Σύνδεση συνδρομητών

ΗΠΑ Ισραήλ κατά Ιράν

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Όλα για τη Μέση Ανατολή

Πλάμεν Τόντσεφ

Κώστας Υφαντής, Κωνσταντίνος Φίλης, Αλέξανδρος Διακόπουλος, Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά, Πατάκη, Αθήνα 2025, 404 σελ.

Τρεις ειδικοί στα ζητήματα της γεωπολιτικής και, ιδίως, της ιστορίας της Μέσης Ανατολής, συνομιλούν με ένα δημοσιογράφο για την περιοχή των αλλεπάλληλων κρίσεων. Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. [ΤΒJ]

 

Είναι η Δύση σε θέση να διαβάσει σωστά τη Μέση Ανατολή ή τη βλέπει μέσα από το απλοϊκό πρίσμα του «οριενταλισμού», που τείνει να τσουβαλιάζει όλα τα μουσουλμανικά έθνη στην περιοχή; Διανύει η Μέση Ανατολή προνεωτερική φάση ή τη φάση της πρώιμης νεωτερικότητας; Μπορεί να επέλθει ειρήνευση στην ευρύτερη περιοχή χωρίς τη λύση δύο κρατών στο Παλαιστινιακό ζήτημα; Πώς ορίζεται η τρομοκρατία και πώς ακριβώς διαφέρει από τους απελευθερωτικούς αγώνες; Πώς εμπλέκονται οι μεγάλες δυνάμεις στο κουβάρι της περιοχής και πώς μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση συγκρούσεων; Ποιες τάσεις διαφαίνονται στη διαμόρφωση της γεωπολιτικής σκακιέρας της Μέσης Ανατολής;

Αυτά είναι μερικά μόνο από τα κρίσιμα ερωτήματα, στα οποία φιλοδοξεί να απαντήσει το βιβλίο Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων (Πατάκη, 2025). Τέσσερις διανοητές –ο Κώστας Υφαντής, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο Κωνσταντίνος Φίλης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, αντιναύαρχος (ε.α.) Π.Ν. και επίτιμος διοικητής της Σχολής Εθνικής Άμυνας και ο δημοσιογράφος Μάκης Προβατάς– αποτολμούν το δύσκολο εγχείρημα να «ξεναγήσουν» τον αναγνώστη στο λαβύρινθο της Μέσης Ανατολής, προσφέροντας τις γνώσεις τους και τις προσωπικές ερμηνείες τους.

 

 

Η αόρατη ισχύς των αντιλήψεων

Το βιβλίο ξεχωρίζει εξαρχής χάρη σε δύο πρωτοτυπίες του – τόσο ως προς τη δομή του όσο και ως προς την ουσία. Είναι χαρακτηριστικη η χαλαρή μορφή των συζητήσεων, με την  εναλλαγή των ομιλητών να προσδίδει ζωντάνια στην αφήγηση και να δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι είναι μέρος της παρέας. Το βιβλίο δομείται πάνω σε εννιά συνεδρίες, από τον Μάρτιο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2025. Ο Μάκης Προβατάς αναλαμβάνει το ρόλο του διευθυντή της ορχήστρας, αλλά μιας ορχήστρας χωρίς παρτιτούρες και προαποφασισμένες ερωτήσεις. Ενώ όλοι οι συντελεστές ανήκουν στη ρεαλιστική σχολή σκέψης, δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση απόψεων και οι επιμέρους διαφοροποιήσεις εμπλουτίζουν τον προβληματισμό, φωτίζοντας πρόσθετες πτυχές των θεμάτων.

Η δεύτερη πρωτοτυπία σχετίζεται με την έμφαση στις «άυλες» αντιλήψεις, τις αυτοπροσλήψεις, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες που χαρακτηρίζουν έθνη και μη κρατικούς δρώντες στην ευρύτερη περιοχή. Υπ’ αυτή την έννοια, το βιβλίο δανείζεται αναλυτικά εργαλεία από το πεδίο της κοινωνικής και της πολιτικής ψυχολογίας. Είναι εμπνευσμένος και εύστοχος ο τίτλος Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Όπως τονίζει ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, «οι άνθρωποι είναι πρωτίστως συναισθηματικά όντα», προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις συναισθηματικές προδιαθέσεις τους (σ. 122) και, συχνά, «τείνουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το φίλτρο των αντιλήψεών τους» (σ. 62).

Ομολογουμένως, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εξηγηθεί το βαθιά ριζωμένο μίσος για τον αντίπαλο που, εν πολλοίς, είναι η κινητήρια δύναμη στη Μέση Ανατολή. Ένα μοτίβο που διατρέχει τις συζητήσεις είναι όχι απλά η επιβολή του ισχυροτέρου ως δείγμα πολιτικού δαρβινισμού, αλλά ο αέναος πόλεμος μέχρι την εξόντωση του αντιπάλου. Βέβαια, διατυπώνεται ο αντίλογος ότι η βουλησιαρχία και οι μη ρεαλιστικές επιδιώξεις οδηγούν σε λάθη, τα οποία πληρώνονται σε βάθος χρόνου. Είναι καταρχήν σωστή η νηφάλια αυτή επισήμανση, πλην όμως δεν φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή στη Μέση Ανατολή. Διότι η τραγική ειρωνεία είναι ότι αιώνιοι αντίπαλοι στην περιοχή εμφορούνται από παρεμφερείς αντιλήψεις.

Οι στρατηγικές επιλογές της ισραηλινής ηγεσίας πάντα καθορίζονταν από την «κουλτούρα της περικύκλωσης» και το πρόταγμα επιβίωσης σε ένα άκρως εχθρικό περιβάλλον. Αυτό εξηγεί γιατί ύψιστη προτεραιότητα του Ισραήλ είναι η ασφάλεια, όχι η διεθνής εικόνα του, ακόμη κι αν αυτό μεταφράζεται σε σύνδρομο «στρατηγικής τύφλωσης» (Κωνσταντίνος Φίλης, σ. 153). Ως αποτέλεσμα, η χώρα έχει απωλέσει μεγάλο μέρος του ηθικού κύρους και της συμπάθειας που απολάμβανε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μάκης Προβατάς υπενθυμίζει στους συνομιλητές του κάτι που έχει ακούσει από υψηλόβαθμο Ισραηλινό: «Έτσι κι αλλιώς, αδίκως μας μισεί το 95% στον κόσμο – αν αυτό γίνει 96%, μικρή η διαφορά» (σ. 95).

Το δε σιιτικό Ιράν παραδοσιακά θεωρούσε εαυτό θύμα της σουνιτικής πλειοψηφίας, όπως και του δυτικού ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού. Το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης, επίσης, αισθάνεται περικυκλωμένο, εξ ου και το περιφερειακό δίκτυο πληρεξουσίων του ως αντίβαρο στους θανάσιμους εχθρούς του. Απόλυτη είναι η στάση και της Χαμάς ως φορέα του «απελευθερωτικού αγώνα» των Παλαιστινίων, διακηρύσσοντας τον χωρίς όρια ιερό πόλεμο μέχρι την εξαφάνιση του Ισραήλ.

Το Παλαιστινιακό καλύπτεται εκτενώς στο βιβλίο ως κεντρικό ζήτημα στη Μέση Ανατολή, αλλά αναδεικνύεται και ο υψηλός  βαθμός εργαλειοποίησής του από πολλούς δρώντες στην περιοχή. Το συμπέρασμα που αναδύεται στο βιβλίο είναι ότι όλη η συζήτηση για το Παλαιστινιακό είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις», καθώς η βασική δυσκολία είναι η απουσία πολιτικής βούλησης για την επίλυσή του. Το Ιράν το επικαλείται παγίως ως νομιμοποιητική βάση για την εμμονή του με την εξάλειψη του Ισραήλ από το χάρτη, ενώ η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν θα έπληττε περισσότερο τα συμφέροντα της Τεχεράνης από μια διευθέτηση του Παλαιστινιακού. Εννοείται ότι ούτε το Ισραήλ επιθυμεί τη λύση των δύο κρατών και το αποδεικνύει παντοιοτρόπως τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη.

Οι δε αραβικές χώρες ουσιαστικά αδιαφορούν για τους Παλαιστινίους, αν δεν τους θεωρούν πολιτικό πρόβλημα. Ορθώς επισημαίνει ο Κ. Φίλης την παραδοξότητα ότι «δύο μη αραβικές χώρες, το Ιράν και η Τουρκία, φαινομενικά στηρίζουν τους Παλαιστινίους περισσότερο απ’ ό,τι οι αραβικές ηγεσίες του Κόλπου, με την εξαίρεση του Κατάρ» (σ. 140). Είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι ο τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν έχει μεγαλύτερη δημοτικότητα στον αραβικό κόσμο από πολλούς άραβες ηγέτες, αν και η αντιπαλότητα της Άγκυρας με το Ισραήλ είναι πρωτίστως γεωπολιτική και μόνο κατ’ επίφαση έχει ηθικό ή θρησκευτικό υπόβαθρο.

Είτε σχεδιάστηκε με την εμπλοκή του Ιράν είτε όχι, η επίθεση της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου 2023 επανέφερε το Παλαιστινιακό ζήτημα στο προσκήνιο και ανέβαλε τη διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ που προωθούν οι ΗΠΑ στην περιοχή. Σε ό,τι αφορά την ιρανοαμερικανική αντιπαράθεση, οι συγγραφείς τονίζουν δύο μείζονες χαμένες ευκαιρίες για την διευθέτησή της. Πρώτον, τη διάθεση της Τεχεράνης να προσεγγίσει τις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η οποία όμως σκόνταψε στην προτίμηση του νεότερου Τζορτζ Μπους να κατατάξει το Ιράν στον «άξονα του κακού». Η δεύτερη ευκαιρία, η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, χάθηκε με την απόσυρση των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας Τραμπ.

Η Ρωσία, άλλος ένας εξωτερικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, ενεπλάκη στρατιωτικά στην Συρία και έδωσε παράταση ζωής στο καθεστώς Άσαντ, αλλά πλέον δεν είναι σε θέση να διαδραματίσει κάποιον ουσιαστικό ρόλο στην περιοχή. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αναφορά στους σαρωτικούς ρωσικούς βομβαρδισμούς στη Συρία τον Νοέμβριο του 2015, οι οποίοι συνέβαλαν στην κατακόρυφη αύξηση των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη – κάτι που η Ελλάδα έζησε κατά τρόπο δραματικό εκείνη την εποχή.

 

 

Το εύρος της θεματολογίας

Ενώ είναι εντυπωσιακό το εύρος της θεματολογίας, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς τι άλλο έδαφος θα μπορούσε να είχε καλύψει το βιβλίο; Πιθανώς κάποιους παραλληλισμούς με άλλες ανάλογες περιπτώσεις στον πλανήτη, για λόγους πληρότητας και καλύτερης κατανόησης των προβλημάτων. Λόγου χάρη, η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν τον Νοέμβριο του 1995 λόγω των συμφωνιών του Όσλο θυμίζει τη δολοφονία του Μαχάτμα Γκάντι τον Ιανουάριο του 1948, επειδή οι φανατικοί ινδουιστές τον θεώρησαν ασυγχώρητα διαλλακτικό ως προς την απόσχιση του Πακιστάν από τον κορμό της Ινδίας. Και, όπως μαθαίνουμε στη σ. 117, ο Γιάσερ Αραφάτ φοβόταν πως θα τον σκότωναν ως προδότη, αν υπέγραφε την ειρηνευτική συμφωνία στο Καμπ Ντέιβιντ. Οι αναλογίες με άλλες περιοχές θα κατεδείκνυαν το γεγονός ότι οι δυσκολίες του επώδυνου συμβιβασμού δεν ταλανίζουν μόνο τη Μέση Ανατολή. Επιπροσθέτως, σε μια από τις συνεδρίες τίθεται το ερώτημα αν, εκτός από το Παλαιστινιακό ζήτημα, υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα που να μοιάζει τόσο δυσεπίλυτο στην παγκόσμια ιστορία. Η απάντηση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η διένεξη για το Κασμίρ μετά το 1947-48, την ίδια εποχή που ιδρύθηκε το Ισραήλ στα εδάφη των Παλαιστινίων.

Δεδομένου ότι οι συζητήσεις περατώθηκαν στα τέλη του 2025, το βιβλίο προφανώς δεν καλύπτει τον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου που ξέσπασε με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Ακόμη και το σχέδιο Τραμπ για την ειρήνευση στη Γάζα τον Σεπτέμβριο του 2025 και η σύνοδος στο Σαρμ Ελ Σέιχ λίγες εβδομάδες εργότερα σχολιάζονται «εμβόλιμα» στα τρία επίμετρα στο τέλος του βιβλίου.

Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, σε κάποια θέματα δικαιώνονται και σε άλλα διαψεύδονται, αλλά σίγουρα δεν διστάζουν να «τσαλακωθούν» και να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Δικαιώνονται, π.χ., στην  πρόβλεψή τους πως η κατά μέτωπον αναμέτρηση Ισραήλ-Ιράν, πάντα με τη βοήθεια των ΗΠΑ, είναι αναπόφευκτη. Οι συζητήσεις τους προϊδεάζουν τον αναγνώστη ότι το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί. Όπως υπογραμμίζει ο Κώστας Υφαντής, σύμφωνα με μια σχολή σκέψης «το Ισραήλ θεωρεί ότι έχει έρθει η στιγμή να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το Ιράν» (σ. 92). Ως προς τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Κίνας ανάμεσα στο Ιράν και τη Σαουδική Αραβία ή τις φατρίες των Παλαιστινίων, ορθώς τις χαρακτηρίζουν «θεατρικές» και συμφωνούν πως το Πεκίνο δεν μπορεί να συνεισφέρει επί της ουσίας σε μια ειρηνική λύση.

Από την άλλη, η εκτίμηση των συγγραφέων ότι «οι ΗΠΑ είναι η μόνη δύναμη ικανή να αποτρέψει μια περιφερειακή κρίση από το να εξελιχθεί σε παγκόσμια κρίση» δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Η ειρωνεία είναι ότι οι επιλογές του Τραμπ στον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου –σε συνδυασμό με την αδιαλλαξία του Ισραήλ και του Ιράν– έχουν συμβάλει σε μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση με απρόβλεπτες γεωπολιτικές συνέπειες. Ενδιαφέρον θα είχε να δούμε αν οι συγγραφείς θα επιχειρούσαν μια νέα, συμπληρωματική, προσπάθεια με στόχο την επικαιροποιημένη επανέκδοση του βιβλίου. Αν όντως το αποφασίσουν, ασφαλώς θα προσέφεραν πολύτιμη υπηρεσία στο αναγνωστικό κοινό, αν και το sequel θα μπορούσε να είναι κατά τι πιο σφιχτό και εστιασμένο σε λιγότερα ερωτήματα.

Είναι πολύ χρήσιμα τα επεξηγηματικά ένθετα για θέματα που δεν είναι ευρέως γνωστά, όπως είναι π.χ. ο οριενταλισμός του Σαΐντ, η ιστορία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ή των σιωνιστικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στην Παλαιστίνη, όπως και οι ιδέες του Ζεέβ Ζαμποτίνσκι που έχουν εμποτίσει σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή ισραηλινή κοινωνία. Το δε χρονολόγιο στο τέλος του βιβλίου βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί το ιστορικό βάθος των τωρινών εξελίξεων στην Μέση Ανατολή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παράρτημα με τα μεγάλα έργα υποδομής που έχουν κατασκευαστεί και σχεδιάζονται ή δρομολογούνται σε μια τεράστια περιοχή, από τον Κόλπο και την Αραβική Χερσόνησο έως την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.

Οι 404 σελίδες του βιβλίου δεν διαβάζονται απνευστί. Είναι πιθανό σε αρκετά σημεία ο αναγνώστης να νοιώσει την ανάγκη να κάνει παύση και να πάρει ανάσα, προκειμένου να αφομοιώσει τον τεράστιο όγκο πληροφοριών και να «συμφιλιωθεί» με την πολυπλοκότητα των ζητημάτων. Τρόπον τινά, το βιβλίο αυτό αποτελεί πρόσκληση για ένα διανοητικό ταξίδι. Ταξίδι όχι ευχάριστο, αλλά πάρα πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. Δεδομένης, μάλιστα, της γεωγραφικής εγγύτητας της περιοχής με την Ελλάδα, πρόκειται για ένα άτυπο «εγχειρίδιο» για έλληνες διπλωμάτες, αλλά και ερευνητές και φοιτητές στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Χωρίς να έχει αυστηρά ακαδημαϊκή μορφή, το βιβλίο αυτό προστίθεται στη βιβλιογραφία για μια περιοχή που παραμένει υποβαθμισμένη στις πανεπιστημιακές σπουδές στην Ελλάδα.

30 Ιουλίου 2026

Η επιστροφή του ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις του 21ου αιώνα. Οι εντάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η αναδιάταξη των διεθνών συμμαχιών έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο μια λογική γεωπολιτικής αντιπαράθεσης που πολλοί θεωρούσαν ότι είχε υποχωρήσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Η εξέλιξη αυτή εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: υπονομεύει η αναβίωση του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων την ικανότητα και τη βούληση της διεθνούς κοινότητας να αντιμετωπίσει συλλογικά παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή, οι διαταραχές του διεθνούς εμπορίου και οι κρίσεις δημόσιας υγείας;

Τα ζητήματα αυτά δεν γνωρίζουν εθνικά σύνορα. Η υπερθέρμανση του πλανήτη, οι πανδημίες, η επισιτιστική ασφάλεια και η σταθερότητα των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού απαιτούν πρωτοφανή επίπεδα διεθνούς συνεργασίας. Ωστόσο, η αυξανόμενη δυσπιστία μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, η χρήση οικονομικών κυρώσεων, η τεχνολογική αντιπαράθεση και η αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας από πολλά κράτη δυσχεραίνουν τη δημιουργία κοινών πολιτικών και θεσμικών λύσεων.

Παράλληλα, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η συνεργασία δεν έχει εξαφανιστεί αλλά μετασχηματίζεται. Νέες μορφές συντονισμού αναδύονται μέσα από περιφερειακές συμμαχίες, διεθνείς οργανισμούς, πανεπιστήμια, επιχειρήσεις και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο κατακερματισμένος, η πρόκληση δεν είναι απλώς η διατήρηση της συνεργασίας, αλλά η προσαρμογή της σε ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Το ζήτημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο συζήτησης που διοργάνωσαν στο Λονδίνο  (19-06-2026)  το London School of Economics (LSE) και το Πανεπιστήμιο Tsinghua στην Κίνα,  με τη συμμετοχή διακεκριμένων ειδικών στις διεθνείς σχέσεις, οι οποίοι εξέτασαν τις επιπτώσεις του νέου γεωπολιτικού ανταγωνισμού και τις προοπτικές διατήρησης της διεθνούς συνεργασίας σε μια εποχή αυξανόμενων παγκόσμιων προκλήσεων. Η συζήτηση συγκέντρωσε μια ιδιαίτερα αξιόλογη ομάδα ακαδημαϊκών από το LSE και το Πανεπιστήμιο Tsinghua , οι οποίοι διαθέτουν σημαντική διεθνή αναγνώριση στους τομείς των διεθνών σχέσεων, της πολιτικής οικονομίας, της ανάπτυξης και της παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Από την πλευρά του LSE συμμετείχαν η καθηγήτρια Catherine Boone, ειδική σε θέματα πολιτικής οικονομίας και ανάπτυξης, ο καθηγητής Robert Falkner, ένας από τους πλέον γνωστούς ερευνητές  της διεθνούς περιβαλλοντικής πολιτικής και της παγκόσμιας διακυβέρνησης, η καθηγήτρια Stephanie J. Rickard, η οποία μελετά τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις και τις οικονομικές πολιτικές των κρατών, καθώς και ο καθηγητής Peter Trubowitz, διευθυντής του Phelan US Centre του LSE και ειδικός στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς στρατηγικές ισορροπίες.

Το Πανεπιστήμιο Tsinghua εκπροσωπήθηκε από τον καθηγητή Tang Xiaoyang, έναν από τους σημαντικότερους μελετητές των σχέσεων Κίνας–Αφρικής και της κινεζικής αναπτυξιακής στρατηγικής, καθώς και από τον καθηγητή Zhao Kejin, ειδικό στην παγκόσμια διακυβέρνηση, τη δημόσια διπλωματία και την κινεζική εξωτερική πολιτική.

Η σύνθεση του πάνελ προσέφερε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ κορυφαίων    ακαδημαϊκών από τη Δύση και την Κίνα, επιτρέποντας την ανταλλαγή διαφορετικών προσεγγίσεων σχετικά με το μέλλον της διεθνούς συνεργασίας σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και παγκόσμιων προκλήσεων.

Η επιστροφή του οικονομικού εθνικισμού

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κυριάρχησε η αντίληψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα μείωνε τις διεθνείς συγκρούσεις και θα ενίσχυε τη συνεργασία. Η παγκοσμιοποίηση θεωρήθηκε όχι μόνο μηχανισμός οικονομικής ανάπτυξης αλλά και εργαλείο ειρήνης.

Σήμερα όμως η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Οι μεγάλες δυνάμεις αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο το εμπόριο, τις επενδύσεις και την τεχνολογία ως ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Οι αλυσίδες εφοδιασμού επανασχεδιάζονται, οι κρατικές επιδοτήσεις πολλαπλασιάζονται και η λογική της «στρατηγικής αυτονομίας» αποκτά κεντρική θέση στη χάραξη πολιτικής. Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε έναν αυξανόμενο κατακερματισμό του παγκόσμιου εμπορίου. Το πολυμερές σύστημα κανόνων που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι υπό πίεση, ενώ ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (WTO) δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις νέες πραγματικότητες της ψηφιακής οικονομίας, της τεχνητής νοημοσύνης και των πράσινων τεχνολογιών.

Όπως επισημάνθηκε στη συζήτηση, η τάση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Συνδέεται επίσης με τις εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις στις δυτικές δημοκρατίες. Η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε νικητές και ηττημένους, και σε πολλές χώρες η δυσαρέσκεια των κοινωνικών ομάδων που αισθάνονται αποκλεισμένες μετατράπηκε σε πολιτική δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μετά την αποχώρηση συγκεκριμένων πολιτικών ηγετών, οι πιέσεις προς περισσότερο προστατευτισμό πιθανότατα θα παραμείνουν.

Ο αγώνας για τα κρίσιμα ορυκτά της Αφρικής

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας να είναι ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για τα κρίσιμα ορυκτά που απαιτούνται για την πράσινη μετάβαση. Το κοβάλτιο, το λίθιο, ο χαλκός και οι σπάνιες γαίες αποτελούν πλέον στρατηγικούς πόρους ανάλογης σημασίας με το πετρέλαιο κατά τον 20ό αιώνα. Η Αφρική διαθέτει μεγάλο μέρος αυτών των αποθεμάτων και βρίσκεται στο επίκεντρο ενός νέου «αγώνα δρόμου» μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η ελπίδα ότι η αυξημένη ζήτηση για τα ορυκτά αυτά θα μπορούσε να αποτελέσει μοχλό οικονομικής ανάπτυξης για τις αφρικανικές χώρες. Πολλοί αναλυτές υποστήριζαν ότι η ήπειρος είχε μια ιστορική ευκαιρία να αποφύγει την «κατάρα των φυσικών πόρων» – το φαινόμενο όπου οι πλούσιοι σε πρώτες ύλες τόποι καταλήγουν εγκλωβισμένοι σε διαφθορά, ανισότητες και εξάρτηση.

Ωστόσο, οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν αλλάξει το πλαίσιο. Οι δυτικές χώρες, οι οποίες προηγουμένως διακήρυτταν ότι θα προσέφεραν ένα πιο διαφανές και δίκαιο μοντέλο συνεργασίας ως εναλλακτική λύση απέναντι στην κινεζική παρουσία, σήμερα επικεντρώνονται ολοένα περισσότερο στη δική τους ενεργειακή και βιομηχανική ασφάλεια.

Η περίφημη φράση του πρωθυπουργού του Καναδά , Μαρκ Κάρνεϊ, στο Νταβός – «If you're not at the table, you're on the menu» – χρησιμοποιήθηκε χαρακτηριστικά για να περιγράψει τη θέση πολλών αφρικανικών χωρών. Χωρίς επαρκή πολιτική ισχύ και θεσμική οργάνωση, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε απλά αντικείμενα ανταγωνισμού μεταξύ ισχυρότερων κρατών. Η μόνη πραγματική απάντηση φαίνεται να είναι η συλλογική δράση. Μέσω οργανισμών όπως η Αφρικανική Ένωση (AU) , οι χώρες της ηπείρου θα μπορούσαν να διαπραγματεύονται από κοινού καλύτερους όρους εκμετάλλευσης των πόρων τους. Ωστόσο, η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής προσκρούει στις εσωτερικές αντιπαλότητες, στις αδύναμες θεσμικές δομές και στον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των κρατών.

Η Κίνα και η πράσινη μετάβαση

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συζήτησης αφορούσε τη διαφορετική προσέγγιση της Κίνας στο ζήτημα της πράσινης ανάπτυξης. Στον κυρίαρχο δυτικό πολιτικό και ακαδημαϊκό λόγο, η κλιματική αλλαγή προσεγγίζεται συχνά πρωτίστως ως ηθικό και περιβαλλοντικό ζήτημα. Στην Κίνα, αντίθετα, η πράσινη μετάβαση συνδέθηκε από νωρίς με την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική στρατηγική. Οι Κινέζοι σχεδιαστές αντιλήφθηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000 ότι η ανεξέλεγκτη ρύπανση απειλούσε τη βιωσιμότητα του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Έτσι, η επένδυση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην ηλεκτροκίνηση ενσωματώθηκε σταδιακά στον μακροπρόθεσμο οικονομικό σχεδιασμό.

Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Σήμερα, περισσότερο από το μισό των νέων αυτοκινήτων που πωλούνται στην Κίνα είναι ηλεκτρικά ή υβριδικά, ενώ η χώρα κυριαρχεί παγκοσμίως στην παραγωγή φωτοβολταϊκών, μπαταριών και ηλεκτρικών οχημάτων. Σε αντίθεση με τη δυτική προσέγγιση, όπου η πράσινη μετάβαση παρουσιάζεται συχνά ως περιβαλλοντική αναγκαιότητα, η κινεζική ηγεσία την ενέταξε σε ένα ευρύτερο σχέδιο οικονομικού μετασχηματισμού, τεχνολογικής αναβάθμισης και ενίσχυσης της εθνικής ισχύος. Η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης, η κυριαρχία στην παραγωγή φωτοβολταϊκών και μπαταριών, η εξασφάλιση πρόσβασης σε κρίσιμα ορυκτά και οι μαζικές επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής.

Αυτό εξηγεί γιατί οι Κινέζοι ομιλητές στη συζήτηση υποστήριξαν ότι η πράσινη ανάπτυξη δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντική πολιτική, αλλά αναπόσπαστο τμήμα της αναπτυξιακής στρατηγικής της χώρας. Η αντίθεση με πολλές δυτικές χώρες είναι χαρακτηριστική. Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η συζήτηση για τη βιωσιμότητα είναι ιδιαίτερα έντονη, όμως η πρακτική εφαρμογή των πολιτικών συχνά προχωρά με αργότερους ρυθμούς.

Petrostates και Electrostates

Η συζήτηση ανέδειξε επίσης ένα ενδιαφέρον θεωρητικό σχήμα: τη διάκριση ανάμεσα στα λεγόμενα «petrostates» και «electrostates». Ένας νέος διαχωρισμός ανάμεσα σε κράτη που εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομική και γεωπολιτική τους ισχύ στα ορυκτά καύσιμα και σε κράτη που επενδύουν στρατηγικά στον εξηλεκτρισμό και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Σε μια πρώτη ανάγνωση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χώρες που εξακολουθούν να στηρίζονται σημαντικά στα ορυκτά καύσιμα, ενώ η Κίνα φαίνεται να προσεγγίζει περισσότερο το πρότυπο του «electrostate».

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ πιο σύνθετη.

Η Κίνα εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τεράστιες ποσότητες άνθρακα, ενώ περιοχές όπως το Τέξας πρωτοστατούν στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η περίπτωση του Τέξας αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της ενεργειακής μετάβασης. Αν και αποτελεί ιστορικά το επίκεντρο της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας, συγκαταλέγεται ταυτόχρονα μεταξύ των μεγαλύτερων παραγωγών αιολικής και ηλιακής ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η διάκριση ανάμεσα σε "πετρελαϊκά κράτη" και "κράτη του εξηλεκτρισμού" είναι συχνά περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική. Οι ενεργειακές στρατηγικές καθορίζονται όχι μόνο από τις διεθνείς εξελίξεις αλλά και από τις εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες κάθε χώρας.

Παρά τις αντιφάσεις αυτές, ένα βασικό συμπέρασμα φαίνεται να αναδύεται: η ενεργειακή ασφάλεια και η πράσινη μετάβαση δεν είναι ανταγωνιστικοί στόχοι. Αντίθετα, ολοένα και περισσότερο αλληλοσυμπληρώνονται. Η ευρωπαϊκή εμπειρία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 το απέδειξε με τον πιο σαφή τρόπο. Η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο μετατράπηκε από οικονομικό πλεονέκτημα σε στρατηγικό μειονέκτημα, ωθώντας πολλές χώρες να επιταχύνουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Ο παγκόσμιος Νότος ως ρυθμιστής των εξελίξεων

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της συζήτησης αφορά τον ρόλο του παγκόσμιου Νότου. Συχνά οι διεθνείς αναλύσεις παρουσιάζουν τις χώρες της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας ως παθητικούς αποδέκτες των αποφάσεων που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον, το Πεκίνο ή τις Βρυξέλλες. Οι συμμετέχοντες υποστήριξαν ότι αυτή η προσέγγιση είναι υπερβολικά απλουστευτική.

Οι ίδιες οι χώρες του παγκόσμιου Νότου διαθέτουν σημαντικά περιθώρια επιλογών. Η επιτυχία τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των θεσμών τους, τη διαχείριση των πόρων τους και την ικανότητά τους να μετατρέψουν τον εξωτερικό ανταγωνισμό σε εσωτερική αναπτυξιακή δυναμική. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρήθηκε η δυνατότητα που προσφέρουν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για αποκεντρωμένη ανάπτυξη. Σε πολλές περιοχές της Αφρικής και της Ασίας, η ηλιακή και η αιολική ενέργεια μπορούν να επιτρέψουν την ηλεκτροδότηση απομακρυσμένων περιοχών χωρίς την ανάγκη κατασκευής εκτεταμένων κεντρικών δικτύων. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες προοπτικές εκβιομηχάνισης και κοινωνικής ανάπτυξης.

Η κρίση του πολυμερισμού

Το κεντρικό ερώτημα που διατρέχει ολόκληρη τη συζήτηση είναι κατά πόσο οι υπάρχοντες διεθνείς θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε ένα περιβάλλον εντεινόμενου ανταγωνισμού. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου εξακολουθεί να ρυθμίζει περίπου τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου εμπορίου, αλλά οι κανόνες του έχουν σχεδιαστεί για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πλέον. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ψηφιακές υπηρεσίες, οι πράσινες επιδοτήσεις και η επιστροφή του βιομηχανικού σχεδιασμού ως εργαλείου γεωοικονομικής ισχύος δημιουργούν νέες προκλήσεις που το σημερινό θεσμικό πλαίσιο δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει. Ταυτόχρονα, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας καθιστά δυσκολότερη την ανανέωση του διεθνούς συστήματος κανόνων.

Πίσω από τις τοποθετήσεις των ομιλητών στο LSE διαγραφόταν η αίσθηση ότι η εποχή κατά την οποία τα κράτη μπορούσαν μόνα τους να διαχειριστούν τα παγκόσμια προβλήματα πλησιάζει στο τέλος της. Οι προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής, της ενεργειακής μετάβασης, της ψηφιακής οικονομίας και της τεχνητής νοημοσύνης υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα και απαιτούν νέες μορφές συλλογικής δράσης. Έτσι, αντί της επιστροφής σε έναν ιδεατό πολυμερή κόσμο του παρελθόντος (multilateralism), αναδύεται η ανάγκη για ένα πιο σύνθετο σύστημα διακυβέρνησης, στο οποίο κράτη επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, διεθνείς οργανισμοί και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θα συνδιαμορφώνουν λύσεις και κανόνες σε παγκόσμιο επίπεδο (multi-stakeholder cooperation). Πρόκειται για μια μετάβαση από τον κλασικό πολυμερισμό σε ένα πλέγμα πολυκεντρικής και πολυεπίπεδης συνεργασίας, προσαρμοσμένο στις ανάγκες ενός ολοένα πιο αλληλεξαρτώμενου αλλά και κατακερματισμένου κόσμου.

Συμπεράσματα

Οι παρεμβάσεις των ακαδημαϊκών του LSE και του Πανεπιστημίου Tsinghua ανέδειξαν με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η εποχή της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης έχει παρέλθει οριστικά. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένου γεωπολιτικού ανταγωνισμού, όπου η οικονομία, η τεχνολογία, η ενέργεια και η ασφάλεια αλληλοσυνδέονται περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, η επιστροφή της γεωπολιτικής δεν σημαίνει αναγκαστικά το τέλος της συνεργασίας. Αντιθέτως, η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή μετάβαση και η διαχείριση των παγκόσμιων κοινών αγαθών καθιστούν τη συνεργασία πιο αναγκαία από ποτέ.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα συνεχιστεί – αυτό θεωρείται σχεδόν βέβαιο. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν οι δύο υπερδυνάμεις, μαζί με τις αναδυόμενες χώρες του Παγκόσμιου Νότου, θα καταφέρουν να δημιουργήσουν νέους θεσμούς και νέες μορφές συνεννόησης που θα επιτρέψουν την αντιμετώπιση των κοινών παγκόσμιων προκλήσεων. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της διεθνούς τάξης αλλά και τις προοπτικές βιωσιμότητας του πλανήτη στον 21ο αιώνα.

27 Ιουνίου 2026

 

Η γενική γραμμή που επικρατεί στα σχόλια του «μνημονίου κατανόησης» μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν είναι ότι οι ΗΠΑ –και μαζί τους το Ισραήλ– υπέστησαν μια ήττα στον τρέχοντα γύρο των χρόνιων αντιπαραθέσεών τους. Και κάπου ανάμεσα στις γραμμές των σχολίων διακρίνει κανείς και μια πικρόχολη ικανοποίηση για την ανικανότητα της διοίκησης Τραμπ και μια πιο ανοιχτή χαιρεκακία για την «αποτυχία» του πρωθυπουργού του Ισραήλ να «περάσει» την πολεμόχαρη πολιτική του.

Όμως αν διαβάσουμε πιο προσεκτικά το κείμενο του μνημονίου, όπως αυτό δημοσιεύτηκε, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η χαιρέκακη από τους επικριτές των Τραμπ και Νετανιάχου και ταυτόχρονα απαξιωτική στάση από τους θιασώτες μιας πιο σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν δεν είναι δικαιολογημένη.

Το κεντρικό σημείο του μνημονίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι η δέσμευση του τελευταίου να μην αναπτύξει ή και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να θέσει τα αποθέματα σχάσιμου υλικού που κατέχει υπό διεθνή έλεγχο και να «μειώσει» την περιεκτικότητα σε σχάσιμο ουράνιο σε επίπεδα που δεν θα επιτρέπουν τη χρήση του σε πυρηνικά όπλα.

Ένα άλλο σημαντικό σημείο της συμφωνίας είναι η αναγνώριση από το Ιράν της κυριαρχίας και των άλλων γειτονικών κρατών στα νερά του Ορμούζ και του Περσικού κόλπου και η  υποχρέωσή του να συμμετάσχει σε έναν διεθνή μηχανισμό ελέγχου της ναυσιπλοΐας.

Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, το Ιράν δεσμεύεται να επιβάλει στη Χεζμπολάχ τη συμμόρφωση στην κατάπαυση του πυρός, ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο για τον έλεγχο αυτής της οργάνωσης από το κεντρικό λιβανικό κράτος.

Σε αυτά τα σημεία θα μετρηθεί η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης και η ισχύς της απέναντι στα SS των φρουρών της επανάστασης – που όπως φαίνεται έχουν χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής τους, καθώς δεν κατάφεραν να συνεισφέρουν τίποτα στην προστασία των κρίσιμων υποδομών αλλά και των ανθρώπων που ήταν απαραίτητοι για τη λειτουργία του ιρανικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.

Σε ό,τι αφορά την αποδέσμευση των κεφαλαίων του Ιράν και την άρση ενός μέρους των κυρώσεων –γιατί προφανώς η απαγόρευση εξαγωγής τεχνολογίας αιχμής στο Ιράν θα παραμείνει μακροπρόθεσμα υπό αυστηρό έλεγχο– , ας αναλογιστούμε πόσο θα κόστιζε η αναδόμηση ενός Ιράν κατεστραμμένου από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με έναν πληθυσμό που θα υπέφερε από έναν πρωτοφανή λιμό –το Ιράν δεν μπορεί να θρέψει τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του με ίδιους πόρους[1]– και μια επίσης πρωτοφανή λειψυδρία.

Και σ’ αυτή την καταστροφή δεν υπολογίζουμε τον εσωτερικό πόλεμο που θα ξέσπαγε με τα διάφορα αυτονομιστικά κινήματα.

Ελπίζω οι έμφρονες Ιρανοί να κατάλαβαν ότι αυτή είναι η περίφημη second chance...

18 Ιουνίου 2026

Ιράν: Ο Ρούσντι θα στήριζε την επέμβαση

Τριαντάφυλλος Καρατράντος

Στις 14 Αυγούστου 2022, η εφημερίδα Καϊχάν —η οποία ανήκε στον Αλί Χαμενεΐ και διευθύνεται από τον εκπρόσωπό του Χοσεΐν Σαριατμαντάρι— ασχολήθηκε με την επίθεση στον συγγραφέα Σαλμάν Ρούσντι, σε ένα άρθρο με τίτλο: «Ο Σαλμάν Ρούσντι παγιδευμένος στη θεϊκή εκδίκηση: ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Mάικ Πομπέο είναι οι επόμενοι στόχοι». Το άρθρο υποστήριζε ότι η επίθεση εναντίον του «αποστάτη συγγραφέα […] που προσέβαλε τον προφήτη του Ισλάμ» έπρεπε να θεωρηθεί η ιρανική απάντηση στη στοχευμένη δολοφονία του στρατηγού των Φρουρών της Επανάστασης, Κασέμ Σολεϊμανί, από την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2020. Στη συνέχεια, το άρθρο διατύπωνε την εξής απειλή: «Δεν πρέπει να παραμείνουμε παθητικοί και να κάνουμε λάθος υπολογισμούς… Η απάντηση στην εχθρότητα δεν μπορεί να είναι ευσεβείς πόθοι και παθητικότητα… Η επίθεση στον Σαλμάν Ρούσντι αποδεικνύει ότι η εκδίκηση εναντίον εγκληματιών στο έδαφος των ΗΠΑ δεν είναι δύσκολη, από εδώ και πέρα ο Τραμπ και ο [πρώην υπουργός Εξωτερικών του] Πομπέο θα βρίσκονται αντιμέτωποι με ακόμη πιο σοβαρή απειλή»[1]. Ο Ρούσντι έχει πολλές φορές χαρακτηρίσει το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν εγκληματικό, χορηγό της τρομοκρατίας και διεφθαρμένο κράτος. Ζητήματα που ήρθαν ξανά στην επιφάνεια.

16 Απριλίου 2026

Είναι πλέον κοινά αποδεκτό ότι το δικαίωμα ενός κράτους να προβεί σε πολεμικές ενέργειες εναντίον κρατικά και μη κρατικά οργανωμένων εχθρών καθορίζεται από τις επιταγές της Χάρτας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και συγκεκριμένα από το Έβδομο Κεφάλαιο (άρθρα 39 - 51). Το κεφάλαιο αυτό επιτρέπει πολεμικές ενέργειες σε περίπτωση άμυνας ή κατόπιν έγκρισης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

11 Μαρτίου 2026