Σύνδεση συνδρομητών

Elena Davlikanova

Elena Davlikanova

Ερευνήτρια και ανώτερη ερευνήτρια στο Κέντρο Ασφάλειας Σαχαϊντάτσνι στο Κίεβο, καθώς και στο Κέντρο Ανάλυσης Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPA) στην Ουάσιγκτον, DC.

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η ανάπτυξη αποτελεσματικής αυτοάμυνας της Ευρώπης ενάντια στον «ψυχολογικό πόλεμο» της Ρωσίας με τον οποίο επιχειρεί να την αποτρελάνει, απαιτεί καλύτερη κατανόηση του πώς η Μόσχα αντιλαμβάνεται τη σύγκρουσή της με τη Δύση.

Η Ρωσία έχει αφιερώσει δεκαετίες στη διεξαγωγή γνωσιακού και πληροφοριακού πολέμου κατά της Δύσης. Πολύ πριν από την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία, η Μόσχα επένδυσε στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται τη ρωσική ισχύ, την κλιμάκωση, τη στρατιωτική ικανότητα, την ανθεκτικότητα και τα όρια της δράσης της Δύσης. Πολλές από αυτές τις αφηγήσεις έγιναν κοινή λογική, επηρεάζοντας την πολιτική πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι θα μπορούσαν ποτέ τα άρματα μάχης ή οι πύραυλοι. Σήμερα, όμως, η Ουκρανία καταρρίπτει συστηματικά αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης. Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να αφομοιώσει αυτά τα διδάγματα πριν οι ξεπερασμένες παραδοχές αρχίσουν και πάλι να διαμορφώνουν την πολιτική ασφαλείας της.

Οι ουκρανικές επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς έχουν φτάσει στη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη, σε στρατηγικές βάσεις βομβαρδιστικών και σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές. Η Κριμαία, που κάποτε παρουσιάζονταν από το Κρεμλίνο ως απαραβίαστο ρωσικό έδαφος, μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο μάχης όπου κυριαρχούν οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας. Για πρώτη φορά από την πλήρη εισβολή, η Ρωσία αρχίζει να βιώνει αυτό που επέβαλε στην Ουκρανία για χρόνια — έναν πόλεμο που συνεπάγεται πραγματικό κόστος.

Αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια στρατηγική επιλογή. Είτε θα επιτρέψει στη Ρωσία να φτάσει τελικά στο ναδίρ και να βιώσει μια ήττα αρκετά βαριά ώστε να πυροδοτήσει εσωτερικές αλλαγές, είτε θα επαναλάβει τον γνωστό κύκλο πρόωρων διαπραγματεύσεων, χαλάρωσης των κυρώσεων και μιας ακόμη «επανεκκίνησης» πριν αντιμετωπιστούν οι ρίζες της ρωσικής επιθετικότητας. Η ήττα δεν απαιτεί την παρουσία ουκρανικών στρατευμάτων στην Κόκκινη Πλατεία. Απαιτεί την κατάρρευση του καθεστώτος και, μαζί με αυτό, των μύθων που τροφοδότησαν τη συνεχή αναγέννηση ιμπεριαλιστικών και απάνθρωπων καθεστώτων.

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, το Κρεμλίνο έχει καλλιεργήσει συστηματικά μια σειρά αφηγήσεων που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως ανίκητη, την κλιμάκωση ως αναπόφευκτη, τον συμβιβασμό ως τη μόνη ορθολογική στρατηγική και την ειρήνη μέσω της προσαρμογής ως την ασφαλέστερη επιλογή για την Ευρώπη. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών αυτού που οι Ρώσοι στρατιωτικοί στοχαστές αποκαλούν όλο και περισσότερο «ψυχολογικό πόλεμο» (mental war), έναν πόλεμο που επιχειρεί να αποτρελάνει τον θεωρούμενο εχθρό. Ο ίδιος ο όρος αποτελεί μια προσπάθεια «υποκατάστασης εισαγωγών» για να διαφοροποιηθεί από τη δυτική έννοια του πληροφοριακού πολέμου.

Σύμφωνα με τον Αντρέι Ιλνίτσκι, έναν από τους αρχιτέκτονες της θεωρίας και πρώην σύμβουλο του Ρώσου υπουργού Άμυνας, αυτού του είδους ο ψυχολογικός πόλεμος αφορά την ίδια τη μεταμόρφωση του πώς συγκροτείται ένα έθνος. Στοχεύει στην ταυτότητα, την ιστορική μνήμη, τις αξίες, τις παραδόσεις και τον ίδιο τον πολιτισμικό κώδικα μέσω του οποίου οι άνθρωποι ερμηνεύουν την πραγματικότητα. Ο στρατιωτικός θεωρητικός Ιγκόρ Καραβάεφ προχωρά ακόμη πιο μακριά, περιγράφοντας τον ψυχολογικό πόλεμο ως μια συστηματική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της δημόσιας συνείδησης, αποδυνάμωσης των κρατικών θεσμών και, τελικά, αλλαγής ενός ολόκληρου πολιτισμού. Οι στρατιωτικές νίκες μπορούν να ανατραπούν· οι μετασχηματισμένες ταυτότητες είναι πολύ πιο δύσκολο να ανακτηθούν. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο το Κρεμλίνο θεωρεί τον ψυχολογικό πόλεμο πιο αποφασιστικό από τον συμβατικό πόλεμο.

