Matteo Mecacci
Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK), ενός think tank που υποστηρίζει την ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ και την περιφερειακή ασφάλεια.
Η Ρωσία διεξάγει «εκλογές». Η Ουκρανία υπερασπίζεται τη δημοκρατία
Ενώ η Ουκρανία εξετάζει το ενδεχόμενο επαναφοράς των εκλογών εν μέσω πολεμικών συνθηκών, η Ρωσία διεξάγει ψηφοφορία χωρίς πολιτικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της και την επεκτείνει παράνομα σε περιοχές της Ουκρανίας που βρίσκονται υπό κατοχή.
ΚΙΕΒΟ. Αυτό το Σαββατοκύριακο, η Ρωσία διεξάγει εκλογές για τη Δούμα, μεταξύ άλλων και σε τμήματα της Ουκρανίας που καταλαμβάνει και ισχυρίζεται ότι έχει προσαρτήσει. Το Κρεμλίνο θα παρουσιάσει το θέαμα της ψηφοφορίας ως απόδειξη συνταγματικής ομαλότητας. Ωστόσο, η αντίθεση με τη συζήτηση που εξελίσσεται στην Ουκρανία αποκαλύπτει τη διαφορά μεταξύ της διεξαγωγής ψηφοφορίας και της διαφύλαξης της δημοκρατίας.
Στη Ρωσία, ο ουσιαστικός πολιτικός ανταγωνισμός έχει εξαλειφθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέσυρε το ομοσπονδιακό ψηφοδέλτιο του Γιαμπλόκο από τον εκλογικό κατάλογο των υποψήφιων κομμάτων, αποκλείοντας το μοναδικό εγγεγραμμένο κόμμα που αντιτάχθηκε στον πόλεμο. Τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό εντός των ορίων που θέτει το Κρεμλίνο. Η Ρωσία δεν έχει προσκαλέσει παρατηρητές από τον ΟΑΣΕ, την ανεξάρτητη εποπτεία του οποίου επέλεξε και πάλι να αποφύγει.
Η ψηφοφορία θα οργανωθεί επίσης σε κυρίαρχο ουκρανικό έδαφος που βρίσκεται υπό στρατιωτική κατοχή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δηλώσει ότι δεν θα αναγνωρίσει τέτοιες «εκλογές» ούτε τα αποτελέσματά τους. Μια ψηφοφορία δεν αποκτά νομιμότητα απλώς και μόνο επειδή ανοίγονται οι κάλπες και καταμετρώνται οι ψήφοι – ειδικά όταν επιβάλλεται από μια κατοχική δύναμη.
Η Ουκρανία παρουσιάζει μια πολύ διαφορετική εικόνα. Οι εκλογές παραμένουν ανεσταλμένες λόγω του στρατιωτικού νόμου, καθώς η χώρα αγωνίζεται για την επιβίωσή της. Μετά την απομάκρυνσή του από το αξίωμα του υπουργού Άμυνας, ο Μιχαήλ Φεντόροφ ζήτησε τη διεξαγωγή εκλογών εν μέσω πολέμου. Η πρότασή του συζητήθηκε δημόσια και απορρίφθηκε ακόμη και από τους διοργανωτές των διαδηλώσεων που τον είχαν υποστηρίξει.
Αυτή η διαφωνία δεν αποτελεί απόδειξη δημοκρατικής αποτυχίας. Αποτελεί απόδειξη ότι η δημοκρατική πολιτική επιβιώνει υπό εξαιρετική πίεση. Ένας εξέχων πρώην υπουργός μπορεί να αμφισβητήσει τον πρόεδρο. Η κοινωνία των πολιτών μπορεί να τον υποστηρίξει σε ένα ζήτημα και να του αντιταχθεί σε ένα άλλο. Οι εκλογικές αρχές, οι βουλευτές και οι εμπειρογνώμονες μπορούν να εξετάσουν ανοιχτά πώς θα πρέπει τελικά να ξαναρχίσει η ψηφοφορία.
Θα ήταν δελεαστικό να συμπεράνουμε ότι, επειδή η Ρωσία διοργανώνει εκλογές, πρέπει και η Ουκρανία να διεξαγάγει γρήγορα εκλογές – έστω και μόνο για να στερήσει από τη Μόσχα ένα προπαγανδιστικό επιχείρημα. Αυτό θα ήταν το λάθος συμπέρασμα. Η δημοκρατία δεν είναι διαγωνισμός για το ποιος μπορεί να ανακοινώσει πρώτος την ημερομηνία των εκλογών. Για να είναι αξιόπιστες οι εκλογές απαιτούνται ασφάλεια, πολιτικός πλουραλισμός, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, ουσιαστικός ανταγωνισμός, αμερόληπτη διοίκηση, δημόσιος έλεγχος και κυρίαρχη συμμετοχή των πολιτών. Η Ρωσία παραβιάζει αυτές τις αρχές, ενώ χρησιμοποιεί το τελετουργικό των εκλογών για να νομιμοποιήσει τον πόλεμό της.
Η Ουκρανία θα διακινδύνευε να υπονομεύσει αυτές τις ίδιες αρχές αν βιαζόταν να διεξαγάγει εκλογές. Εκατομμύρια πολίτες έχουν εκτοπιστεί εντός της χώρας ή στο εξωτερικό. Πολλοί υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις. Άλλοι ζουν υπό κατοχή. Οι επιθέσεις με πυραύλους και drones θα απειλούσαν τους ψηφοφόρους και το εκλογικό προσωπικό, ενώ η προεκλογική εκστρατεία και η πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης θα ήταν εξαιρετικά άνισες.
Ωστόσο, η αναβολή των εκλογών δεν μπορεί να σημαίνει αναβολή της δημοκρατικής προετοιμασίας. Οι έκτακτες εξουσίες αντλούν τη νομιμότητά τους από το ότι είναι εξαιρετικές και προσωρινές. Όσοι τις ασκούν πρέπει να διατηρήσουν τις προϋποθέσεις για την επάνοδο του πλήρους πολιτικού ανταγωνισμού, μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν πραγματικά.
Η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή της Ουκρανίας και μια κοινοβουλευτική ομάδα εργασίας έχουν ήδη καταρτίσει προτάσεις για τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές. Το τεχνικό τους έργο πρέπει πλέον να ενταχθεί σε μια ευρύτερη εθνική συζήτηση στην οποία θα συμμετάσχουν η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση, η κοινωνία των πολιτών, οι ένοπλες δυνάμεις, οι τοπικές αρχές και τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης.
Η συζήτηση αυτή χρειάζεται να εξετάσει τις συνθήκες ασφάλειας για την ψηφοφορία, τη συμμετοχή στρατιωτών και πολιτών στο εξωτερικό, το εκλογικό μητρώο, τη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας, τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης, την ψηφοφορία σε περιοχές που απελευθερώνονται από την κατοχή και τις διασφαλίσεις κατά της ρωσικής παρέμβασης. Πρέπει να επιδιωχθεί συμφωνία προτού καθοριστεί η ημερομηνία των εκλογών – και πριν οι πολιτικοί παράγοντες γνωρίσουν ποιες ρυθμίσεις ενδέχεται να τους ευνοήσουν.
Ο στόχος της Ρωσίας σε μελλοντικές εκλογές στην Ουκρανία ενδέχεται να μην είναι η εξασφάλιση της νίκης ενός προτιμώμενου υποψηφίου. Έπειτα από χρόνια επιθετικότητα, αυτό μπορεί να είναι αδύνατο. Αντίθετα, ενδέχεται να επιδιώξει να πείσει διάφορα τμήματα της ουκρανικής κοινωνίας ότι η διαδικασία παραποιήθηκε ή υπονομεύθηκε. Η επίτευξη ευρείας συμφωνίας εκ των προτέρων δεν αποτελεί, επομένως, απλώς θέμα εκλογικής οργάνωσης· είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει αυτή τη διάκριση. Πρέπει να απορρίψει την παράνομη ψηφοφορία της Ρωσίας στην κατεχόμενη Ουκρανία και να υποστηρίξει την Ουκρανία στη δημιουργία των συνθηκών για μια αξιόπιστη δημοκρατική επιστροφή. Η ένταξη στην ΕΕ δεν είναι μόνο μια νομοθετική ή οικονομική διαδικασία. Είναι επίσης ένα σχέδιο ασφάλειας που επικεντρώνεται στον πολιτικό πλουραλισμό, στους θεσμούς που λογοδοτούν και στο δικαίωμα των πολιτών να επιλέγουν ελεύθερα τους ηγέτες τους.
Η Ρωσία προσπαθεί να δείξει ότι μια εκλογή μπορεί να νομιμοποιήσει την κατάκτηση. Η Ουκρανία πρέπει να δείξει ότι μια νόμιμη και προσωρινή αναβολή, σε συνδυασμό με ανοιχτή προετοιμασία, μπορεί να προστατεύσει τη δημοκρατική κυριαρχία. Η δημοκρατική πρώτη γραμμή δεν ξεκινά όταν ανακοινώνεται η ημερομηνία των εκλογών. Είναι ήδη ορατή σήμερα: στην Ουκρανία, μέσω του διαλόγου, του ελέγχου και της προετοιμασίας· στη Ρωσία, μέσω των εκλογικών τμημάτων που ανοίγουν ενώ η πολιτική επιλογή είναι κλειστή.
Η σημασία της Ουκρανίας στη νέα στρατηγική πραγματικότητα της Ευρώπης
Καθώς η Ουκρανία συνεχίζει την πορεία της προς την Ευρώπη, αντιστεκόμενη παράλληλα στην επιθετικότητα της Ρωσίας, η υποψηφιότητά της αναδεικνύει τα όρια του παραδοσιακού μοντέλου διεύρυνσης.
Το 2026, το μέλλον της Ουκρανίας στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα ζήτημα ενσωμάτωσής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει μετατραπεί σε στρατηγικό ζήτημα. Μια σειρά συζητήσεων σχετικά με την άμυνα, την ανεξαρτησία και την οικονομία της Ευρώπης —θέματα που κάποτε φαινόταν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους— καθίστανται πλέον όλο και πιο αλληλένδετα. Οι συζητήσεις για την επιτάχυνση της ένταξης της Ουκρανίας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, οι προτάσεις για τη σταδιακή ένταξή της στην Ενιαία Αγορά της ΕΕ, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη διευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της άμυνας, καθώς και οι διαβουλεύσεις μεταξύ των βασικών ευρωπαϊκών χωρών σχετικά με το μέλλον της Ουκρανίας αντανακλούν μια σημαντική μετατόπιση όσον αφορά τις προοπτικές της ευρωπαϊκής διεύρυνσης και ολοκλήρωσης.
Για δεκαετίες, η διεύρυνση ξεχώριζε ως μία από τις πιο επιτυχημένες πολιτικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ξεκινώντας το 1951, η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επεκτάθηκε σταδιακά, δημιουργώντας μια πιο ενωμένη κοινότητα δημοκρατίας, ευημερίας και σταθερότητας σε μια ήπειρο που αναδυόταν από τη διαίρεση και τις συγκρούσεις. Οι υποψήφιες χώρες πραγματοποίησαν μεταρρυθμίσεις, ενίσχυσαν τους θεσμούς και εντάχθηκαν σταδιακά στα εξελισσόμενα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συστήματα της Ένωσης.
Αυτό συνέβη σε ένα στρατηγικό πλαίσιο όπου τα βασικά ζητήματα της ευρωπαϊκής ασφάλειας φαινόταν να έχουν επιλυθεί σε μεγάλο βαθμό, χάρη στη δημιουργία και την επέκταση του ΝΑΤΟ. Σήμερα, ωστόσο, πολλές από αυτές τις παραδοχές τίθενται υπό αμφισβήτηση. Πάνω απ’ όλα, η πλήρης εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει καταρρίψει τα θεμέλια του πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας της μεταψυχροπολεμικής εποχής.
Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων έχει αναζωπυρώσει ερωτήματα που οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν ότι είχαν επιλυθεί εδώ και καιρό. Ποιος φέρει την ευθύνη για την ασφάλεια της ηπείρου; Πώς πρέπει να διαμορφωθεί η αποτροπή; Τι ρόλο πρέπει να διαδραματίσει η Ευρώπη στην άμυνά της;
Από πολλές απόψεις, η Ευρώπη επανεξετάζει ζητήματα που είχαν αρχικά τεθεί κατά τη γέννηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η πρόταση του 1952 για μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα δεν υλοποιήθηκε ποτέ, καθώς το ΝΑΤΟ και η αμερικανική εγγύηση ασφάλειας αποτέλεσαν τους κύριους πυλώνες της ευρωπαϊκής άμυνας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Για πολλά χρόνια μετά, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η ασφάλεια εξελίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα. Ωστόσο, η διατήρηση αυτού του διαχωρισμού γίνεται όλο και πιο δύσκολη στο πλαίσιο της Ουκρανίας.
Η Ουκρανία δεν είναι η πρώτη μετασοβιετική χώρα που επιδιώκει την ένταξη στην ΕΕ. Ωστόσο, είναι η πρώτη υποψήφια χώρα που επιδιώκει την ένταξη ενώ βρίσκεται εν μέσω ενός μεγάλου πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος, εφαρμόζει δύσκολες μεταρρυθμίσεις υπό εξαιρετικές συνθήκες και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις συζητήσεις για τη μελλοντική ασφάλεια της Ευρώπης.
Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τη σημασία των πρόσφατων προτάσεων που αποσκοπούν στο να καταστήσουν την ολοκλήρωση σταδιακή και πολιτικά συναφή. Σε αυτές περιλαμβάνονται έντονες συζητήσεις σχετικά με την ιδέα του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς για την πρόωρη συμμετοχή εκπροσώπων της Ουκρανίας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, καθώς και προτάσεις για τη σταδιακή πρόσβαση των υποψηφίων χωρών της ΕΕ σε τμήματα της Ευρωπαϊκής Ενιαίας Αγοράς πριν από την πλήρη ένταξή τους. Οι συζητήσεις αυτές υποδηλώνουν την αντίληψη ότι ο παραδοσιακός διαχωρισμός της ΕΕ μεταξύ του καθεστώτος υποψηφιότητας και αυτού της ένταξης ενδέχεται να μην είναι πλέον επαρκής.
Οι πρόσφατες προτάσεις για σύμπραξη, συμμετοχή και ενσωμάτωση αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Αναγνωρίζουν ότι οι χώρες που υλοποιούν απαιτητικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αποκομίζουν ορισμένα οφέλη από την ένταξη ακόμη και πριν από την πλήρη ένταξη.
Στην περίπτωση της Ουκρανίας, αντιμετωπίζουν μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Το κύριο ζήτημα πλέον δεν είναι απλώς πώς να επιταχυνθεί η ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ. Είναι το αν η ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρώπη μπορεί να συζητηθεί ξεχωριστά από τα ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Από την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, η σημασία αξιόπιστων εγγυήσεων ασφάλειας για την Ουκρανία αποτελεί κεντρικό θέμα στις ευρωπαϊκές συζητήσεις. Επί του παρόντος, αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι μόνο η αναγνώριση αυτής της ανάγκης, αλλά και η αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι η ασφάλεια της Ουκρανίας και η ευρωπαϊκή της ένταξη αποτελούν πλέον αλληλένδετες πτυχές του ίδιου στρατηγικού στόχου.
Ενώ η ένταξη στο ΝΑΤΟ παραμένει ο στρατηγικός στόχος της Ουκρανίας, προς το παρόν δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Αυτό έχει αυξήσει την επείγουσα ανάγκη να διερευνηθεί πώς η Ουκρανία μπορεί να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας.
Οποιαδήποτε μελλοντική διπλωματική πρωτοβουλία με στόχο τον τερματισμό του πολέμου θα απαιτήσει κάτι περισσότερο από συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός ή πολιτικές συμφωνίες. Η διαρκής ειρήνη θα εξαρτηθεί από την ενσωμάτωση της Ουκρανίας σε ένα πλαίσιο που θα συνδυάζει οικονομικές ευκαιρίες, πολιτική ένταξη και αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας. Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, οποιαδήποτε διευθέτηση κινδυνεύει να καταστεί απλώς μια παύση πριν από την επανάληψη της σύγκρουσης.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Για παράδειγμα, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Άνδριους Κουμπίλιους έχει υποστηρίξει ότι η Ουκρανία πρέπει να ενταχθεί στην αναδυόμενη αμυντική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Ο Ιταλός Υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροσέτο έχει επίσης υποστηρίξει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό αμυντικό πλαίσιο που θα εκτείνεται πέρα από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανεξάρτητα από τη θεσμική μορφή που ενδέχεται τελικά να λάβουν τέτοιες ρυθμίσεις, αντανακλούν μια ευρύτερη πραγματικότητα: η ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Ο ρόλος της Ουκρανίας σε αυτή τη συζήτηση δεν πρέπει να εξεταστεί μόνο υπό το πρίσμα των εγγυήσεων και της βοήθειας. Μετά από πάνω από τέσσερα χρόνια πλήρους πολέμου, η Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης. Οι ένοπλες δυνάμεις της έχουν αποκτήσει απαράμιλλη εμπειρία στον συμβατικό πόλεμο μεγάλης κλίμακας, ενώ η αμυντική της βιομηχανία έχει αναδειχθεί σε καινοτόμο τομέα όσον αφορά τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα αυτόνομα συστήματα και τον ηλεκτρονικό πόλεμο. Σε βασικούς τομείς, η επιχειρησιακή εμπειρογνωμοσύνη της Ουκρανίας ξεπερνά πλέον εκείνη πολλών χωρών της ΕΕ.
Αυτά τα επιτεύγματα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη συνεχιζόμενη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική υποστήριξη από την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους συμμάχους. Ωστόσο, η ικανότητα της Ουκρανίας να αξιοποιεί αυτή την υποστήριξη, να τη μετατρέπει σε αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη και να αναπτύσσει τις δικές της καινοτομίες έχει δείξει μια ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα που λίγοι περίμεναν στην αρχή του πολέμου.
Η Ουκρανία δεν είναι πλέον απλώς αποδέκτης ασφάλειας: έχει πλέον καταστεί συνεισφέρουσα σε αυτή. Αυτή η μετατόπιση θα πρέπει επίσης να επηρεάσει τη συζήτηση για τη διεύρυνση. Ενώ οι συζητήσεις συχνά επικεντρώνονται στο τι μπορεί να προσφέρει η Ευρώπη στην Ουκρανία, είναι όλο και πιο σημαντικό να ληφθεί υπόψη τι προσφέρει η Ουκρανία στην Ευρώπη — όπως στρατιωτική δύναμη, τεχνολογικές εξελίξεις, στρατηγικά πλεονεκτήματα και μια σαφή δέσμευση για την τήρηση των βασικών αρχών του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Η επιτυχής ένταξη της Ουκρανίας θα αποτελούσε ένα σημαντικό ορόσημο στην ιστορία της ΕΕ, καθώς θα προστάτευε μια χώρα που επί του παρόντος δέχεται επίθεση και θα αναδείκνυε την ικανότητα της Ευρώπης να προσαρμόζει τους θεσμούς και τις πολιτικές της σε ένα δραματικά μεταβαλλόμενο στρατηγικό τοπίο.
Η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από την απλή διεύρυνση στο πώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις ανανεωμένες προκλήσεις ασφάλειας και στο κατά πόσον μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο όπου οι πολιτικές, οικονομικές, δημοκρατικές προσπάθειες, καθώς και αυτές της ασφάλειας αλληλοενισχύονται.
Ένα βασικό δίδαγμα από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ότι η διαρκής ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική δύναμη και την αποτροπή, αλλά και από ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, το κράτος δικαίου και ανθεκτικές κοινωνίες. Οι επιλογές των ευρωπαίων ηγετών – συμπεριλαμβανομένων των Ουκρανών – σχετικά με τον ρόλο της Ουκρανίας στην Ευρώπη επηρεάζουν άμεσα όλους αυτούς τους τομείς. Λίγες αποφάσεις θα έχουν τόσο σημαντικές συνέπειες για το μέλλον της ηπείρου.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής