Τεύχος 178
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ αιτία της δικτατορίας του Μεταξά
Εάν ρωτήσει κανείς εκατό τυχαίους Έλληνες «γιατί έκανε δικτατορία ο Μεταξάς την 4η Αυγούστου 1936;» στο πρόσωπο των ενενήντα εννιά θα ζωγραφιστεί έκδηλη απορία. Μόλις θα έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν γνωρίζουν την απάντηση. Ο δε εκατοστός μάλλον θα πει κάτι σαν: «Επειδή ήταν φασίστας». Νομίζω ότι το μεγαλύτερο «μυστήριο» της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας είναι η αιτία της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά.
Σημαντικό μέρος της ιστοριογραφίας θεωρεί ότι ο Μεταξάς είχε αποφασίσει από την ημέρα που ανέλαβε το υπουργείο Αμύνης και την αντιπροεδρία της κυβέρνησης Δεμερτζή, τον Μάρτιο του 1936, να επιβάλει δικτατορία – και η 4η Αυγούστου ήταν, εν πολλοίς, αναμενόμενη. Αυτή είναι η θέση που καταθέτει ο Λιναρδάτος[1]. Σε άλλες εξιστορήσεις της περιόδου, π.χ. του Χατζηβασιλείου[2], αναφέρεται ότι ο Μεταξάς χρησιμοποίησε την απειλή κομμουνιστικής εξέγερσης ως «πρόφαση» για να επιβάλει δικτατορία. Την ίδια εξήγηση υιοθετεί και ο Κολιόπουλος[3].
Έτσι, ο λόγος της συνταγματικής εκτροπής του 1936 παραμένει ασαφής. Η δικτατορία των συνταγματαρχών την 21η Απριλίου 1967 έγινε για να εμποδιστεί η διεξαγωγή των προγραμματισμένων εκλογών της 28ης Μαΐου και μια πιθανή νίκη της Ένωσης Κέντρου. Το κίνημα στο Γουδί το 1909 έγινε με αίτημα να σταματήσει η ανάμειξη των πριγκίπων στη λειτουργία του στρατού. Τα κινήματα του 1933 και του 1935 έγιναν για να εμποδιστεί η παλιννόστηση της μοναρχίας.
Όμως, σύμφωνα με τους περισσότερους έλληνες ιστορικούς, η 4η Αυγούστου έγινε επειδή ο Μεταξάς ήταν «φασίστας» και «ήθελε να επιβάλει δικτατορία». Η εξήγηση αυτή είναι, προφανώς, ελλιπής και δεν εξηγεί πολλά πράγματα. Μέχρι που μπαίνει κανείς σε πειρασμό να υποψιαστεί ότι η αοριστία σχετικά με τα αίτια της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, όπως θα παρουσιαστούν στο σημείωμα αυτό, σχετίζεται με τη γενικότερη τάση που έχει επικρατήσει στη Μεταπολίτευση, να αποφεύγεται οτιδήποτε μπορεί να δυσαρεστήσει τον Περισσό και το αριστερό αφήγημα.
Πολλοί από τους αναγνώστες αυτού του σημειώματος θα εκπλαγούν να μάθουν ότι ο Μεταξάς επέβαλε δικτατορία την 4η Αυγούστου 1936 όχι γιατί θαύμαζε τον Μουσολίνι (αυτό το έκανε ο Πλαστήρας[4]...) ή γιατί ήταν «φασίστας», όπως, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ο Λιναρδάτος, αλλά γιατί το ΚΚΕ, αντιδρώντας στις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης σχετικά με τον τρόπο επίλυσης των εργατικών και συνδικαλιστικών αιτημάτων στα τέλη Ιουλίου, κάλεσε τα συνδικάτα σε γενική πανελλαδική απεργία στις 5 Αυγούστου, όπου σχεδίαζε να κάνει ό,τι προσπάθησε να κάνει και οχτώ χρόνια αργότερα, στις 3 Δεκεμβρίου 1944: να ανατρέψει το καθεστώς με τη βία. Αυτή ήταν η αφορμή για την 4η Αυγούστου: η αποτροπή της απόπειρας βίαιης κατάληψης της εξουσίας που σχεδίαζε το ΚΚΕ. Και το συμπέρασμα αυτό βασίζεται στα γεγονότα που εξελίχθηκαν τους επτά μήνες του 1936 που προηγήθηκαν εκείνης της μοιραίας ημέρας.
Αυτή είναι η μόνη λογική εξήγηση.
Το πολιτειακό είχε λυθεί με το νόθο δημοψήφισμα του Νοεμβρίου 1935 και κανείς δεν αμφισβητούσε πλέον την παλινόρθωση του Γεωργίου Β΄, εκτός από το ΚΚΕ. Η βενιζελική παράταξη, στο μεγαλύτερο μέρος της, και ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχαν αποδεχθεί και χαιρετίσει τη μεταβολή του πολιτεύματος και δεν υπήρχε καμία υπόνοια αμφισβήτησης της νέας κατάστασης από τις δύο μεγάλες παρατάξεις του τόπου, που, μαζί, συγκέντρωσαν το 95% των ψήφων στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936. Ο Βενιζέλος, εξόριστος στο Παρίσι, σε επιστολή προς τον Λουκά Κανακάρη-Ρούφο, στις 9 Μαρτίου 1936, έγραφε[5]:
Δεν είναι ανάγκη να σου πω πόσο ζωηρή είναι η χαρά μου διότι ο Βασιλεύς αποφάσισε να πατάξει επιτέλους τις διαρκείς επεμβάσεις των στρατιωτικών παραγόντων, απομακρύνοντας από την κυβέρνηση, ύστερα από την τελευταία αυθάδειά τους, τους Παπάγο και Πλατή και αναθέτοντας το υπουργείο Στρατιωτικών στον Μεταξά. Με την ενέργειά του αυτή ο Βασιλεύς ανέκτησε πλήρως το κύρος του [...]. Ζήτω ο Βασιλεύς!
Ο Γιώργος Σεφέρης, μάλιστα, σε ένα κείμενο αποτίμησης εκείνης της περιόδου, που έγραψε στην Πρετόρια, μετά τη μετάθεση του εκεί το φθινόπωρο του 1941, εγκαλεί τον Βενιζέλο για την επιστολή του εκείνη[6]:
Το θλιβερότερο από όλα, τις ώρες εκείνες, ήταν που και ο Βενιζέλος ακόμη έκλεινε το κεφάλαιο εκείνο της Ιστορίας μας και της δικής του με μια χειρονομία μικρού ανθρώπου, που έδειχνε, αδιάφορο αν παρασύρθηκε ή όχι, πως η συμμετοχή του στο Κίνημα [σ.σ. εννοεί το Κίνημα του 1935] ήταν μια πράξη χωρίς πίστη, μια πράξη αστόχαστη. Ο Βενιζέλος αναγνώριζε τη βασιλεία.
Και παρακάτω (σελ. 26):
Ο Βενιζέλος είχε αναγνωρίσει το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος του Κονδύλη, λογαριάζοντας πως το πραγματικό συμφέρον του Γεωργίου ήταν να τερματίσει το Διχασμό και να σεβαστεί τις ελευθερίες της χώρας.
Επιπλέον, ας συνυπολογίσει κανείς ότι η μόνη πολιτική παράταξη που διώχθηκε πραγματικά μετά την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, και αυτή της οποίας τα στελέχη φυλακίστηκαν και εκτοπίσθηκαν, ήταν το ΚΚΕ. Ο Μεταξάς δεν στράφηκε εναντίον της βενιζελικής παράταξης και δεν προχώρησε σε μαζικές διώξεις και εκτοπίσεις βενιζελικών. Γιατί όχι, εάν ο πραγματικός λόγος της επιβολής της δικτατορίας, όπως τον αντιλαμβανόταν ο ίδιος, δεν ήταν το ΚΚΕ αλλά κάτι άλλο, όπως, για παράδειγμα, το πολιτειακό;
Αυτό δεν σημαίνει ότι όντως το ΚΚΕ μπορούσε να καταλάβει την εξουσία εκείνη τη στιγμή. Σημαίνει όμως ότι η πολιτεία, οι ενέργειες και οι διακηρύξεις του ΚΚΕ μέχρι εκείνη τη στιγμή συνηγορούσαν σε αυτό το συμπέρασμα και γι’ αυτό είχαν συνασπιστεί εναντίον του όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις. Με αποτέλεσμα την κατάλυση του συντάγματος και την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.
Η απειλή της κομμουνιστικής ανταρσίας
Η έντονα αρνητική αντιμετώπιση του ΚΚΕ από τα αστικά πολιτικά κόμματα και τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων χρονολογείται από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του.
Το ΚΚΕ ήταν, επί της ουσίας, παράρτημα του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης. Από την ίδρυση του, τον Δεκέμβριο 1924, ώς το 1937 η επίσημη ονομασία του ήταν «Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (Ελληνικό Τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς[7])». Το ΚΚΕ δημιουργήθηκε ως διάδοχος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ), ως συνέπεια των έντονων αντιδράσεων της ηγεσίας και της βάσης του ΣΕΚΕ στις επιταγές της Κομμουνιστικής Διεθνούς («Κομιντέρν») για απόσχιση της Μακεδονίας και της Θράκης από την ελληνική επικράτεια και την προσχώρησή τους σε μια «Βαλκανική Ομοσπονδία» υπό τη Βουλγαρία.
Το ΚΚΕ χρηματοδοτούνταν από τη Μόσχα και εκτελούσε τις εντολές της Μόσχας. Το κόμμα που κατηγορούσε τους αντιπάλους του ότι ήταν «ξενόδουλοι» και «λακέδες των Άγγλων και των Αμερικανών» είναι η μοναδική πολιτική δύναμη στην ιστορία της Ελλάδος που εκπορευόταν αποκλειστικά από το εξωτερικό, εξυπηρετούσε συμφέροντα ξένης χώρας και δεν δίστασε να υποστηρίξει τον ακρωτηριασμό της χώρας επειδή αυτή ήταν η πολιτική της Μόσχας.
Φυσικά, προγραμματικός και ιδεολογικός στόχος του ΚΚΕ ήταν η ανατροπή της αστικής δημοκρατίας και η επιβολή, με τη βία, δικτατορικού καθεστώτος αιματηρού ξεκαθαρίσματος λογαριασμών των κομμουνιστών με όσους ευημερούσαν. Στο φυλλάδιο Η Προλεταριακή Επανάσταση και ο Αποστάτης Κάουτσκι (Νοέμβριος 1918) ο Λένιν καθοδηγούσε:
Η δικτατορία είναι εξουσία που βασίζεται άμεσα στη βία και δεν υπόκειται σε νομικούς περιορισμούς. [...] Η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου είναι εξουσία που αποκτάται και διατηρείται με τη χρήση βίας, του προλεταριάτου εναντίον της αστικής τάξης, εξουσία που δεν περιορίζεται από νόμους.
Αυτή ήταν η ιδεολογία του ΚΚΕ την οποία εισέπραττε ο πολιτικός κόσμος και ο ελληνικός λαός ως στόχο και στρατηγική του νεοσύστατου κόμματος: ένας επαναστατικός πολιτικός σχηματισμός που αποσκοπούσε στη βίαιη ανατροπή του κοινοβουλευτισμού και την επιβολή μιας αιματηρής, χωρίς κανόνες, δικτατορίας, στην οποία το «προλεταριάτο» θα εξαφάνιζε την «αστική τάξη».
Επιπλέον, στο μανιφέστο του 3ου Συνεδρίου του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ που δημοσίευσε ο Ριζοσπάστης (14/12/2024), γίνεται λόγος για «Ευρωπαίους μιλιταριστές» που «έδρασαν στη Μικρασία, τα Βαλκάνια και την Ουκρανία» ή για την «Ελληνική μπουρζουαζία» που «χρησιμοποίησε 300 χιλιάδες απελπισμένους πρόσφυγες για ν’ αποικίσει τη Μακεδονία»· και συνεχίζει:
Η ντόπια μπουρζουαζία είναι εθνικός δυνάστης και καταπιεστής του Μακεδονικού και Θρακικού λαού και συγχρόνως ο κοινωνικός δυνάστης της εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτικών και προσφυγικών μαζών. Αν δεν συντρίψουμε τον εθνικό ζυγό της ντόπιας μπουρζουαζίας που βαρύνει τη Μακεδονία και τη Θράκη δεν μπορούμε να τσακίσουμε τον κοινωνικό ζυγό της ίδιας μπουρζουαζίας που βαρύνει πάνω σε μας.
Στα μέσα του 1926, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ έδωσε εντολή στο γραφείο του κόμματος στη Θεσσαλονίκη να δημιουργήσει ένα τμήμα κατασκοπείας το οποίο θα έπαιρνε διαταγές από το γραφείο που είχε ανοίξει η Κομιντέρν στη Θεσσαλονίκη το 1923.[8] Το 1927, η νεολαία του ΚΚΕ αποφάσισε την ίδρυση «αντιπολεμικών πυρήνων» στο στράτευμα. Ώς τα τέλη της χρονιάς είχαν δημιουργηθεί 95 τέτοιες οργανώσεις ενώ τον Μάρτιο του 1928 ο αριθμός τους είχε φτάσει τις 238.[9]
Η πολιτική τάξη της χώρας, που γνώριζε και τα παρακολουθούσε όλα αυτά, φυσικά, αντέδρασε. Λίγο μετά τη νίκη του στις εκλογές του 1928, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έφερε στη Βουλή ένα νομοσχέδιο με τον τίτλο «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», το περίφημο «Ιδιώνυμο», που στρεφόταν εναντίον του ΚΚΕ.
Στις εκλογές του 1933 το ΚΚΕ πήρε ποσοστό 4,64% και 53 χιλιάδες ψήφους. Το προεκλογικό πρόγραμμα του κόμματος περιλάμβανε την «ακύρωση του προϋπολογισμού για τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία και τη χωροφυλακή» και «τη χρησιμοποίηση αυτών των πόρων για την παροχή ενισχύσεων στους άνεργους και τους αγρότες». Για να υποστηρίξει τα αιτήματά του, αμέσως μετά τις εκλογές, το ΚΚΕ οργάνωσε απεργίες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, οι οποίες κατέληξαν σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία.[10]
Το Μεγάλο Κραχ του 1929-37: το υπόβαθρο της εκτροπής
Στα τέλη του 1929 ξεσπάει η μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση στις ΗΠΑ και ο κόσμος μπαίνει στην εποχή του Μεγάλου Κραχ (Great Depression). Τα αποτελέσματα εκδηλώνονται ταχέως και είναι καταστροφικά για τις οικονομίες όλου του κόσμου: χρεοκοπίες τραπεζών, κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου (έως και 50%), εγκατάλειψη του κανόνα συναλλαγματικών ισοτιμιών με βάση τον χρυσό και, το χειρότερο, αποπληθωρισμός σε συνδυασμό με κατάρρευση των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Οι σωρευτικές απώλειες του ΑΕΠ όλων των χωρών του κόσμου το 1929-37 θα κυμαίνονταν από 20% έως 50%. Η ανεργία, τις χειρότερες χρονιές της κρίσης, που ήταν το 1933 και το 1937, μετρήθηκε από 20 έως 30%.
Τα χρόνια μετά το 1929 ήταν περίοδος κατάρρευσης του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού, αντίστοιχου με την κατάρρευση που γνώρισαν τότε, λόγω της πρωτοφανούς κρίσης, τα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο των λαών όλων των χωρών του κόσμου. Το ΚΚΕ, όπως και τα ΚΚ σχεδόν όλου του κόσμου, βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να διασπείρουν τις οικονομικές και πολιτικές ανοησίες τους. Με αφορμή την πρωτοφανή οικονομική ύφεση, οι κομμουνιστές υποκίνησαν βίαιες ταραχές με απώτερο στόχο την αποσταθεροποίηση των δυτικών κοινωνιών και την ανάληψη της εξουσίας.
Στην Ελλάδα, «το μάτι της καταιγίδας» των κινητοποιήσεων και των ταραχών ήταν ο κλάδος του καπνού και, ειδικά, οι καπνεργάτες της βόρειας Ελλάδος. Τη δεκαετία του 1930, τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα της χώρας μας ήταν η σταφίδα και ο καπνός. Μεταξύ των παραγωγών καπνού και των ξένων αγορών μεσολαβούσαν οι καπνέμποροι, οι οποίοι απασχολούσαν καπνεργάτες για την επεξεργασία του καπνού πριν από την εξαγωγή του. Η συντριπτική πλειονότητα των καπνεργατών ήταν φτωχοί πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, που είχαν ασθενείς ή και ανύπαρκτους δεσμούς με τη νέα πατρίδα τους. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν βενιζελικοί το 1922 αλλά μετακινήθηκαν μαζικά προς την Αριστερά μετά το 1929-30, όταν ο Βενιζέλος αρνήθηκε να πάρει μέτρα προστασίας των εισοδημάτων τους μετά την έναρξη της κρίσης.
Μετά το 1929, η παραγωγή καπνού κατέρρευσε, λόγω της κατάρρευσης των τιμών του, ως αποτέλεσμα της μαζικής πτώσης της ζήτησης απ’ το εξωτερικό και της επιβολής δασμών από τις χώρες που αποτελούσαν τις αγορές του ελληνικού καπνού. Μεταξύ του 1930 και του 1933, το καθαρό εισόδημα των καπνεργατών είχε μειωθεί κατά 50-60% – και το 1936 δεν είχε επανέλθει στα επίπεδα του 1930.[11] Η κατάσταση αυτή ήταν εκρηκτική, γιατί οι καπνεργάτες είχαν συγκρουσιακές σχέσεις με τους εργοδότες τους ακόμη και τη δεκαετία του 1920, που ήταν περίοδος ακμής και ευημερίας για τον κλάδο του καπνού. Όπως αναφέρει ο Mazower (ό.π. σελ. 173):
Οι αλλεπάλληλες απεργίες και συγκρούσεις με τους εμπόρους κατά τη δεκαετία του 1920, τους μετέτρεψαν [σ.σ. τους καπνεργάτες] σε μια από τις πιο αφοσιωμένες ομάδες υποστηρικτών του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Τα χρόνια του Μεγάλου Κραχ στην Ελλάδα ήταν χρόνια βίας και συγκρούσεων που υποκινήθηκαν από το ΚΚΕ. Γράφει σχετικά, ενδεικτικά, ο Mazower (σελ. 345):
Τον Αύγουστο του 1935, οι εργάτες στο λιμάνι του Ηρακλείου, στην Κρήτη, κατέβηκαν σε απεργία ζητώντας οκτάωρη εργασία, υψηλότερα μεροκάματα και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Οι πολύνεκρες συγκρούσεις με την αστυνομία προκάλεσαν κλιμάκωση της διαμάχης, ώσπου, για ένα σύντομο διάστημα, φάνηκε ότι οι εργάτες είχαν αποκτήσει τον έλεγχο της πόλης. Οι αρχές απάντησαν στέλνοντας στρατιωτικές ενισχύσεις και κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο. Τον ίδιο μήνα, η αναταραχή εξαπλώθηκε στο νομό Μεσσηνίας, όπου επίσης επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος, αφού προηγουμένως οι εξεγερμένοι σταφιδοκαλλιεργητές, οργανωμένοι σε ένοπλες και έφιππες ομάδες, είχαν ξηλώσει σιδηροδρομικές γραμμές, κάψει αποθήκες, πολιορκήσει τους σταθμούς της χωροφυλακής. Στο λιμάνι της Καλαμάτας κατέβηκαν σε απεργία συμπαράστασης και οι εργάτες. Είχε προηγηθεί, το Μάιο του προηγούμενου χρόνου, άλλη μια απεργία στην Καλαμάτα, στην οποία είχαν συμμετάσχει οι λιμενεργάτες και οι εργάτες των αλευρόμυλων. Όταν η χωροφυλακή πυροβόλησε δύο διαδηλωτές, το πλήθος, περιφέροντας τα πτώματά τους, λιθοβόλησε το κτίριο μιας τράπεζας και λεηλάτησε την κατοικία ενός πλούσιου βιομήχανου. Οι στρατιωτικές ενισχύσεις που έφτασαν στην πόλη πυροβόλησαν άλλους δύο διαδηλωτές, προτού λήξουν οι ταραχές και ξανανοίξουν τα καταστήματά τους οι έντρομοι ιδιοκτήτες.
Αυτή ήταν η δεινή οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας όταν μπήκε το 1936.
Η πορεία προς τη δικτατορία: Ιανουάριος-Αύγουστος 1936
Ιδού η δραστηριότητα του ΚΚΕ από τον Ιανουάριο 1936 έως τις παραμονές της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, όπως την περιγράφουν ο Σπύρος Λιναρδάτος, ο Γιάννης Παπαθεοδώρου και ο Παύλος Νεφελούδης[12] (διατηρήθηκε η ορθογραφία των πρωτότυπων κειμένων):
«Από τις αρχές Ιανουαρίου 1936 το ΚΚΕ είχε ζητήσει από τα μέλη του να περάσουν από μαθήματα πάνω στην παράνομη δουλειά» (Παπαθεοδώρου, ό.π., σελ. 152).
«Στις 28 Μαρτίου, ο Ριζοσπάστης δημοσιεύει πρόσκληση του ΚΚΕ προς “τον Ελληνικό λαό” σε “παλλαϊκούς αγώνες” εναντίον των «κομμάτων της πλουτοκρατίας» και των “βενιζελικών που στηρίζουν την κυβέρνηση και την αντιλαϊκή πολιτική της”» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 215).
«Η Ελλάδα την άνοιξη του 1936 βρίσκεται στην αποφασιστική καμπή. Ξεσπούν παλλαϊκές απεργίες με οικονομικά αιτήματα στην Καβάλα, στη Δράμα, Ξάνθη, Σέρρες (καπνεργάτες, ενοικιοστάσιο, χρέη), στην Καλαμάτα (για το κλείσιμο του εργοστασίου Οίνων και Οινοπνευμάτων), απεργίες και συλλαλητήρια των καπνεργατών, τροχιοδρομικών, αρτεργατών, φοιτητών, αυτοκινητιστών στην Αθήνα, Πειραιά και τις άλλες πόλεις» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 213).
«Στο μεταξύ [σ.σ. Μάρτιος 1936] κύμα διαμαρτυριών και απεργίες αλληλεγγύης απλώθηκαν σε όλη τη χώρα. Παλλαϊκές απεργίες στην Καβάλα, Λάρισα, Λαμία, Κομοτηνή, Κιλκίς, Αγρίνιο. Στην Αθήνα γίνονται επεισόδια μεταξύ απεργών και αστυνομίας. Στην Κοκκινιά μεγάλη διαδήλωση με σύνθημα “Εκδίκηση” συγκρούεται με την αστυνομία. Οι συγκρούσεις διαρκούν 2 ½ ώρες με θύματα πάνω από 10 τραυματίες και από τις δύο πλευρές» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 239).
«Οι απεργίες όλων των κλάδων, οι εξεγέρσεις των αγροτών και οι παλλαϊκές απεργίες με συμμετοχή εργατών-επαγγελματιών και αγροτών των γύρω από τις πόλεις περιοχών είνε σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Θα αναφέρω μερικές χαραχτηριστικές περιπτώσεις που εκφράζουν το μέγεθος της λαϊκής αγανάκτησης και απόφασης για αγώνα. Παναυτοκινητιστική απεργία τον Φλεβάρη στην Αθήνα με 10 χιλιάδες, που συνοδεύεται από απεργία ταχυδρομικών και επεκτείνεται στη Θεσσαλονίκη τον Γενάρη. Στον ίδιο μήνα παλλαϊκή απεργία με οδοφράγματα στην Καβάλα. Το ίδιο στις Σέρρες με κάθοδο στην πόλη των καπνοπαραγωγών και στη Δράμα όπου γίνεται συλλαλητήριο με συμμετοχή 30 χιλιάδων εργατών, αγροτών, επαγγελματιών. Τον Μάρτη παμφοιτητική απεργία που κρατά 25 μέρες, και συμμετέχουν στην πορεία τα Γυμνάσια Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης. Πανεργατική απεργία στη Χίο. Παλλαϊκή στην Ξάνθη. Στα Γρεβενά και στα γύρω χωριά συλλαλητήριο ενάντια στους φόρους και συγκρούσεις με την αστυνομία. Παλλαϊκό συλλαλητήριο στις Σέρρες και το Βόλο τον Απρίλη, και 24ωρη απεργία στην Καλαμάτα. Η Πρωτομαγιά γιορτάζεται με απεργίες δεκάδων χιλιάδων εργατών στις κυριώτερες πόλεις» (Νεφελούδης, ό.π., σελ. 100).
«Στην κηδεία [σ.σ. Μάιος 1936, στη Θεσσαλονίκη] φτάνουν χιλιάδες από τις πόλεις και τα χωριά της περιοχής Θεσσαλονίκης. Το πλήθος λιθοβολεί το κτίριο της Ασφάλειας και του Α’ Αστυνομικού τμήματος» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 242).
«Στις 13 Μαΐου κηρύσσεται πανελλαδική απεργία [...] σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης. [...]. Η απεργία είχε απόλυτη επιτυχία. Αγκάλιασε 500 χιλιάδες περίπου εργαζόμενους σε ολόκληρη την Ελλάδα» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 242).
«Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης προκαλεί αντιδράσεις των εργαζομένων. [...] Οι εργαζόμενοι απαντούν με μεγάλους μαζικούς αγώνες τόσο στην οικονομική επίθεση της ολιγαρχίας όσο και στα τρομοκρατικά μέτρα Μεταξά-Σκυλακάκη[13], κ.λπ. Απεργίες κλαδικές, πανεργατικές κατά πόλεις ξεσπούν συνεχώς. Στις 2 Ιουνίου στο Βόλο η κυβέρνηση βάφει πάλι τα χέρια της στο αίμα. Την ημέρα εκείνη οι καπνεργάτες κατέβηκαν σε απεργία για να ενισχύσουν τους υφαντουργούς και μεταλλουργούς που απεργούσαν από μέρες για οικονομικά αιτήματα» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 254).
«Στις 3 Ιουνίου [το ΚΚΕ] εξέδωσε οδηγίες προς όλες τις οργανώσεις του σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να ληφθεί μέριμνα ώστε χωρίς καθυστέρηση να διασφαλιστεί η ταχυδρομική επικοινωνία, να βρεθούν μυστικά μέρη συνεδριάσεων και να δημιουργηθεί ένα δίκτυο συνδέσμων» (Παπαθεοδώρου, ό.π., σελ. 152).
«Στις 18 Ιουνίου δέκα χιλιάδες αγρότες του Σουφλίου κατεβαίνουν στην πόλη με αίτημα “Κάτω η κυβέρνηση Μεταξά”. Λίγο αργότερα στην Καβάλα ξεσπούν απεργίες καπνεργατών, γίνονται συγκρούσεις με την αστυνομία και πολλές συλλήψεις εργατών. Ταυτόχρονα, σοβαρές συγκρούσεις εργατών και αστυνομικών γίνονται και στον Πειραιά, όπου απεργούν οι καπνεργάτες του Παπαστράτου. Στην Ελευσίνα, όπου η απεργία των εργατών της εταιρίας Τιτάν και της ελαιουργίας κρατάει 52 μέρες, η κυβέρνηση στέλνει χωροφυλακή, αγήματα ναυτών και μια ίλη ιππικού εναντίον των απεργών» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 254).
Και τέλος:
«Στα μέσα Ιουνίου, το ΚΚΕ έδωσε εντολή για την εντατικοποίηση της δουλειάς στις ένοπλες δυνάμεις και ζήτησε από τα μέλη των κομμουνιστικών πυρήνων να συλλάβουν τους αξιωματικούς φασιστικών πεποιθήσεων και να ενωθούν με τις μάζες για την ανατροπή του καθεστώτος» (Παπαθεοδώρου, ό.π., σελ. 152-153).
Οι Λιναρδάτος και Νεφελούδης ήταν στελέχη του ΚΚΕ από την προπολεμική περίοδο, και αριστεροί σε όλη τους τη ζωή, και γράφουν ως τέτοιοι. Το βιβλίο του Παπαθεοδώρου βασίζεται σε έκθεση βρετανού διπλωμάτη με τεράστια εμπειρία στην ελληνική πολιτική σκηνή, η οποία κατατέθηκε στο Foreign Office το 1947 με στόχο να διαφωτίσει τις βρετανικές υπηρεσίες εξωτερικής πολιτικής και πληροφοριών σχετικά με το υπόβαθρο της μαινόμενης εμφύλιας διαμάχης στην Ελλάδα. Μόνο για αντικομμουνιστική μεροληψία δε μπορεί να κατηγορήσει κανείς τους συγγραφείς των τριών αυτών πηγών.
Ξεκάθαρα, λοιπόν, το ΚΚΕ σχεδίαζε βίαιη επέμβαση στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας και κατάληψη της εξουσίας. Πώς αλλιώς μπορούν να ερμηνευθούν όλες οι παραπάνω ενέργειες και, ειδικά, η εντολή για διείσδυση στις ένοπλες δυνάμεις και σύλληψη αξιωματικών; Και τα σχέδια αυτά δεν ήταν νέα. Η τότε ΚΝΕ είχε δημιουργήσει εκατοντάδες «αντιπολεμικούς πυρήνες» στο στράτευμα από το 1927.
Οι ιστοριογράφοι της περιόδου υποστηρίζουν ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε κίνδυνος ανατροπής του καθεστώτος από το ΚΚΕ και ότι η ηγεσία του χαρακτηριζόταν απλώς από «ανεξήγητα προκλητική αισιοδοξία»[14]. Ίσως. Γεγονός παραμένει, όμως, με βάση τα όσα παρατίθενται παραπάνω, ότι το ΚΚΕ προετοίμαζε απόπειρα βίαιης κατάληψης της εξουσίας στα πρότυπα του πραξικοπήματος του Οκτωβρίου 1917 στην Αγία Πετρούπολη. Και η πρόβα τζενεράλε έγινε τον Μάιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη.

To πρωτοσέλιδο της Καθημερινής στις 10 Μαΐου 1936, μετά τις πολύνεκρες συγκρούσεις. Στο κύριο άρθρο του, ο Γεώργιος Α. Βλάχος, αφού εξηγήσει τους λόγους της εκτροπής, ζητεί από τον Ιωάννη Μεταξά να λάβει «οριστικήν θέσιν απέναντι του εργατικού και κοινωνικού ζητήματος της Ελλάδος», παρακινώντας τον να πατάξει «αφ’ ενός τον επαγγελματία κομμουνισμόν, τον εκμεταλλευόμενον προς ίδιον όφελος την δυστυχίαν και τας αδυναμίας του πλήθους», αφετέρου ρυθμίζοντας «τας σχέσεις του Κεφαλαίου και της Εργασίας κατά δίκαιον τρόπον». Και το άρθρο της εφημερίδας τελειώνει με μια ακροτελεύτια παραίνεση: «πρέπει να έχει υπ’ όψει της η παρούσα Κυβέρνησις ότι αυτά με ελευθεροτυπίαν, κομμουνιστικάς εφημερίδας, –διότι κατά βάθος είναι πολλαί– Βουλήν με Κομμουνιστάς Βουλευτάς και αστούς αριστερίζοντας, δεν γίνονται. ΑΥΤΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΜΕ ΜΙΑΝ ΣΚΛΗΡΑΝ ΚΑΙ ΤΙΜΙΑΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΝ».
kathimerini.gr
Η εξέγερση της Θεσσαλονίκης
Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, που διεξήχθησαν με το σύστημα της απλής αναλογικής, το ΚΚΕ πήρε στην επικράτεια 73.411 ψήφους, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 5,76% και 15 έδρες στο Κοινοβούλιο.
Το 1936, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης ήταν περίπου 250 χιλιάδες. Στις εκλογές του Ιανουαρίου το Κόμμα Φιλελευθέρων πήρε 118 χιλιάδες ψήφους και εξέλεξε 10 βουλευτές, το Λαϊκό Κόμμα 16.500 χιλιάδες ψήφους και 4 βουλευτές, τα άλλα τρία δεξιά και κεντρώα κόμματα (Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωσις, Δημοκρατικός Συνασπισμός, Μεταρρυθμιστικό Εθνικό Κόμμα), συνολικά, 18.300 ψήφους και 5 βουλευτές.
Το ΚΚΕ, που στις εκλογές εκείνες κατέβηκε ως «Παλλαϊκό Μέτωπο» (πιστό, πάντα, στις υποδείξεις της Κομιντέρν...) πήρε 12.100 ψήφους και εξέλεξε 2 βουλευτές – από τους 21 βουλευτές που εξελέγησαν συνολικά στη Θεσσαλονίκη.
Με βάση τον αριθμό των ψήφων και τον πληθυσμό της πόλης, η προσέλευση στις κάλπες ήταν περίπου 66%. Το ΚΚΕ πήρε το 7,33% των ψήφων των Θεσσαλονικέων. Άρα, 18.330 Θεσσαλονικείς ήταν είτε ψηφοφόροι του ΚΚΕ (12.100 ψήφοι) ή ανήκαν στις οικογένειες των ψηφοφόρων του ΚΚΕ (ήτοι, το 7,33% των 250.000 κατοίκων της πόλης.)
Να τι έγινε εκείνες τις μοιραίες ημέρες, 8 και 9 Μαΐου 1936, στη Θεσσαλονίκη:
«
[Τ]α γεγονότα της 9ης Μάη στη Θεσσαλονίκη [...] άρχισαν με την απεργία των καπνεργατών [σ.σ. που άρχισε σε άλλα μέρη της χώρας στις 24 Απριλίου]. [...] Στις 8 Μάη η απεργία γενικεύεται στη Θεσσαλονίκη, σε όλα τα εργοστάσια, τις μεταφορές, τους σιδηροδρομικούς, τους εμποροϋπαλλήλους, κ.λπ. Η χωροφυλακή χρησιμοποιεί όπλα με αποτέλεσμα 300 τραυματίες. [...] Την άλλη μέρα, 9 του Μάη, όλος ο λαός κατεβαίνει στο κέντρο. Τα μαγαζιά κλείνουν, οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούν. 150 χιλιάδες Θεσσαλονικείς συγκεντρώνονται στην πλατεία Ελευθερίας. Η χωροφυλακή χτυπά στο ψαχνό και σκοτώνονται 10 μεταξύ των οποίων 2 γυναίκες. [...] Το αγωνιστικό πάθος του λαού δεν κάμπτεται. Αντίθετα, το αίμα τον εξαγριώνει, σαρώνει την αστυνομία, η οποία κλείνεται στα αστυνομικά τμήματα για να αποφύγει το λιντσάρισμα. Κινητοποιείται ο στρατός για να «επιβάλλει την τάξη» και αυτός συναδελφώνεται με τον λαό ο οποίος επί 36 ώρες είναι κυρίαρχος της πόλης (Νεφελούδης, 100-101).
Φυσικά, ένας στοιχειωδώς ευφυής αναγνώστης που γνωρίζει τον βαθμό ειλικρίνειας και επαφής με την πραγματικότητα που έχουν, διαχρονικά, οι κομμουνιστές συγγραφείς ιστορίας κατανοεί ότι πρέπει να διαβάσει «μεταξύ των γραμμών» για να σχηματίσει μια ρεαλιστική αντίληψη εκείνων των γεγονότων. Κατ’ ελάχιστον, ένας τέτοιος αναγνώστης θα κάνει μια απλή αριθμητική πράξη και θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αποκλείεται σε μια πόλη 250 χιλιάδων κατοίκων, στην οποία προ 4 μηνών το ΚΚΕ είχε πάρει το 7,73% των ψήφων σε ελεύθερες εκλογές, να κατέβηκαν στους δρόμους 150 χιλιάδες άνθρωποι (το 60% του συνόλου του πληθυσμού) για να διαμαρτυρηθούν για τα θύματα της βίας που προκάλεσε το ΚΚΕ. Από τα όσα γράφει ο Νεφελούδης καταγράφω την ένταση της βίας που προκάλεσαν, «με τα δίκαια αιτήματά τους», οι διαδηλωτές και αγνοώ τις επικολυρικές κομματικές κορόνες.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι, για να αποκατασταθεί η τάξη, κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος σε όλη την πόλη. Αυτή ήταν η σοβαρότητα των όσων διαδραματίσθηκαν στη Θεσσαλονίκη εκείνες τις ημέρες.
Ο Κολιόπουλος σχολιάζει σχετικά:
Οι απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις των εργατών της Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με την ανεξήγητα προκλητική επαναστατική αισιοδοξία της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος που προσπάθησε να εκμεταλλευθεί τα γεγονότα, έδωσαν την ευκαιρία στην κυβέρνηση του Μεταξά να παρουσιάσει τις εργατικές κινητοποιήσεις ως ανατρεπτικές και, με αφορμή τη δυναμική αντίδραση στην πρόκληση και την επιβολή της τάξης, να ενισχύσει τη θέση της τόσο στον κρατικό μηχανισμό όσο και στην αστική κοινή γνώμη. Τα σκληρά μέτρα του Μεταξά καταδικάστηκαν από τον πολιτικό κόσμο της χώρας, αλλά η συνεχιζόμενη εργατική αναταραχή άμβλυνε τις επιθέσεις κατά της κυβέρνησης, πολλοί μάλιστα εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού κόσμου εξαπέλυσαν κατά καιρούς βίαιες επιθέσεις κατά των κομμουνιστών και της Αριστεράς γενικά (Κολιόπουλος, σελ. 75-76).
Όμως, η κρατική αντίδραση στα βίαια γεγονότα της 8ης και της 9ης Μαΐου δεν μπορούν να ιδωθούν ανεξάρτητα και αποκομμένα από ό,τι προηγήθηκε και από την μέχρι τούδε πολιτεία και τα πεπραγμένα του ΚΚΕ. Όχι μόνο από την αρχή του χρόνου (όπως καταγράφονται στο παρόν σημείωμα) αλλά και από την ίδρυσή του, το 1924.
Το ΚΚΕ δεν ήταν ένα εργατικό σωματείο που πάλευε για τα δικαιώματα και τις αποδοχές των εργαζομένων. Ήταν μια επαναστατική οργάνωση που είχε στόχο την ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος και την επιβολή δικτατορίας. Οι οδηγίες του Λένιν για το πώς θα το έκανε αυτό ήταν δημοσιευμένες, διαθέσιμες και γνωστές σε όλους. Τα δημοσιεύματα του Ριζοσπάστη, επίσης. Οι παράνομες ενέργειες του ΚΚΕ από το 1935 ήδη ήταν γνωστές στη βρετανική πρεσβεία – πόσο μάλλον στις ελληνικές διωκτικές αρχές.
Άρα, η βία της Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με το κλίμα εξέγερσης που επικρατούσε σε όλη τη χώρα με αφορμή διεκδικήσεις εκτός τόπου και χρόνου, λόγω των οικονομικών συνθηκών του Μεγάλου Κραχ που είχε γονατίσει την παγκόσμια οικονομία, συνηγορούσαν στη δημιουργία ψυχολογικής κατάστασης πολιορκίας για τον αστικό κόσμο – που αποτελούσε το 95% του ελληνικού λαού, με την πολιτική έννοια. Το να ζητάς αυξήσεις αποδοχών (και, μάλιστα, τετραπλασιασμό…) σε συνθήκες παγκόσμιου αποπληθωρισμού των τιμών των αγροτικών προϊόντων δεν είναι «εργατικές διεκδικήσεις»: είναι κήρυξη ταξικού πολέμου.
Μακάρι να παρέθετε ο Κολιόπουλος κάποιες από τις «καταδικαστικές» δηλώσεις του πολιτικού κόσμου για τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης ή, τουλάχιστον, παραπομπές σε σχετικές πηγές. Δυστυχώς, δεν το έχει κάνει στο βιβλίο του. Παρ’ όλα αυτά, καταλήγει λέγοντας ότι «η συνεχιζόμενη εργατική αναταραχή άμβλυνε τις επιθέσεις κατά της κυβέρνησης, πολλοί μάλιστα εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού κόσμου εξαπέλυσαν κατά καιρούς βίαιες επιθέσεις κατά των κομμουνιστών και της Αριστεράς γενικά». Κάτι είναι κι αυτό. Ειδικά, αφού, έμμεσα, ενισχύει το επιχείρημά μου ότι η δικτατορία της 4ης Αυγούστου επιβλήθηκε λόγω της απειλής που αποτελούσε η εξεγερσιακή τακτική του ΚΚΕ για το αστικό καθεστώς.
Όταν ερρίφθη ο κύβος
Η απειλή για το κοινωνικό καθεστώς (δηλαδή τη βασιλευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία) ήταν τόσο σοβαρή, όπως έβλεπαν την κατάσταση όσοι ήταν παρόντες στα γεγονότα εκείνης της εποχής, που στις εφημερίδες της 29ης Ιουνίου 1936 δημοσιεύεται δημόσια προτροπή του βενιζελικού Νικολάου Πλαστήρα προς την κυβέρνηση Ιωάννη Μεταξά και τις αστικές πολιτικές δυνάμεις να επιβάλουν αμέσως δικτατορία[15] (διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου):
Κατά τας ημέρας αυτάς διαδίδονται πολλά περί εγκαθιδρύσεως εις την Ελλάδα δικτατορίας εκ μέρους των κυβερνητών σήμερον. Θα ήταν αλήθεια ευχής έργον εάν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή η ιδέα αυτή το ταχύτερον [...]. Εάν το σημερινό καθεστώς έχει προσανατολισθή προς αυτήν την κατεύθυνσι και αισθάνεται ότι έχει στους κόλπους του τα απαραίτητα στοιχεία και τον άνδρα ο οποίος θα αποτελέση τον ιθύνοντα νουν και έχει την ικανότητα και την δύναμι για να άρει τις αιτίες που κρατούν τον λαό σε δύο συγκρουόμενες μερίδες, δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να διστάση, διότι οι καιροί ου μενετοί.
«[Τ]ο σημερινό καθεστώς» που επικαλείται ο Πλαστήρας ήταν η, ακόμη κοινοβουλευτική, κυβέρνηση Μεταξά.
Στα τέλη Ιουνίου, η κυβέρνηση Μεταξά εξέδωσε διάταγμα που επέβαλε την υποχρεωτική διαιτησία στις εργατικές διαφορές και διεκδικήσεις, με στόχο την πολιτική εξομάλυνση έναντι της αναταραχής και της αποσταθεροποίησης που υποκινούσε το ΚΚΕ. Η αντίδραση του ΚΚΕ ήταν άμεση: στα τέλη Ιουλίου ανακοίνωσε πανελλαδική γενική απεργία για τις 5 Αυγούστου 1936. Την παραμονή, ο Μεταξάς, με συγκατάθεση του Γεωργίου Β΄, επέβαλε δικτατορία. Το πρώτο πράγμα που έκανε το νέο καθεστώς ήταν να συλλάβει και να εκτοπίσει ή να φυλακίσει όλη την ηγεσία του ΚΚΕ.
Ακριβώς οχτώ χρόνια και τέσσερις μήνες αργότερα, το ΚΚΕ είχε λίγο καλύτερη τύχη και πέτυχε τον ένα από τους δύο στόχους του: αιματοκύλησε την Αθήνα και γέμισε τα προάστιά της με Λιβάδια του Θανάτου. Ευτυχώς για μας, και τότε, όπως το 1936, ο στόχος της κατάκτησης της εξουσίας δεν επετεύχθη.

Ο Ριζοσπάστης της 11ης Μαΐου 1936, μετά τη σύγκρουση των εργατών με την αστυνομία και στη συνέχεια με το στρατό. Ενδεικτικά, στην πρώτη σελίδα, φιλοτεχνείται το πορτρέτο του Ιωάννη Μεταξά με τα χέρια του να στάζουν αίμα.
ΜΙΕΤ
[1] Σπύρος Λιναρδάτος, Πώς φτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Διάλογος, τρίτη έκδοση, 1978.
[2] Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Η πτώση του δημοκρατικού πολιτεύματος», στον τόμο Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά 1936-1941, Τα Νέα Ιστορία, 2010, σ. 31
[3] Ιωάννης Κολιόπουλος, Παλινόρθωση, Δικτατορία, Πόλεμος 1935-1941. Ο βρετανικός παράγοντας στην Ελλάδα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1985, σ. 75.
[4] Γεώργιος Μαυρογορδάτος, «Το ΝΑΙ του Πλαστήρα και το ΟΧΙ του Μεταξά», H Καθημερινή, 1η Νοεμβρίου 2023.
[5] Λιναρδάτος, ό.π., σ. 199.
[6] Γιώργος Σεφέρης, Χειρόγραφο Σεπ. ’41, Ίκαρος, 1980, σ. 22.
[7] Η Κομιντέρν ήταν το γραφείο του Σοβιετικού ΚΚ που συντόνιζε και καθοδηγούσε τα ΚΚ όλων των χωρών του κόσμου εκτός ΕΣΣΔ.
[8] Γιάννης Παπαθεοδώρου, Η Ιστορία του Κομμουνισμού στην Ελλάδα, Historia, 2023, σ. 67.
[9] Παπαθεοδώρου, ό.π., σ. 71.
[10] Παπαθεοδώρου, ό.π., σ. 105.
[11] Mark Mazower, Η Ελλάδα και η Οικονομική Κρίση του Μεσοπολέμου, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2002, σ. 297.
[12] Παύλος Νεφελούδης, Στις πηγές της κακοδαιμονίας. Τα βαθύτερα αίτια της διάσπασης του ΚΚΕ 1918-1968, Gutenberg, Αθήνα 1974.
[13] Υπουργός Εσωτερικών που διόρισε ο Μεταξάς τον Μάιο 1936 και συμμετείχε στην κυβέρνηση μέχρι τον Οκτώβριο.
[14] Κολιόπουλος, ό.π., σ. 75.
[15] Λιναρδάτος, ό.π., σ. 256.
Διασώζοντας τον Ευριπίδη – ή μήπως τον εαυτό μας;
Φέρντια Λέννον, Ένδοξα κατορθώματα. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Νατάσα Σίδερη, Γεννήτρια, Αθήνα 2026, 406 σελ.
Συρακούσες, 412 π.Χ. Έπειτα από την αποτυχημένη Σικελική Εκστρατεία, οι Αθηναίοι που επιβίωσαν αφέθηκαν σε ένα νταμάρι, να πεθάνουν από την πείνα και τις κακουχίες. Ώσπου, ένας καλλιτέχνης, ο Γέλων, θα ανεβάσει τραγωδίες του Ευριπίδη στο νταμάρι, με τους Αθηναίους που βρέθηκαν εκεί. Ο Ευριπίδης σώζει. Ο Ιρλανδός Φέρντια Λέννον, στο πρώτο του βιβλίο, έχει πολλά να πει στους σύγχρονους αναγνώστες – ακόμα κι αν χρειάζεται να μεταφέρει την πλοκή του στην αρχαιότητα. [ΤΒJ]
«τον κόσμο και τις πληγές του μόνο οι ιστορίες μπορούν να τον γιατρέψουν»
Τι ωραίο που είναι να διαβάζεις κάτι ολόφρεσκο, ζωντανό, ευφάνταστο, κάτι που ενώνει χρόνους και ιστορίες. Ένα τέτοιο είναι τα Ένδοξα κατορθώματα (Glorious Exploits) του Φέρντια Λέννον (Ferdia Lennon), που κυκλοφόρησε από τις eκδόσεις Γεννήτρια σε μετάφραση της Νατάσας Σίδερη (μετάφραση ολοζώντανη όσο και το ίδιο το κείμενο).
Δονκιχωτική διάθεση
Υπήρχε λοιπόν κάποτε μια ταινία που είχε έρθει στις οθόνες μας από το πουθενά, το Withnail & I. Ήταν το 1988-1989, την υπέγραφε ένας ανερχόμενος σεναριογράφος ονόματι Μπρους Ρόμπινσον, που έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με τις γλυκόπικρες (σαν να εφευρέθηκε γι’ αυτούς ο όρος) περιπέτειες δυο φίλων, φερέλπιδων μα αποτυχημένων ηθοποιών, στο Λονδίνο και την επαρχία του 1969 – ο Withnail ήταν ένας τύπος θυελλώδης, ισοπεδωτικός μα ρομαντικός, ένας άνθρωπος που ζούσε για την υποκριτική· το τέλος της ταινίας θα τον έβρισκε να απαγγέλει Άμλετ σε άγρια ζώα στον ζωολογικό κήπο, επειδή στο κάτω κάτω οι λέξεις είναι που έχουν σημασία, ο λόγος είναι που πρέπει να εκφέρεται, όπου και όπως. Το Withnail & I παραμένει μια ταινία που πολλοί αγαπάμε με πάθος και διαχρονικά. Κι ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο νου διαβάζοντας τα Ένδοξα κατορθώματα του Φέρντια Λένον και, εκ των υστέρων (αναπόφευκτα;), διαβάζοντας συνεντεύξεις του συγγραφέα. Τον είδα να επανέρχεται συνεχώς κι αυτός στο Withnail & I, σε αυτές τις παράδοξα ηρωικές περιπέτειες ενός διδύμου (ο Δον Κιχώτης και ο Withnail είναι οι δύο βασικές αναφορές του).
Φαντάσου λοιπόν τον Withnail και το φίλο του και αφηγητή. Ύστερα, πάρε τους δυο ήρωες και πήγαινέ τους στις Συρακούσες του 412 π.Χ., όταν μόλις έχει τελειώσει η διαβόητη Σικελική Εκστρατεία με παταγώδη ήττα των Αθηναίων και σφαγή. Ο τόπος όπου εκτελέστηκε ο Νικίας έχει γίνει πλέον τουριστικό αξιοθέατο για Καρχηδόνιους επισκέπτες, που ακούνε με προσήλωση τις ολοένα και υπερβολικότερες αφηγήσεις των ξεναγών για τη δήθεν δειλία του νεκρού. Υπάρχουν ακόμα πολλοί Αθηναίοι αιχμάλωτοι, είναι παρατημένοι σε ένα νταμάρι για να πεθάνουν διακριτικά από τις στερήσεις. Υπάρχουν βέβαια και οι νικητές, που όμως έχασαν δικούς τους, πατεράδες και αδέρφια, στον πόλεμο· υπάρχουν κενά στην καθημερινή ζωή όλων, έχει μίσος που παραμένει ασίγαστο.
Εκεί βρίσκονται και οι δυο ήρωες: ο Λάμπων και ο Γέλων. Ο Γέλων είναι από άλλο κόσμο – είναι ο άνθρωπος που θέλει να διασώσει τον Ευριπίδη, είναι αυτός που πενθεί το γιο που πέθανε και τη σύζυγο που έφυγε μακριά, αυτός που θέλει να πιαστεί από κάπου και πιάνεται από την τέχνη – που, όπως πάντα στη ζωή του, πιάνεται από το λόγο, την τραγωδία. Ο Λάμπων είναι ο απατεωνάκος που κοιτάζει πώς να βγει εύκολα κι αυτή η μέρα. Ο Γέλων θα αποφασίσει να ανεβάσει αρχαία τραγωδία στο νταμάρι, με τους μισοπεθαμένους Αθηναίους αιχμαλώτους για πρωταγωνιστές. Θα ανεβάσει την Μήδεια αλλά και τις Τρωάδες, επειδή, ακόμη κι αν ο Πελοποννησιακός πόλεμος καταλήξει σε ολική εξαφάνιση της Αθήνας, τα λόγια του Ευριπίδη πρέπει κάπως να επιβιώσουν. Ο Λάμπων θα ερωτευτεί παράφορα τη Λύρα από τη Λυδία, τη μυστηριώδη σκλάβα (με ευγενική όμως καταγωγή) του τοπικού ταβερνιάρη – γι’ αυτόν, που όλοι τον κοίταζαν με μισό μάτι, η σωτηρία, ακόμη κι αν χρειαστεί να εξαγοραστεί, είναι η Λύρα. Η παράσταση είναι ρίσκο – θα βοηθήσει μια τοπική συμμορία παιδιών και παρίες με τον αυλό τους και μυστηριώδεις ιρλανδοί μαικήνες που έχουν φυλακίσει στο πλοίο τους τα θεία, και ντόπιες κατασκευάστριες κοστουμιών με μεγάλη καρδιά, και φυσικά οι Αθηναίοι που (σαν να χτίζουν τη δική τους κατοπινή γέφυρα στον ποταμό Κβάι ή να αναζητούν αυτόν που θα τους ευχηθεί «καλά Χριστούγεννα κύριε Λώρενς») θα γραπωθούν από την παράσταση για λίγη παραπάνω τροφή, για επιβίωση, για τα λόγια του Ευριπίδη: «τελικά είναι όντως ο Ευριπίδης αυτό που προσπαθούμε να διασώσουμε;»· ή τον εαυτό μας;
Ο Φέρντια Λέννον το έχει γράψει όλο αυτό με εκπληκτικά μοντέρνο τρόπο (ο Roddy Doyle θα χαμογελούσε διαβάζοντάς το), με σημερινό ύφος και εκφράσεις (άλλωστε, αν βασιστούμε στον Αριστοφάνη, δεν ήταν οι Αθηναίοι της εποχής αθυρόστομοι και κυνικοί και φορείς της λαϊκής γλώσσας; Μιλούσαν όλοι με το σοβαρό ύφος των τραγωδιών; Όχι δα). Ο Φέρντια Λέννον διαθέτει ατέλειωτο αδυσώπητο χιούμορ, χρησιμοποιεί ορμή και έχει αγάπη για τους ήρωες, αλλά αισθάνεται και δέος απέναντι στο πόσο μπορεί να διαβρώνει τις κοινωνίες και τους ανθρώπους ο όποιος πόλεμος.
Ο Ευριπίδης σώζει ζωές
Ο Λέννον είναι νεότατος – αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο. Το επόμενο, ένα «μεσαιωνικό γοτθικό μυστήριο», όπως το ονομάζει ο ίδιος, θα εκτυλίσσεται στη Γαλλία του 14ου αιώνα, μετά από πολέμους και την επέλαση της πανώλης. Η φιλαναγνωσία του από την παιδική ηλικία ακόμη, και αργότερα οι σπουδές του, τον έφεραν σε επαφή και με την αρχαία Ελλάδα. Διάβασε τους κλασικούς, διάβασε και το Τελευταίο κρασί της Μαίρη Ρενό (Mary Renault), που εκτυλίσσεται στην αρχαία Αθήνα, αυτή που η κληρονομιά της παραμένει ενεργή στον κόσμο. Ορκίζεται στο όνομα του Θουκυδίδη, γοητεύεται από το σύνθετο (και πάντα επίκαιρο) της καταγραφής του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά έχει διαβάσει και τον Πλούταρχο – κι εκεί, στον βίο του Νικία, έπεσε πάνω σε αυτό το απόσπασμα:
ἔνιοι δὲ καὶ δι’ Εὐριπίδην ἐσώθησαν. μάλιστα γάρ, ὡς ἔοικε, τῶν ἐκτὸς Ἑλλήνων ἐπόθησαν αὐτοῦ τὴν μοῦσαν οἱ περὶ Σικελίαν· καὶ μικρὰ τῶν ἀφικνουμένων ἑκάστοτε δείγματα καὶ γεύματα κομιζόντων ἐκμανθάνοντες ἀγαπητῶς μετεδίδοσαν ἀλλήλοις [...] τότε γοῦν φασι τῶν σωθέντων οἴκαδε συχνοὺς ἀσπάσασθαι τὸν Εὐριπίδην φιλοφρόνως, καὶ διηγεῖσθαι τοὺς μέν, ὅτι δουλεύοντες ἀφείθησαν ἐκδιδάξαντες ὅσα τῶν ἐκείνου ποιημάτων ἐμέμνηντο, τοὺς δ’, ὅτι πλανώμενοι μετὰ τὴν μάχην τροφῆς καὶ ὕδατος μετέλαβον τῶν μελῶν ᾄσαντες. οὐ δεῖ δὴ θαυμάζειν ὅτι τοὺς Καυνίους φασὶ πλοίου προσφερομένου τοῖς λιμέσιν ὑπὸ λῃστρίδων διωκομένου μὴ δέχεσθαι τὸ πρῶτον, ἀλλ' ἀπείργειν, εἶτα μέντοι διαπυνθανομένους εἰ γινώσκουσιν ᾄσματα τῶν Εὐριπίδου, φησάντων ἐκείνων, οὕτω παρεῖναι καὶ καταγαγεῖν τὸ πλοῖον.