Στην πρόσφατη έκθεσή μου για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Τρελαίνοντας τον άλλο: Ο γνωσιακός και πληροφοριακός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ευρώπης», υποστηρίζω ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αναπτύξει μια αποτελεσματική μακροπρόθεσμη στρατηγική έναντι της Ρωσίας χωρίς πρώτα να κατανοήσει πώς η ίδια η Ρωσία αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση. Σύμφωνα με τους δικούς της στρατηγούς, δεν πρόκειται απλώς για μια γεωπολιτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για έναν πολιτισμικό —και, ως εκ τούτου, υπαρξιακό— πόλεμο. Οι Ρώσοι το εννοούν σοβαρά όταν ανακοινώνουν ένα παιχνίδι του τύπου «είτε αυτοί είτε εμείς».

Οι Ρώσοι αναλυτές στρατηγικής απεικονίζουν όλο και περισσότερο την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως τη μεγαλύτερη ήττα της Ρωσίας σε έναν «ψυχολογικό πόλεμο». Σύμφωνα με την ερμηνεία τους, η Δύση κατέκτησε τη σοβιετική συνείδηση όταν οι σοβιετικοί πολίτες αντάλλαξαν την πολιτισμική τους ταυτότητα με «τζιν, τσίχλες και ελευθερία κίνησης». Τώρα βρισκόμαστε στη δεύτερη φάση αυτού του ανταγωνισμού.

Από τη σκοπιά του Κρεμλίνου, οι δημοκρατίες είναι επικίνδυνες επειδή αντιπροσωπεύουν ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας. Μια επιτυχημένη Ουκρανία αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Αποδεικνύει ότι μια χώρα που μοιράζεται αιώνες ιστορίας και κάθε είδους διαπροσωπικούς δεσμούς με τη Ρωσία μπορεί να απορρίψει τον αυταρχισμό, να αποδομήσει τους αυτοκρατορικούς μύθους και να οικοδομήσει ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον. Όπως παρατήρησε ο Ρώσος πολιτικός φιλόσοφος Αντρέι Οκάρα πριν από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική πρόκληση για το σύστημα του Πούτιν· αποτελεί μια γνωσιακή και σημασιολογική πρόκληση. Η επιτυχία της Ουκρανίας υπονομεύει την ίδια την αφήγηση στην οποία στηρίζεται το σημερινό ρωσικό κράτος.

Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Ρωσία βλέπει τη σύγκρουση βοηθά επίσης να εξηγηθεί γιατί τόσες πολλές δυτικές παραδοχές έχουν αποτύχει επανειλημμένα. Η Ρωσία δεν έχει απλώς επενδύσει σε εκστρατείες παραπληροφόρησης ή παρέμβασης στις εκλογές. Έχει αφιερώσει δεκαετίες καλλιεργώντας στρατηγικά αφηγήματα που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι σκέφτονται για την ίδια τη Ρωσία. Αυτά τα αφηγήματα — ή αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «διανοητικοί ιοί» — συνεχίζουν να επηρεάζουν τις συζητήσεις σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και μετά από περισσότερα από δώδεκα χρόνια πολέμου στην ήπειρο.

 

Μύθος 1. Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία

Η Ουκρανία έμαθε με τον σκληρό τρόπο ότι, αν η Ρωσία ενεργεί επιθετικά εναντίον του κράτους σου, το να προσποιείσαι το αντίθετο δεν μειώνει την απειλή. Στην πραγματικότητα, η Ρωσία διεξάγει εδώ και χρόνια σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβάσεις στις εκλογές, ενεργειακό εκβιασμό, παρεμβολές GPS, δολοφονίες, επιχειρήσεις επηρεασμού και επιθέσεις σε υποδομές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το «Everywhere War – Sub-Threshold Warfare Tracker» έχει καταγράψει εκατοντάδες τέτοια περιστατικά σε ολόκληρη την ήπειρο. Η Ευρώπη μπορεί να μην θεωρεί πως βρίσκεται σε απευθείας πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά η Ρωσία έχει προ πολλού εγκαταλείψει αυτή τη διάκριση.

 

Μύθος 2. Η Ρωσία είναι είτε ανίκητη είτε το σημερινό καθεστώς είναι απλώς το «πιο οικείο κακό»

Και οι δύο υποθέσεις οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: να αποφευχθεί η άσκηση πραγματικής πίεσης στη Μόσχα. Ωστόσο, η ιστορία μας λέει κάτι πολύ διαφορετικό. Η Ρωσία έχει υποστεί επανειλημμένα στρατιωτικές ήττες — από τον Πόλεμο της Λιβονίας, τον Κριμαϊκό Πόλεμο και τον Ρωσο-Ιαπωνικό Πόλεμο έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την επέμβαση στο Αφγανιστάν και τον Πρώτο Πόλεμο της Τσετσενίας. Η ίδια η Μόσχα έχει καεί δύο φορές: πρώτα το 1571, όταν οι Τάταροι της Κριμαίας έβαλαν φωτιά στην πόλη, και ξανά το 1812 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ναπολέοντα. Η ήττα δεν αποτελεί εξαίρεση στη ρωσική ιστορία· είναι μέρος της.

