Γιώργος Μπεκατώρος
Σύμβουλος στρατηγικής, πολιτικής συνηγορίας και δημοσίων θεμάτων σε ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα. Ερευνητής στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Επικοινωνίας. MA in Political Communication, MSc in Public Affairs & MSc in Human Rights & Migration.
Ο μύθος του φρουρίου είναι η πραγματικότητα χωρίς φρουρούς
Το «χριστιανικό φρούριο» ως ψηφοθηρικό τέχνασμα και η άδικη και σκόπιμη στοχοποίηση του Πάπα, του Βατικανού και των Πατριαρχείων
Ι. Από την πρόβλεψη στο σύνθημα
Η θέση του Σάμιουελ Χάντινγκτον ότι η πολιτική της μεταψυχροπολεμικής εποχής θα διαρθρωθεί γύρω από τις μεγάλες πολιτισμικές ενότητες διατυπώθηκε ως αναλυτική υπόθεση, με τις επιφυλάξεις που αρμόζουν σε κάθε πρόγνωση. Στην πολιτική πρακτική της σύγχρονης Δύσης μετατράπηκε σε λεξιλόγιο. Η «Δύση» ορίζεται πλέον με όρους πίστης, το «φρούριο» προβάλλεται ως υπόσχεση, η «σταυροφορία» ως τόνος, και όλα αυτά απευθύνονται πρωτίστως σε ένα εσωτερικό ακροατήριο, με στόχο το εκλογικό κέρδος.
Το παρόν σημείωμα υποστηρίζει δύο συνδεόμενες θέσεις. Η πρώτη είναι ότι το πολυδιαφημισμένο, από στελέχη όπως ο Βανς και ο Χέγκσεθ, «χριστιανικό φρούριο» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα υπέρμετρα δαπανηρό επικοινωνιακό τέχνασμα, κατασκευασμένο για να υπηρετήσει τα εκλογικά σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ και του πολιτικού του χώρου και να καλύψει τη συναλλακτική εξωτερική του πολιτική.
Η δεύτερη είναι ότι οι πραγματικοί θεσμικοί φορείς του χριστιανικού κόσμου, δηλαδή ο Αγιώτατος Πάπας και το Βατικανό, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης και οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, δεν σιωπούν ούτε αδρανούν. Αντίθετα, διαμαρτύρονται, παρεμβαίνουν και πράττουν ό,τι είναι πρακτικά εφικτό ενάντια στις σφαγές και την καταπίεση του χριστιανικού ποιμνίου· κατά συνέπεια, οι κατηγορίες που τους καταλογίζονται περί αδράνειας είναι άδικες και σκόπιμες.
II. Η ρητορική
Η ακρίβεια εδώ δεν είναι διακοσμητική αρετή. Στο Μόναχο, τον Φεβρουάριο του 2025, ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστήριξε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη προέρχεται από την εσωτερική της διάβρωση και όχι από τη Μόσχα ή το Πεκίνο. Έναν χρόνο μετά, κατά τη δημοσιογραφική αποτύπωση της ομιλίας του, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παρουσίασε την ατλαντική σχέση ως δεσμό κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς, στην οποία συγκαταλέγεται ρητά η χριστιανική πίστη (βλ. κάλυψη του NPR για τη Διάσκεψη του 2026). Τον Ιούνιο του 2026, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ επέκρινε τους ευρωπαίους συμμάχους για την ανεπαρκή ευθύνη τους απέναντι στη δική τους ασφάλεια και μίλησε και για την πίστη της Ευρώπης στον εαυτό της και στον πολιτισμό της.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μια απλή διακήρυξη πολέμου κατά του Ισλάμ, όπως συχνά απλουστεύεται, αλλά για κάτι λεπτότερο και ενδεχομένως αποτελεσματικότερο: για τη μετατροπή μιας σχέσης στρατιωτικής εξάρτησης σε διαπραγμάτευση ταυτότητας. Σε αυτήν, η ασφάλεια προσφέρεται με αντάλλαγμα την πολιτισμική ευθυγράμμιση, ενώ το χριστιανικό στοιχείο επιστρατεύεται ως ιδεολογικός σηματωρός για την πολιτική συσπείρωση του εσωτερικού ακροατηρίου. Ο ρόλος του προστάτη του χριστιανισμού απευθύνεται κατεξοχήν στους συντηρητικούς πιστούς, για τους οποίους το σχήμα αυτό αποτελεί υπόσχεση προστασίας, της οποίας το αντίκρισμα οφείλει να εξεταστεί. Ένα φρούριο, ωστόσο, κρίνεται από τους φρουρούς του, δηλαδή από το πού κατευθύνεται πράγματι η προστατευτική προσπάθεια. Όταν, μάλιστα, έρχεται η ώρα να δοκιμαστεί στην πράξη αυτός ο οικειοποιημένος ρόλος του προστάτη των απανταχού χριστιανών, η πολιτική που επιλέγεται αποδεικνύεται άνευρη και στερούμενη πραγματικής ισχύος· η Ουάσιγκτον, βάσει ψυχρού υπολογισμού, επιλέγει να θυσιάσει την προστασία των πιστών στον βωμό των οικονομικών και γεωπολιτικών της συμφερόντων.
III. Η δοκιμασία της πράξης
Στο πεδίο αυτής ακριβώς της γεωπολιτικής ιεράρχησης, η περίπτωση της Νιγηρίας αναδεικνύεται ως η πλέον απτή δοκιμασία. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Λίστα Επιτήρησης 2026 της Open Doors, διεθνούς χριστιανικής οργάνωσης με έδρα την Ολλανδία που καταγράφει τις διώξεις χριστιανών, 3.490 από τους 4.849 χριστιανούς που σκοτώθηκαν παγκοσμίως για την πίστη τους κατά την περίοδο αναφοράς, δηλαδή περίπου το 72%, σκοτώθηκαν στη Νιγηρία. Το στοιχείο προέρχεται από οργάνωση χριστιανικής υποστήριξης και η μεθοδολογία της αποτελεί αντικείμενο συζήτησης· γι' αυτό επιβάλλεται η συνεξέταση των δεδομένων αυτών με μια ανεξάρτητη πηγή.
Ως τέτοια χρησιμεύει η αναλυτική δεξαμενή International Crisis Group, η οποία στην ανάλυσή της Why violence persists in Nigeria και στο σημείωμα ερωτήσεων και απαντήσεων Why is President Trump threatening humanitarian intervention in Nigeria? προσεγγίζει τη βία ως προϊόν πολλαπλών παραγόντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο ανταγωνισμός για τη γη και τους πόρους, η αδυναμία του κράτους να αστυνομεύσει την ύπαιθρο και η δράση τζιχαντιστικών ομάδων· σε προγενέστερη έκθεσή της, μάλιστα, εκτιμούσε ότι η σύγκρουση κτηνοτρόφων και γεωργών ήταν πολλαπλάσια θανατηφόρα από την εξέγερση της Μπόκο Χαράμ.
Οι δύο πηγές, συνδυαζόμενες, δεν αναιρούν η μία την άλλη: η αιματοχυσία είναι υπαρκτή και πλήττει δυσανάλογα τους χριστιανούς, ενώ τα αίτιά της είναι σύνθετα. Ο Αγιώτατος Πάπας Λέων ΙΔ΄ αποτύπωσε τον Νοέμβριο του 2025 ακριβώς αυτή τη διάκριση, επισημαίνοντας ότι στη Νιγηρία έχουν σφαγιαστεί χριστιανοί.
Την ίδια περίοδο, ο Τραμπ, απευθυνόμενος από το βήμα προεκλογικής συγκέντρωσης στην Αϊόβα στοχευμένα στη βάση των υπερσυντηρητικών ευαγγελικών ψηφοφόρων προς άγραν πολιτικών εντυπώσεων, μίλησε για «υπαρξιακή απειλή» κατά των χριστιανών της χώρας και προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα επέμβουν με στρατιωτική ισχύ. Προς αποφυγήν παρερμηνείας, οφείλει να σημειωθεί ότι η απειλή δεν έμεινε εντελώς κενή: την ημέρα των Χριστουγέννων του 2025 αμερικανικά πλήγματα έπληξαν στρατόπεδα του ISIS στην πολιτεία Σοκότο, κατόπιν αιτήματος και σε συντονισμό με τις νιγηριανές αρχές. Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι, παρόλο που ο Τραμπ την παρουσίασε ως απάντηση στη σφαγή χριστιανών, η επιχείρηση της Σοκότο, όπως δήλωσαν ρητά ο διοικητής της Στρατιωτικής Διοίκησης των ΗΠΑ για την Αφρική (AFRICOM), Στρατηγός Μάικλ Λάνγκλεϊ, και οι εκπρόσωποι του Πενταγώνου, διενεργήθηκε αποκλειστικά κατά του ISIS, στο πλαίσιο των ευρύτερων επιχειρήσεων κατά του Ισλαμικού Κράτους, και όχι ως αποστολή με κύριο γνώμονα την προστασία συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας.
