Σύνδεση συνδρομητών

Μουντιάλ 2026

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Το πρόβλημα με την Εθνική Αγγλίας

Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης

Την περασμένη Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2026, γίναμε μάρτυρες του τελευταίου επεισοδίου ενός κοινωνιολογικού φαινομένου που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και 60 χρόνια και μπορεί να περιγραφτεί ως μαζική αυθυποβολή που καταλαμβάνει κάθε δύο χρόνια έναν από τους πλέον εξελιγμένους λαούς του κόσμου όσον αφορά τις πιθανότητες της εθνικής ομάδας τους ποδοσφαίρου να κατακτήσει τον τίτλο του τουρνουά στο οποίο συμμετέχουν.  Ο υπόλοιπος κόσμος έχει συνηθίσει πια και αντιμετωπίζει τους Άγγλους με συγκατάβαση και ανεκτικότητα που συνήθως επιφυλάσσει για ανθρώπους με νοητικά προβλήματα.

Κάθε δύο χρόνια, όταν πλησιάζει η ώρα για το εναρκτήριο λάκτισμα του Euro ή του Μουντιάλ, από την Κορνουάλη μέχρι το Γιορκ παίζει το ίδιο βιολί: «το κύπελλο θα έρθει στο σπίτι του», «είμαστε φαβορί», «πάμε να το πάρουμε», «φέτος είναι η χρονιά μας», και άλλα πολλά ηχηρά παρόμοια.  Φυσικά, κάθε φορά, εδώ και 60 χρόνια, η αυθυποβολή αυτή τελειώνει με δάκρυα, κατεβασμένα κεφάλια, απογοήτευση και υποσχέσεις των οπαδών ότι δεν θα ασχοληθούν ποτέ ξανά με την Εθνική Αγγλίας.  Μέχρι την επόμενη φορά.

Πού οφείλεται αυτή η επαναλαμβανόμενη, φαντασμαγορική επίδειξη απώλειας επαφής με την πραγματικότητα, που προκαλεί μειδιάματα στο φιλοθεάμον κοινό του υπόλοιπου κόσμου, πριν και μετά την εκάστοτε διοργάνωση;  Κατά τη γνώμη μου σε τρεις παράγοντες:

1.  Καταρχάς, στην ανάγκη των βρετανικών ταμπλόιντ να δημιουργήσουν «θέμα» για να πουλήσουν εφημερίδες – ή διαφημιστικό χώρο στις ιστοσελίδες τους.  Έτσι κι αλλιώς, τα ταμπλόιντ στο Νησί ειδικεύονται στην υπερβολή, στην τερατολογία και στην υποδαύλιση εθνικιστικής υστερίας στην αγγλική εργατική τάξη. Το Euro και το Μουντιάλ είναι ιδανικές αφορμές για να πουλήσουν αυτή την πραμάτεια και να αυξήσουν λίγο την κυκλοφορία τους εν μέσω καλοκαιριού.

2.  Η δεύτερη αιτία του φαινομένου είναι η έπαρση και η ανταγωνιστικότητα που καταλαμβάνει τους Άγγλους κάθε φορά που βρίσκονται στην ίδια γειτονιά ή αναπνέουν τον ίδιο αέρα με Γάλλους, Γερμανούς ή πολίτες από πρώην αποικίες τους. Η Αγγλία είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που περιβάλλει ανερυθρίαστα ποδοσφαιρικούς αγώνες με ιστορικές αναφορές:  κάθε ποδοσφαιρική αναμέτρηση με τη Γαλλία είναι σαν τη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ και με τη Γερμανία σαν την εκκένωση της Δουνκέρκης.  Δεν πρέπει να υπάρχει άλλη κοινωνία στην Ευρώπη που να επιδιώκει με τόσο σθένος να ξαναζεί τις πολεμικές περιπέτειες του παρελθόντος πάνω στο χορτάρι ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου. 

3.  Ο τρίτος, και σημαντικότερος, λόγος είναι η παντελώς λανθασμένη αντίληψη που έχουν οι Άγγλοι για το ποδόσφαιρά τους, τις ομάδες τους και τους άγγλους ποδοσφαιριστές.

 

ChatGPT Image 17 Ιουλ 2026 09 07 19 π

Όπως καταγράφεται στον πίνακα, η Αγγλία, μαζί με την Ιταλία, έχουν τα πιο «διεθνοποιημένα» εθνικά πρωταθλήματα ανάμεσα στις ισχυρές χώρες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου.  Το 69% των ποδοσφαιριστών που αγωνίζονται στην Premiership είναι ξένοι – μερικοί από τους καλύτερους παίκτες του πλανήτη.  Επιπλέον, άλλο ένα ποσοστό, που δεν καταγράφεται εδώ, είναι Βρετανοί (Ουαλοί, Σκοτσέζοι, κ.λπ.) που δεν αγωνίζονται στην εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Αγγλίας.  Στις μεγάλες ομάδες, όπως οι Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και Σίτι, η Λίβερπουλ, η Τσέλσι και η Άρσεναλ, συχνά οι κύριες ενδεκάδες έχουν μόνο έναν, δύο ή τρεις άγγλους ποδοσφαιριστές.  Ως αποτέλεσμα, η Αγγλία απλώς δεν διαθέτει μεγάλη δεξαμενή παικτών παγκόσμιας κλάσης που να μπορούν να νικήσουν ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Αργεντινή, κ.λπ. Το ίδιο, ειρήσθω εν παρόδω, ισχύει και την Ιταλία, η οποία έχει να εμφανιστεί σε Μουντιάλ από το 2014.

Φέτος, η Εθνική Αγγλίας παρέταξε τον πιο φορμαρισμένο σέντερ φορ του κόσμου (τον Χάρι Κέιν, που παίζει στη Μπάγερν Μονάχου) και έναν πολύ καλό μεσοεπιθετικό (τον Τζουντ Μπέλινγχαμ, που παίζει στη Ρεάλ Μαδρίτης).  Ο Μπέλινγχαμ, όμως, εκτός από φωτογένεια και την ικανότητα να κρατάει την μπάλα στα πόδια του, ούτε στη Ρεάλ αλλά ούτε και στην Εθνική Αγγλίας είναι ο παίκτης που «θα πάρει την ομάδα στους ώμους του» και θα την οδηγήσει στη νίκη, όπως μπορεί να κάνει ο Αργεντινός Μέσι, ο Ισπανός Ρόντρι ή ο Γάλλος Εμπαπέ.

Ο λόγος που ο Μπέλινγχαμ είναι τόσο προβεβλημένος είναι γιατί είναι ένας πολύ καλός ΑΓΓΛΟΣ παίκτης. Όπως είναι προβεβλημένος και χρυσοπληρωμένος ο Φόντεν και ο Γκόρντον.  Όπως, στο παρελθόν, ήταν προβεβλημένοι και χρυσοπληρωμένοι, γιατί ήταν Άγγλοι, οι Ρούνι, Μπέκαμ, Τέρι, κ.ά.

Δείτε πάλι τον πίνακα.  Η Premiership είχε πέρυσι συνολικά έσοδα που ξεπέρασαν τα 8 δισεκατομμύρια ευρώ, σχεδόν 50% περισσότερα από το δεύτερο πιο πλούσιο πρωτάθλημα, το ισπανικό.  Αυτό σημαίνει ότι η διαφημιστική αγορά της Βρετανίας για το ποδόσφαιρο είναι η μεγαλύτερη της Ευρώπης και οι διαφημιζόμενοι ωφελούνται από το ενδιαφέρον των βρετανών φιλάθλων για το ποδόσφαιρο και τους βρετανούς (ή, συγκεκριμένα, Άγγλους) ποδοσφαιριστές.  Η παρουσία του Μπέλινγχαμ στη Ρεάλ μεταφράζεται σε εκατομμύρια σε πωλήσεις ειδών με το σήμα της Ρεάλ στη Βρετανία, διαφημιστικό χώρο στο Σαντιάγο Μπερναμπέου όταν ο αγώνας της Ρεάλ μεταδίδεται στη Βρετανία, κ.λπ.  Η La Liga διαθέτει σήμερα μια πλειάδα αριστεροπόδαρων μεσοεπιθετικών, που είναι το ίδιο καλοί ή και καλύτεροι από τον Μπέλινγχαμ.  Όμως, το ποδόσφαιρο είναι πλέον «λεφτόσφαιρο», για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του αμερικανού συγγραφέα Michael Lewis για το baseball.  Οι αποφάσεις λαμβάνονται με βάση τον οικονομικό αντίκτυπο.

Η δυσανάλογη προβολή και ο εκθειασμός των σχετικά λίγων άγγλων ποδοσφαιριστών που ξεπερνούν τον μέσο όρο ποιότητας λόγω των εμπορικών σκοπιμοτήτων είναι μια βασική αιτία των παράλογων προσδοκιών των άγγλων οπαδών για την εθνική ομάδα τους κάθε δύο χρόνια.  Ένας ή δύο κούκοι δε φέρνουν την άνοιξη.  Στην περίπτωση του Μουντιάλ 2026, ο Χάρι Κέιν, όσο τεράστιος σέντερ φορ και εάν είναι, δεν μπορεί να αποκλείσει μόνος του την Αργεντινή του Μέσι.  Και δεν το έκανε, τελικά.

Τέλος, πάλι στον πίνακα, απεικονίζεται η επιτυχία των ομάδων των πέντε καλύτερων ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων της Ευρώπης στο Τσάμπιονς Λιγκ, την κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση ποδοσφαίρου της Ευρώπης – και του κόσμου.  Οι ισπανικές ομάδες έχουν κατακτήσει 20 τίτλους στα 70 χρόνια του θεσμού, εκ των οποίων οι 11 μετά το 2000-01.  Δηλαδή, οι ισπανικές ομάδες κυριαρχούν στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο τα τελευταία 25 χρόνια.  Οι αγγλικές, αντίθετα, παρ’ όλο τον πλούτο τους και την εισροή αμερικανικών και αραβικών κεφαλαίων, έχουν κατακτήσει μόνο 6 τίτλους Champions League τα τελευταία 25 χρόνια.  Αν και έχουν στο ρόστερ τους μερικούς από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές του κόσμου.

Με βάση τα παραπάνω, κάποιος, κάποια στιγμή, πρέπει να μου εξηγήσει κι εμένα από πού κι ώς πού η Αγγλία περιμένει, σχεδόν απαιτεί, κάθε δύο χρόνια από την εθνική της ομάδα να φέρει πίσω στο Νησί τον τίτλο του υπερεθνικού πρωταθλήματος στο οποίο συμμετέχει.  Αμφιβάλλω αν κάποιος μπορεί, τουλάχιστον κάνοντας χρήση επιχειρημάτων που έχουν σχέση με τη λογική και, το κυριότερο, την πραγματικότητα όπως απεικονίζεται στα καταγεγραμμένα μεγέθη.

17 Ιουλίου 2026