Lesia Bidochko - Oleksandr Siedin
Λέσια Μπιντότσκο. Ερευνήτρια πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK), μη μόνιμη ερευνήτρια στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Viadrina στη Φρανκφούρτη-Όντερ και επίκουρη καθηγήτρια πολιτικής στην Ακαδημία Κίεβο-Μοχίλα.
Oleksandr Siedin. Senior Lecturer στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Θρησκειολογίας του Εθνικού Πανεπιστημίου «Ακαδημία Κιέβου-Μοχύλα».
Μεταξύ των 31 ευρωπαϊκών χωρών-δωρητών, ο παράγοντας της γεωγραφικής απόστασης από τη Ρωσία μετράει περισσότερο για την υποστήριξη προς την Ουκρανία από ό,τι η πυρηνική απειλή ή το επίπεδο δημοκρατίας. Πώς άλλαξε ο τρόπος ανάγνωσης από την Ευρώπη των πυρηνικών απειλών.
Των Lesia Bidochko και Oleksandr Siedin, από το Κίεβο
ΚΙΕΒΟ. Η πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 ξεκίνησε μέσα σε πυρηνική «ατμόσφαιρα». Αυτό δεν ήταν καινούργιο: από το 2014, η ρωσική πυρηνική ισχύς είχε διαμορφώσει τη δυτική σκέψη για το πόσο μακριά θα έπρεπε να φτάσει η στήριξη προς την Ουκρανία. Όμως στις 24 Φεβρουαρίου 2022, ο Βλαντιμίρ Πούτιν έκανε το υπονοούμενο ρητό, προειδοποιώντας τις εξωτερικές δυνάμεις για πρωτοφανείς «συνέπειες» αν τολμούσαν να παρέμβουν. Το Κρεμλίνο έχει επαναλάβει το εκβιαστικό μήνυμα σε τακτική βάση, μέσω νέων πυρηνικών απειλών, ασκήσεων, αναθεωρήσεων του δόγματος και της ανακοινωθείσας ανάπτυξης μη στρατηγικών πυρηνικών όπλων στη Λευκορωσία.
Σκοπός αυτών των απειλητικών προειδοποιήσεων ήταν να αποτρέψουν την άμεση επέμβαση και να μεταβάλουν τον δυτικό πολιτικό υπολογισμό σχετικά με τη βοήθεια προς την Ουκρανία. Η Μόσχα δημιουργεί αβεβαιότητα· μετατρέπει κάθε δυτική απόφαση σε ζήτημα κλιμάκωσης και κάνει τον δισταγμό να φαίνεται σύνεση.
Η προσωρινή κατοχή του Τσερνόμπιλ από τη Ρωσία και ο συνεχιζόμενος έλεγχός της στον πυρηνικό σταθμό της Ζαπορίζια έδειξαν πώς ένας συμβατικός πόλεμος μπορεί να γεννήσει πυρηνικό κίνδυνο, μέσω της διατάραξης της ηλεκτροδότησης, των συστημάτων ψύξης, της στελέχωσης και των επικοινωνιών γύρω από τις πολιτικές πυρηνικές υποδομές. Αυτό δεν είναι το ίδιο με έναν πυρηνικό βομβαρδισμό. Ωστόσο, η πιθανότητα μιας καταστροφής εξακολουθεί να επηρεάζει τις πολιτικές επιλογές.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπάθησαν να στηρίξουν την Ουκρανία αποφεύγοντας ταυτόχρονα έναν άμεσο πόλεμο ΝΑΤΟ-Ρωσίας. Δεν διαφωνούσαν ως προς αυτόν τον στόχο. Διαφωνούσαν ως προς το αν αυτό απαιτούσε την αποδοχή των ορίων που η ίδια η Μόσχα είχε θέσει στην αυτοάμυνα της Ουκρανίας. Κατά τα δύο πρώτα χρόνια της πλήρους κλίμακας εισβολής, η διαφωνία αυτή αναδυόταν σε κάθε σημαντική απόφαση για στρατιωτικές δυνατότητες: άρματα μάχης, μαχητικά αεροσκάφη, πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και άδεια για πλήγματα σε στρατιωτικούς στόχους εντός της Ρωσίας. Οι περισσότεροι περιορισμοί τελικά χαλάρωσαν, αλλά μόνο ύστερα από μήνες αντιπαράθεσης και επιδείνωσης της κατάστασης στο πεδίο της μάχης. Αυτό έδωσε στη Ρωσία πολύτιμο χρόνο για να προετοιμαστεί.
Η διαίρεση δεν ήταν μεταξύ εκείνων που στήριζαν την Ουκρανία και εκείνων που δεν τη στήριζαν (αυτό είναι άλλη συζήτηση). Ήταν μια διαίρεση ταχύτητας, κλίμακας και πολιτικής φαντασίας. Ορισμένα κράτη έγιναν πρωτοπόροι στη στρατιωτική βοήθεια και στην άρση αυτοεπιβαλλόμενων περιορισμών. Άλλα παρέμειναν επιφυλακτικά, πιο αργόσυρτα στον επανεξοπλισμό και απρόθυμα να επιτρέψουν στην Ουκρανία να χρησιμοποιήσει τα όπλα που της παραδόθηκαν πέρα από τα σύνορά της. Πολύ συχνά, όσοι είχαν τη μεγαλύτερη ικανότητα δεν είχαν την αίσθηση του επείγοντος, ενώ όσοι είχαν τη μεγαλύτερη αίσθηση του επείγοντος δεν είχαν την ικανότητα.
Γιατί, υπό το ίδιο γενικό μοτίβο ρωσικών πυρηνικών απειλών, ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη είναι πιο πρόθυμα από άλλα να διατηρούν τη στρατιωτική βοήθεια, να ενισχύουν τη δική τους άμυνα και να χαλαρώνουν τους περιορισμούς στη χρήση όπλων από την Ουκρανία;
Η κρισιμότερη παράμετρος είναι η γεωγραφική. Τα κράτη που είναι περισσότερο εκτεθειμένα στη συμβατική ρωσική πίεση έδωσαν γενικά περισσότερα, επανεξοπλίστηκαν ταχύτερα και κινήθηκαν νωρίτερα για να χαλαρώσουν τους περιορισμούς. Το πυρηνικό καθεστώς/απειλή και η ποιότητα της δημοκρατίας αντιστοιχούν λιγότερο σταθερά σε αυτές τις επιλογές. Η γεωγραφική εγγύτητα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις σταθμίζουν τον κίνδυνο της αυτοσυγκράτησης στη βοήθεια προς την Ουκρανία. Όσοι βρίσκονται εγγύτερα στη Ρωσία κι έχουν άμεση αίσθηση της ρωσικής επιθετικότητας έχουν γενικά εκτιμήσει αυτόν τον κίνδυνο ως υψηλότερο από όσους βρίσκονται μακρύτερα.
Η παρούσα έκθεση πολιτικής συγκρίνει 31 ευρωπαϊκά κράτη-δωρητές ως προς τρεις παρατηρήσιμες επιλογές:
- Στρατιωτική βοήθεια: σωρευτικές διμερείς διαθέσεις προς την Ουκρανία μεταξύ 24 Ιανουαρίου 2022 και 30 Απριλίου 2026, ως ποσοστό του ΑΕΠ του 2021 κάθε δωρητή.
- Άμυνα: η μεταβολή των στρατιωτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ 2021 και 2025.
- Πολιτική χρήσης όπλων: η δημόσια θέση που υιοθετήθηκε τον Μάιο του 2024 για πλήγματα με τα παραδοθέντα όπλα σε στρατιωτικούς στόχους εντός της Ρωσίας.
Οι επιλογές αυτές συγκρίνονται με τρεις πιθανές εξηγήσεις: την άμεση στρατηγική έκθεση μέσω χερσαίων συνόρων με τη Ρωσία ή μέσω της συμμετοχής στο Αρκτικό Συμβούλιο (μεταξύ των ευρωπαίων δωρητών, τα πέντε σκανδιναβικά κράτη)· το ανεξάρτητο πυρηνικό καθεστώς· και την ποιότητα της δημοκρατίας, όπως μετράται από τον Δείκτη Φιλελεύθερης Δημοκρατίας του V-Dem.
Αυτός ο έμμεσος σχεδιασμός αντανακλά ένα θεμελιώδες πρόβλημα της έρευνας για την αποτροπή. Η απουσία μιας συγκεκριμένης κλιμάκωσης δεν μπορεί να μας πει με βεβαιότητα αν μια συγκεκριμένη αποτροπή πέτυχε ή απέτυχε. Η απουσία κλιμάκωσης μπορεί να σημαίνει ότι η στήριξη προς την Ουκρανία λειτούργησε. Μπορεί όμως να σημαίνει ότι λειτούργησε η δυτική «προσοχή». Είναι επίσης πιθανό η πολιτική της αυτοσυγκράτησης να έχει στην πραγματικότητα αυξήσει την πιθανότητα μελλοντικής κλιμάκωσης, απλώς χωρίς το κατώφλι αυτό να έχει ακόμη ξεπεραστεί. Ή ίσως η κλιμάκωση που φοβούνταν να μην ήταν ποτέ πιθανή. Σκοπός εδώ λοιπόν δεν είναι να υπολογιστεί ένας ενιαίος πυρηνικός συντελεστής στην ευρωπαϊκή πολιτική. Είναι να συγκριθούν τα πολιτικά περιβάλλοντα μέσα στα οποία οι κυβερνήσεις αποφάσισαν αν θα εξοπλίσουν την Ουκρανία, αν θα επανεξοπλιστούν οι ίδιες ή αν θα χαλαρώσουν τις δικές τους επιφυλάξεις. Αυτό θα βοηθήσει να εντοπιστούν οι παράγοντες που δίχασαν την Ευρώπη στην πολιτική ασφάλειας στο παρελθόν, με στόχο τον μετριασμό τέτοιων διχασμών στο μέλλον.