Μια εφάπαξ επιχείρηση κατά τζιχαντιστικών στόχων, με την άδεια της Αμπούτζα, σε χώρα που εξαρτάται από την αμερικανική βοήθεια, δεν αγγίζει το δομικό πρόβλημα της Μεσαίας Ζώνης, και η επιλογή της ημερομηνίας αποκαλύπτει ότι το γεγονός συνιστούσε και σκηνογραφία του πολιτικού μηνύματος, προορισμένη για το εσωτερικό ακροατήριο. Η υπόθεση της Νιγηρίας υπήρξε άλλωστε επί μακρόν προνομιακό αντικείμενο ενδιαφέροντος του αμερικανικού συντηρητισμού, με πρωτεργάτες συγκεκριμένα μέλη της Γερουσίας, όπως ο Τεντ Κρουζ· ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να ισχυριστεί με ασφάλεια ότι η εξωτερική πολιτική, εν προκειμένῳ, ακολούθησε πιστά τις επιταγές της εσωτερικής πίεσης.
Η Ζώνη του Σαχέλ προσφέρει την πιο διδακτική αντίθεση. Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τον Νίγηρα το 2024 δεν υπήρξε επιλογή της κυβέρνησης Τραμπ, και το κενό καλύφθηκε από τη Wagner, η οποία μετονομάστηκε σε Africa Corps υπό την εποπτεία του ρωσικού υπουργείου Άμυνας. Η Μόσχα αυτοπροβάλλεται ως προστάτιδα της ορθόδοξης πίστης, ωστόσο το Africa Corps εμφανίζεται σε εκθέσεις για παραβιάσεις σε βάρος αμάχων, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες του Africa Intelligence, οι Ρώσοι μισθοφόροι εμπλέκονται στα δίκτυα διακίνησης μεταναστών και στην προστασία δικτύων λαθρεμπορίου, με κέρδη που συντηρούν τη δική τους παρουσία. Τίθεται, εύλογα, το ερώτημα ποια υπήρξε στο μεταξύ η στάση της Ουάσιγκτον, η οποία αυτοπροβάλλεται ως φρούριο του χριστιανισμού, και ποια η ανοχή της έναντι των κερδών αυτών: σύμφωνα με δημοσίευμα του Σεπτεμβρίου 2026, η χαλάρωση κυρώσεων έναντι στελεχών της χούντας του Μάλι δεν συνοδεύτηκε από όρο αποχώρησης των Ρώσων. Η στροφή της αμερικανικής πολιτικής στην Αφρική από τον ανθρωπισμό στην εμπορική διπλωματία δεν αφήνει περιθώρια για χριστιανική στρατηγική.
Αν όμως η Αφρική αποκαλύπτει τα όρια της εμπορικής διπλωματίας, η Μέση Ανατολή και η Ασία καταδεικνύουν την πλήρη υποταγή του θρησκευτικού κριτηρίου στις στρατηγικές αναγκαιότητες, με τη Συρία να αποτελεί ίσως το πιο εύγλωττο παράδειγμα. Τον Ιούνιο του 2025 η επίθεση σε εκκλησία της Δαμασκού στοίχισε τη ζωή σε 22 χριστιανούς, και η Open Doors ανέβασε τη Συρία κατά δώδεκα θέσεις στη λίστα της, στην έκτη. Ουσιώδες είναι ότι η βία κατά των χριστιανών και των άλλων μειονοτήτων δεν σταμάτησε ούτε μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ ούτε μετά την αμερικανική στροφή προς τη νέα εξουσία. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τραμπ αποδέχθηκε τον Αχμάντ αλ Σαράα ως εταίρο, τον υποδέχθηκε στον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο του 2025 και, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, το Κογκρέσο κατήργησε τον νόμο Caesar, δηλαδή τον ισχυρότερο μοχλό πίεσης που διέθετε η Ουάσιγκτον έναντι της Δαμασκού, κατά δημοσιεύματα χωρίς ρήτρα επαναφοράς των κυρώσεων. Η επιλογή μπορεί να υποστηριχθεί ως ρεαλιστική· δεν μπορεί, όμως, να παρουσιαστεί ως επιλογή υπέρ των χριστιανών, αφού η προστασία των μειονοτήτων δεν αποτέλεσε όρο, και τα θύματα συνέχισαν να θρηνούνται.
Στην Κίνα, η προσπάθεια «σινικοποίησης» της θρησκείας που καταγράφει η USCIRF δεν επιδέχεται στρατιωτική απάντηση, και κανείς δεν αξιώνει από τις ΗΠΑ πόλεμο με πυρηνική υπερδύναμη· εντούτοις, βάσει των διαθέσιμων ενδείξεων, το ζήτημα δεν συνδέθηκε ούτε καν με τον εμπορικό διάλογο. Στην Ινδία, όπου η Open Doors καταγράφει σημαντικό αριθμό περιστατικών κράτησης χριστιανών, η ρητορική της προστασίας δεν μετουσιώθηκε σε άσκηση πίεσης έναντι ενός εταίρου με στρατηγική βαρύτητα στον ανταγωνισμό με το Πεκίνο.
Το μοτίβο είναι συνεπές: η προστασία των ομοθρήσκων επιλέγεται εκεί όπου το κόστος είναι χαμηλό και ο αποδέκτης αδύναμος, και παραλείπεται εκεί όπου θα ήταν δαπανηρή ή θα διατάρασσε ένα συμφέρον. Οι πράξεις της κυβέρνησης Τραμπ, τόσο στο πεδίο όσο και έναντι των συμμάχων της, και η γενικότερη στάση της δείχνουν ότι η αναξιοπιστία της ρητορικής αυτής δεν είναι τυχαία: η Ουάσιγκτον έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να θυσιάσει αξίες για στενά οικονομικά και στενά γεωπολιτικά συμφέροντα και, κατά τους επικριτές της, ενίοτε και για προσωπικά. Τα δεδομένα συνηγορούν, ως εκ τούτου, στην άποψη ότι η πολυδιαφημισμένη πολιτική του χριστιανικού φρουρίου δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα επικοινωνιακό τέχνασμα προς εσωτερική κατανάλωση, σχεδιασμένο να υπηρετήσει ψηφοθηρικούς λόγους και να συγκαλύψει τη συναλλακτική εξωτερική της πολιτική. Οι πρωτεργάτες του τεχνάσματος προβάλλονται υποκριτικά ως νέοι Ηρακλείς και ιππότες του χριστιανισμού, προκειμένου να υφαρπάξουν την ψήφο των ευκολόπιστων και ακραιφνών συντηρητικών πιστών, υποσχόμενοι τους πολιτικές και επεμβατικές προστασίες τις οποίες ουδέποτε τίμησαν ή θα τιμήσουν· αντιθέτως, αθέτησαν και θα αθετήσουν με την πρώτη ευκαιρία, θυσιάζοντάς τες στον βωμό των στενών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων που εξυπηρετεί η συναλλακτική τους πολιτική.
IV. Οι εκκλησιαστικές ηγεσίες: διαμαρτυρία, διαβήματα, δράση
Απέναντι σε αυτή τη συναλλακτική διαχείριση, αναδεικνύεται μια παράδοξη όσο και υποκριτική στάση από την πλευρά συγκεκριμένων εγχώριων και διεθνών δημοσιολογούντων. Οι ίδιοι κύκλοι που στηρίζουν με θέρμη την επικοινωνιακή ρητορική της Ουάσιγκτον περί προστασίας των πιστών, σπεύδουν συχνά να κατηγορήσουν τις παραδοσιακές θρησκευτικές ηγεσίες για υποτιθέμενη αδράνεια ή σιωπή απέναντι στους σύγχρονους διωγμούς. Ωστόσο, η κατηγορία ότι ο Πάπας και τα Πατριαρχεία σιωπούν διαψεύδεται κατηγορηματικά από τα ίδια τα αρχεία της σύγχρονης ιστορίας.
Ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος είχε καταγγείλει, σε λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής, τη «συνένοχη σιωπή» της διεθνούς κοινότητας απέναντι στους χριστιανούς που θανατώνονται για την πίστη τους· είχε καταδικάσει τη δολοφονία του πατέρα Ζακ Αμέλ το 2016 και τις επιθέσεις στο Παρίσι, στη Νίκαια και στη Βιέννη, χαρακτηρίζοντας βλασφημία την επίκληση του ονόματος του Θεού για τη δικαιολόγηση της βίας. Ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ έπραξε το ίδιο στις 25 Οκτωβρίου 2026, όταν, μετά την κυριακάτικη προσευχή του Angelus, προσευχήθηκε για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης κατά πιστών στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου στο Χαμούντ της Ιορδανίας, δύο ημέρες μετά τη σφαγή που στοίχισε τη ζωή σε εννέα ανθρώπους.