Η Ουκρανία καταρρίπτει τον μύθο της ρωσικής ανίκητης δύναμης σε πραγματικό χρόνο. Πάνω από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη μιας επιχείρησης που υποτίθεται ότι θα διαρκούσε τρεις ημέρες, το Κρεμλίνο δεν κατάφερε να επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους, ενώ υπέστη τεράστιες στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες, όπως και αντίστοιχες κύρους και γοήτρου. Ο πραγματικός κίνδυνος, επομένως, δεν είναι η ήττα της Ρωσίας, αλλά ο φόβος της Ευρώπης απέναντί της. Χωρίς να βιώσει την αποτυχία του αυτοκρατορικού της σχεδίου —και χωρίς να αναγνωρίσει ότι η επιθετικότητα οδηγεί σε παρακμή και όχι σε μεγαλείο— η Ρωσία είναι απίθανο να υποστεί τον βαθύ πολιτικό και ψυχολογικό μετασχηματισμό που απαιτείται για να σπάσει τον επαναλαμβανόμενο κύκλο της αυτοκρατορικής της επέκτασης. Μια άλλη πρόωρη «επανεκκίνηση» δεν θα εμπόδιζε τον επόμενο πόλεμο· απλώς θα τον χρηματοδοτούσε.

 

Μύθος 3. Η ειρήνη μπορεί να αποκατασταθεί μέσω του πραγματισμού και της οικονομικής συνεργασίας

Η Ευρώπη έχει ήδη δοκιμάσει αυτή την υπόθεση. Μέχρι το 2014, η Ρωσία είχε ενταχθεί σχεδόν σε κάθε σημαντικό ευρωατλαντικό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, εκτός από την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Κατείχε θέση στο G8, προσχώρησε στον ΠΟΕ, διατηρούσε εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές με την Ευρώπη και απολάμβανε βαθιά οικονομική αλληλεξάρτηση με τη Δύση. Τίποτα από όλα αυτά δεν εμπόδισε την προσάρτηση της Κριμαίας ή, οκτώ χρόνια αργότερα, την πλήρη εισβολή. Η οικονομική ολοκλήρωση δεν άλλαξε ούτε τη στρατηγική κουλτούρα του Κρεμλίνου ούτε τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του.

Η εμπειρία της Ουκρανίας αποδεικνύει ότι η Ρωσία κατανοεί μόνο τη γλώσσα της βίας. Οι ουκρανικές επιθέσεις κατά των ρωσικών ενεργειακών υποδομών, της στρατηγικής αεροπορίας και της στρατιωτικής εφοδιαστικής έχουν, κατά πάσα πιθανότητα, επηρεάσει τη συμπεριφορά του Κρεμλίνου πολύ περισσότερο από ό,τι χρόνια διπλωματικής εμπλοκής. Η ίδια η ρητορική του Πούτιν απεικονίζει αυτή την εξέλιξη — από την απόρριψη της ηγεσίας της Ουκρανίας με ανοιχτά απάνθρωπη γλώσσα το 2022 έως την πολύ πιο προσεκτική αναφορά στον Πρόεδρο Ζελένσκι φέτος. Η στρατιωτική πίεση πέτυχε αυτό που οι διπλωματικές κινήσεις απέτυχαν επανειλημμένα να επιτύχουν.

 

Μύθος 4. Η Ουκρανία πρέπει να ανταλλάξει εδάφη για την ειρήνη

Οι ίδιες οι διαπραγματευτικές θέσεις της Ρωσίας αποδεικνύουν γιατί αυτό αποτελεί ψευδαίσθηση. Οι απαιτήσεις της Μόσχας έχουν σταθερά ξεπεράσει κατά πολύ τα εδάφη που κατέχει επί του παρόντος, επεκτεινόμενες στην αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας, την πολιτική υποταγή της και την εγκατάλειψη των ευρωατλαντικών της φιλοδοξιών. Οι εδαφικές παραχωρήσεις, επομένως, δεν θα έθεταν τέλος στον πόλεμο· θα βελτίωναν τη στρατιωτική θέση της Ρωσίας, θα αποδυνάμωναν την ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης και θα δημιουργούσαν καλύτερες συνθήκες για την επόμενη φάση της επιθετικότητας.

Συνολικά, αυτές οι αφηγήσεις ενθαρρύνουν την επιφυλακτικότητα όταν απαιτείται αποτροπή και τον συμβιβασμό όταν απαιτείται αντίσταση. Ενώ η Ουκρανία καταρρίπτει αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης, η Ευρώπη πρέπει να τους απομακρύνει από τη δική της στρατηγική σκέψη.

*Το παρόν άρθρο βασίζεται στην πρόσφατη έκθεση της συγγραφέα του για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Going mental: Russia’s cognitive war against Europe» που βρίσκεται στη διεύθυνση https://epik.eu/publication/cognitive-war/.

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής