Σύνδεση συνδρομητών

Γιώργος Λαμπράκος

Γιώργος Λαμπράκος

Συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει εκδώσει τα αφηγήματα Αναμνήσεις από το ρετιρέ (2009), Αγνοούμενος (2010), Υπογείωση (2012), Ψηφιακός νάρκισσος (2014), Αίμα μηχανή (2019), την ποιητική συλλογή Ονειροπώληση (2014) και το λογοτεχνικό δοκίμιο Τσαρλς Μπουκόβσκι, ο κυνικός Κυνικός (2018).

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021 23:39

Ο Μπάυρον και το ’21

Πολύ προτού αρχίσω να διαβάζω τον άγγλο ποιητή Τζορτζ Γκόρντον Νόελ, έκτο βαρόνο Μπάυρον (1788-1824), και να ασχολούμαι με αυτόν μεταφραστικά, ζούσα κοντά του –ορθότερα, η μορφή του ζούσε κοντά μου– με διάφορους τρόπους. Έλκοντας τη μισή μου καταγωγή από το Μεσολόγγι και περνώντας όλα τα καλοκαίρια εκεί, έπεφτα διαρκώς πάνω του.

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2021 23:27

Ο νέος είναι ωραίος, αλλά...

To φετινό βραβείο Booker και η λατρεία της νεότητας. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 114, Δεκέμβριος 2021.

 

Μια φίλη ποιήτρια μου περιέγραψε πρόσφατα την εμπειρία της σε μια συγκέντρωση για ανάγνωση ποιημάτων. Διαπίστωσε, με ένα μείγμα εκνευρισμού και απογοήτευσης, πως το ενδιαφέρον ήταν ανάλογο με τη νεότητα και αντιστρόφως ανάλογο με την ποιότητα: τα μεν πρωτόλεια των νέων ποιητών και ποιητριών ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη, οι δε μεγαλύτεροι κι εμπειρότεροι λάμβαναν τα λιγότερα, και λιγότερο ένθερμα, σχόλια. Τι σημαίνει αυτή η εμμονή στο φρέσκο, στο πρωτοεμφανιζόμενο; Υπήρχε ανέκαθεν ή είναι φρούτο της εποχής μας;   

Τούτη την αποκαλυπτική συνθήκη θυμήθηκα όταν διάβασα ότι το διεθνούς κύρους βραβείο Booker απονεμήθηκε φέτος σε ένα σχεδιαστή μόδας, τον Ντάγκλας Στιούαρτ, για το πρώτο του βιβλίο. Η υποψήφια λίστα για το Booker έχει διευρυνθεί εδώ και λίγα χρόνια για να συμπεριλαμβάνει, πέραν των μυθιστορημάτων από τις χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, οποιοδήποτε αγγλόγλωσσο μυθιστόρημα, εισάγοντας έτσι στον σκληρό ανταγωνισμό και την τεράστια αγορά των ΗΠΑ. Μάλιστα, η φετινή βραχεία λίστα περιελάμβανε άλλους τρεις πρωτοεμφανιζόμενους πεζογράφους, οπότε 4 στα 6 μυθιστορήματα ήταν ντεμπούτα! Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του Στιούαρτ κι έτσι δεν μπορώ να το κρίνω, αλλά δεν αμφιβάλλω πως θα είναι καλό, και σίγουρα θα το διαβάσω, λόγω και του «αλκοολικού» θέματός του. Ωστόσο αναρωτιέμαι: κανένας ώριμος, φτασμένος αγγλόφωνος πεζογράφος δεν έγραψε την ίδια χρονιά καλύτερο βιβλίο; Ή μήπως –κι εφεξής δεν θα αναφέρομαι στο φετινό Booker, αλλά θα μιλώ γενικότερα– υπάρχει μια άλλοτε μεθοδευμένη, άλλοτε υποσυνείδητη τάση διεθνώς για βράβευση όλο και πιο νέων δημιουργών;   

Το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονέμεται με επίσημο κριτήριο τη συνολική πορεία ενός συγγραφέα: μπορεί μεν να τονιστεί η αξία ενός συγκεκριμένου έργου του, αλλά ουσιαστικά βραβεύεται το πρόσωπο. Μήπως έρχεται μια εποχή όπου το Νόμπελ θα δίνεται σε εικοσάρηδες και τριαντάρηδες για το πρώτο κιόλας βιβλίο τους; Για να έρθω στο διά ταύτα: πώς μπορεί κανείς μετά την αποδοχή ενός τόσο «prestigious», όπως λέγεται, βραβείου (Νόμπελ, Booker, κ.λπ.) να συνεχίσει απερίσπαστος να γράφει καλά; Ο Μπέκετ αναφώνησε «Καταστροφή!» όταν ανακοινώθηκε η βράβευσή του με το Νόμπελ και κρύφτηκε στο καβούκι του, στέλνοντας τον εκδότη να το παραλάβει. Κάποιοι νομπελίστες είχαν το θάρρος να ομολογήσουν πως, μετά τη βράβευσή τους, δεν κατάφεραν να φτάσουν στο πρότερο συγγραφικό τους επίπεδο – παρεμπιπτόντως, δεν είχαμε ανάγκη την ομολογία τους, το διαπιστώνουμε μόλις διαβάσουμε το έργο τους πριν και μετά. Ο Ελύτης δήλωνε σε απανωτές συνεντεύξεις του πόσο μεγάλη πίεση δεχόταν για καιρό μετά τη βράβευση: «Όλο αυτόν τον χρόνο δεν πρόφτασα ούτε μια στιγμή να σκεφτώ ποιητικά, να σημειώσω έναν στίχο. Το Νόμπελ με έκανε να χάσω χρόνο. […] Έγινε η ζωή μου άνω κάτω. […] Στην αρχή είπα: Θα βάλω τα δυνατά μου να τα βγάλω πέρα, έως ότου γίνει η επίσημη απονομή. Κι ύστερα θα ησυχάσω. Πού να ‘ξερα ότι το μεγάλο κακό θα συνεχιζότανε ύστερα» (Συν τοις άλλοις, Ύψιλον). Όταν κοτζάμ Ελύτης στα εβδομήντα του δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί για να γράψει, πώς θα καταφέρει ένας πρωτοεμφανιζόμενος, που εν μία νυκτί έγινε γνωστός και περιζήτητος, να μη γίνει… πρωτοεξαφανιζόμενος;  

Σε αντίθεση με τη μουσική, τα μαθηματικά και το σκάκι, στη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες τα παιδιά-θαύματα σπανίζουν: είναι απίθανο το πρώτο βιβλίο ή ο πρώτος πίνακας ζωγραφικής ή η πρώτη κινηματογραφική ταινία να αποτελεί το σπουδαιότερο έργο ενός δημιουργού. Ο καλλιτέχνης –ακόμα και το παιδί-θαύμα– κατά κανόνα βελτιώνεται προϊόντος του χρόνου, κορυφώνοντας τον δημιουργικό του οίστρο και πρωτοτυπώντας, χονδρικά, μετά τα τριάντα και συνήθως μεταξύ σαράντα και εξήντα ετών. Με την εξαίρεση να γεννηθεί κανείς Ρεμπώ ή να είναι ο «συγγραφέας τού ενός μεγάλου βιβλίου», η λογοτεχνία δεν είναι κατοστάρι, αλλά υπερμαραθώνιος στιπλ (ανύπαρκτο άθλημα, αλλά το επινόησα μόλις τώρα για να γίνω πιο παραστατικός). Αν θέλουμε μια άλλη παρομοίωση της τέχνης με ένα άθλημα, αυτό δεν θα ήταν τόσο, π.χ., το άλμα εις μήκος (όπου μπορεί να πηδήξεις μία φορά δέκα μέτρα και να γίνεις θρύλος χωρίς να χρειαστεί να αγωνιστείς ποτέ ξανά), όσο η πυγμαχία και τα παρεμφερή αγωνίσματα: όσοι τα παρακολουθούμε, γνωρίζουμε πως κανένας δεν θεωρείται μεγάλος επειδή κέρδισε έναν δύο αγώνες, αλλά επειδή στη συνολική καριέρα του είχε ένα συντριπτικό ποσοστό επιτυχιών. Όταν ο Μπλουμ τοποθετεί τον Σαίξπηρ στην κορυφή της νεωτερικής λογοτεχνίας, θέτει και ένα ποσοτικό κριτήριο: ποιος άλλος έγραψε «24 αριστουργήματα»;      

Η σημασία της σοφίας, της πείρας, της εξέλιξης, της αντοχής είναι τεράστια, αλλά η εποχή μας δείχνει να την παραγκωνίζει – θα έφτανα στο σημείο να πω ότι αυτές οι αρετές συχνά εκλαμβάνονται ακόμα και ως αρνητικά στοιχεία. Όταν μετέφραζα τις επιστολές του Μπουκόβσκι, μια επιστολή του σχετική με το θέμα μας μου είχε προξενήσει ιδιαίτερη εντύπωση:

Κι αν εμφανιζόταν ένα νέο ταλέντο, ήταν μονάχα μια λάμψη, μερικά ποιήματα, ένα φτενό βιβλίο και ύστερα αυτός ή αυτή γινόταν ένα με την άμμο, χανόταν στο ήρεμο τίποτα. Το ταλέντο χωρίς την αντοχή είναι ένα καταραμένο έγκλημα. Σημαίνει ότι έπεσαν στην παγίδα, σημαίνει ότι πίστεψαν στο εγκώμιο, σημαίνει ότι έβαλαν τον πήχη χαμηλά. Ένας συγγραφέας δεν είναι συγγραφέας επειδή έχει γράψει κάποια βιβλία. Ένας συγγραφέας δεν είναι συγγραφέας επειδή διδάσκει λογοτεχνία. Ένας συγγραφέας είναι συγγραφέας μόνο όταν μπορεί να γράψει τώρα, απόψε, αυτό το λεπτό. Έχουμε πολλούς πρώην συγγραφείς που δακτυλογραφούν. Τα βιβλία πέφτουν από το χέρι μου στο πάτωμα (Για τη γραφή, Πατάκη).

Ο Μπουκόβσκι άργησε να ξεκινήσει να γράφει ποίηση, αλλά μέχρι το τέλος της ζωής του έγραψε κάπου 5.000 ποιήματα σε πάνω από 30 συλλογές και έγινε από τους πιο αγαπητούς ποιητές στον κόσμο. Επέδειξε, πέραν του ταλέντου, αξιοθαύμαστη αντοχή. Και δικαιώθηκε.    

Τα βραβεία φέρνουν μεν ικανοποίηση, αφού ο καλλιτέχνης επιθυμεί την αναγνώριση σαν μικρό παιδί, αλλά, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν πολλοί, δεν φέρνουν ώθηση: κανένας μεγάλος συγγραφέας δεν συνέχισε να γράφει επειδή βραβεύτηκε, και άλλωστε, από ιστορική και στατιστική άποψη, οι περισσότεροι δεν βραβεύτηκαν ποτέ. Η ώθηση είναι σχεδόν πάντα εσωτερική, η τέχνη μια ατομική τρέλα που φλέγεται από το πυρ το εσώτερον – αυτό ισχύει για όλους, βραβευμένους και μη. Θεωρώ πως τα βραβεία είναι ωραία, ευπρόσδεκτα δώρα και πως αξίζει να έρχονται ως επιστέγασμα μιας μακράς δημιουργικής πορείας – αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι πρέπει να περιμένουμε να γίνει ο συγγραφέας ραμολί μέχρι να βραβευτεί. Φοβάμαι όμως πως οδεύουμε προς μια εποχή, ή μπορεί να τη ζούμε ήδη, όπου άνθρωποι με 50 και βάλε χρόνια θαυμαστής δημιουργικότητας στις πλάτες τους (Πίντσον, Άτγουντ, ΜακΚάρθι, ΝτεΛίλο, Κούντερα, Αντούνες, κ.ά., για να περιοριστώ σε μερικούς ζώντες πεζογράφους) θα υποσκελίζονται από συμβούλια που βραβεύουν τριαντάρηδες και σαραντάρηδες· όπου τα κριτήρια της σπουδαίας τέχνης θα είναι, όπως γράφει ο Ουελμπέκ με το αμίμητο σαρκαστικό ύφος του αναφερόμενος στον έρωτα, «Νιάτα, ομορφιά, δύναμη: τα κριτήρια […] του ναζισμού» (Η δυνατότητα ενός νησιού, μτφρ. Λ. Σιπητάνου, Εστία)· όπου το βραβείο θα συνιστά τη φωτογραφία ενός πυροτεχνήματος, που μένει απλώς να δούμε για πόσο ακόμα θα φωτίζει τον ουρανό μας.    

Τι σηματοδοτεί η πρεμούρα για πρόωρη καταξίωση, η νεολατρία που επιζητά να εξαφανίσει την (όχι λιγότερο προβληματική) γεροντοκρατία; Η βούληση για ανανέωση, ακόμα και για αθανασία, είναι αρχέγονη, αλλά στην ταχύτατη μεταμοντέρνα εποχή μας η νεότητα σε όλα τα πράγματα δεσπόζει ως απόλυτο πρότυπο μπροστά στον τρόμο της φθοράς – ακόμα και η απόκτηση νέου κινητού ή αυτοκινήτου κάθε λίγο και λιγάκι υπεραναπληρώνει για πολλούς τα χρόνια που περνάνε. Συνάμα, το καταναγκαστικό κυνήγι της έκπληξης και του πρωτόφαντου υποκρύπτει τον μεγάλο φόβο ότι οι λογοτεχνικές μεγαλοφυΐες μάς τελείωσαν, καθώς και τον ακόμα μεγαλύτερο φόβο ότι τέτοιες δεν πρόκειται να ξαναγεννηθούν. Εξ ου οι εκδοτικοί οίκοι, μπροστά στην άνοδο της ασημαντότητας και στην απειλή της μετριότητας, βαφτίζουν «αριστούργημα» ό,τι νέο εκδίδουν και παλεύουν να το πουλήσουν σε ένα εν πολλοίς αδιάφορο κοινό που περί άλλα τυρβάζει.  

Κλείνω με ένα ποίημα του Ρόμπινσον Τζέφερς (σε μετάφρασή μου) από τα μέσα του περασμένου αιώνα, ενός ποιητή που θα άξιζε το Νόμπελ αλλά, στα ήσυχα βουνά της Καλιφόρνιας όπου πέρασε όλη του τη ζωή, μια τέτοια βράβευση θα ήταν το λιγότερο που θα τον ένοιαζε:

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΗΣΥΧΟΥΣ

Αν ο Θεός ήταν αρκετά καλός για να σας χαρίσει έναν ποιητή,

Τότε ακούστε τον. Μα, για όνομα του Θεού, αφήστε τον ήσυχο μέχρι να

          πεθάνει: όχι βραβεία, όχι τελετές,

Αυτά σκοτώνουν τον άνθρωπο. Ποιητής είναι αυτός που ακούει

Τη φύση και την καρδιά του· κι αν η τύρβη του κόσμου ενταθεί γύρω του,

          κι αν είναι αρκετά ανθεκτικός,

Μπορεί να αποτινάξει τους εχθρούς του, μα όχι τους φίλους του.

Αυτό έφθειρε τον Γουόρτζγουορθ και φίμωσε τον Τέννυσον, και θα είχε

          σκοτώσει τον Κητς. Αυτό κάνει  

Τον Χέμινγουεϊ να σαχλαμαρίζει και τον Φώκνερ να ξεχνά την τέχνη του.