Η δράση της Αγιότητάς του δεν εξαντλείται στις δηλώσεις· το Βατικανό διαθέτει δίκτυο αποστολικών νουντσιατούρων, μέσω των οποίων υποβάλλονται διαβήματα και εκφράζεται θεσμική αλληλεγγύη προς τις τοπικές Εκκλησίες. Αντίστοιχα, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, στη δικαιοδοσία του οποίου ανήκει ο ναός του Χαμούντ, δήλωσε ότι η επίθεση δεν θα κλονίσει τη χριστιανική παρουσία ούτε τον δεσμό των χριστιανών με την πατρίδα τους, και ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων είναι ο πλησιέστερος στο πλήγμα ποιμένας. Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει επανειλημμένα καταδικάσει την τρομοκρατία, και οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Αντιοχείας και Αλεξανδρείας ζουν και μαρτυρούν στο έδαφος που πλήττεται.
Το κεντρικό ερώτημα που απομένει, αλλά και η βασικότερη κατηγορία που προσάπτεται από τους αναλυτές και τους πολιτικούς αυτούς προς τις θρησκευτικές ηγεσίες –και κατεξοχήν προς τον Πάπα–, είναι η άρνησή τους να στραφούν γενικευμένα εναντίον του Ισλάμ. Σύμφωνα με το σκεπτικό των επικριτών, οι ηγέτες του χριστιανικού κόσμου επιδεικνύουν αδικαιολόγητη ανοχή απέναντι σε μια θρησκεία η οποία, όπως διατείνονται, επιτάσσει δομικά τον πόλεμο και τη βία. Η υπεύθυνη απάντηση των θεσμικών εκπροσώπων της Εκκλησίας απέναντι σε αυτή την ισοπεδωτική προσέγγιση εκδιπλώνεται σε τέσσερις σαφείς πτυχές.
Εν πρώτοις, η θεσμική παράδοση: ο διαθρησκειακός διάλογος είναι δέσμευση της Καθολικής Εκκλησίας από τη δήλωση Nostra Aetate της Β΄ Βατικανής Συνόδου, και ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος την επιβεβαίωσε με το Έγγραφο για την Ανθρώπινη Αδελφοσύνη που υπέγραψε το 2019 με τον Μεγάλο Ιμάμη του Αλ Αζχάρ. Έπειτα, η Αυτού Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης ασκεί εδώ και δεκαετίες διαθρησκειακή διπλωματία και έχει δηλώσει, στο πλαίσιο διαθρησκειακών συναντήσεων, ότι η τρομοκρατία είναι ξένη προς κάθε θρησκεία.
Κυριότερο, ωστόσο, είναι ότι πολλοί χριστιανοί ζουν ως θύλακες μέσα σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς: στην Κωνσταντινούπολη, όπου εδρεύει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στη Δαμασκό, έδρα του Πατριαρχείου Αντιοχείας, στην Αλεξάνδρεια, στα Ιεροσόλυμα και στην Ιορδανία. Κάθε επιθετική δήλωση ενός δυτικού ηγέτη κατά του Ισλάμ εκθέτει αυτούς τους θύλακες στην οργή των τοπικών πληθυσμών, και ο ποιμένας δεν δύναται να διακινδυνεύσει τους δεσμούς που τον συνδέουν με το ποίμνιό του, διότι επί των δεσμών αυτών στηρίζεται η ίδια η ασφάλεια εκείνων που προστατεύει. Η ιστορία το έχει δείξει: η ομιλία του Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ στη Ρατισβόνα το 2006 προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις, με επιθέσεις κατά εκκλησιών στη Μέση Ανατολή.
Τέλος, η ίδια η σφαγή του Χαμούντ διαψεύδει εν πολλοίς το πλαίσιο της «σύγκρουσης των πολιτισμών» από τη στιγμή που την επίθεση καταδίκασαν ο βασιλιάς Αμπντάλα Β΄, το Κατάρ και η Αλγερία, καθώς και πλήθος άλλων μουσουλμανικών κυβερνήσεων και οργανισμών (Ομάν, Μπαχρέιν, Σομαλία, Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, Παλαιστινιακή Προεδρία), παράλληλα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι ιορδανικές αρχές συνέλαβαν τρεις υπόπτους. Μια ρητορική της σύγκρουσης εκ μέρους των εκκλησιαστικών ηγεσιών θα αποξένωνε πλήρως αυτούς τους αναγκαίους συμμάχους, ακυρώνοντας τα μόνα υπαρκτά αναχώματα προστασίας για τους χριστιανούς πληθυσμούς που ζουν στην επικράτεια μουσουλμανικών κρατών.
V. Το Βατικανό χωρίς λεγεώνες
Πέραν των ανωτέρω στρατηγικών αναγκαιοτήτων, οι επικριτές των θρησκευτικών ηγεσιών παραβλέπουν ένα ακόμη στοιχειώδες στοιχείο: τη ρεαλιστική φύση της σύγχρονης παπικής ισχύος. Το σύγχρονο Βατικανό στερείται των λεγεώνων του παρελθόντος. Διαθέτει, βεβαίως, σημαντική διπλωματική επιρροή, αλλά ουδόλως κατέχει τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική ισχύ ή την ικανότητα προβολής ισχύος που διέθετε κατά τον Μεσαίωνα, εποχή κατά την οποία η παπική αυθεντία υπερείχε της βασιλικής ή της κρατικής εξουσίας.
Το 1095, στο Κλερμόν, ο Ουρβανός Β΄ μπόρεσε με έναν λόγο να κινητοποιήσει τη Δυτική Χριστιανοσύνη στην Α΄ Σταυροφορία. Το 1493, με παπική βούλλα, ο Αλέξανδρος ΣΤ΄ διαίρεσε τον Νέο Κόσμο ανάμεσα σε Ισπανία και Πορτογαλία, και οι δύο μεγάλες δυνάμεις της εποχής υπάκουσαν. Μετά την Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648, ο Ιννοκέντιος Ι΄ κήρυξε με βούλλα άκυρη τη συνθήκη, χωρίς ωστόσο η παρέμβασή του να βρει την παραμικρή ανταπόκριση, γεγονός που επισφράγισε ιστορικά ότι η παπική εξουσία έπαψε πλέον να ίσταται υπεράνω των κρατικών αρχών.
Η φωνή που κινητοποιούσε στρατούς στο Κλερμόν δεν κινητοποιεί σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση, παρά διπλωμάτες. Από τότε, η παπική εξουσία περιορίστηκε σταδιακά, ώσπου το σύγχρονο Βατικανό, με έκταση μικρότερη του μισού τετραγωνικού χιλιομέτρου και μόνη ένοπλη δύναμη την Ελβετική Φρουρά, περιορίστηκε σε φορέα αποκλειστικά διπλωματικής και ηθικής επιρροής. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν ο Ποντίφικας καλούσε τον χριστιανικό κόσμο σε «σταυροφορία» κατά του Ισλάμ, είναι πλέον βέβαιο ότι κανείς ηγέτης της Δύσης –και εδώ η αναφορά δεν αφορά μόνον τις ΗΠΑ, αλλά εκτείνεται τόσο στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στη Λατινική Αμερική– δεν θα τον ακολουθούσε ούτε θα διέθετε στρατό. Είναι σαφές και λογικό αυτό, διότι τα εθνικά, γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των επιμέρους κρατών ή συνασπισμών υπερτερούν στις περισσότερες των περιπτώσεων.
Λαμβανομένου υπόψη ότι στη σύγχρονη εποχή το Βατικανό δεν διαθέτει στρατιωτική ισχύ παρά μόνον διπλωματική, οφείλει να μετέρχεται την τελευταία με σύνεση, προκειμένου όχι μόνο να προστατεύει το ποίμνιό του αλλά και να διατηρεί τη δυνατότητα να την αξιοποιεί για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας. Μια διπλωματία που θα κατέληγε σε ρήξη με κάθε μουσουλμανική κυβέρνηση θα έκλεινε νομοτελειακά τις πόρτες των τοπικών Εκκλησιών, των νοσοκομείων και των αποστολών αρωγής.
Κανένα σύγχρονο κράτος και ουδείς ηγέτης δεν είναι πραγματικά διατεθειμένος να θυσιάσει τα οικονομικά ή γεωπολιτικά του συμφέροντα για να προστατεύσει τους διωκόμενους πιστούς, ακόμη και αν το ζητήσει ο ίδιος ο Ποντίφικας. Υπό αυτό το πρίσμα, η συστηματική στοχοποίηση του Πάπα και η αξίωση να πράξει όσα αντικειμενικά αδυνατεί λόγω έλλειψης ισχύος –σε συνδυασμό με τη στείρα άρνηση αναγνώρισης του πραγματικού του έργου– συγκροτούν μια κατηγορία που στηρίζεται ξεκάθαρα σε έναν βαθύ αναχρονισμό.
Οι εν λόγω κατηγορίες στρέφονται, εξάλλου, πρωτίστως κατά του Πάπα και όχι προς τα παραδοσιακά Πατριαρχεία, παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία των επικριτών παραμένει ενιαία. Η εξήγηση του φαινομένου εντοπίζεται στην ασυμμετρία της επικοινωνιακής προβολής: ο Πάπας λογίζεται ως ο μοναδικός παγκόσμιος εκπρόσωπος του χριστιανισμού στα όμματα της δυτικής δημόσιας σφαίρας, με ένα ποίμνιο που υπερβαίνει το 1,3 δισεκατομμύριο πιστούς, με αποτέλεσμα κάθε του δημόσια αναφορά να τίθεται υπό σχολαστική εξέταση.
Αντίθετα, τα ανατολικά Πατριαρχεία, όντας αποκεντρωμένα και λιγότερο ορατά στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, δεν υφίστανται την ίδια πίεση. Όταν δε επικρίνονται, αυτό συμβαίνει συνήθως από την αντίθετη πλευρά, δηλαδή από εγχώριους ορθόδοξους κύκλους που τα κατηγορούν για συγκρητισμό. Ο βαθύτερος μηχανισμός, ωστόσο, παραμένει ο ίδιος: ένας έλεγχος ιδεολογικής καθαρότητας που επιστρατεύεται προς πάσα κατεύθυνση. Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο αυτής της δυναμικής είναι ότι η κριτική στρέφεται τελικά κατά της ορατότητας και της δημόσιας εμβέλειας των ηγετών, και όχι κατά του πραγματικού περιεχομένου των θέσεων τους.
VI. Αντιρρήσεις
Η ακριβοδίκαιη εξέταση του ζητήματος επιβάλλει, εντούτοις, να ακουστούν και οι αντίθετες θέσεις. Οι επικριτές του Πάπα διατείνονται πως η άρνηση να κατονομαστεί ο ισλαμισμός ως η ιδεολογική ρίζα συγκεκριμένων ομάδων υποτιμά την αμιγώς θρησκευτική κινητοποίηση οργανώσεων όπως το ISWAP. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η εμμονή στον διαθρησκειακό διάλογο ενδέχεται να διολισθήσει σε μια προβληματική διπλωματική ανοχή, με αποτέλεσμα ορισμένες χριστιανικές κοινότητες, στη Νιγηρία και στο Πακιστάν, να αισθάνονται σήμερα εγκαταλελειμμένες. Από την πλευρά τους, οι υποστηρικτές της κυβέρνησης Τραμπ αντιτείνουν ότι η Ουάσιγκτον έδρασε αποφασιστικά στη Νιγηρία, υποστηρίζοντας πως ο ρεαλισμός δεν συνιστά υποκρισία και ότι η αμερικανική δημόσια πίεση προς την Αμπούτζα υπήρξε πρωτοφανής.
Η προσφορότερη απάντηση σε αυτές τις ενστάσεις ανευρίσκεται σε μια θεμελιώδη διάκριση, την οποία η ίδια η Ρώμη δεν παύει να υπογραμμίζει: άλλο η ρητή καταδίκη μιας τζιχαντιστικής ιδεολογίας –την οποία τόσο ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος όσο και ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ στηλιτεύουν χωρίς περιστροφές– και άλλο η καθολική ενοχοποίηση μιας ολόκληρης θρησκείας, την οποία ορθώς αρνούνται να διατυπώσουν.
Η διαφωνία, συνεπώς, αφορά την πραγματολογική ταξινόμηση και όχι την ηθική στάση των ηγετών. Το ερώτημα, εξάλλου, αν η εκάστοτε αμερικανική κυβέρνηση αποτελεί τον καταλληλότερο και πλέον αξιόπιστο προστάτη και θεματοφύλακα των χριστιανών της υφηλίου είναι ριζικά διαφορετικό από το ζήτημα της ειλικρίνειας των προθέσεών της· άπτεται άμεσα του ιστορικού της πραγματικής της δράσης στο πεδίο. Το δε ιστορικό αυτό, όπως αναλύθηκε, αδυνατεί να στηρίξει με συνέπεια τη μεγαλόστομη αυτή ρητορική των ΗΠΑ και των δημοσιολογούντων υποστηρικτών της πολιτικής Τραμπ.
Δεν προκύπτουν, εξάλλου, ενδείξεις ότι άλλοι ηγέτες της Δύσης ή χριστιανικών κρατών είναι διατεθειμένοι να προστατεύσουν τους χριστιανούς στο όνομα του χριστιανισμού· το πολύ να το πράξουν στο όνομα των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, παρόλο που κανείς δυτικός ηγέτης δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει ενεργό ρόλο ως προστάτης των χριστιανών της υφηλίου, ουδείς συνάμα επιδεικνύει την έπαρση, για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς, να διατείνεται ότι θα επωμιστεί έναν τέτοιο παγκόσμιο ρόλο, πέραν του Ντόναλντ Τραμπ. Ο τελευταίος, διά των στενών του συνεργατών, απευθύνεται στο διεθνές κοινό μιλώντας για ένα «φρούριο» που θα προστατεύσει τον πολιτισμό και τους χριστιανούς από το Ισλάμ.
Ένα φρούριο χρειάζεται τείχη, φρουρούς και προϋπολογισμό. Αυτό ωστόσο το φρούριο που περιγράψαμε διαθέτει λόγιους και εύγλωττους ρήτορες, καθώς και μεγαλόστομες ανακοινώσεις στον κατάλληλο χρόνο, οι οποίες όμως στερούνται αντικρίσματος μόλις γίνει αντιληπτό ότι η προστασία κοστίζει οικονομικά και γεωπολιτικά, επιβάλλοντας τη θυσία συμφερόντων. Θέτοντας το ζήτημα επί τον τύπον των ήλων, όταν η άψογα οικοδομημένη επικοινωνιακή εικόνα του προστάτη των χριστιανών και τα τεχνάσματα χάριν της ψηφοθηρίας συναντούν τη σκληρή διπλωματική και γεωπολιτική πραγματικότητα στο πεδίο, η πράξη αναδεικνύεται κυρίαρχη· και εκεί ακριβώς, το αφηγηματικό ένδυμα του "Αυτοκράτορα" Τραμπ καταρρέει, αφήνοντάς τον πλήρως απογυμνωμένο.
Γι’ αυτό, καλό θα ήταν οι διάφοροι δημοσιολογούντες να σιωπήσουν και να αφήσουν εκείνους που πραγματικά ενδιαφέρονται, δηλαδή τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς ηγέτες, να φροντίσουν το ποίμνιό τους: τον Αγιώτατο Πάπα της Ρώμης, τον Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχη και τους Μακαριώτατους Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, οι οποίοι θα βρίσκονται πάντοτε στο πλευρό του ποιμνίου τους και θα το υπηρετούν χωρίς να έχουν ως αλλότριο στόχο να τους υφαρπάξουν με τεχνάσματα τη ψήφο.
Διαδηλώσεις που δεν προάγουν ισονομία και δικαιώματα
Το Σάββατο 10 Οκτωβρίου διαδηλώσεις υπέρ της ελευθερίας της Παλαιστίνης πραγματοποιήθηκαν σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, ανάμεσά τους το Λονδίνο και η Αθήνα. Με αφορμή αυτές ξαναγύρισα στις γνώριμες εικόνες: πανό με το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» ή, αλλού, «…ισλαμική», και μέσα στο πλήθος γυναικείες και ΛΟΑΤΚΙ ομάδες. Όλοι συμπάσχουμε με τους αμάχους της Γάζας, όπως κάθε άνθρωπος: για να πενθήσει κανείς τα παιδιά που πεθαίνουν δεν χρειάζεται να έχει ταχθεί με κάποιο πολιτικό στρατόπεδο.
Οι ακτιβιστές λένε ότι υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, επειδή τα θεμελιώδη δικαιώματα και η ισονομία είναι πανανθρώπινες αξίες και πανανθρώπινη υποχρέωση, όπως ορίζουν ο ΟΗΕ και οι διεθνείς συνθήκες. Η προσήλωση της Δύσης σε αυτές είναι τόσο βαθιά, ώστε ο Michael Ignatieff, στο Human Rights as Politics and Idolatry, να προειδοποιεί ότι τείνουν να γίνουν ειδωλολατρία, και ότι γι' αυτό δέχονται κριτική από την Ασία και τον ισλαμικό κόσμο, όπου, λόγω πολιτισμικής και θρησκευτικής σχετικότητας, τα αντιμετωπίζουν διαφορετικά.
Η παρουσία γυναικείων και ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων σε τέτοιες διαδηλώσεις, με σημαίες της Παλαιστίνης, απ’ όσο είδα χωρίς πανό υπέρ της ειρήνης, και με το «η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» στα χείλη, πλάι σε διαδηλωτές ανάμεσα στους οποίους πιθανότατα βρίσκονται και φανατικοί ισλαμιστές, φαίνεται ανεξήγητη. Οργανώσεις του ίδιου χώρου διαδηλώνουν με εξαιρετική θέρμη εναντίον του Ερντογάν και της κυβέρνησής του, με τις ρίζες στο πολιτικό Ισλάμ, όταν στρέφεται κατά της κοινότητάς τους: τον Σεπτέμβριο του 2026, μετά τις τουρκικές επιδρομές σε ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις, ομάδες ΛΟΑΤΚΙ κάλεσαν σε συγκέντρωση έξω από την τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα.
Η αντίφαση οξύνεται με την αφωνία τους απέναντι στο Ιράν, στη Σαουδική Αραβία και στο Κατάρ: οι ίδιοι ακτιβιστές δεν οργάνωσαν συγκεντρώσεις αντίστοιχης έκτασης έξω από τις πρεσβείες του Ιράν τον Ιανουάριο του 2026, όταν το καθεστώς σκότωνε χιλιάδες διαδηλωτές, πριν από τον πόλεμο. Οι ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων μιλούν για τουλάχιστον 6.126 νεκρούς, η Τεχεράνη παραδέχεται περίπου 3.000. Δεν έχουν λάβει χώρα πορείες αντίστοιχης έκτασης ούτε έξω από την πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας, όπου το 2025 θανατώθηκαν 356 άνθρωποι, ούτε του Κατάρ. Οι πορείες οργανώνονται σχεδόν αποκλειστικά έξω από τις πρεσβείες του Ισραήλ και των ΗΠΑ.
Τι συμβαίνει σε όσους δεν χωράνε
Για τη Χαμάς, το «η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» σημαίνει κράτος χωρίς Ισραήλ, ενώ το «ισλαμική» διατυπώνει ανοιχτά το όραμά της: μια Παλαιστίνη με ισλαμική ταυτότητα από τον Ιορδάνη ώς τη Μεσόγειο. Στη Γάζα, που η Χαμάς κυβερνά εδώ και δύο δεκαετίες, ισχύει ακόμη νομοθεσία της βρετανικής εντολής που ποινικοποιεί την ομοφυλοφιλία· το 2019 η αστυνομία της Παλαιστινιακής Αρχής απαγόρευσε τις δραστηριότητες της queer οργάνωσης Al-Qaws. Τον Ιούλιο του 2023 ο Χασάν Νασράλα, τότε ηγέτης της Χεζμπολάχ, δήλωσε ότι οι ομοφυλόφιλοι πρέπει να θανατώνονται, και το Euro-Mediterranean Human Rights Monitor το κατέγραψε ως προτροπή σε βία.
Η 7η Οκτωβρίου
Στις 7 Οκτωβρίου 2023 μαχητές της Χαμάς σκότωσαν σχεδόν 1.200 Ισραηλινούς και απήγαγαν 251 ομήρους. Ανάμεσα στα θύματα υπήρχαν και ΛΟΑΤΚΙ Ισραηλινοί: η Aguda, η κύρια ομπρέλα των ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεων του Ισραήλ, ταυτοποίησε ονομαστικά τουλάχιστον τέσσερις, τον Αντιέλ Τβίτο και τον Ντανιέλ Κοέν στο φεστιβάλ κοντά στο Ρέιμ, τον Άλον Τολεδάνο από το Σντερότ, που πήγαινε στη συναγωγή για τις προσευχές της γιορτής, και τον λοχαγό Σάγκι Γκολάν, έφεδρο, που έσπευσε χωρίς διαταγή στο κιμπούτς Μπέρι και έπεσε στις μάχες, αφού, σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, είχε σώσει δεκάδες ανθρώπους.
Τα θύματα της Γάζας
Οι ακτιβιστές επικαλούνται τα χιλιάδες θύματα της ισραηλινής επέμβασης. Ο ΟΗΕ έχει όμως καταγράψει ότι και η Χαμάς, με άλλες παλαιστινιακές ένοπλες ομάδες, διεξήγαγε εχθροπραξίες μέσα από πυκνοκατοικημένες περιοχές, καθώς και 249 περιπτώσεις εξωδικαστικών εκτελέσεων έως τις αρχές του 2026, με τουλάχιστον 60 να αφορούν δυνάμεις συνδεδεμένες με τη Χαμάς. Τίποτε από αυτά δεν αναιρεί ότι μια στρατιωτική επέμβαση προκαλεί πόνο, καταστροφή και θύματα, δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι η επέμβαση ήρθε ως απάντηση στη μεγαλύτερη τρομοκρατική σφαγή Ισραηλινών.
Η άλλη όχθη
Στο Ισραήλ η εικόνα είναι διαφορετική, χωρίς να είναι άψογη. Το κράτος δίκασε και καταδίκασε τον υπερορθόδοξο δολοφόνο της 16χρονης Σίρα Μπάνκι στο Pride της Ιερουσαλήμ το 2015. Τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ, όπως και η ισονομία και η ισοπολιτεία τους, προστατεύονται από τον νόμο και τα δικαστήρια, με ένα κενό: ο γάμος και το διαζύγιο ανήκουν στα θρησκευτικά δικαστήρια, και πολιτικός γάμος δεν υπάρχει. Στη Γάζα τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ είναι ανύπαρκτα και των γυναικών βαριά περιορισμένα· στη Δυτική Όχθη η κατάσταση είναι καλύτερη, πολύ μακριά όμως από την ισονομία: οι νόμοι προσωπικού καθεστώτος εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ είναι κουτσουρεμένα, αν όχι ανύπαρκτα.
Και στην Ευρώπη;
Στη Δανία ο ιμάμης Μοχάμαντ Τζαμάλ καταδικάστηκε επειδή παρομοίασε τους ομοφυλόφιλους με παιδόφιλους. Στο Χάκνεϊ του Λονδίνου, κήρυγμα που μετέδωσε η Daily Mail φέρεται να λέει ότι o «Λαός του Λωτ» («οι κάτοικοι των Σοδόμων», «οι Σοδομίτες») «εκτελούνται βάσει του νόμου της σαρία». Η θανάτωση παρουσιάζεται ως θεία επιταγή μέσα στην Ευρώπη και οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε όπως κάθε ρητορική μίσους.
Μια προσωπική μαρτυρία
Δεν μιλάω από το κενό. Μιλώ βάσει προσωπικών εμπειριών. Το 1999, όταν έκανα το μεταπτυχιακό μου, γνώρισα, στις κοινωνικές εκδηλώσεις των πανεπιστημιακών ομάδων, μουσουλμάνους φοιτητές από την Παλαιστίνη, τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Ιράν και τη Νιγηρία, προφανώς από τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, αφού σπούδαζαν στη Βρετανία. Όταν συζητούσαμε για την ισονομία των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ, προσπαθούσαν με ιδιαίτερη θέρμη και φανατισμό να με πείσουν ότι η Δύση είναι διεφθαρμένη επειδή ανέχεται τους ΛΟΑΤΚΙ, ενώ θα έπρεπε να τους διώκει και να τους θανατώνει, και ότι οι γυναίκες οφείλουν να παραμένουν αποκλειστικά στο σπίτι και να υπακούν στους συζύγους τους, χωρίς να εργάζονται. Το έλεγαν με ζέση. Δεν ήταν άνθρωποι του περιθωρίου, αλλά μορφωμένοι νέοι από εύπορες οικογένειες, και οι απόψεις τους δεν προέκυπταν από τη φτώχεια ούτε από τον πόλεμο.
Τι λένε τα κείμενα
Το άρθρο 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Η Διακήρυξη του Καΐρου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Ισλάμ (1990), που υιοθέτησε ο Οργανισμός Ισλαμικής Συνεργασίας, λέει κάτι εντελώς διαφορετικό: το άρθρο 6 μιλά για ισότητα της γυναίκας με τον άνδρα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στα καθήκοντά της, όχι σε ίσα δικαιώματα, ενώ τα άρθρα 24 και 25 υπάγουν όλα τα δικαιώματα στη Σαρία ως μοναδική πηγή ερμηνείας.
Ο Michael Freeman του Πανεπιστημίου του Έσσεξ μας λέει στο βιβλίο του Human Rights ότι η καθολική αποδοχή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως τα εννοούμε στη Δύση, δεν είναι αυτονόητη: οι πολιτισμικοί και θρησκευτικοί παράγοντες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτά και αποδεκτά τα δικαιώματα, καθώς και η ισονομία και η ισοπολιτεία, σε πολλές κουλτούρες και περιοχές της γης. Παράλληλα, υπάρχουν φωνές, όπως επισημαίνει ο Freeman, που υποστηρίζουν ότι η καθολικότητά τους, όπως την ορίζει η Δύση, αποτελεί μορφή δυτικού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού.
Αυτό φαίνεται ακόμη και στα πλέον εξελιγμένα κράτη του Κόλπου: στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα η σαρία παραμένει η κύρια πηγή του οικογενειακού δικαίου των μουσουλμάνων και η συναινετική σχέση μεταξύ ανδρών είναι παράνομη, ενώ στο Μπαχρέιν εκδικάζουν οικογενειακές υποθέσεις δικαστήρια βασισμένα στη σαρία. Οι ηγεσίες της περιοχής δεν δέχονται μαθήματα από τη Δύση: το 2018 το σαουδαραβικό υπουργείο Εξωτερικών απάντησε στον Καναδά, που ζήτησε την απελευθέρωση ακτιβιστριών για τα δικαιώματα των γυναικών, ότι δεν θα δεχθεί εντολές, και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Αντέλ αλ-Τζουμπέιρ χαρακτήρισε «εξοργιστικό» το ότι μια χώρα τούς κάνει κήρυγμα.
Οι ενστάσεις
Οι ακτιβιστές αντιτάσσουν ότι το «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα» είναι κυρίως αίτημα ισότητας και ότι είναι άδικο να αποδίδεται σε όλους η ερμηνεία της Χαμάς. Παλαιστινιακές queer και γυναικείες οργανώσεις υποστηρίζουν ότι ο αγώνας κατά της κατοχής και ο αγώνας για τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα και τα δικαιώματα της γυναίκας συνδέονται, καθώς και ότι η προβολή των ΛΟΑΤΚΙ δικαιωμάτων και της ισονομίας των γυναικών στο Ισραήλ λειτουργεί ως pinkwashing και purplewashing. Σημειώνουν δε ότι υπάρχουν μουσουλμάνοι κληρικοί, όπως η Σεϊράν Ατές, και γυναικείες οργανώσεις, όπως η Musawah και οι Sisters in Islam, που υποστηρίζουν την ισονομία· οι εξτρεμιστές ιμάμηδες αποτελούν μειοψηφία και η γενίκευση τροφοδοτεί την ισλαμοφοβία. Οι ακτιβιστές ισχυρίζονται ακόμη ότι το σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων στη Δύση και στο Ισραήλ δεν είναι επαρκές ούτε άψογο, και έχουν δίκιο: κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι το δυτικό σύστημα είναι άψογο και δεν επιδέχεται βελτίωση. Αυτό όμως που αποκρύπτουν επιμελώς, ή δεν αντιλαμβάνονται, είναι ότι, παρά τις ατέλειες, τις αβλεψίες και τις ελλείψεις του, παραμένει πολύ αρτιότερο από εκείνο που υποστηρίζουν τα κράτη της Διακήρυξης του Καΐρου, κατά των οποίων σχεδόν ποτέ δεν διαδηλώνουν.
Όλα αυτά έχουν την αξία τους, δεν αναιρούν όμως το κεντρικό επιχείρημα. Κατά τη γνώμη μου, κυρίαρχα η επικρατούσα θεολογική και πολιτική ερμηνεία του σουνιτικού και του σιιτικού Ισλάμ, όπως αυτή εφαρμόζεται στα κράτη και διδάσκεται από τους θρησκευτικούς θεσμούς και δασκάλους που την κρατούν στα χέρια τους, οδηγεί σε κατάφωρη παραβίαση της ισονομίας, των στοιχειωδών αρχών δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, τόσο για τις γυναίκες όσο και για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα.
Μια αντίφαση που δεν στέκει
Η ριζοσπαστικοποίηση μερίδας των μουσουλμάνων της Ευρώπης δείχνει ότι, όσο πιο θρησκευόμενοι είναι, τόσο συχνότερα επηρεάζονται από φονταμενταλιστικές ερμηνείες· έρευνες, όπως του Ρουντ Κούπμανς το 2015, καταγράφουν ότι μεγάλο μέρος τους τοποθετεί τους θρησκευτικούς κανόνες πάνω από τους νόμους της χώρας όπου ζει. Οι περισσότεροι δεν ριζοσπαστικοποιούνται, το ρεύμα όμως που συγκρούεται με τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ και των γυναικών δεν είναι αμελητέο. Και στις περισσότερες μουσουλμανικές χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Μέσης και Εγγύς Ανατολής η ομοφυλοφιλία τιμωρείται ποινικά, στο Ιράν και στη Σαουδική Αραβία με θάνατο. Μια Παλαιστίνη «ισλαμική» δεν θα αποτελούσε εξαίρεση.
Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι; Το ίδιο αναρωτιέμαι για τις γυναικείες και ΛΟΑΤΚΙ οργανώσεις που, γνωρίζοντας ποιος κυβερνά τη Γάζα, τραγουδούν το «η Παλαιστίνη θα είναι ελεύθερη» και αποφεύγουν να σταθούν δίπλα στις γυναίκες και στους αντιστασιακούς του Ιράν που σφαγιάστηκαν από ένα καθεστώς που εκτελεί ομοφυλόφιλους και επιβάλλει την υποχρεωτική μαντίλα.
Ο θάνατος της Μαχσά Αμινί στο Ιράν πυροδότησε μεν ένα πρωτόγνωρο κύμα εξέγερσης και αλληλεγγύης το 2022, ωστόσο, κατά την άποψή μου, αυτό δεν ανήχθη σε μόνιμο σημείο αναφοράς, με ευθύνη των γυναικείων ακτιβιστικών οργανώσεων.
Το βρίσκω ακατανόητο και οξύμωρο. Mε την τακτική που μετέρχονται οι γυναικείες και οι ΛΟΑΤΚΙ ακτιβιστικές οργανώσεις αναιρούν, υποσκάπτουν και διαβρώνουν επί της ουσίας την καθολικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς συντάσσονται στην πράξη με την εκπεφρασμένη άποψη και πρακτική των ισλαμικών κρατών και καθεστώτων, που υποστηρίζουν ότι τα δικαιώματα καθορίζονται εν πολλοίς από τις πολιτισμικές επιταγές και δεν πρέπει να συγκρούονται με τις πολιτισμικές αξίες ή την επικρατούσα θρησκεία.
Οι ακτιβιστικές οργανώσεις έρχονται έτσι σε αντίφαση με τις ίδιες τις καταστατικές αρχές τους της απόλυτης ουμανιστικής καθολικότητας, που στηρίζεται στην ιδεολογική και κρατική ουδετερότητα, αρχές τις οποίες υποτίθεται ότι υπερασπίζονται με τόσο σθένος και πάθος. Φέρονται ωσάν η δράση τους μάλλον να επηρεάζεται από παρωχημένες μαρξιστικές και νεομαρξιστικές ιδεοληψίες, που δαιμονοποιούν τη Δύση και το Ισραήλ, ενώ για έναν ανεξήγητο λόγο παρουσιάζουν σχεδόν πάντοτε ως θύματα τα ισλαμιστικά καθεστώτα όπως το Ιράν και οργανώσεις, όπως, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ. Πολιτεύονται έτσι παράδοξα και υποκριτικά: αγωνίζονται με πάθος και δικαίως προκειμένου μουσουλμάνες γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ άτομα από το Ιράν, το Αφγανιστάν, την Παλαιστίνη, το Πακιστάν και άλλα κράτη της Διακήρυξης του Καΐρου να λαμβάνουν άσυλο στη Δύση ή στο Ισραήλ, ενώ για κάποιον ανεξήγητο λόγο αποφεύγουν τις όποιες διαδηλώσεις και την όποια έμπρακτη καταδίκη κατά των καθεστώτων που διώκουν ακριβώς αυτά τα άτομα.
Η εκδήλωση αλληλεγγύης προς τους αμάχους της Γάζας συνιστά μεν πράξη αναγκαία και αξιέπαινη, εντούτοις το συγκεκριμένο σύνθημα κρίνεται εντελώς αδόκιμο, καθώς στερείται οποιασδήποτε θέσης στο εν λόγω πλαίσιο και ουδόλως συμβάλλει στον σκοπό αυτόν: μπορεί κανείς να ζητά κατάπαυση του πυρός, ανθρωπιστική βοήθεια και δίκαιη λύση, χωρίς να στέκεται δίπλα σε οράματα που δεν θα του επέτρεπαν να διαδηλώνει με περηφάνια, όπως διαδηλώνει στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στο Λονδίνο ή όπου αλλού. Όπως έγραψε ο Michael Ignatieff στο δοκίμιό του «The Cost of Nostalgia» τον Ιούνιο του 2025, αν είχε υπάρξει ένα μη βίαιο παλαιστινιακό κίνημα ελευθερίας, εμπνευσμένο από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μαχάτμα Γκάντι και όχι από τον Γιασέρ Αραφάτ και τις ψευδομαρξιστικές φαντασιώσεις, θα μπορούσε να υπάρχει ήδη παλαιστινιακό κράτος. Κατά τη γνώμη μου, αν οι Παλαιστίνιοι είχαν επιλέξει από την αρχή αυτόν τον δρόμο, το πιθανότερο είναι ότι θα είχαμε σήμερα ειρήνη, δύο κράτη και πολύ λιγότερες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και δεν βλέπω πώς η σημαία του ουράνιου τόξου, ο αγώνας των γυναικών για ισότητα και αυτό το σύνθημα μπορούν να βαδίσουν στον ίδιο δρόμο.
Ήρθε η ώρα οι ακτιβιστές και οι ακτιβίστριες να βρεθούν αντιμέτωποι με τις ευθύνες τους και να αποφασίσουν: πιστεύουν πράγματι στην καθολικότητα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή, λόγω ιδεολογικής στρέβλωσης και μηχανιστικής αναπαραγωγής παγιωμένων ιδεοληψιών, αποδέχονται εντέλει ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξαρτάται από πολιτισμικούς παράγοντες;
Επιδιώκεται μόνο η καταστροφή του Ισραήλ
Το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί» (From the river to the sea, Palestine will be free) είναι καταρχήν ανιστόρητο αλλά ταυτοχρόνως η κατεξοχήν έκφραση του αντισημιτισμού στη σύγχρονη εποχή.
Όταν ακούει κανείς στους δρόμους των δυτικών μεγαλουπόλεων το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί», εύκολα μπορεί να παρασυρθεί από την ελκυστική ρητορική ενός υποτιθέμενου αγώνα απελευθέρωσης. Όμως, πίσω από τις προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα που δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Το συγκεκριμένο χωρίο, το οποίο εξετάζουμε, δεν αποτελεί μια αθώα έκκληση υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι μια φράση βαθιά ανιστόρητη, η οποία στην πράξη συνιστά την κατεξοχήν έκφραση του σύγχρονου αντισημιτισμού, καθώς δεν ζητά τη συνύπαρξη, αλλά την ολοκληρωτική εξαφάνιση του εβραϊκού κράτους και του λαού του από τον χάρτη.
Προκειμένου να καταλάβουμε γιατί η ρητορική αυτή είναι τόσο επικίνδυνη, οφείλουμε να αφήσουμε στην άκρη τα συναισθηματικά αφηγήματα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και να κοιτάξουμε κατάματα τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο και τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου.
Η αιώνια εβραϊκή παρουσία και ο μύθος της αποικιοκρατίας
Η θεωρία ότι οι Άραβες Παλαιστίνιοι υπήρξαν οι μόνοι αυτόχθονες κάτοικοι της περιοχής και ότι οι Εβραίοι εμφανίστηκαν ξαφνικά ως ξένοι αποικιοκράτες τον 20ό αιώνα καταρρίπτεται από την ίδια την αρχαιολογία και την παγκόσμια ιστορία. Η εβραϊκή σύνδεση με τη γη του Ισραήλ μετρά πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, από την εποχή των αρχαίων βασιλείων του Δαβίδ και του Σολομώντα μέχρι την καταστροφή του Δεύτερου Ναού από τους Ρωμαίους. Ακόμα και μετά τους μεγάλους διωγμούς και τη διασπορά, η εβραϊκή παρουσία στην Ιερουσαλήμ, τη Χεβρώνα, τη Σαφέδ και την Τιβεριάδα δεν διακόπηκε ποτέ. Όταν οι Άραβες κατέκτησαν την περιοχή κατά την ισλαμική επέκταση του 7ου αιώνα μ.Χ., οι Εβραίοι ζούσαν ήδη εκεί για αιώνες. Η γη αυτή, λοιπόν, δεν ανήκε ποτέ αποκλειστικά σε μία κοινότητα. Ήταν ένας τόπος που οι Εβραίοι μοιράζονταν ανέκαθεν με άλλους λαούς, διατηρώντας αναφαίρετα ιστορικά, θρησκευτικά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα.
Πριν από το 1948: η γέννηση της αραβικής επιθετικότητας
Η πεποίθηση ότι η βία στην περιοχή ξεκίνησε το 1948 ως αντίδραση στην ίδρυση του Ισραήλ αποτελεί ένα τεράστιο ιστορικό παράδοξο. Η οργανωμένη, αιματηρή βία ξεκίνησε πολύ νωρίτερα και ξεκίνησε ξεκάθαρα με πρωτοβουλία των Αράβων. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Εντολής, οι εβραϊκές κοινότητες βρέθηκαν στο στόχαστρο άγριων, απρόκλητων επιθέσεων. Το 1929, με την ανοιχτή υποκίνηση του σκληροπυρηνικού Μουφτή της Ιερουσαλήμ, Χατζ Αμίν αλ Χουσεΐνί, εξαπολύθηκε ένα τρομακτικό πογκρόμ. Στην πόλη της Χεβρώνας, μια εβραϊκή κοινότητα που ζούσε ειρηνικά για αιώνες σφαγιάστηκε, με αποτέλεσμα το θάνατο 67 Εβραίων και τον βίαιο εκτοπισμό των επιζώντων, ενώ ανάλογες σφαγές ισοπέδωσαν τη Σαφέδ. Ακολούθησε η αραβική εξέγερση του 1936-1939, η οποία δεν ήταν τίποτα λιγότερο από μια παρατεταμένη εκστρατεία ανταρτοπόλεμου και δολοφονιών εναντίον Εβραίων αμάχων.
Όταν το 1947 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πρότεινε το Σχέδιο Διανομής μέσω της Απόφασης 181 για τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών, οι Εβραίοι το δέχτηκαν, παρά τους επώδυνους εδαφικούς συμβιβασμούς. Οι Άραβες, όμως, το απέρριψαν ασυζητητί, επιλέγοντας τον δρόμο του πολέμου. Την επόμενη κιόλας μέρα της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του Ισραήλ, τον Μάιο του 1948, πέντε τακτικοί στρατοί αραβικών κρατών εισέβαλαν στο νεοσύστατο κράτος. Από την άποψη του διεθνούς δικαίου, η επίθεση αυτή ήταν μια παράνομη πράξη επιθετικότητας, καθώς παραβίαζε την κυριαρχία ενός αναγνωρισμένου υποκειμένου, αναγκάζοντας το Ισραήλ να ασκήσει το φυσικό δικαίωμα της νόμιμης άμυνας.
Casus Belli: τα ιστορικά πλήγματα κατά της ισραηλινής κυριαρχίας
Το ίδιο μοτίβο απρόκλητης επιθετικότητας επαναλήφθηκε το 1967 και το 1973. Πριν από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, η Αίγυπτος του Νάσερ απέλασε τις ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ, συγκέντρωσε τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις στο Σινά και απέκλεισε παράνομα τα Στενά του Τιράν για την ισραηλινή ναυσιπλοΐα. Στο διεθνές δίκαιο, ο ναυτικός αποκλεισμός θεωρείται ξεκάθαρη πολεμική ενέργεια (casus belli), γεγονός που νομιμοποίησε πλήρως το προληπτικό πλήγμα του Ισραήλ ως αμυντική ενέργεια απέναντι σε μια επικείμενη ασφυξία. Όσο για το 1973, στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, η Αίγυπτος και η Συρία επέλεξαν την πιο ιερή ημέρα του ιουδαϊσμού για να εξαπολύσουν μια αιφνιδιαστική και εντελώς απρόκλητη επίθεση, εκμεταλλευόμενες τη θρησκευτική κατάνυξη των Ισραηλινών πολιτών.
Η γεωπολιτική μοιρασιά και η αραβική υποκρισία
Υπάρχει, όμως, και μια γεωπολιτική λεπτομέρεια της περιόδου μετά το 1945 που η παλαιστινιακή προπαγάνδα προσπαθεί επιμελώς να σβήσει από τη συλλογική μνήμη. Μετά τον πόλεμο του 1948, τα εδάφη που προορίζονταν για το αραβικό κράτος της Παλαιστίνης δεν κρατήθηκαν από το Ισραήλ. Αντίθετα, καταλήφθηκαν από τα ίδια τα γειτονικά αραβικά κράτη, βάσει των δικών τους επεκτατικών επιδιώξεων. Η Ιορδανία κατέλαβε και προσάρτησε τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, εκδιώκοντας κάθε Εβραίο από την Παλιά Πόλη και καταστρέφοντας δεκάδες ιστορικές συναγωγές. Η Αίγυπτος κατέλαβε και έθεσε υπό αυστηρή στρατιωτική διοίκηση τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ η Συρία χρησιμοποιούσε τα Υψίπεδα του Γκολάν για να βομβαρδίζει ισραηλινά χωριά.
Για 19 ολόκληρα χρόνια, από το 1948 έως το 1967, η Ιορδανία και η Αίγυπτος είχαν υπό τον απόλυτο έλεγχό τους τα εδάφη που σήμερα θεωρούνται ο πυρήνας ενός μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους. Γιατί δεν ίδρυσαν τότε μια ανεξάρτητη Παλαιστίνη; Η απάντηση είναι απλή και κυνική. Ο στόχος των αραβικών καθεστώτων δεν ήταν ποτέ η αυτοδιάθεση των Παλαιστινίων αλλά η εκμηδένιση του Ισραήλ και η διανομή των εδαφών του μεταξύ τους, παραβιάζοντας την αρχή της διαδοχής κρατών και τις υποχρεώσεις τους ως δυνάμεις κατοχής.
Η πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια τρομοκρατία
Όταν η στρατιωτική ισχύς των αραβικών κρατών απέτυχε να λυγίσει το Ισραήλ στα πεδία των μαχών, η παλαιστινιακή ηγεσία στράφηκε σε μια νέα, σκοτεινή μέθοδο, την ασύμμετρη τρομοκρατία προκειμένου να επιτύχει το στόχο της, τον αφανισμό του Ισραήλ καθώς και την εκδίωξη των Ισραηλιτών από τη περιοχή. Οι παλαιστινιακές οργανώσεις, με πρωτεργάτη την PLO του Γιάσερ Αραφάτ, υπήρξαν οι παγκόσμιοι πρωτοπόροι της σύγχρονης διεθνούς τρομοκρατίας, μετατρέποντας ανυποψίαστους πολίτες σε ολόκληρο τον πλανήτη σε πολιτικούς και πολεμικούς στόχους. Αυτοί εισήγαγαν τη μέθοδο των αεροπειρατειών σε πολιτικά αεροσκάφη, όπως οι συντονισμένες αεροπειρατείες στα αεροδρόμια Ντόσον το 1970. Αυτοί συγκλόνισαν την ανθρωπότητα με τη σφαγή των Ισραηλινών αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 από την οργάνωση Μαύρος Σεπτέμβρης.
Οι παλαιστινιακές οργανώσεις είναι εκείνες που καθιέρωσαν τις φρικιαστικές επιθέσεις αυτοκτονίας σε λεωφορεία, καφετέριες και εμπορικά κέντρα κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα, μια στρατηγική που παραβιάζει κατάφωρα το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τις Συμβάσεις της Γενεύης, οι οποίες απαγορεύουν ρητά τη στοχοποίηση αμάχων. Αυτή η βιομηχανία θανάτου κορυφώθηκε με την πρόσφατη, κτηνώδη σφαγή και τις μαζικές απαγωγές της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς, αποδεικνύοντας ότι η παλαιστινιακή τρομοκρατία δεν υπήρξε ποτέ ένα κίνημα απελευθέρωσης, αλλά μια συστηματική παραβίαση κάθε έννοιας δικαίου.
Το μόνιμο παλαιστινιακό «Όχι» στις ευκαιρίες ειρήνης
Το πλέον τραγικό κομμάτι αυτής της ιστορίας είναι ότι οι Παλαιστίνιοι θα μπορούσαν να έχουν το δικό τους κυρίαρχο κράτος εδώ και δεκαετίες. Όμως, η ιστορία των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων είναι η ιστορία της δικής τους μόνιμης άρνησης. Η δεκαετία του 1990 ξεκίνησε με μια τεράστια ελπίδα για την ανθρωπότητα, όταν η ισραηλινή ηγεσία υπό τον Γιτζάκ Ράμπιν προχώρησε σε μια ιστορική, οδυνηρή υποχώρηση. Με τις Συμφωνίες του Όσλο το 1993, το Ισραήλ αναγνώρισε επίσημα την PLO, επέτρεψε στον Γιάσερ Αραφάτ να επιστρέψει από την εξορία και του παρέδωσε τη διοίκηση της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας, δημιουργώντας την Παλαιστινιακή Αρχή με σκοπό την οριστική επίλυση του προβλήματος. Αντί όμως αυτή η παραχώρηση γης να χρησιμοποιηθεί ως θεμέλιο για την οικοδόμηση ενός ειρηνικού κράτους, η παλαιστινιακή πλευρά αθέτησε σταδιακά τις δεσμεύσεις της για την ασφάλεια. Η στρατηγική αυτή της υπαναχώρησης οδήγησε στην απόλυτη κατάρρευση των συνομιλιών.
Το 2000, στη σύνοδο κορυφής του Καμπ Ντέιβιντ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Εχούντ Μπάρακ έκανε μια πρωτοφανή προσφορά στον Γιάσερ Αραφάτ, η οποία προέβλεπε την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους στο 92% της Δυτικής Όχθης, στο 100% της Λωρίδας της Γάζας και με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Ο Αραφάτ αρνήθηκε, εγκατέλειψε τις συνομιλίες χωρίς καν να καταθέσει αντιπρόταση και επέστρεψε για να εξαπολύσει το λουτρό αίματος της Δεύτερης Ιντιφάντα.
Το 2008, ο Εχούντ Όλμερτ προχώρησε ακόμα παραπέρα, προσφέροντας στον Μαχμούντ Αμπάς σχεδόν το 94% της Δυτικής Όχθης με ανταλλαγές εδαφών και διεθνή έλεγχο στους Άγιους Τόπους. Ο Αμπάς απλώς αποχώρησε και δεν απάντησε ποτέ. Από την πλευρά του δικαίου των συνθηκών, το Ισραήλ επέδειξε επανειλημμένα καλή πίστη (bona fides), ενώ η παλαιστινιακή πλευρά επέλεγε σταθερά τον μαξιμαλισμό και την άρνηση.
Όταν το σύνθημα συναντά τα σύμβολα του μίσους
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία του προβλήματος με το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί». Αυτή η γεωγραφική ζώνη περιλαμβάνει ολόκληρη την επικράτεια του κράτους του Ισραήλ. Όταν, λοιπόν, κάποιος φωνάζει ότι η περιοχή αυτή πρέπει να απελευθερωθεί, δεν ζητά τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο Ισραήλ, αλλά την ολοκληρωτική εξάλειψη του Ισραήλ. Αυτό καθιστά το σύνθημα βαθιά αντισημιτικό για τρεις συγκεκριμένους νομικούς και πολιτικούς λόγους.
Πρώτον, συνιστά άρνηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση. Ο σύγχρονος αντισημιτισμός εκφράζεται ως αντισιωνισμός, δηλαδή η άρνηση στον εβραϊκό λαό, και μόνο σε αυτόν, του βασικού δικαιώματος να έχει τη δική του εθνική εστία, δικαίωμα που κατοχυρώνεται για όλους τους λαούς από τον Χάρτη του ΟΗΕ.
Δεύτερον, αποτελεί μια έμμεση έκκληση για γενοκτονία και εθνοκάθαρση. Στην περιοχή αυτή κατοικούν σήμερα περισσότεροι από επτά εκατομμύρια Εβραίοι. Για να γίνει η περιοχή αποκλειστικά παλαιστινιακή, αυτοί οι άνθρωποι πρέπει είτε να εξολοθρευθούν είτε να εκδιωχθούν βίαια, γεγονός που παραβιάζει τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία του 1948.
Τρίτον, το σύνθημα αυτό αποτελεί επίσημο κομμάτι του καταστατικού χάρτη της τρομοκρατικής οργάνωσης Χαμάς, η οποία ζητά ρητά την καταστροφή του Ισραήλ. Όποιος το επαναλαμβάνει, γίνεται ηχείο μιας γενοκτονικής αντισημιτικής και φονταμενταλιστικής ισλαμιστικής ατζέντας.
Αυτή η αντισημιτική φύση του συνθήματος δεν κρύβεται πλέον πίσω από θεωρητικές αναλύσεις, αλλά αποκαλύπτεται με τον πιο ξεκάθαρο και τρομακτικό τρόπο στους δρόμους των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Στο Παρίσι, το Βερολίνο, το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες, το συγκεκριμένο χωρίο εμφανίζεται όλο και πιο συχνά ως γκράφιτι σε τοίχους, δημόσια κτίρια, ακόμη και σε εβραϊκά νεκροταφεία ή συναγωγές.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι αυτά τα γκράφιτι δεν μένουν μόνα τους. Τουναντίον συνοδεύονται πολύ συχνά από σβάστικες, κέλτικους σταυρούς και άλλα πασίγνωστα ναζιστικά και φασιστικά σύμβολα. Αυτή η οπτική ταύτιση αποδεικνύει ότι ο πυρήνας της ρητορικής αυτής, όταν χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο σύνθημα, δεν εκφράζει μια προοδευτική ανησυχία για την ειρήνη, αλλά συναντάται ευθέως με τον πιο σκοτεινό, παραδοσιακό ευρωπαϊκό αντισημιτισμό και τον ολοκληρωτισμό, υιοθετώντας τα ίδια ακριβώς σύμβολα μίσους που οδήγησαν στις μεγαλύτερες τραγωδίες του 20ού αιώνα.
Η ιστορική αλήθεια απέναντι στα συνθήματα
Η ιστορία δεν παραγράφεται και η αλήθεια δεν μπορεί να πνιγεί κάτω από εύπεπτα πολιτικά συνθήματα. Το χωρίο «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί» είναι ανιστόρητο, γιατί παραβλέπει την αιώνια εβραϊκή παρουσία και την αδιαμφισβήτητη αραβική επιθετικότητα που εμπόδισε την ειρήνη. Κυρίως, όμως, είναι μια ξεκάθαρη έκφραση αντισημιτισμού, διότι κηρύσσει το μίσος και την καταστροφή ενός κυρίαρχου κράτους-μέλους του ΟΗΕ.
Η πραγματική δικαιοσύνη και η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή θα έρθουν μόνο όταν αναγνωριστεί το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει με ασφάλεια και όταν η παλαιστινιακή ηγεσία αποφασίσει να πει επιτέλους το «ναι» στη νόμιμη συνύπαρξη αντί για το «ναι» στον τρόμο.