroniko-enos-egklimatos
Τεύχος 178
Κυκλοφόρησε το τεύχος 178 του Books' Journal, Ιούλιος-Αύγουστος 2026 (θα μείνει στα περίπτερα και στα βιβλιοπωλεία ώς τις 15 Σεπτεμβρίου). Τα πλήρη περιεχόμενα:
Editorial
To τέλος της μνησικακίας
Της σύνταξης
Ολοκληρώθηκε ο πρώτος κύκλος των εκδηλώσεων «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα». Με τον Λεωνίδα Καβάκο στο Ωδείο Αθηνών. Τι θα γίνει την επόμενη σεζόν
Διάλογος
ΕΙΡΗΝΗ ΚΙΤΣΙΟΥ – Η ευρύτητα του Τόμας Μαν
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ – Η σωτηρία του λαού: μια διόρθωση
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ – Σχετικοποιώντας το έγκλημα!
Διήγημα
PRIMO LEVI – Αόρατος κόσμος (μετάφραση: Θάνος Καψάλης)
Παρεμβάσεις
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΟΒΑΣ – Νεοελληνικές σπουδές και το μέλλον της φιλολογίας
ΠΕΡΙΚΛΗΣ Φ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ – Η αιτία της δικτατορίας του Μεταξά
PIERRE-ANDRÉ TAGUIEFF – Από τον «Εβραϊκό Αιώνα» στον αντιεβραϊκό αιώνα;
ΣΠΎΡΟΣ ΤΣΟΥΤΣΟΥΜΠΉΣ – Το κόκκινο και το μαύρο. Σκέψεις πάνω στην πολιτική βία
Εις μνήμην
ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ – Κάρλο Γκίνζμπουργκ (1939-2026): κατανοώντας το περιθώριο
Ράινερ Μαρία Ρίλκε
ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ – Μεταφράζοντας τον Ρίλκε (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι ελεγείες του Ντουίνο (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά - Γερμανικά), μετάφραση από τα γερμανικά - σχόλια - επίμετρο: Μαρία Τοπάλη, Αθήνα 2011, 152 σελ. - Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τα σονέτα στον Ορφέα (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά - Γερμανικά), εισαγωγή - μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Τοπάλη, Πατάκη, Αθήνα 2025, 150 σελ.)
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΩΤΟΥΛΑ – «Καρποφορούσε το εκστατικό» (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τα σονέτα στον Ορφέα (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά - Γερμανικά), εισαγωγή - μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Τοπάλη, Πατάκη, Αθήνα 2025, 150 σελ.)
ΑΡΙΕΛΛΑ ΑΣΕΡ – Ρίλκε και Φρόυντ (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τα σονέτα στον Ορφέα (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά - Γερμανικά), εισαγωγή - μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Τοπάλη, Πατάκη, Αθήνα 2025, 150 σελ.)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΙΘΥΜΗΤΡΗΣ – Ακούγοντας και τραγουδώντας (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τα σονέτα στον Ορφέα (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά - Γερμανικά), εισαγωγή - μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Τοπάλη, Πατάκη, Αθήνα 2025, 150 σελ.)
Κριτικές
ΕΛΕΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΗ – Στο όνομα της «πικρής αλήθειας» (Σταντάλ, Το κόκκινο και το μαύρο, μετάφραση από τα γαλλικά: Σωτήρης Παρασχάς - Κώστας Σπαθαράκης, επίμετρο: Σωτήρης Παρασχάς, Αντίποδες, Αθήνα 2025, 814 σελ.)
ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΓΑΘΟΣ – Ποιους Έλληνες διαβάζουμε και γιατί (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τα χρώματα του κύβου. Σταθμοί της ελληνικής πεζογραφίας 1866-2023, Πατάκη, Αθήνα 2025, 424 σελ.)
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΜΑΣ – Τις έπταιεν διά την οικονομικήν καχεξίαν (Νίκος Χριστοδουλάκης, Δεν είν’ εύκολες οι θύρες... Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, πρόλογος: Σοφία Λαζαρέτου, Κριτική, Αθήνα 2026, 200 σελ.)
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΥΒΑΝΙΟΣ – Ο πολυθρησκευτικός Λίβανος (Δημήτρης Κούρκουλας, Λίβανος. Μια ξεχωριστή χώρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 160 σελ.)
ΗΛΙΑΣ ΚΑΝΕΛΛΗΣ – Η ιστορία «από τα κάτω» (Σπύρος Τσουτσουμπής, ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ. Οι λαϊκοί στρατοί της Αντίστασης, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2026, 424 σελ.)
ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΡΕΛΑΣ – Το τίμημα της γνώσης (Άννα Γρίβα, Η αλχημίστρια. Μυθιστόρημα, Μελάνι, Αθήνα 2026, 160 σελ.)
ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ – Η κριτική για τον Μανόλη Αναγνωστάκη (Δημήτρης Κόκορης (επιμ.), Εισαγωγή στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη. Επιλογή κριτικών κειμένων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2025, 510 σελ.)
ΧΑΡΗΣ ΕΞΕΡΤΖΟΓΛΟΥ – Η αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος (Omer Bartov, Ισραήλ. Τι πήγε λάθος;, μετάφραση από τα αγγλικά: Στέφανος Καβαλλιεράκης, πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 346 σελ.)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΠΑΣ – Διασώζοντας τον Ευριπίδη – ή μήπως τον εαυτό μας; (Φέρντια Λέννον, Ένδοξα κατορθώματα. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Νατάσα Σίδερη, Γεννήτρια, Αθήνα 2026, 406 σελ.)
ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΜΠΑΚΟΛΟΥΚΑΣ – Το αίτημα της αυθεντικότητας (Ilarie Voronca, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, μετάφραση από τα γαλλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ποταμός, Αθήνα 2026, 80 σελ.)
ΜΑΤΙΝΑ-ΙΩΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ – To «λογοτεχνικό φαινόμενο» Νταβίντ Ουκλές (David Uclés, Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια, μετάφραση από τα ισπανικά: Αγγελική Βασιλάκου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 832 σελ.)
ΞΕΝΟΦΩΝ ΜΠΡΟΥΝΤΖΑΚΗΣ – Η δεύτερη ζωή της Ιστορίας (Ελένη Βαρβιτσιώτη - Βικτωρία Δενδρινού, Η τελευταία μπλόφα. Νέα έκδοση, Πατάκη, Αθήνα 2026, 512 σελ.)
ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ – Η Μάρη Θεοδοσοπούλου για τον Γιώργο Σεφέρη (Μάρη Θεοδοσοπούλου, Σεφερικά, πρόλογος: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Οδός Πανός, Αθήνα 2025, 202 σελ.)
ΓΙΩΡΓΟΣ Λ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ – Ποιοι και γιατί αμφισβητούν την επιστήμη (Γιάννης Κτενάς, Η επιστημολογική στροφή στην πολιτική. Whataboutism, Γενεαλογική Υπονόμευση, Κατασκευασιοκρατία, Εκκρεμές, Αθήνα, 2026, 2 38 σελ.)
ΒΥΡΩΝ ΚΑΡΥΔΗΣ – Έλληνες Κύπριοι στην Αγγλία (Chrisoulla Pawlowska, A Man Called Harry: For my father with love, ιδιωτική έκδοση, London 2026, 248 σελ.)
Ποίηση
ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΡΙΣΗΣ – Έξι ποιήματα (Άνευ υπερβολών άνευ ψευδαισθήσεων, Του κοριτσιού το τραγούδι, Δημήτρης Τ., Ο Μότσαρτ στη Πράγα, Η ώρα του Κλεισθένη, Διονύσης Σ.
Στήλες
ΣΑΚΗΣ ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΗΣ: ΑΡΧΕΙΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΩΝ – Γιάννης Γρυπάρης: Βαρύ το μεταφραστικό του αποτύπωμα
ΝΙΚΟΣ ΨΑΡΡΟΣ: ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΥΛΗ – Το πνεύμα ως διαμόρφωση της ύλης
BΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: BREVIS IN LONGO – Ληστές και δημοτική παράδοση (Μάρκος Μέσκος, Ποιήματα Ι: 1958-1986, Ποιήματα ΙΙ: 1995-2018, επιμέλεια σειράς: Ιωάννα Καραμαλή, Μετρονόμος, Αθήνα 2026, 2 τόμοι, 334+443 σελ.)
ΘΑΝΟΣ Χ. ΚΑΨΑΛΗΣ: ΕΙΚΟΝΕΣ ΖΩΗΣ – Χάιγκας
ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΒΕΛΑΚΗΣ: ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ – Κωστής Σκαλιόρας
Βιβλία για το καλοκαίρι
ΜΑΤΙΝΑ-ΙΩΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΗΛΙΑΣ ΚΑΝΕΛΛΗΣ, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΟΥΜΠΟΥΛΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΜΠΑΚΟΛΟΥΚΑΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΠΑΣ: Οι επιλογές από τα βιβλία της πρόσφατης παραγωγής
Από αυτόν τον Ιούλιο, οι σελίδες με τις επιλογές βιβλίων θα δημοσιεύονται αποκλειστικά στη διαδικτυακή έκδοσή μας, booksjournal.gr. Οι φετινές επιλογές θα αναρτηθούν, προσβάσιμες σε όλους, στις 18 Ιουλίου.