Η ταινία Doctor Strangelove (SOS: Πεντάγωνο καλεί Μόσχα) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ προσφέρει μια χρήσιμη εικόνα του παλαιότερου πυρηνικού κόσμου. Η Σοβιετική Ένωση κρατά μυστική τη μηχανή της συντέλειας μέχρι τη στιγμή που ένα αμερικανικό βομβαρδιστικό πλησιάζει ήδη τον στόχο του. Μια αποτροπή που ανακοινώνεται πολύ αργά δεν μπορεί πια να αποτρέψει. Όμως η ταινία αποτυπώνει επίσης και μια γεωγραφία της απόστασης. Το βομβαρδιστικό πρέπει να διασχίσει την Αρκτική, αφήνοντας χρόνο για τηλεφωνήματα, καβγάδες και όλο και πιο απεγνωσμένες προσπάθειες να σταματήσει. Σήμερα το διάστημα ανάμεσα στην άσκηση πίεσης και στην ανάγκη για δράση είναι πολύ μικρότερο.
Η σημερινή πραγματική Μόσχα δεν έχει κάνει το λάθος των σοβιετικών πρωταγωνιστών της ταινίας του Κιούμπρικ. Οι πυρηνικές της προειδοποιήσεις και απειλές υπήρξαν δημόσιες, επαναλαμβανόμενες και δύσκολο να περάσουν απαρατήρητες. Το ερώτημα είναι: τι φοβούνται περισσότερο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις – έναν ευρύτερο πόλεμο που θα πυροδοτηθεί από τη δράση ή έναν που θα γίνει πιθανότερος εξαιτίας της αυτοσυγκράτησης;
Ο παρακάτω χάρτης αποτυπώνει αυτή τη διαχωριστική γραμμή. Ξεχωρίζουν πέντε μοτίβα.

1. Για τα κράτη του ΝΑΤΟ που συνορεύουν με τη Ρωσία, η βοήθεια προς την Ουκρανία είναι προωθημένη άμυνα
Και τα έξι μέλη του ΝΑΤΟ που έχουν χερσαία σύνορα με τη Ρωσία – Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Νορβηγία, Φινλανδία και Πολωνία (μέσω Καλίνινγκραντ) – συγκαταλέγονται στους κορυφαίους στρατιωτικούς δωρητές της Ουκρανίας όταν οι διαθέσεις τους μετρώνται σε σχέση με το μέγεθος των οικονομιών τους. Η Λετονία, η Λιθουανία και η Πολωνία συνορεύουν επίσης με τη Λευκορωσία, την οποία η Ρωσία χρησιμοποίησε ως ορμητήριο για την εισβολή της το 2022.
Οι χώρες αυτές διαφέρουν ως προς το οικονομικό μέγεθος, τη στρατιωτική ικανότητα και την εσωτερική πολιτική. Μοιράζονται όμως ένα στρατηγικό δεδομένο: η δυναμική στο πεδίο της μάχης στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο και το προηγούμενο της συμμαχικής αυτοσυγκράτησης μεταμορφώνουν το δικό τους περιβάλλον ασφάλειας ταχύτερα και πιο άμεσα από εκείνο των πιο απομακρυσμένων ευρωπαϊκών κρατών.
Η διατήρηση της στρατιωτικής βοήθειας σε αυτό το επίπεδο για περισσότερα από τέσσερα χρόνια δεν αντανακλά μια προσωρινή πολιτική προτίμηση, αλλά μια διαρκή εθνική συναίνεση που διατρέχει κυβερνήσεις, κοινοβούλια, κόμματα της αντιπολίτευσης, μέσα ενημέρωσης και κοινή γνώμη. Για αυτές τις χώρες, η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία έχει αξία για την εθνική ασφάλεια, πέρα από την αξία της αλληλεγγύης. Η λογική πλησιάζει την «αποτροπή μέσω παράδοσης όπλων»: τα κράτη μπορούν να αποφύγουν την άμεση επέμβαση βοηθώντας παράλληλα την Ουκρανία να στερήσει από τη Ρωσία τη στρατιωτική επιτυχία.
2. Η Αρκτική κάνει τη Ρωσία κοντινό γείτονα
Η Δανία και η Σουηδία συγκαταλέγονται επίσης στους εννέα κορυφαίους στρατιωτικούς δωρητές της Ουκρανίας σε σχέση με το ΑΕΠ. Η Γροιλανδία δίνει στη Δανία ένα αρκτικό σύνορο ασφάλειας· η Σουηδία ανήκει στο ίδιο βόρειο περιβάλλον ασφάλειας λόγω της γεωγραφίας της και του στενά ενοποιημένου σκανδιναβικού (ευρωπαϊκού αρκτικού) αμυντικού σχεδιασμού. Μαζί με τα έξι κράτη του ΝΑΤΟ που συνορεύουν με τη Ρωσία, αντιστοιχούν σε οκτώ από τους εννέα κορυφαίους δωρητές. Για τις χώρες αυτές, η Ρωσία βρίσκεται είτε στα σύνορα είτε απέναντι από την Αρκτική.
Η Ολλανδία δοκιμάζει τη διαφορά ανάμεσα στην απόσταση και την έκθεση. Κατατάσσεται όγδοη μεταξύ των κορυφαίων στρατιωτικών δωρητών της Ουκρανίας σε σχέση με το ΑΕΠ, ακόμη και πάνω από την Πολωνία, και είναι η μόνη χώρα χωρίς ούτε χερσαία σύνορα ούτε αρκτικό σύνορο. Ωστόσο, η κατάρριψη της πτήσης MH17 το 2014 σκότωσε 196 Ολλανδούς πολίτες – τον μεγαλύτερο απολογισμό ξένων αμάχων από ένα μεμονωμένο περιστατικό στον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Ο πόλεμος της Ρωσίας δεν ήταν λοιπόν ένα μακρινό γεγονός στην ολλανδική πολιτική μνήμη. Αυτό δεν αποδεικνύει κατ’ ανάγκη αιτιώδη σχέση, μπορεί όμως να βοηθήσει να εξηγηθεί γιατί η φυσική απόσταση δεν παρήγαγε την ίδια πολιτική απόσταση. Κρίσιμο είναι ότι δεν πρόκειται για μια αφηρημένη ιστορική μνήμη ηθικής αλληλεγγύης, αλλά για μια μείωση της πολιτικής απόστασης ως απάντηση στην παρούσα απειλή. Για παράδειγμα, η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία έχουν ιστορικούς λόγους να φοβούνται τη Μόσχα, δεδομένων των γεγονότων του 1956 στη Βουδαπέστη και του 1968 στην Πράγα. Ωστόσο, η απουσία κοινών συνόρων με τη Ρωσία και άμεσων θυμάτων από την τρέχουσα επιθετικότητά της σημαίνει ότι αυτή η ιστορική μνήμη δεν ενεργοποιείται με τον ίδιο τρόπο, ούτε τοποθετεί τις χώρες αυτές μεταξύ των κορυφαίων υποστηρικτών της Ουκρανίας.
Η Ισλανδία ανήκει στο Αρκτικό Συμβούλιο, αλλά δεν διαθέτει μόνιμες ένοπλες δυνάμεις ούτε στρατιωτικό εξοπλισμό προς μεταφορά. Το ερώτημα είναι αν η ρωσική στρατιωτική ισχύς υπεισέρχεται στους δικούς του υπολογισμούς ασφάλειας ενός κράτους και αν το κράτος αυτό έχει τα μέσα να ενεργήσει με βάση αυτούς.
3. Ο συμβατικός κίνδυνος αλλάζει τον πυρηνικό υπολογισμό
Η στρατιωτική βοήθεια από μόνη της είναι ένα ατελές τεστ αντίστασης στον πυρηνικό εκβιασμό. Για τα κράτη που είναι άμεσα εκτεθειμένα στη Ρωσία, η διατήρηση των ρωσικών δυνάμεων δεσμευμένων και φθαρμένων στην Ουκρανία εξυπηρετεί ένα άμεσο εθνικό συμφέρον: τους εξασφαλίζει χρόνο για τον δικό τους επανεξοπλισμό. Η συζήτηση του Μαΐου 2024 για πλήγματα εντός της Ρωσίας αποτέλεσε ένα σκληρότερο τεστ. Ήταν οι κυβερνήσεις έτοιμες να αποδεχθούν μεγαλύτερο κίνδυνο κλιμάκωσης ώστε η στήριξή τους να είναι στρατιωτικά αποτελεσματική;
Η ρωσική επίθεση στο Χάρκοβο έδειξε το πρακτικό κόστος των περιορισμών. Η Ουκρανία δεχόταν επίθεση από δυνάμεις που επιχειρούσαν ακριβώς πέρα από τα σύνορα, ενώ πολλά από τα όπλα που της είχαν παραδώσει οι εταίροι της δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον των βάσεων, των εκτοξευτών και των συγκεντρώσεων στρατευμάτων εντός της Ρωσίας που τροφοδοτούσαν αυτή την επίθεση. Το ερώτημα ήταν: έπρεπε ο φόβος της κλιμάκωσης να εξακολουθεί να εξασφαλίζει στις ρωσικές δυνάμεις προστατευμένα μετόπισθεν;
Τα συμβατικά πλήγματα ακριβείας πρόσφεραν διέξοδο από το ψευδές δίλημμα ανάμεσα στην παράλυση και την πυρηνική κλιμάκωση. Μπορούσαν να αποδυναμώσουν τα πυρά μεγάλου βεληνεκούς, τα αεροδρόμια και την πολεμική παραγωγή χωρίς να στοχεύουν πληθυσμιακά κέντρα ή στρατιωτικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Η διαμάχη του Μαΐου δεν αφορούσε απλώς το πόσο μακριά μπορούσε να πλήξει η Ουκρανία. Αφορούσε το αν τα ήδη παραδοθέντα όπλα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να πλήξουν τους εκτοξευτές, τις βάσεις και τις γραμμές ανεφοδιασμού εντός της Ρωσίας που κινούσαν την επίθεση κατά της Ουκρανίας. Στις 31 Μαΐου 2024, οι Ηνωμένες Πολιτείες χαλάρωσαν τους περιορισμούς τους, αρχικά μόνο για στόχους συνδεδεμένους με την επίθεση στο Χάρκοβο. Ως η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ και ο κύριος πάροχος εκτεταμένης πυρηνικής αποτροπής στην Ευρώπη, η Ουάσινγκτον έθεσε ένα σημαντικό μέτρο σύγκρισης. Οι εθνικές άδειες διέφεραν σε εύρος, και ορισμένες ήταν στενότερες από άλλες. Η δημόσια υποστήριξη για την άρση των περιορισμών ακόμη και πριν το πράξουν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί σημαντικό δείκτη της προθυμίας να διακινδυνευθεί η επιδείνωση των σχέσεων με τη Ρωσία χωρίς τη στήριξη του κύριου συμμάχου, ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ασφάλειας. Οι ίδιες χώρες προηγούνται και στα δύο μέτρα. Και οι εννέα κορυφαίοι στρατιωτικοί δωρητές σε σχέση με το ΑΕΠ υποστήριξαν κάποια χαλάρωση έως τις 31 Μαΐου: τα έξι κράτη του ΝΑΤΟ που συνορεύουν με τη Ρωσία, η Δανία και η Σουηδία ως αρκτικά κράτη, και η Ολλανδία. Το ίδιο έπραξαν η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τσεχία. Με άλλα λόγια, ήταν πρόθυμες να παραιτηθούν από ορισμένους περιορισμούς πριν λάβουν πολιτικό σήμα από την Ουάσινγκτον. Όπου η ρωσική συμβατική ισχύς εκλαμβανόταν ως άμεση απειλή, οι κίνδυνοι της αυτοσυγκράτησης έμοιαζαν να υπερβαίνουν τους κινδύνους της κλιμάκωσης.
Οι αμυντικές δαπάνες δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Μεταξύ 2021 και 2025, τα έξι κράτη του ΝΑΤΟ που συνορεύουν με τη Ρωσία αύξησαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες κατά μέσο όρο κατά 1,52 % του ΑΕΠ, έναντι 0,41 % στο υπόλοιπο δείγμα. Κάθε ευρωπαϊκό μέλος του ΝΑΤΟ που δαπανούσε περισσότερο από το 3 % του ΑΕΠ για την άμυνα το 2025 ήταν εκτεθειμένο στη Ρωσία μέσω χερσαίων συνόρων ή της Αρκτικής. Για αυτές τις κυβερνήσεις, η στήριξη προς την Ουκρανία δεν αποτελούσε εναλλακτική λύση στον εθνικό επανεξοπλισμό. Ήταν μέρος της ίδιας αμυντικής στρατηγικής: να αποδυναμωθεί τώρα η ικανότητα της Ρωσίας για επιθετικότητα και να περιοριστεί η δυνατότητά της να υπαγορεύσει τους όρους της επόμενης κρίσης.
Η Ουκρανία είναι, βεβαίως, η ακραία περίπτωση. Στην έρευνα στο τέλος του έτους 2023 της Gallup International σε 41 χώρες, οι Ουκρανοί ερωτηθέντες ήταν μεταξύ εκείνων που πιθανότατα δεν έβλεπαν κανέναν κίνδυνο χρήσης πυρηνικών όπλων, παρότι ζουν τόσο υπό τη ρωσική επίθεση όσο και υπό τις πυρηνικές απειλές της. Αυτό δεν είναι ένα απλό γεωγραφικό φαινόμενο· παραπέμπει μάλλον στην εμπειρία ενός εν εξελίξει συμβατικού πολέμου. Για μια κοινωνία που ήδη ζει με πυραυλικά πλήγματα, κατοχή και απώλειες στο μέτωπο, η πυρηνική κλιμάκωση μπορεί να φαίνεται λιγότερο άμεση από τη βία που ήδη συντελείται. Η έρευνα δεν μπορεί να διαχωρίσει αυτό από μια δεύτερη πιθανότητα: ότι οι Ουκρανοί, μη θέλοντας να φανεί ότι υποκύπτουν στον πυρηνικό εκβιασμό, απάντησαν με σκόπιμη πρόκληση. Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση αντανακλά έναν πληθυσμό του οποίου η ανάγνωση της πυρηνικής απειλής έχει αναδιαμορφωθεί από την άμεση εμπειρία του πολέμου – το αντίθετο της παράλυσης που οι πυρηνικές απειλές της Ρωσίας επιδιώκουν να προκαλέσουν.
4. Η δημοκρατία μπορεί να στηρίζει την αποφασιστικότητα, αλλά δεν την καθορίζει
Οι σκανδιναβικές περιπτώσεις προειδοποιούν επίσης ενάντια σε μια απλοϊκή εξήγηση του τύπου «όλα τα εξηγεί η δημοκρατία». Βρίσκονται κοντά στην κορυφή του Δείκτη Φιλελεύθερης Δημοκρατίας του V-Dem, και αρκετές από αυτές συγκαταλέγονται στους ισχυρότερους υποστηρικτές της Ουκρανίας. Ωστόσο, η περίπτωσή τους δεν εξηγείται αποκλειστικά από την ποιότητα της δημοκρατίας τους. Τα κράτη αυτά είναι επίσης ενταγμένα στο βαλτικο-αρκτικό περιβάλλον ασφάλειας· η Φινλανδία και η Νορβηγία έχουν χερσαία σύνορα με τη Ρωσία (αν και πολύ διαφορετικού μήκους). Στο ευρύτερο δείγμα, μια υψηλή βαθμολογία V-Dem δεν συμβαδίζει σταθερά με μεγαλύτερη στρατιωτική βοήθεια, ταχύτερο επανεξοπλισμό ή πρωιμότερη υποστήριξη για την άρση των περιορισμών στα όπλα.
Η δημοκρατία μπορεί, ωστόσο, να έχει σημασία σε μεταγενέστερο στάδιο. Μόλις μια κυβέρνηση δεσμευτεί, οι ισχυροί δημοκρατικοί θεσμοί μπορούν να διευκολύνουν τη διατήρηση της πορείας: εξασφαλίζουν συνέχεια, στηρίζουν τη δημόσια εμπιστοσύνη και δίνουν στα αντίπαλα κόμματα βάση για να διατηρήσουν κοινή γραμμή. Όπου οι απομονωτικές και λαϊκιστικές δυνάμεις κέρδισαν έδαφος, η στήριξη προς την Ουκρανία αποτέλεσε ευκολότερα ρήγμα στην εσωτερική πολιτική. Όμως η ποιότητα της δημοκρατίας δεν προβλέπει άμεσα πόσο οικονομικό κόστος ή κίνδυνο κλιμάκωσης θα αποδεχθεί μια κυβέρνηση.
Το συμπέρασμα είναι επομένως υπό όρους. Η εγγύτητα παρέχει το στρατηγικό κίνητρο· οι δημοκρατικοί θεσμοί μπορούν να βοηθήσουν στη διατήρηση της ανταπόκρισης. Κανένας από τους δύο παράγοντες, από μόνος του, δεν καθορίζει πόσο μακριά θα φτάσει μια κυβέρνηση.
5. Τα κράτη της πρώτης γραμμής της Ευρώπης σηκώνουν το μεγαλύτερο σχετικό βάρος
Για μεγάλο μέρος της ιστορίας του ΝΑΤΟ, ο καταμερισμός των ευθυνών φαινόταν σαφής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρείχαν την εκτεταμένη πυρηνική αποτροπή, ενώ οι αμέσως μεγαλύτεροι δυτικοί σύμμαχοι διέθεταν το μεγαλύτερο μέρος των προηγμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων της Συμμαχίας. Τα ανατολικά μέλη αντιμετωπίζονταν λιγότερο ως συντελεστές της συμμαχικής στρατηγικής και περισσότερο ως αποδέκτες της – οι προειδοποιήσεις τους για τη Ρωσία συχνά ακούγονταν ως περιφερειακό άγχος που ωθούσε τους πάντες προς την κλιμάκωση, αντί για κοινή εκτίμηση της απειλής. Ακολούθησε το γνωστό σχίσμα της Συμμαχίας: τα κράτη των συνόρων φοβούνταν την εγκατάλειψη, ενώ όσα βρίσκονταν μακρύτερα ανησυχούσαν ότι θα συρθούν σε μια σύγκρουση που δεν έλεγχαν.
Τα κράτη που συνορεύουν με τη Ρωσία αφιερώνουν πλέον τα μεγαλύτερα μερίδια των οικονομιών τους τόσο στον εξοπλισμό της Ουκρανίας όσο και στον δικό τους επανεξοπλισμό. Οι μεγαλύτερες δυνάμεις της Ευρώπης διατηρούν πολύ μεγαλύτερους πόρους σε απόλυτους αριθμούς, αλλά δεσμεύουν μικρότερο σχετικό μερίδιό τους. Η ικανότητα και η προσπάθεια δεν συγκεντρώνονται πλέον στα ίδια σημεία.
Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο δείχνουν τη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και την υλική δέσμευση. Και τα δύο υποστήριξαν τη χαλάρωση των περιορισμών για πλήγματα εντός της Ρωσίας. Ωστόσο, οι αυξήσεις των αμυντικών τους δαπανών και η στρατιωτική τους βοήθεια σε σχέση με το ΑΕΠ παρέμειναν κάτω από εκείνες των κορυφαίων συνοριακών και αρκτικών κρατών. Μεταξύ 2022 και 2026, η βρετανική διμερής στρατιωτική βοήθεια ανήλθε στο 0,61 % του ΑΕΠ του 2021 και η γαλλική στο 0,25 %. Η Δανία δέσμευσε το 2,95 % και η Εσθονία το 2,82 % – περίπου πενταπλάσιο του βρετανικού μεριδίου και πάνω από δεκαπλάσιο του γαλλικού. Το πού βρίσκει μια κυβέρνηση τα χρήματα, και πού όχι, αντανακλά από μόνο του πόσο άμεσα αισθάνεται την απειλή.
Η ίδια διάταξη εμφανίστηκε τον Μάιο του 2026, όταν ο Μαρκ Ρούτε κάλεσε τους συμμάχους να διαθέτουν το 0,25 % του ΑΕΠ τους για τη στήριξη της Ουκρανίας, χωρίς όμως να εξασφαλίσει ομοφωνία. Σύμφωνα με δημοσίευμα της The Telegraph, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και ο Καναδάς αντιτάχθηκαν στον στόχο, ενώ τα κράτη που ήδη τον πληρούν – η Ολλανδία, η Πολωνία και οι σκανδιναβικές και βαλτικές χώρες – τον προώθησαν. Η διάταξη αυτή είναι σε μικρογραφία το επιχείρημα του παρόντος κειμένου: το βάρος είναι βαρύτερο για όσους βρίσκονται πλησιέστερα στη Ρωσία, και η απροθυμία μεγαλύτερη σε όσους βρίσκονται μακρύτερα. Η Ουκρανία δεν μπορεί να εξαρτάται από μια νέα πολιτική μάχη κάθε φορά που χρειάζεται πυρομαχικά ή πυραύλους αεράμυνας.
Αυτό δεν καθιστά τις μεγαλύτερες δυνάμεις της Ευρώπης απλούς καταναλωτές ασφάλειας. Οι πυρηνικές δυνάμεις, το βιομηχανικό βάθος και οι προηγμένες στρατιωτικές δυνατότητες παραμένουν συγκεντρωμένα σε αυτές. Όμως οι μεγαλύτερες σχετικές δαπάνες, και μεγάλο μέρος της πολιτικής έκθεσης, βρίσκονται πλέον στην πρώτη γραμμή. Το αναδυόμενο πρόβλημα της Ευρώπης είναι ένας διαχωρισμός ανάμεσα στο πού βρίσκεται η ικανότητα και στο πού η αίσθηση του επείγοντος είναι ισχυρότερη.
Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να παρατηρήσουμε διαφορετικές δυναμικές στην αξιολόγηση των κινδύνων. Τα γεωγραφικά ευάλωτα κράτη φοβούνται ότι θα εγκαταλειφθούν εξαιτίας του κινδύνου μελλοντικής πυρηνικής κλιμάκωσης όπως τον αντιλαμβάνονται η Δυτική Ευρώπη και οι ΗΠΑ – με άλλα λόγια, μπορεί να φοβούνται ότι αύριο θα βρεθούν εκεί όπου βρίσκεται σήμερα η Ουκρανία. Γι’ αυτό είναι στρατηγικά σημαντικό για αυτά να περιοριστεί ο φόβος της κλιμάκωσης ως παράγοντας που διαμορφώνει τις αποφάσεις για τη στήριξη των συμμάχων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κράτη της πρώτης γραμμής και τα εκτεθειμένα στην Αρκτική ενεργούν απερίσκεπτα. Αντιθέτως, κατά τη διάρκεια του πολέμου, τα κράτη της Βαλτικής και η Πολωνία αντέδρασαν με σύνεση σε στρατιωτικά επεισόδια που αφορούσαν τη Ρωσία, όπως οι παραβιάσεις από drones και πυραύλους. Στηρίζουν την Ουκρανία όχι επειδή υποτιμούν την κλιμάκωση, αλλά επειδή κρίνουν ότι αν επιτραπεί στον φόβο της κλιμάκωσης να διαμορφώνει κάθε απόφαση, αυτό θα προ(σ)καλέσει περαιτέρω εξαναγκασμό και εκβιασμό. Υπό αυτή την έννοια, στόχος τους είναι να αλλάξουν τον υπολογισμό της Μόσχας, δείχνοντας ότι οι πυρηνικές της απειλές δεν θα αποφέρουν ούτε μια πιο αδύναμη Ουκρανία ούτε μια διχασμένη Συμμαχία.
Συμπεράσματα
Η πιο πρόσφατη πυρηνική εκστρατεία της Ρωσίας έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία η συμβατική της στρατηγική αποδίδει λιγότερα από όσα χρειάζεται το Κρεμλίνο. Η εξαντλητική της επίθεση δεν έχει επιφέρει αποφασιστική διάσπαση. Η Ουκρανία, εν τω μεταξύ, έχει μεταφέρει τον πόλεμο στα μετόπισθεν της Ρωσίας: σε διυλιστήρια, δίκτυα εφοδιαστικής και αεροπορικές βάσεις. Το μήνυμα πίσω από τη νέα πυρηνική ρητορική της Ρωσίας είναι πιο ωμό από πριν: εμποδίστε την Ουκρανία να φέρει τον πόλεμο στο σπίτι μας.
Η Ρωσία μπορεί να εντείνει τους βομβαρδισμούς της Ουκρανίας, και το κάνει. Όμως οι βομβαρδισμοί από μόνοι τους είναι κακός δρόμος προς το πολιτικό και εδαφικό αποτέλεσμα που επιδιώκει. Οι άλλες συμβατικές της επιλογές δεν είναι ελκυστικές. Μεταξύ άλλων, μια νέα επίθεση από τη Λευκορωσία θα μετέτρεπε μια χρήσιμη περιοχή μετόπισθεν σε ευάλωτο θέατρο επιχειρήσεων, εκθέτοντας τις ρωσικές δυνάμεις και τις οδούς ανεφοδιασμού σε ουκρανικά πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς. Μια νέα μαζική επιστράτευση θα μπορούσε να προσθέσει άνδρες, αλλά δεν θα έλυνε από μόνη της το κεντρικό στρατιωτικό πρόβλημα της Ρωσίας: όχι πόσα στρατεύματα μπορεί να τοποθετήσει κοντά στο μέτωπο, αλλά πώς μπορούν αυτά να εξοπλιστούν και να αναπτυχθούν αποτελεσματικά. Η Ρωσία έχει επεκτείνει τη δύναμή της εντός και γύρω από την Ουκρανία σε περισσότερους από 700.000 άνδρες. Ωστόσο, όσο μεγαλύτερη έγινε αυτή η δύναμη, τόσο δυσκολότερο έγινε να συγκεντρωθεί και να χρησιμοποιηθεί σε μεγάλη κλίμακα σε ένα πεδίο μάχης κορεσμένο από drones.
Αυτό αφήνει ανοικτούς πιο επικίνδυνους τρόπους για να αλλάξει η σύγκρουση. Η Ρωσία θα μπορούσε να εξαπολύσει μια πιο προσεκτικά βαθμονομημένη υβριδική επίθεση εναντίον ενός μέλους του ΝΑΤΟ – δολιοφθορά, κυβερνοεπίθεση ή ένα βίαιο επεισόδιο που μπορεί να διαψευστεί – σχεδιασμένη ώστε να επιβάλει διαμάχη για το αν σημειώθηκε ένοπλη επίθεση και ποια συλλογική απάντηση απαιτεί. Ή θα μπορούσε να ποντάρει σε περιορισμένη πυρηνική χρήση στην Ουκρανία: ένα πλήγμα αρκετά μικρό, κατά τον υπολογισμό της Μόσχας, ώστε να τρομοκρατήσει τη Δύση χωρίς να σύρει το ΝΑΤΟ απευθείας στον πόλεμο. Πρόσφατα δημοσιεύματα συνδεδεμένα με το Κρεμλίνο έχουν αφήσει να εννοηθεί μια τέτοια πιθανότητα, τονίζοντας παράλληλα ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη πραγματικών προετοιμασιών. Αυτή η αμφισημία είναι μέρος της πίεσης.
Ούτε η υβριδική επίθεση ούτε η περιορισμένη πυρηνική χρήση εγγυώνται στη Ρωσία στρατιωτική νίκη. Και οι δύο έχουν σχεδιαστεί για να διασπάσουν τη Συμμαχία τη στιγμή που πρέπει να δράσει. Μια υβριδική επίθεση δοκιμάζει αν τα μέλη μπορούν να συμφωνήσουν για το τι μόλις είδαν· για τα κράτη της πρώτης γραμμής, ο δισταγμός θα αναζωπύρωνε τον αρχαιότερο φόβο της πολιτικής των συμμαχιών: την εγκατάλειψη. Ένα περιορισμένο πυρηνικό πλήγμα εντός της Ουκρανίας θα άφηνε ελάχιστη αμφιβολία για τα γεγονότα, αλλά θα δοκίμαζε αν η Δύση είναι έτοιμη να δράσει για να σταματήσει τη Ρωσία, και θα μπορούσε να διχάσει ξανά τις χώρες του ΝΑΤΟ ως προς το αν η άμεση στρατιωτική επέμβαση είναι αναγκαία ή πρέπει να αποφευχθεί.
Αυτή είναι η ρηξιγενής γραμμή που αποκαλύπτει η σύγκριση της παρούσας ανάλυσης. Τα κράτη που βρίσκονται πλησιέστερα στη Ρωσία έχουν ήδη αντιμετωπίσει την ουκρανική αντίσταση ως προωθημένη άμυνα· θα έβλεπαν μια αδύναμη απάντηση ως απόδειξη ότι η συμβατική επιθετικότητα εξακολουθεί να αποδίδει. Η Ρωσία δεν χρειάζεται να νικήσει το ΝΑΤΟ στο πεδίο της μάχης. Αρκεί τα μέλη του να διαφωνήσουν για το τίμημα μιας απάντησης.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να εμποδίσει τη Ρωσία να εκτοξεύει πυρηνικές απειλές. Μπορεί να εμποδίσει να λειτουργήσουν. Η Ευρώπη μπορεί να μη μάθει ποτέ αν η επόμενη προειδοποίηση της Μόσχας είναι μπλόφα, πραγματική προετοιμασία ή απόπειρα να επηρεαστεί μια συγκεκριμένη απόφαση. Δεν χρειάζεται να το ξέρει. Αν επιτρεπόταν στην πυρηνική μπλόφα να λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά όσο τα ίδια τα πυρηνικά όπλα, η επιρροή της Ρωσίας θα ήταν ουσιαστικά απεριόριστη.
Η Ουκρανία έχει ήδη δείξει πώς λειτουργεί αυτό. Αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο κίνδυνο να γίνει το πεδίο χρήσης ρωσικών πυρηνικών όπλων, κι όμως διατηρεί τη βούληση να αντιστέκεται απέναντι στις απειλές. Η Ευρώπη πρέπει επιτέλους να κάνει αυτή την ανθεκτικότητα συλλογική. Η γεωγραφία δεν μπορεί να σβηστεί από τον χάρτη ασφάλειας της Ευρώπης, αλλά το οικονομικό και πολιτικό βάρος που δημιουργεί μπορεί να κατανεμηθεί καλύτερα.
Οι πολιτικές που περιγράφονται στις συστάσεις θα μειώσουν την ευαλωτότητα της Ευρώπης στην πυρηνική ρητορική και θα υπονομεύσουν τους στόχους της Μόσχας: έναν πιο αδύναμο ουκρανικό στρατό, μια Συμμαχία που σταματά σε κάθε νέα απειλή και ευρωπαϊκές κοινωνίες τρομοκρατημένες ώστε να υποχωρήσουν. Αυτό σημαίνει επιμερισμό του βάρους πριν από μια κρίση, διατήρηση του ανεφοδιασμού της ουκρανικής αντίστασης και μετατροπή μιας νέας ρωσικής απειλής σε λόγο για συλλογική δράση αντί για μια ακόμη ευρωπαϊκή παύση.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής