Σύνδεση συνδρομητών

Λουίζ Γκλυκ

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η σχέση μου με την ποίηση ήταν πάντοτε κουτσή. Μια σχέση που δεν προχώρησε ποτέ σε κάτι πιο ουσιαστικό. Μερικά ποιήματα με άγγιξαν, αλλά μόνο για λίγο, μέχρι να τα ξαναβάλω στο ράφι και να μην ξαναασχοληθώ μαζί τους. Αναγνώριζα την αξία τους και την ομορφιά τους, αλλά δεν κατόρθωνα να τα εντάξω πραγματικά στη ζωή μου. Ήταν σαν ένα όμορφο πουκάμισο, που δεν μπορείς να το συνδυάσεις με κανένα από τα ρούχα που φοράς: το βλέπεις, το θαυμάζεις, αλλά το βάζεις στην ντουλάπα σου, οπότε στέκεται σε πλήρη αχρηστία και κάποια στιγμή το ξεχνάς. Για αυτή μου την αναπηρία κατηγορώ ανοιχτά, χωρίς περιστροφές, το σχολείο. Όταν σκέφτομαι πώς διδάχτηκα την ποίηση στα χρόνια του σχολείου, συνειδητοποιώ ότι έχει εντυπωθεί βαθιά μέσα μου η ερώτηση: τι θέλει να πει ο ποιητής; Η κλασική ερώτηση που θέτει ο δάσκαλος όταν ζητά από τους μαθητές να ανακαλύψουν και να ερμηνεύσουν το νόημα που κρύβεται πίσω από ένα στίχο. Με λίγα λόγια, μια πρακτική που δηλώνει ότι ένα ποίημα κρύβει ένα και μοναδικό νόημα και πως αυτό δεν μπορείς να το βρεις μόνος σου, αλλά χρειάζεσαι τη βοήθεια του πάνσοφου δασκάλου.

 

 

Δεν είναι τυχαίο ότι η ερώτηση αυτή έχει γίνει στερεότυπο, σχεδόν ανέκδοτο. Έχει ενσωματωθεί στη γλώσσα μας και χρησιμοποιείται με ειρωνεία όταν θέλει να περιγράψει κάποιον ο οποίος μιλάει ή γράφει με τρόπο τόσο μπερδεμένο και δυσνόητο σε σημείο που κανένας να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς θέλει να πει ο ποιητής, είτε πρόκειται για τον συνομιλητή μας είτε για έναν συγγραφέα.

Τελικά, ίσως αυτή η ανολοκλήρωτη σχέση μου με την ποίηση να μην οφείλεται στο ίδιο το ποίημα, αλλά στην αίσθηση ότι είναι κάτι ξένο από τη δική μου ζωή και ότι δεν είμαι επαρκής αναγνώστρια.

Δεν έχω καμία πρόθεση να υποτιμήσω την καλή διάθεση και την προσπάθεια που κατέβαλλαν οι δάσκαλοι της γλώσσας και της λογοτεχνίας να μεταδώσουν τις γνώσεις τους. Ας μην ξεχνάμε ότι και αυτοί κάποτε κάθισαν στα θρανία και προσπάθησαν να δώσουν μια απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Οπότε, μέσα από τη δική τους μαθητεία, σχημάτισαν ισχυρές αντιλήψεις για το πώς γίνεται η διδασκαλία. Έτσι, όταν πήραν πια στα χέρια τους, ως εκπαιδευτικοί, το τιμόνι της τάξης, μετέφεραν τις δικές τους σχολικές εμπειρίες στους δικούς τους μαθητές. Και όλα αυτά γίνονταν σε εποχές όπου η επιμόρφωση δασκάλων δεν υπήρχε καν ως όρος. Ευτυχώς όταν, ως φιλόλογος, πήρα το τιμόνι της τάξης στα χέρια μου για να διδάξω ελληνικά σε ξένους, η επιμόρφωση δασκάλων, που ήταν πιασμένη χέρι χέρι με την εφαρμοσμένη γλωσσολογία, είχε εδραιωθεί στην επαγγελματική ζωή των εκπαιδευτικών. Παρακολούθησα μια σειρά σεμιναρίων τα οποία επαναπροσδιόρισαν μέσα μου το ρόλο του δασκάλου και τη σχέση του με την τάξη. Σε κάποιο από αυτά έμαθα ποιος είναι ο δάσκαλος σύμφωνα με τον Μπρους Λι, ο οποίος, ως κορυφαίος δάσκαλος πολεμικών τεχνών, είχε συλλάβει από πολύ νωρίς τη σημασία του ρόλου του. Ένας ορισμός που, πραγματικά, μου άνοιξε τα μάτια:

Ο δάσκαλος δεν είναι αυτός που δίνει την αλήθεια. Είναι ένας οδηγός προς την αλήθεια, που κάθε μαθητής πρέπει να βρει μόνος του. Ο δάσκαλος δεν μπορεί να είναι κολλημένος σε μια ρουτίνα. Κάθε στιγμή απαιτεί ένα ευαίσθητο μυαλό, το οποίο αλλάζει συνεχώς και προσαρμόζεται συνεχώς.

Σε άλλο σεμινάριο έμαθα ότι η ανάγνωση του κόσμου προηγείται της ανάγνωσης της λέξης. Εκεί πια εμπέδωσα μέσα μου ότι, από τη στιγμή που το ποίημα φεύγει από τα χέρια του δημιουργού του, τυπώνεται και φτάνει στα χέρια του αναγνώστη, ο ποιητής αποσύρεται και το λόγο έχει αυτός που το διαβάζει. Κάθε αναγνώστης έχει το δικαίωμα να το «ξαναγράψει» μέσα από τις δικές του εικόνες και εμπειρίες. Κάθε ποίημα γίνεται ένας γρίφος, ένα αστυνομικό πρόβλημα, που δεν μπορεί να επιλυθεί χωρίς την προσωπική συμμετοχή τού κάθε αναγνώστη. Κάθε ποίημα ανοίγει μια πύλη στον κόσμο του αναγνώστη, αλλά η είσοδος σε αυτόν τον κόσμο είναι μοναδική και εξαρτάται από τις προσωπικές του εμπειρίες. Δεν είναι μόνο οι λέξεις που αραδιάζει ο ποιητής, αλλά και η ερμηνεία που εμείς κουβαλούμε μαζί μας.

 

 

Η ποίηση είναι ένα προσωπικό ταξίδι

Η κατανόηση της ποίησης δεν είναι ένα αντικειμενικό συμπέρασμα, ούτε αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο μιας ομάδας ειδικών. Είναι ένα προσωπικό ταξίδι, το οποίο ο καθένας πραγματοποιεί με τη βοήθεια, με τα εφόδια που του έχουν δώσει η προσωπική του ιστορία, τα βιώματά του, οι αδυναμίες, οι δεξιότητές του, η σχέση που έχει αναπτύξει με τα άλλα είδη τέχνης. Αυτό που οφείλει να κάνει ο δάσκαλος είναι να πάρει από το χέρι τον κάθε μαθητή, την κάθε μαθήτριά του χωριστά και να τον/την βοηθήσει να βρει τη δική του / τη δική της μαντλέν που πυροδοτεί τη μνήμη, να ανακαλύψει εκείνο το προσωπικό ερέθισμα που θα τον/την φέρει κοντά στο ποίημα. Όταν ο μαθητής ή η μαθήτρια συνδέσει την ποίηση με κάτι δικό του/της, μια ανάμνηση, μια εικόνα, μια εμπειρία, παύει να βλέπει την ποίηση σαν κάτι απόμακρο και ξένο. Την πλησιάζει χωρίς το φόβο της μίας και μοναδικής ερμηνείας. Ο δάσκαλος δεν είναι ο κάτοχος της μίας και μοναδικής αλήθειας. Είναι ο σκηνοθέτης της συνάντησης ανάμεσα στο μαθητή και το ποίημα. Ίσως πρέπει να είναι ένας Ηλίας Καζάν (της τάξης), ο οποίος δεν έδινε στους ηθοποιούς του μια συνταγή για το πώς να ερμηνεύσουν ένα ρόλο. Τους κινητοποιούσε να σκάψουν μέσα τους, έτσι ώστε να ανακαλύψουν ένα προσωπικό τους βίωμα, εκείνο που θα έδινε φυσικότητα στον κινηματογραφικό χαρακτήρα και θα τον έκανε αληθινό. Ο Μάρλον Μπράντο, που υπήρξε μαθητής και στενός συνεργάτης τού Ελία Καζάν, γράφει στην αυτοβιογραφία του:

Ένας από τους λόγους που ο Γκατζ (ψευδώνυμο του Καζάν) ήταν πολύ καλός σκηνοθέτης για τους ηθοποιούς ήταν επειδή μπορούσε να χειρίζεται τα ανθρώπινα συναισθήματα. Προσπαθούσε να ανακαλύψει τα πάντα για τους ηθοποιούς του και συμμετείχε συναισθηματικά σε όλες τις σκηνές. Σε πλησίαζε πριν έρθει η σειρά σου και σου έλεγε κάτι για να ξυπνήσει μέσα σου τα κατάλληλα συναισθήματα για τη σκηνή που θα γύριζες.[1]

Έχοντας αποκτήσει από τα επιμορφωτικά σεμινάρια το θεωρητικό υπόβαθρο, αποφάσισα να βγάλω το ξεχασμένο πουκάμισο από την ντουλάπα μου και να το φορέσω με αυτοπεποίθηση. Οι συζητήσεις με τη φίλη ποιήτρια Μαρία Τοπάλη στάθηκαν για μένα η κινητήρια δύναμη. Αρχίσαμε να συζητάμε για ποιήματα χωρίς την αγωνία της σωστής ερμηνείας. Με την καθοδήγησή της δεν με ενδιέφερε τι ήθελε να πει ο ποιητής, αλλά πώς ένιωσα, τι θυμήθηκα και σε ποια χαραμάδα μου εισχώρησε το ποίημα. Μέσα από αυτές τις συζητήσεις ανακάλυψα τη δική μου μαντλέν, τον κινηματογράφο. Την τέχνη η οποία μιλάει στην ψυχή μου περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη μορφή τέχνης και την παρακολουθώ από πολύ μικρή. Οι λέξεις του ποιήματος σχημάτιζαν εικόνες που τις είχα ξαναδεί σε μια οθόνη. Μέσα στους «ήρωες» ενός ποιήματος αναγνώριζα κινηματογραφικούς ήρωες. Χωρίς να το καταλάβω, οι συζητήσεις διαπέρασαν τη θωράκιση που είχα αποκτήσει από τη σχολική τάξη. Οπότε, σταμάτησα να αναρωτιέμαι τι θέλει να πει ο ποιητής και άρχισα να ψάχνω πού βρίσκεται το σημείο συνάντησης ανάμεσα σε μένα και στο ποίημα. 

Έτσι, διαβάζοντας ένα αυτοτελές απόσπασμα από το ποίημα της σπουδαίας βρετανίδας ποιήτριας Άλις Όσβαλντ (Alice Oswald) «Μνημείο πεσόντων»[2], αναγνώρισα στον Έκτορα τον Αταίριαστο του Κόπολα. Περπατώντας στο βουνό με τον Σεφέρη ένα «Ωραίο φθινοπωρινό πρωινό», ποίημα από το Ημερολόγιο Καταστρώματος, Α’, τα φώτα έσβησαν και ξαναείδα μπροστά μου τη Μέρα της Μαρμότας.

Στις συζητήσεις μας για το ποίημα της Λουίζ Γκλυκ «Καθιστή Μορφή», από την ποιητική συλλογή Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα[3], συνάντησα ξανά τον καθισμένο σε αναπηρικό καροτσάκι ήρωα του Χίτσκοκ στην ταινία Ο σιωπηλός μάρτυρας.

Όταν διαβάσαμε παρέα το ποίημα «Εικασίες σχετικές με το θέμα του Βαραββά»[4], ξαναήρθαν στην επιφάνεια τα συναισθήματα που μου δημιούργησε η ταινία Jesus Christ Superstar.

Είναι πολύτιμες οι συζητήσεις με αγαπημένες φίλες και δεινές αναγνώστριες. Συναισθήματα και εντυπώσεις που δημιουργούσε ένα ποίημα, αλλά φώλιαζαν στο περιθώριο της συνείδησης, παίρνουν σάρκα και οστά και τις βλέπουμε μπροστά μας.

 

 

Ένα μάθημα

Η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο πλησίασα την ποίηση δεν έμεινε μόνο στο επίπεδο της ανάγνωσης, αλλά επηρέασε αποφασιστικά τη μέθοδο διδασκαλίας μου στην τάξη με τους ενήλικους αλλοδαπούς σπουδαστές μου. Στο μάθημα όπου δουλέψαμε την πρώτη στροφή από το  τραγούδι/ποίημα του Διονύση Σαββόπουλου Δημοσθένους λέξις απέφυγα συνειδητά την ερώτηση τι θέλει να πει ο ποιητής και δημιούργησα ένα χώρο όπου ο κάθε σπουδαστής και η κάθε σπουδάστρια μπορούσε να καταθέσει τη δική του/της εμπειρία, τις δικές του/της εικόνες και τα δικά του/της συναισθήματα. Παραθέτω την πρώτη στροφή:

Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κανείς δεν θα με περιμένει

Οι δρόμοι θα’ ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη.

Τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι

Αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή.

Η ερώτηση που έκανα ήταν απλή: Τι λειτούργησε σαν φυλακή για εσάς και γιατί;

Οι απαντήσεις ήρθαν αμέσως. Αυτές που επέστρεφαν ξανά και ξανά, διατυπωμένες διαφορετικά κάθε φορά, ήταν δύο: η οικογένεια και η γνώμη των άλλων.

Η οικογένεια: Η περίφημη φράση είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια κρύβει προσεκτικά μια νοσηρή κατάσταση. Κανένας από εμάς δεν είναι έτοιμος να αποχωριστεί κανέναν. Η υπερβολική προστασία δεν επιτρέπει σε κανένα μέλος της οικογένειας να βγει στον έξω κόσμο και να στραβοπατήσει. Να έρθει αντιμέτωπος με μοναξιά, απογοήτευση, με συγκρούσεις εσωτερικές και εξωτερικές. Η οικογένεια είναι πάντοτε εκεί για να βάλει τσιρότο σε κάθε πληγή, με αποτέλεσμα να μην κοπεί ποτέ ο ομφάλιος λώρος.

Τι θα πουν οι άλλοι: Όταν η ανάγκη για αποδοχή, που ώς ένα βαθμό είναι φυσιολογική, γίνεται εμμονή, σε κάθε κοινωνική επαφή βρισκόμαστε υπό κρίση, κάθε συναναστροφή γεννά άγχος. Είναι αυτό το αόρατο βλέμμα των άλλων που υψώνει κάγκελα γύρω σου και χωρίς να το καταλάβεις γίνεσαι έγκλειστος με τη θέλησή σου.

Ακούγοντάς τους αισθάνθηκα ότι το ποίημα είχε κάνει τη δουλειά του. Δεν υπήρχε η παραμικρή ανάγκη να εξηγήσουμε τίποτε άλλο. Αυτή η στροφή είχε ανοίξει χώρο για όλους και ο καθένας από εμάς μπορούσε να φέρει την αποσκευή του.

Κι αυτό επειδή ούτε εμένα, ως δασκάλα, με ενδιέφερε τι ήθελε να πει ο Διονύσης Σαββόπουλος. Έτσι κατάλαβα τι εννοούσε ο Eλία Καζάν όταν έγραψε:

Δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει η αντίδραση του σκηνοθέτη με την πρόθεση του συγγραφέα. Το πρώτο ερώτημα του σκηνοθέτη όταν προσεγγίζει ένα σενάριο δεν είναι ποια ήταν η πρόθεση του συγγραφέα, αλλά ποια είναι η δική του αντίδραση ως ανεξάρτητου καλλιτέχνη σ’ αυτό.[5]



[1] Μάρλον Μπράντο, Τραγούδια που μου έμαθε η μητέρα μου, μτφρ. Σοφία Ανδρεοπούλου και Δάφνη Βούβαλη (Αθήνα: Νέα Σύνορα - Εκδοτικός  Οργανισμός Λιβάνη, 1994), σ. 238.

[2] Κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Μυρσίνης Γκανά από τις εκδόσεις Μελάνι (2018).

[3] Louise Gluck, Ο Θρίαμβος του Αχιλλέα, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Στερέωμα, Αθήνα 2022.

[4] Zbigniew Herbert, Τιμές στον μικρό θεό της ειρωνείας, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Πατάκη, Αθήνα 2017, σ. 95.

[5] Ελία Καζάν, Για τη σκηνοθεσία, μτφρ. Νίνα Μπούρη, Πατάκη, Αθήνα 2018, σ. 29.

06 Ιουλίου 2026

Η Λουίζ Γκλυκ δεν μένει πια εδώ. Η ποιήτρια που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2020, η οποία κατά την επιτροπή του βραβείου «με μια λιτή ομορφιά κάνει την ατομική ύπαρξη καθολική», πέθανε στις 13 Οκτωβρίου 2023, σε ηλικία 80 χρόνων.

14 Οκτωβρίου 2023