Ορισμένοι λοιπόν από τους Αθηναίους αιχμαλώτους, μετά την καταστροφική έκβαση της εκστρατείας στη Σικελία, σώθηκαν χάρη στον Ευριπίδη. Ο Ευριπίδης ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη Σικελία και θεωρούσαν τα λόγια του, αποσπάσματα από κάθε νέο έργο του, κάθε νέα τραγωδία, πολύτιμα κομμάτια που έπρεπε να αποστηθίζονται και να μεταδίδονται, από τον ένα στον άλλο. Πολλοί επιζήσαντες, επιστρέφοντας στην Αθήνα επισκέφτηκαν τον Ευριπίδη για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους, που ακούσια, μέσω των λέξεων και του πνεύματός του, τους έδωσε σανίδα σωτηρίας, όπλο επιβίωσης. Κάποιοι εξασφάλισαν την ελευθερία τους από τη δουλεία διδάσκοντας στους αφέντες τους το λόγο του τραγωδού, ενώ κάποιοι άλλοι, αιχμάλωτοι ή φυγάδες, αντάλλασσαν αυτόν τον πολύτιμο λόγο, τη γνώση του, με τροφή και νερό, με την ίδια τους την επιβίωση. Και δεν είναι αυτό υπερβολή: ο Πλούταρχος προς επίρρωσιν αναφέρει ότι αντίστοιχο φαινόμενο δύναμης του λόγου του Ευριπίδη είχε παρουσιαστεί και στην Καύνο, την αρχαία πόλη της Καρίας, όπου ξένα πλοία δεν είχαν πρόσβαση στο λιμάνι, ακόμη κι αν τα καταδίωκαν πειρατές… Εκτός αν οι ναύτες τους γνώριζαν χορικά του Ευριπίδη. Τότε, ο Ευριπίδης αποτελούσε εισιτήριο για το λιμάνι και τη σωτηρία.
Δεν έχει γενναίους στα Ένδοξα κατορθώματα, έχει ανθρώπους που ελπίζουν να σωθούν – «ένας άντρας πρέπει να είναι ευγνώμων για τους φόβους του, γιατί αυτό σημαίνει ότι έχει κάτι να χάσει και κάτι να κερδίσει». Δεν ξέρεις τι θα τους περιμένει στον αγώνα τους, τι θα σε περιμένει ως αναγνώστη κι εσένα. Κι αυτά που σε περιμένουν, ειλικρινά, τουλάχιστον μια φορά θα σε συγκλονίσουν. Θα σου αφήσει η αφήγηση αυτή την αίσθηση που σου άφηνε στο τέλος (και κάθε φορά) το Withnail & I, τη μελαγχολική ελπίδα, σαν τον ήχο που βγαίνει από τον αυλό του βιβλίου:
Αυτός ο ήχος [...] είμαστε εμείς, είμαστε εμείς που προσπαθούμε, είμαστε εμείς που χτίζουμε, που λέμε τραγούδια και μαγειρεύουμε, είναι τα φιλιά και οι ιστορίες που λέμε γύρω απ’ τη φωτιά τον χειμώνα, είναι η αξιοπρέπεια και όλα όσα έχουμε να δώσουμε.
Ο πολυθρησκευτικός Λίβανος
Δημήτρης Κούρκουλας, Λίβανος. Μια ξεχωριστή χώρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 160 σελ.
Δεν αποτελεί υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι κάθε χώρα επιθυμεί να είναι «ξεχωριστή», με τους δικούς της τρόπους και για τους δικούς της λόγους. Λίγες, όμως, φαίνεται να το κατόρθωσαν στο βαθμό που το πέτυχε ο Λίβανος· και από την άποψη αυτή, ο τίτλος του βιβλίου του Δημήτρη Κούρκουλα είναι εύστοχος. Πράγματι, η μικρή αυτή χώρα της Μέσης Ανατολής, με έκταση όση η μισή Πελοπόννησος, παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες, οι οποίες την καθιστούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση για τη μελέτη μιας σειράς ζητημάτων, όπως οι προκλήσεις της οικοδόμησης εθνικής ταυτότητας σε μια κατακερματισμένη κοινωνία, ο ρόλος της θρησκείας σε μια πολυθρησκευτική χώρα και η επίδρασή της στο πολιτικό σύστημα.

Τέσσερις χάρτες του Λιβάνου, σε τέσσερις διαφορετικές χρονικές περιόδους. 1. Χάρτης του 1862, συνταγμένος από τη γαλλική αποστολή του Beaufort d’Hautpoul, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως πρότυπο για τα σύνορα του Μεγάλου Λιβάνου το 1920. 2. Xάρτης του Μουτεσαφιράτου του Όρους Λιβάνου, περίπου του 1900. 3. Χάρτης της Γαλλικής Εντολής και των κρατών που δημιουργήθηκαν το 1920. 4. Πρόσφατος χάρτης, που δείχνει την κατανομή των θρησκευτικών ομάδων του Λιβάνου σύμφωνα με τα δεδομένα των δημοτικών εκλογών του 2009. Με διακεκομμένη γραμμή προσδιορίζονται τα όρια του Μουτεσαριφάτου.
Με δεδομένο ότι ο Λίβανος βρίσκεται στη Μέση Ανατολή, είναι εύλογο να ξεκινήσει η απαρίθμηση των ιδιαιτεροτήτων του από τη θρησκεία: ο Λίβανος είναι η μοναδική χώρα της περιοχής όπου το χριστιανικό στοιχείο, αν και όχι πλέον αριθμητικά κυρίαρχο, όπως ήταν στα αρχικά στάδια της ιστορικής του πορείας, εξακολουθεί να έχει εξαιρετικά σημαντική παρουσία και να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Η έντονη αυτή χριστιανική διάσταση του Λιβάνου (η οποία ενισχύεται περαιτέρω και από τα όχι ευάριθμα δυτικά εκπαιδευτικά του ιδρύματα) του έχει επιτρέψει επίσης και μια, σχετική πάντοτε, πολιτισμική εγγύτητα προς την Ευρώπη, η οποία δεν ανιχνεύεται με την ίδια ένταση σε άλλες αραβικές ή ισλαμικές χώρες. Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι και αυτή συνδεδεμένη με τη θρησκεία: παρότι ο Λίβανος ακολουθεί σε γενικές γραμμές τις τυπικές αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τα πολιτικά αξιώματα δεν δίδονται στη βάση των εκλογικών αποτελεσμάτων των κομμάτων αλλά διαμοιράζονται ανάλογα με το θρήσκευμα. Τέλος, σε μια περιοχή όπου η δημοκρατία είτε είναι εξαιρετικά αδύναμη είτε δεν υπάρχει καθόλου, ο Λίβανος παραχωρεί στους πολίτες του σημαντικά περιθώρια πολιτικής ελευθερίας, ενώ θεωρείται και ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της αραβικής διανόησης. Όπως παρατηρεί ο Κούρκουλας:
Παρ’ όλες τις αδυναμίες του πολιτικού του συστήματος, [ο Λίβανος] είναι αναμφίβολα η πιο δημοκρατική χώρα στον αραβικό κόσμο, είναι η χώρα που προστατεύει την ελευθερία έκφρασης και την ελευθερία του Τύπου, γεγονός που έχει καταστήσει τη Βηρυτό σημαντικό κέντρο των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης. (σ. 31)
Οι ιδιαιτερότητες αυτές οφείλονται, βέβαια, στο ιστορικό παρελθόν της χώρας και συνεπώς μπορούν να κατανοηθούν μόνο αν τοποθετηθούν στο ιστορικό τους πλαίσιο. Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η χρήση του όρου «Λίβανος» ως δηλωτικού της σημερινής χώρας είναι σχετικά πρόσφατη. Πριν από τον 20ό αιώνα, η λέξη «Λίβανος» αναφερόταν σε μια μικρή περιοχή η οποία περιοριζόταν κυρίως στο όρος Λίβανος και τα γύρω εδάφη. Η περιοχή αυτή ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον 16ο έως και τις αρχές του 20ού αιώνα και είχε εσωτερική αυτονομία. H μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού της ήταν χριστιανοί Μαρωνίτες, ενώ ακολουθούσαν οι Δρούζοι, οι ορθόδοξοι χριστιανοί (οι οποίοι είναι γνωστοί με τον όρο «Ελληνορθόδοξοι»), οι Μελκίτες (γνωστοί και ως «Ελληνοκαθολικοί») και οι σουνίτες μουσουλμάνοι.[1] Αρχικά, η ημιαυτόνομη αυτή οντότητα ήταν Εμιράτο και οι εμίρηδες ήταν Δρούζοι και στη συνέχεια Μαρωνίτες ή σουνίτες μουσουλμάνοι· από το 1861, μετά από έναν αιματηρό εμφύλιο μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων, η περιοχή έγινε Mουτεσαριφάτο.[2]
Mουτεσαριφάτο
Η περίοδος του οθωμανικού Mουτεσαριφάτου (1861-1918), του πρώτου προπλάσματος του μεταγενέστερου λιβανέζικου κράτους, σηματοδότησε μια «μακρά ειρήνη» σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική του κατάσταση, καθώς Μαρωνίτες, Ορθόδοξοι, Δρούζοι και Σουνίτες συμβίωναν χωρίς υπέρμετρη οξύτητα και διακοινοτική βία.[3] Δεδομένου ότι στην προνεωτερική Οθωμανική Αυτοκρατορία η θρησκεία έπαιζε τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση των συλλογικών ταυτοτήτων, οι Λιβανέζοι δεν αποτελούσαν εξαίρεση: καθ’ όλη την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας η ισχυρότερη ταυτοτική τους συνθήκη παρέμεινε η θρησκεία τους και όχι κάποια αίσθηση εθνικής (και διαθρησκειακής) ταυτότητας. Έτσι, για παράδειγμα, οι άραβες ορθόδοξοι χριστιανοί του Mουτεσαριφάτου του Λιβάνου ανήκαν και αυτοί στην ορθόδοξη κοινότητα του οθωμανικού «Μιλλέτ των Ρωμιών» («Millet-i Rum»), μαζί με τους Έλληνες, τους Σλάβους, τους Βλάχους, τους ορθόδοξους Αλβανούς και, βεβαίως, τους άλλους ορθόδοξους Άραβες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (οι οποίοι βρέθηκαν τον 20ό αιώνα στη Συρία, στο Ιράκ και στην Ιορδανία).
Η βάση της διοίκησης του Mουτεσαριφάτου ήταν ο Οργανικός Νόμος του 1861, προϊόν διαπραγματεύσεων των Οθωμανών με τις ευρωπαϊκές Μεγάλες Δυνάμεις και ιδίως με την Αυστρία και τη Γαλλία, η οποία και είχε αναγορεύσει τον εαυτό της προστάτη των καθολικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ένα ρόλο που πολλοί Μαρωνίτες έβλεπαν με συμπάθεια. Το Μουτεσαριφάτο είχε εσωτερική αυτονομία και τους μουτεσαρίφες τους επέλεγε ο σουλτάνος· δεν είχαν καταγωγή ή άλλου είδους σχέση με τον Λίβανο και ήταν απλά ανώτατοι οθωμανοί αξιωματούχοι με κύρος και εμπειρία, ήταν δε πάντοτε χριστιανοί και μάλιστα καθολικοί: από τους οκτώ μουτεσαρίφες της περιόδου 1861-1914 δύο ήταν αρμένιοι καθολικοί, τρεις ήταν Μελκίτες και τρεις ρωμαιοκαθολικοί (ένας Αλβανός, ένας ιταλικής καταγωγής και ένας πολωνικής).[4] Ο Οργανικός Νόμος προέβλεπε επίσης και ένα δωδεκαμελές συμβουλευτικό όργανο, στο οποίο συμμετείχαν όλες οι θρησκευτικές ομάδες. Από τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η ανάδυση του Λιβάνου στη νεότερη ιστορία ως μια οθωμανική ημιαυτόνομη επαρχία τού προσέδωσε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία και επρόκειτο να απολαύσουν μιαν ασυνήθιστα μακρά ζωή: πρώτον, το όρος Λίβανος (είτε ως Εμιράτο είτε ως Μουτεσαριφάτο) θα ήταν μια ουσιαστικά χριστιανική νησίδα μέσα σε μια ισλαμική θάλασσα· δεύτερον, η εξουσία θα διαμοιραζόταν στη βάση θρησκευτικών και όχι πολιτικών ή άλλων κοσμικών κριτηρίων και, τρίτον, καμία θρησκευτική ομάδα (ανεξαρτήτως του πληθυσμιακού μεγέθους της) δεν θα έμενε εκτός εξουσίας αλλά όλες θα είχαν μια θεσμικά κατοχυρωμένη θέση και πολιτική εκπροσώπηση.
Ο Λίβανος με τα σύνορα και την έκταση που έχει σήμερα είναι αποτέλεσμα της γαλλικής κυριαρχίας στην περιοχή. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Συρία και ο Λίβανος πέρασαν στη γαλλική σφαίρα επιρροής. Αρχικά αυτό έγινε με την περίφημη (και για πολλούς: διαβόητη) «Συμφωνία Σάικς-Πικό» (1916) ανάμεσα στη Γαλλία και τη Βρετανία, η οποία και έσυρε «μια γραμμή στην άμμο» των μεταοθωμανικών αραβικών περιοχών· στη συνέχεια, η γαλλική παρουσία επισημοποιήθηκε με την «Εντολή» («Mandate») της Κοινωνίας των Εθνών. Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλία δημιούργησε τον λεγόμενο «Μεγάλο Λίβανο» («Grand Liban») το 1920, προσθέτοντας στο παλαιό οθωμανικό Μουτεσαριφάτο την κοιλάδα Μπεκάα, ορισμένες σημαντικές πόλεις (Βηρυτός, Τρίπολη, Τύρος και Σιδώνα) καθώς και εκτεταμένα εδάφη στον νότο.[5] Όπως είναι προφανές, η απόφαση αυτή σφράγισε τη μετέπειτα φυσιογνωμία της χώρας.
Η ανεξαρτησία
Η μεγέθυνση του Λιβάνου ήταν επιθυμητή από τους Μαρωνίτες, καθώς θα επέτρεπε στο νεοπαγές κράτος να έχει μια αυτόνομη πορεία και επιπλέον θα του έδινε και μια σημαντική οικονομική ενίσχυση με την εύφορη κοιλάδα Μπεκάα και την πρόσκτηση των πόλεων και ιδίως της ακμάζουσας Βηρυτού.[6] Από την άλλη μεριά, η εισδοχή των νέων εδαφών, όπου κατοικούσαν κυρίως μουσουλμάνοι, απομείωσε την αριθμητική ισχύ του χριστιανικού στοιχείου, αν και αυτό θα παρέμενε πλειοψηφικό για αρκετά χρόνια ακόμα. Επιπλέον, η δημιουργία του «Μεγάλου Λιβάνου» είχε επακόλουθο και την εμφάνιση για πρώτη φορά στη λιβανέζικη ιστορία ενός σημαντικού αριθμού σιιτών μουσουλμάνων, οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στον νότο και την κοιλάδα Μπεκάα, γεγονός που επρόκειτο να αποκτήσει ιδιαίτερο ειδικό βάρος στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Για τους Μαρωνίτες (αλλά και για ένα μέρος των υπόλοιπων χριστιανών), η ύπαρξη του Λιβάνου ως ανεξάρτητου κράτους ήταν η μόνη επιλογή που θα διασφάλιζε την πολιτική τους θέση (ενίοτε και την κυριαρχία τους), καθώς η εναλλακτική λύση θα ήταν η πλήρης απορρόφησή του από μια μουσουλμανική «Μεγάλη Συρία», κάτι που απεύχονταν μεν οι Μαρωνίτες αλλά επιθυμούσαν οι μουσουλμάνοι τόσο της Συρίας όσο και του Λιβάνου. Έναν ανεξάρτητο Λίβανο, βέβαια, ευνοούσαν και οι Γάλλοι (αν και όχι ομόθυμα) για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αρχικά, οι Γάλλοι διοικούσαν άμεσα τη χώρα μέσω γάλλων διοικητών, τους οποίους επικουρούσε ένα συμβουλευτικό σώμα με μέλη από όλες τις θρησκείες, σύμφωνα και με τη λιβανέζικη παράδοση. Από το 1926, ωστόσο, ο Λίβανος απέκτησε σύνταγμα και το ίδιο έτος ιδρύθηκε η «Δημοκρατία του Λιβάνου», αλλά ο γαλλικός έλεγχος παρέμεινε και η χώρα απέκτησε τελικά την ανεξαρτησία της το 1943, ενώ οι τελευταίοι γάλλοι στρατιώτες αποχώρησαν το 1946.[7]
Μια κεφαλαιώδης εξέλιξη στη νεότερη πολιτική ιστορία του Λιβάνου ήταν αναμφίβολα η σύναψη του λεγόμενου «Εθνικού Συμφώνου», το 1943. Το Σύμφωνο αυτό ήταν μεν προφορικό αλλά αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικό και αποτέλεσε την κρηπίδα πάνω στην οποία χτίστηκε η ιστορική πορεία του Λιβάνου ως ανεξάρτητου κράτους. Ακολουθώντας την παράδοση, το Σύμφωνο προέβλεπε ότι οι θέσεις εξουσίας θα διαμοιράζονταν με βάση την αναλογική εκπροσώπηση όλων των δογμάτων και των θρησκειών της χώρας και όριζε ότι ο πρόεδρος θα είναι πάντοτε Μαρωνίτης, ο πρωθυπουργός σουνίτης μουσουλμάνος και ο πρόεδρος της Βουλής σιίτης. Τόσο οι βουλευτικές έδρες όσο και οι θέσεις του δημόσιου τομέα θα υπάγονταν στη συνέχεια και αυτές σε ένα ανάλογο καθεστώς με βάση τη θρησκεία, έτσι ώστε όλα τα δόγματα να έχουν έναν ορισμένο αριθμό βουλευτών και δημόσιων λειτουργών. Προκειμένου δε να υπολογιστούν οι θέσεις που θα καταλάμβανε η κάθε θρησκεία, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία που προέκυψαν από την απογραφή του 1932, η οποία και είχε δώσει μια οριακή χριστιανική πλειοψηφία, με τους Μαρωνίτες να είναι η μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα, ακολουθούμενη από τους σουνίτες, τους σιίτες, τους ορθόδοξους, τους Δρούζους και τους Μελκίτες. Είναι σημαντικό να αναφερθεί εδώ ότι, προκειμένου να διατηρηθούν οι πρόνοιες αυτές (αλλά και η βαρύνουσα θέση των χριστιανών στη χώρα), ο Λίβανος δεν διενήργησε καμία άλλη απογραφή, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή να διερευνηθεί με απόλυτη ακρίβεια και από επίσημες πηγές η εξέλιξη των δημογραφικών μεγεθών της χώρας μετά το 1932.[8]
Εκτός από αυτές τις σημαντικές διατάξεις, όμως, το «Εθνικό Σύμφωνο» σηματοδοτούσε κάτι πολύ ευρύτερο: επρόκειτο, ουσιαστικά, για μια δέσμευση των χριστιανών και των μουσουλμάνων ηγετών του Λιβάνου ότι η χώρα θα εξακολουθούσε να υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος. Προκειμένου να συμβεί αυτό, βέβαια, έπρεπε να γίνουν εκατέρωθεν παραχωρήσεις, οι οποίες, εκτός από το ζήτημα της πολιτικής ισχύος, άγγιζαν και ουσιαστικά ζητήματα ταυτότητας: οι μεν μουσουλμάνοι θα αναγνώριζαν την ανεξάρτητη ύπαρξη του Λιβάνου και θα εγκατέλειπαν την προοπτική εισόδου του σε μια «Μεγάλη Συρία», ενώ οι Μαρωνίτες θα εγκατέλειπαν τα όποια σχέδια είχαν για πρόσδεση της χώρας στη Γαλλία και θα αποδέχονταν ότι ο Λίβανος έχει μια καθαρά αραβική ταυτότητα. Οι παραχωρήσεις αυτές δεν ήταν εύκολες, ούτε και έγιναν ειλικρινώς αποδεκτές από όλους: πολλοί Μαρωνίτες εξακολούθησαν να αρνούνται ότι είναι εθνοτικά Άραβες, υιοθέτησαν την άποψη ότι κατάγονται από τους Φοίνικες και τόνιζαν τη «μεσογειακή» διάσταση της ταυτότητάς τους, ενώ σημαντικό μέρος των μουσουλμάνων αρνείτο να ενταφιάσει τα φιλοσυριακά ή/και παναραβικά του αισθήματα.
Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο ιδιότυπος «ιστορικός συμβιβασμός» μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων απεδείχθη εξαιρετικά ανθεκτικός και ο Λίβανος εξακολουθεί να υφίσταται ως ενιαίο κράτος στο οποίο συμβιώνουν διαφορετικές θρησκείες, παρά τη θυελλώδη πολιτική ζωή της χώρας και τις εξαιρετικά αντίξοες τοπικές και διεθνείς συνθήκες. Οι προκλήσεις και οι δυσχέρειες που αντιμετώπισε ο Λίβανος μετά την ανεξαρτησία του δεν ήταν λίγες: ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος (1975-1990), η μακρόχρονη συριακή παρουσία (1976-2005), η ισραηλινή κατοχή νότιων εδαφών της χώρας (1982-2000), η εμπλοκή του Λιβάνου στο Παλαιστινιακό Ζήτημα, η πολύχρονη εγκατάσταση χιλιάδων παλαιστίνιων προσφύγων και η ανάδυση της σιιτικής οργάνωσης Χεζμπολάχ, ως όργανο του Ιράν αλλά και φορέα ενδυνάμωσης του σιιτικού στοιχείου, έφεραν συχνά τον Λίβανο στα όριά του και έθεσαν σε κίνδυνο ακόμα και αυτή την ύπαρξή του. Επιπλέον, την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, ο Λίβανος βρίσκεται μπροστά σε νέες και εξαιρετικά δυσοίωνες εξελίξεις λόγω του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν και της συμμετοχής σε αυτόν της Χεζμπολάχ, γεγονός που οδήγησε σε νέο κύκλο ισραηλινών επιθέσεων.

Λιβανέζοι χριστιανοί στρατιώτες του Μουτεσαριφάτου του Όρους Λιβάνου με πλήρη εξάρτυση, τέλη του 19ου αιώνα. Η περίοδος του οθωμανικού Mουτεσαριφάτου (1861-1918), του πρώτου προπλάσματος του μεταγενέστερου λιβανέζικου κράτους, σηματοδότησε μια «μακρά ειρήνη» σε ό,τι αφορούσε την εσωτερική του κατάσταση, καθώς Μαρωνίτες, Ορθόδοξοι, Δρούζοι και Σουνίτες συμβίωναν χωρίς υπέρμετρη οξύτητα και διακοινοτική βία.
mideastimage.com
Ιδιαιτερότητες
Εύλογα, η σημερινή κατάσταση αναζωπύρωσε και στην Ελλάδα το ενδιαφέρον για τον Λίβανο και, κατά συνέπεια, το βιβλίο του Δημήτρη Κούρκουλα δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί σε προσφορότερη συγκυρία. Ο συγγραφέας, ανώτατο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας (2012-2015), έχει την απαιτούμενη σκευή για να προσεγγίσει με επάρκεια το θέμα του, καθώς υπηρέτησε ως πρέσβης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον Λίβανο την περίοδο 1997-2001 και ήταν, μάλιστα, ο πρώτος πρέσβης που έστειλε η ΕΕ στη χώρα μετά τον εμφύλιο πόλεμο.[9] Δύο σημεία χρειάζεται να αναφερθούν εξαρχής: το πρώτο είναι ότι το βιβλίο αυτό (έκτασης 157 σελίδων) έχει εισαγωγικό χαρακτήρα και είναι γραμμένο για να διαβαστεί από τον μέσο, πεπαιδευμένο αναγνώστη, ο οποίος ενδιαφέρεται να αποκτήσει μια πρώτη επαφή με τη λιβανέζικη πραγματικότητα. Το στόχο αυτό ο Κούρκουλας τον πετυχαίνει απολύτως και γιατί γράφει με στρωτή και συγκροτημένη γλώσσα χωρίς βερμπαλισμούς αλλά και διότι επεξηγεί με σαφήνεια τις ποικίλες διαστάσεις των ζητημάτων που παρουσιάζει, χωρίς να είναι αναγκαίο να έχει ο αναγνώστης πρότερη γνώση της χώρας.
Το δεύτερο σημείο είναι, ίσως, ακόμα πιο χρήσιμο για τον αναγνώστη: είναι σύνηθες για πολλούς «δυτικούς» παρατηρητές, και ιδίως για όσους έχουν ελλιπή γνώση της περιοχής, να γράφουν για την αραβική «Ανατολή» (όπως άλλωστε και για τα Βαλκάνια) με ένα, συγκαλυμμένο ή όχι, αίσθημα ανωτερότητας. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στο βιβλίο αυτό. Ο συγγραφέας του προσεγγίζει με πρόδηλη συμπάθεια και (γιατί όχι;) αγάπη τον Λίβανο και τους κατοίκους του: «αυτό που κάνει τον Λίβανο αξιαγάπητο», γράφει, «είναι η ζεστασιά των ανθρώπων, η ενεργητικότητά τους και η αγάπη τους για ζωή» (σ. 145). Όταν πρωτοπήγε στη χώρα, η «αναρχία» που επικρατούσε στο αεροδρόμιο αλλά και γενικότερα, τα κατεστραμμένα κτίρια και τα πολλαπλά σημεία ελέγχου από πάνοπλους (αλλά συχνά ρακένδυτους) στρατιώτες τον ώθησαν να βρει τρόπους για να επιστρέψει στις Βρυξέλλες. «Σε πολύ σύντομο διάστημα», ωστόσο, «συνεπαρμένος από τη ζωντάνια της Βηρυτού, είχα αρχίσει να σκέφτομαι το ακριβώς αντίθετο: πώς θα μπορούσα να παρατείνω τη διαμονή μου» (σ. 25-26). Είναι προφανές ότι το έργο αυτό δεν είναι μόνο καρπός γνώσης και πολιτικής εμπειρίας αλλά και ένας θερμός χαιρετισμός σε έναν πραγματικά αξιαγάπητο όσο και μαρτυρικό λαό.
Η δομή του βιβλίου είναι και αυτή στρωτή και αναπτύσσεται με χρονολογική σειρά: 15 κεφάλαια αναλύουν με περιεκτικό αλλά ακριβή τρόπο τις σημαντικότερες πτυχές που συνθέτουν τη λιβανέζικη εμπειρία. Έπειτα από δύο εισαγωγικά κεφάλαια όπου διαγράφεται σε αδρές γραμμές η ιστορική εξέλιξη του Λιβάνου από την οθωμανική εποχή μέχρι και την ανεξαρτησία (σ. 28-42), ο συγγραφέας προχωρά στην κάλυψη ευρείας γκάμας θεμάτων, η οποία εκτείνεται από το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου, το θρησκευτικό του μωσαϊκό και τον εμφύλιο πόλεμο μέχρι τη συριακή παρουσία στη χώρα, τη διακυβέρνηση του Ραφίκ Χαρίρι (1992-1998, 2000-2004) και την ελληνική κοινότητα της Βηρυτού. Η λιβανέζικη οικονομία αλλά και η λιβανέζικη κουζίνα (πολυπολιτισμική και αυτή) έχουν επίσης τα δικά τους κεφάλαια. Παρότι το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει στην πολιτική κατάσταση και στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, δεν λείπουν οι αναφορές σε ορισμένα ενδιαφέροντα ζητήματα της κοινωνικής ζωής του Λιβάνου, όπως, για παράδειγμα, στη σιιτική πρακτική του «γάμου προσωρινής απόλαυσης» (nikah al-mut’ah), μιας πραγματικά ευφάνταστης λύσης για τη σύντομη συμβίωση ανδρών και γυναικών στο πλαίσιο μιας παραδοσιακής και πατριαρχικής κοινωνίας. Η πρακτική αυτή επιτρέπει τη νόμιμη συμβίωση για ένα προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, μετά την παρέλευση του οποίου ο «γάμος» λύεται αυτομάτως χωρίς περαιτέρω νομικές διαδικασίες, ενώ η «σύζυγος» λαμβάνει και ένα χρηματικό ποσό (σ. 48). Το βιβλίο πλαισιώνεται από ένα χρήσιμο χρονολόγιο, το οποίο καλύπτει την ιστορία του Λιβάνου από τη φοινικική αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας και από σύντομα βιογραφικά σημειώματα 11 προσωπικοτήτων που άφησαν το στίγμα τους στην πολιτική, οικονομική αλλά και πολιτιστική ζωή του Λιβάνου, όπως ο μαρωνίτης πολιτικός Μισέλ Αούν, ο χριστιανός συγγραφέας Αμίν Μααλούφ, ο δρούζος ηγέτης Καμάλ Τζουμπλάτ (πατέρας του σημερινού ηγέτη των Δρούζων, Ουαλίντ) και ο σιίτης Ναμπίχ Μπέρι, ο οποίος είναι μακράν «ο μακροβιότερος πρόεδρος Κοινοβουλίου παγκοσμίως», καθώς εκλέγεται στην προεδρία της Βουλής του Λιβάνου συνεχώς από το 1992 (σ. 152). Θα βοηθούσε τον αναγνώστη η ύπαρξη ενός χάρτη που να δείχνει την εδαφική εξέλιξη της χώρας από το Εμιράτο του Λιβάνου μέχρι και τον «Μεγάλο Λίβανο», όπως και ένα ευρετήριο κύριων ονομάτων. Καλό θα ήταν αυτά να προστεθούν στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου.
Ο Κούρκουλας είναι προσεκτικός στις παρατηρήσεις του και αποφεύγει τις εύκολες γενικεύσεις. Εξετάζοντας τον εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος ξεκίνησε ως σύγκρουση μεταξύ Μαρωνιτών και μουσουλμάνων, για παράδειγμα, αναφέρεται στη σφοδρή διαμάχη, το 1978, ανάμεσα στον φιλοσύριο Μαρωνίτη Σουλεϊμάν Φρανζί (πρόεδρος: 1970-1976) και τον επίσης Μαρωνίτη αλλά φιλοϊσραηλινό Μπασίρ Τζεμαγιέλ, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος τον Αύγουστο του 1982 αλλά δολοφονήθηκε λίγες μέρες αργότερα. Η σύγκρουση αυτή, κατά την οποία ο γιος του Σουλεϊμάν, Αντουάν (Τόνι), μαζί με την κόρη και τη σύζυγο του γιου του, δολοφονήθηκαν από άνδρες του Τζεμαγιέλ, επιτρέπει στον Κούρκουλα να τονίσει ότι η αιματηρή ενδομαρωνιτική διαμάχη «δείχνει πόσο περίπλοκος ήταν ο εμφύλιος πόλεμος και δεν ήταν απλώς μια αντιπαράθεση χριστιανών και μουσουλμάνων, αλλά συχνά χριστιανών εναντίον χριστιανών και μουσουλμάνων εναντίον μουσουλμάνων, με συνεχώς εναλλασσόμενες συμμαχίες και μέτωπα» (σ. 62-63). Η παρατήρηση αυτή υπογραμμίζει μια σημαντική σταθερά της νεότερης ιστορίας του Λιβάνου. Όπως ακριβώς ο εμφύλιος του 20ού αιώνα δεν ήταν απλά ένας θρησκευτικός πόλεμος, έτσι και η εμφύλια σύρραξη μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων στο όρος Λίβανος το 1860, όπως παρατηρεί ο διαπρεπής ιστορικός του αραβικού κόσμου Albert Hourani, είχε κυρίως πολιτικά και κοινωνικά αίτια και δεν μπορεί να αποδοθεί μονοσήμαντα στη θρησκεία. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη διαφορετικών θρησκειών δεν οδηγεί αναπόδραστα σε σύγκρουση. Από την άλλη πλευρά, η διακοινοτική βία δεν ήταν ο κανόνας αλλά μάλλον η εξαίρεση: σε γενικές γραμμές, συμπεραίνει ο Hourani, γράφοντας το 1946, οι θρησκευτικές κοινότητες του Λιβάνου συμβίωναν ειρηνικά και με σεβασμό στη θρησκεία και στις παραδόσεις των γειτόνων τους.[10]
Επιπλέον, η σημαντική προσωπική εμπειρία που απέκτησε ο Κούρκουλας στη χώρα λόγω της θέσης του, του δίνει τη δυνατότητα να διανθίσει το κείμενό του με ενδιαφέρουσες βινιέτες, οι οποίες εικονογραφούν άριστα τα βασικά ζητήματα που αναλύει. Όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του, για παράδειγμα, διαπίστωσε με έκπληξη ότι η ΕΕ είχε τέσσερις οδηγούς διαφορετικού θρησκεύματος, μια πρακτική την οποία θεώρησε σπατάλη. Σύντομα, όμως, κατάλαβε τη σκοπιμότητα της επιλογής αυτής: ανάλογα με το εκάστοτε πρόγραμμα μετακινήσεων του πρέσβη, το αυτοκίνητό του έπρεπε να περάσει από συγκεκριμένα σημεία στρατιωτικού ελέγχου, τα οποία επάνδρωναν συγκεκριμένες πολιτοφυλακές. Έτσι, η πρεσβεία επέλεγε τον οδηγό του πρεσβευτικού αυτοκινήτου ανάλογα με το ποιος θα επάνδρωνε τα checkpoints, από τα οποία έπρεπε να περάσει. Δεν αποτελεί έκπληξη, βέβαια, ότι ο μαρωνίτης οδηγός (και πρώην πυγμάχος) ο οποίος και τον παρέλαβε από το αεροδρόμιο «έσπρωχνε με δύναμη για να μου ανοίξει διάδρομο να περάσω ανάμεσα στο πλήθος», ενώ στη συνέχεια του είπε: «Καλωσορίσατε και συγγνώμη για την αναστάτωση, αλλά βρισκόμαστε στο μουσουλμανικό τμήμα της Βηρυτού» (σ. 20-21).
Όπως θα περίμενε κανείς, ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες στο ιδιόμορφο πολιτικό σύστημα του θρησκευτικού κοινοτισμού του Λιβάνου, το οποίο, όπως έχει επισημανθεί, διαμοιράζει τα πολιτικά αξιώματα με βάση τη θρησκεία και είναι γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία ως «confessionalism» και «sectarianism». Στα ελληνικά, ο Κούρκουλας τον αποδίδει με τον όρο «ομολογητισμός» (σ. 45) και σημειώνει, με μια ισορροπημένη διατύπωση, ότι το σύστημα αυτό, «[θ]εωρήθηκε, δικαίως, εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία των θεσμών και μια από τις κύριες αιτίες της διαφθοράς που υπονομεύει τη χώρα Οι υπερασπιστές του ισχύοντος συστήματος εξακολουθούν να το βλέπουν ως τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή που επιτρέπει σε μια πολυθρησκευτική κοινωνία να βιώνει μια μορφή ενότητας και να αποτρέπει την κυριαρχία μιας θρησκευτικής κοινότητας έναντι των υπολοίπων» (σ. 47). Πράγματι, το σύστημα αυτό επικρίνεται συχνά ως «αρχαϊκό» και έχει όντως εμποδίσει τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρικού κράτους. Ωστόσο, όχι μόνο αποτρέπει την απόλυτη κυριαρχία μιας θρησκείας αλλά, καθώς συμπεριλαμβάνει όλες τις θρησκείες και τα δόγματα του Λιβάνου, δεν αφήνει καμία κοινότητα ανέστια και χωρίς θεσμοθετημένη θέση στο πολιτικό σύστημα. Είναι επίσης σημαντικό να προστεθεί και το ότι η αδυναμία του λιβανέζικου κεντρικού κράτους απέτρεψε την οικοδόμηση μιας πανίσχυρης αλλά και δικτατορικής κεντρικής εξουσίας, ανάλογης με αυτή της Συρίας ή του Ιράκ, με τα γνωστά σε όλους θλιβερά αποτελέσματα για τους λαούς των χωρών αυτών.
Η ύπαρξη του θρησκευτικού κοινοτισμού, ωστόσο, όπως σημειώνει ο Κούρκουλας, είχε και μια ακόμα διάσταση: την αδυναμία δημιουργίας ενός κοινού εθνικού αισθήματος «και την έλλειψη κοινού εθνικού αφηγήματος, μιας κοινής ερμηνείας ή ανάγνωσης της Ιστορίας» (σ. 48). Η εκτίμηση αυτή είναι απολύτως βάσιμη, καθώς πολλοί Λιβανέζοι (αν και λιγότεροι από ό,τι στο παρελθόν) εξακολουθούν να προσλαμβάνουν τον εαυτό τους κυρίως ως μέλος μιας θρησκευτικής και όχι μιας εθνικής ομάδας. Στο σημείο αυτό θα ήταν διαφωτιστική μια σύγκριση με μια άλλη εδαφικά μικρή, θρησκευτικά πλουραλιστική και μεταοθωμανική χώρα, η οποία, όμως, κατάφερε, σε πλήρη αντίθεση με τον Λίβανο, να δημιουργήσει μια ισχυρή εθνική ταυτότητα: την Αλβανία. Η σύγκριση με την Αλβανία ίσως ξενίζει αλλά δεν θα έπρεπε: όπως και ο Λίβανος έτσι και η Αλβανία ανήκε επί αιώνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και περιείχε διαφορετικές θρησκείες και δόγματα: ορθόδοξους και καθολικούς χριστιανούς, σουνίτες μουσουλμάνους και Μπεκτασήδες, μια μυστικιστική και συγκρητιστική θρησκευτική ομάδα, γέννημα της λαϊκής ισλαμικής θρησκευτικότητας. Ο αλβανικός εθνικισμός εκδήλωσε τα πρώτα του σκιρτήματα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα αλλά άργησε να κυριαρχήσει, παρότι υπήρχε αλβανικό κράτος από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο κύριος λόγος της καθυστέρησης αυτής ήταν ότι υπήρχαν πολλές διαιρετικές τομές ανάμεσα στους Αλβανούς: η χώρα ήταν χωρισμένη ανάμεσα στους (μουσουλμάνους και καθολικούς χριστιανούς) Γκέκηδες, που ζούσαν στον φυλετικά οργανωμένο βορρά, και στους (ορθόδοξους χριστιανούς και μουσουλμάνους) Τόσκηδες, που κατοικούσαν στον αγροτικό νότο, ο οποίος και βασιζόταν στη διευρυμένη οικογένεια.[11] Η αλβανική κοινωνία, με άλλα λόγια, ήταν και αυτή κατακερματισμένη θρησκευτικά όπως και ο Λίβανος.
Ο δρόμος που ακολούθησε η Αλβανία, ωστόσο, ήταν εντελώς διαφορετικός από αυτόν του Λιβάνου: στην Αλβανία, η άνοδος στην εξουσία του Ενβέρ Χότζα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έφερε στη χώρα ένα δικτατορικό κομμουνιστικό καθεστώς, το οποίο κυριολεκτικά ξεθεμέλιωσε βίαια όλα τα ερείσματα της θρησκείας από την Αλβανία, ενώ την ανακήρυξε και επισήμως ως την «πρώτη αθεϊστική χώρα» τη δεκαετία του 1960. Ο εξοστρακισμός της θρησκείας και η επίσης βίαιη διάλυση των φυλετικών δομών του βορρά δημιούργησαν ένα ταυτοτικό κενό, το οποίο και καλύφθηκε πλήρως από τον αλβανικό εθνικισμό, τον λεγόμενο «Αλβανισμό», που προωθούσε το κομμουνιστικό καθεστώς.[12] Η διαδικασία αυτή οδήγησε στην πλήρη εδραίωση του εθνικισμού στην Αλβανία και αποδεικνύει κάτι σημαντικό: η ανάπτυξη εθνικού αισθήματος σε πολυθρησκευτικές, μεταοθωμανικές κοινωνίες δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί χωρίς την ύπαρξη μιας αυταρχικής κεντρικής εξουσίας, η οποία και θα διαλύσει τις εστίες αφοσίωσης που είναι ανταγωνιστικές προς τον εθνικισμό, όπως η θρησκεία, οι φυλετικές δομές και ο τοπικισμός. Η Αλβανία του Χότζα το κατάφερε αυτό, οικοδομώντας στην πορεία μια εθνική ταυτότητα. Ο Λίβανος, αντιθέτως, δεν ακολούθησε το δρόμο αυτό: όχι μόνο δεν επιτέθηκε στις θρησκείες που κατακερματίζουν τη λιβανέζικη κοινωνία αλλά τις κατέστησε, όπως έχει ήδη επισημανθεί, κυρίαρχο πολιτικό μηχανισμό, υιοθετώντας τον θρησκευτικό κοινοτισμό. Έτσι, απέφυγε μεν τη δικτατορία του κομμουνιστικού καθεστώτος και τη βαρβαρότητα της ισχυρής κεντρικής εξουσίας αλλά δεν κατάφερε να οικοδομήσει ένα κοσμικό έθνος.
Η Χεζμπολάχ
Η παρουσία στον Λίβανο της Χεζμπολάχ απασχολεί διαρκώς την πολιτική επικαιρότητα και δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το βιβλίο αυτό. Ο Κούρκουλας κάνει αρκετές αναφορές στην οργάνωση αυτή (κυρίως στις σ. 99-112) και ανατέμνει με διεισδυτικότητα την ανάδυση και την εξέλιξή της, καθώς και τη διαδρομή του ηγέτη της Χασάν Νασράλα, ο οποίος σκοτώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024 από τους Ισραηλινούς. Η Χεζμπολάχ («Το κόμμα του Θεού») εγγράφεται στη σταδιακή πολιτική «αφύπνιση» των σιιτών του Λιβάνου, οι οποίοι αρχικά ήταν «πολιτικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένοι» (σ. 100). Η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από το σιιτικό Ιράν και παραμένει υπό τον στενό του έλεγχο μέχρι και σήμερα, αποτελώντας σημαντικό κρίκο της ιρανικής «Αντίστασης» μαζί με ιρακινές πολιτοφυλακές σιιτών, την παλαιστινιακή (αλλά σουνιτική) Χαμάς, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τους Χούθι της Υεμένης. Όπως σημειώνει ο Κούρκουλας, δεν πρόκειται για μια μονοδιάστατα τρομοκρατική οργάνωση, όπως εκτιμούν πολλοί, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Η Χεζμπολάχ είναι ένας σύνθετος φορέας που περιέχει έναν αξιόμαχο, άριστα εκπαιδευμένο και καλά εξοπλισμένο στρατιωτικό βραχίονα, ένα πολιτικό κόμμα που συμμετέχει πλήρως στην πολιτική και κοινοβουλευτική ζωή του Λιβάνου και μια οργάνωση που υποστηρίζει ποικίλες κοινωνικές δράσεις στις σιιτικές περιοχές, χτίζει νοσοκομεία και σχολεία, ενισχύει τις οικογένειες μαχητών που σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις με το Ισραήλ, ενώ ανοικοδομεί και τις περιοχές που κατά καιρούς πλήττονται από τις ισραηλινές επιθέσεις. Η Χεζμπολάχ έφτασε στο απόγειο της δύναμης και της δημοτικότητάς της το 2000, όταν οι επιθέσεις των μαχητών της ανάγκασαν το Ισραήλ να αποχωρήσει από τα εδάφη που κατείχε στον νότιο Λίβανο. Σήμερα, βέβαια, η οργάνωση αυτή έχει δεχτεί σφοδρά χτυπήματα από το Ισραήλ, ενώ έχει αλλάξει δραματικά και η συνολική στρατηγική εικόνα της Μέσης Ανατολής με την εκδίωξη του Άσαντ από τη Συρία, τα συντριπτικά ισραηλινά πλήγματα εναντίον της Χαμάς και τον πόλεμο στο Ιράν. Παραμένει εξαιρετικά δύσκολο, ωστόσο, το να προβλέψει κανείς πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση στον Λίβανο αλλά και το ποια θα είναι τα επόμενα βήματα της Χεζμπολάχ, καθώς και το αν θα καταφέρει το εξαιρετικά αδύναμο λιβανέζικο κράτος να την αφοπλίσει.
Στην αρχή του κειμένου αυτού επισημάνθηκε ότι ο χαρακτηρισμός «ξεχωριστή χώρα», που αποδίδει στον Λίβανο ο υπότιτλος του βιβλίου του Κούρκουλα είναι απολύτως εύστοχος. Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός, ωστόσο, έχει και άλλες αναγνώσεις. Πράγματι, ο Λίβανος δεν είναι «ξεχωριστός» μόνο επειδή έχει ιδιαιτερότητες που δεν απαντώνται στις άλλες μεσανατολικές χώρες αλλά και διότι μέχρι σήμερα κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσκολίες και τις προκλήσεις που συνάντησε με δημιουργικότητα, θυσίες και επιμονή· και αυτό τον κάνει δυο φορές ξεχωριστό. Όσοι ενδιαφέρονται να κατανοήσουν τις προκλήσεις αυτές και τους τρόπους αντιμετώπισής τους θα βρουν στο βιβλίο του Κούρκουλα έναν προσεκτικό, καλογραμμένο και αξιόπιστο οδηγό.

Μάιος 2023. Συστοιχίες πυραυλικών συστημάτων της Χεζμπολάχ και οι χειριστές τους, στην περιοχή του χωριού Ααράμτα, στον νότιο Λίβανο. Η Χεζμπολάχ ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 από το σιιτικό Ιράν και παραμένει υπό τον στενό του έλεγχο μέχρι και σήμερα, αποτελώντας σημαντικό κρίκο της ιρανικής «Αντίστασης» μαζί με ιρακινές πολιτοφυλακές σιιτών, την παλαιστινιακή (αλλά σουνιτική) Χαμάς, τη Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ και τους Χούθι της Υεμένης.
Tasnim News Agency
[1] Οι Μαρωνίτες ανήκουν στις «ανατολικές καθολικές εκκλησίες» και, παρότι έχουν διαφορετικό τυπικό από τους ρωμαιοκαθολικούς, βρίσκονται σε κοινωνία με τη Ρώμη και αποδέχονται την παπική ηγεσία. Το ίδιο κάνουν και οι Μελκίτες, οι ελληνόρυθμοι Ελληνοκαθολικοί, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ορθοδοξία στις αρχές του 18ου αιώνα και αναγνώρισαν τον Πάπα, διατηρώντας το τυπικό τους. Η χρήση του όρου «Ελληνορθόδοξοι», όπως επισημαίνει ο Κούρκουλας, δεν σημαίνει ότι έχουν ελληνική εθνοτική καταγωγή, καθώς ο όρος αυτός είναι μετάφραση του οθωμανικού «ρουμ ορτοντόκς» (σ. 123-124). Ομοίως και οι «Ελληνοκαθολικοί», είναι και αυτοί άραβες, ενώ και αυτός ο όρος είναι μετάφραση του αντίστοιχου οθωμανικού. Η θρησκεία των Δρούζων προέρχεται ιστορικά από τον ισμαηλιτικό κλάδο του σιιτικού Ισλάμ και έχει έντονα συγκρητιστικό χαρακτήρα, καθώς ενσωματώνει στοιχεία διαφόρων θρησκειών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Για περιεκτικές εισαγωγές στις θρησκευτικές αυτές κοινότητες βλ. τα οικεία λήμματα στο έργο των Gabor Agoston – Bruce Masters (eds), Encyclopedia of the Ottoman Empire (New York 2001). Για την πρώιμη ιστορία των ανατολικών καθολικών εκκλησιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βλ και Charles A. Frazee, Catholics and Sultans: The Church and the Ottoman Empire 1453-1923 (Cambridge 1983), 48-55 και για τον 19ο αιώνα 275-292.
[2] Μεταξύ του Εμιράτου και του Μουτεσαριφάτου μεσολάβησε και μία σύντομη περίοδος (1843-1861) όπου, κατόπιν πιέσεων από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η περιοχή του όρους του Λιβάνου χωρίστηκε σε δύο οντότητες, μια μαρωνιτική και μία υπό τον έλεγχο των Δρούζων. Κατά τις διαπραγματεύσεις αυτές με τους Οθωμανούς, η Βρετανία υποστήριζε τους Δρούζους και η Αυστρία τους Μαρωνίτες. Ο κυβερνήτης της κάθε περιοχής έφερε τον τίτλο του καϊμακάμη. Βλ. Bruce Masters, The Arabs of the Ottoman Empire, 1516-1918: A Social and Cultural History (Cambridge 2013), 166.
[3] Ο όρος ανήκει στο βιβλίο του Engin Akarli, The Long Peace: Ottoman Lebanon, 1861-1920. (Berkeley 1993), ενός από τα σημαντικότερα βιβλία για το Μουτεσαριφάτο. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του (σ. 1), η περίοδος αυτή ήταν «το μεγαλύτερο διάστημα εσωτερικής ειρήνης στη νεότερη ιστορία του Λιβάνου» («the longest span of internal peace in modern Lebanese history»).
[4] Ο αλβανός μουτεσαρίφης ήταν ο Πάσκο Βάσα (ή Βάσα πασά), ένας πολύγλωσσος οθωμανός αξιωματούχος, για τον οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Για την εσωτερική οργάνωση και εξέλιξη του μουτεσαριφάτου βλ.επίσης: Fawwaz Traboulsi, A History of Modern Lebanon (London 2012), 41-51. Για τη γαλλική πολιτική βλ. Frazee, Catholics, ό.π., passim.
[5] Κατά τη συμφωνία αυτή οι Γάλλοι θα έλεγχαν τη Συρία και τον Λίβανο και οι Βρετανοί το Ιράκ, την (υπερ)Ιορδανία και την Παλαιστίνη, βλ. James Barr, Μια γραμμή στην άμμο 1915-1949: Η Βρετανία, η Γαλλία και η διαμάχη που διαμόρφωσε τη Μέση Ανατολή (Αθήνα 2025).
[6] Για ένα ενδιαφέρον πορτρέτο της Βηρυτού ως μιας «λεβαντίνικης» πόλης βλ Φίλιπ Μάνσελ, Λεβάντε: Μεγαλείο και Καταστροφή στη Μεσόγειο (Αθήνα 2010), και ιδίως τα κεφ. Θ΄ και ΙΕ΄.
[7] Για τη μεσοπολεμική ιστορική εξέλιξη του Λιβάνου βλ. M. E. Yapp, The Near East Since the First World War (London - New York 1991), 104-115.
[8] Για το «Εθνικό Σύμφωνο» του 1943 βλ. Farid El-Khazen, The Communal Pact of National Identities: The Making and Politics of the 1943 National Pact (Papers on Lebanon 12, Oxford Centre for Lebanese Studies 1991).
[9] Εκτός από την κεντρική υπηρεσία της ευρωπαϊκής επιτροπής, ο Κούρκουλας υπηρέτησε και ως πρέσβης της ΕΕ στη Βουλγαρία την περίοδο 2001-2006 και στη Βοσνία (2006-2010). Έχει γράψει και άλλα δυο βιβλία, τα οποία σχετίζονται και αυτά με την επαγγελματική του διαδρομή: Μην πυροβολείτε την Ευρώπη. Γιατί είναι απαραίτητη η Ευρωπαϊκή Ένωση (Αθήνα 2021) και Βοσνιακά θραύσματα. Μια νάρκη στην καρδιά της Ευρώπης (Αθήνα 2024).
[10] Albert Hourani, Syria and Lebanon: A Political Essay (Oxford 1946), 130.
[11] Για την ιστορική εξέλιξη του αλβανικού εθνικισμού βλ. Stavro Skendi, The Albanian national awakening, 1878-1912 (Princeton 1967)· Nathalie Clayer, Οι απαρχές του αλβανικού εθνικισμού (Ιωάννινα 2009). Για τους Μπεκτασήδες βλ. Βασίλης Νιτσιάκος, «Θρησκεία και εθνική ταυτότητα στην Αλβανία. Η περίπτωση των Μπεκτασήδων», Εισήγηση στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών με θέμα: Διαστάσεις της μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα, 10-12/11/2006. Αναρτημένη στον ιστότοπο: https://argolikivivliothiki.gr/2012/01/23/religion/ Για τη φυλετική κοινωνία της βόρειας Αλβανίας, βλ. M. Edith Durham, Βόρεια Αλβανία. Φυλή, τιμή και βία σε μια προνεοτερική κοινωνία (Αθήνα 2026).
[12] Για τη θρησκευτική πολιτική του Χότζα βλ. Bernhard Tonnes, “Religious persecution in Albania,” στο περιοδικό: Religion in Communist Lands τ.10, νο. 3 (1982), 242-255. Η έννοια του «Αλβανισμού» είχε δημιουργηθεί ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Πάσκο Βάσα, ο οποίος έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω ως μουτεσαρίφης του Λιβάνου. Ο Βάσα ήταν από τις σημαντικότερες μορφές του αλβανικού εθνικισμού και στο ποίημά του «Ω φτωχή Αλβανία», κάλεσε τους συμπατριώτες του να μη σκέφτονται «την εκκλησία ή το τζαμί» και κατέληγε: «η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός.». Βλ. Βασίλης Νιτσιάκος, «Θρησκεία και εθνική ταυτότητα», όπ.π.
Το αίτημα της αυθεντικότητας
Ilarie Voronca, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, μετάφραση από τα γαλλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ποταμός, Αθήνα 2026, 80 σελ.
Ρουμάνος από τη Βραΐλα, ο συμβολιστής και αβανγκάρντ ποιητής θα φύγει το 1933 στο Παρίσι, όπου θα γράψει στα γαλλικά το έργο Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, ένα έργο που έγινε ενθουσιωδώς δεκτό σε μια κοινωνία η οποία διεκδικούσε την πρωτοπορία. Συγγραφέας με λυρικό βάθος, ψυχολογική αλήθεια και πρωτοποριακή γραφή, ο Ιλαρί Βορονκά γράφει επηρεασμένος από τους πολέμους που συντάραξαν την Ευρώπη, επινοώντας έναν ήρωα που αναζητεί μια τεχνητή ψυχή. Τι θα γίνει όταν τη βρει; [ΤΒJ]
Ο ελάχιστα αξιοσέβαστος και αξιομνημόνευτος στα καθ’ ημάς Τζον Λοκ νομίζω ότι θα χαιρόταν ιδιαιτέρως μαθαίνοντας για τη μετάφραση στην ημεδαπή του συγκεκριμένου κειμένου. Δεν επρόκειτο βέβαια για φιλοσοφικό κείμενο, εντούτοις η κεντρική του ιδέα διατηρεί εκλεκτικιστική συγγένεια με την ιδέα που διατύπωσε ο εμπειριστής φιλόσοφος στο εμβόλιμο κεφάλαιό του για την προσωπική ταυτότητα, στο μνημειώδες έργο του Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση.
Το πότε ακριβώς γράφτηκε η συγκεκριμένη νουβέλα συνιστά ένα μικρό μυστήριο. Δυστυχώς, η έκδοση δεν μας δίνει πληροφορίες, ενώ και το ΑΙ μάλλον σφάλλει τοποθετώντας τη μεταξύ του 1927 και του 1929. Με βάση το κείμενο θεωρώ πιο πειστική τη χρονολογία του 1942.
Ο συγγραφέας βίωσε ως παιδί τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που κλόνισε αμετάκλητα τις ζωτικές αυταπάτες της ευρωπαϊκής συνείδησης και στοίχειωσε τον ψυχισμό των υποκειμένων. Ο Β΄ Παγκόσμιος ήρθε να ολοκληρώσει ό,τι δεν πρόλαβε ο προηγούμενος. Όπως αναφέρει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στην προλογική παράγραφο του κειμένου, «ήμαστε εν καιρώ πολέμου, και στον αέρα πλανιόταν μια μόνιμη απειλή ειρήνης». Σε αυτόν ακριβώς τον πόλεμο οφείλει παραδόξως τη σωτηρία του. Ένας παράξενος χειρουργός με ξεχωριστές ικανότητες, αφαιρεί από τον πρωταγωνιστή την ψυχή του που «είχε βαρύνει από το πύον και θα σας παρέσερνε στα βάθη μιας αληθινής κόλασης». Δεν πεθαίνει μεν, ωστόσο λέει: «ένιωθα μέσα μου ένα μεγάλο κενό». Επιστρέφει στο χειρουργό και ζητάει να του βάλει μια τεχνητή ψυχή. Οι συνθήκες του πολέμου «προσφέρουν καθημερινά μια εξαιρετική συγκομιδή ψυχών», οι οποίες με την κατάλληλη επεξεργασία και το σωστό σετάρισμα τοποθετούνταν στον αιτούντα. Τα πενιχρά εισοδήματα του πρωταγωνιστή τον υποχρεώνουν σε σειρά εκπτώσεων. Αδυνατεί να τοποθετήσει ψυχή από χρυσάφι, καουτσούκ, ακόμα και ζώου, αφού ειδικά αυτές είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Ο γιατρός του γνωστοποιεί ότι έχει γι’ αυτόν ανταλλακτικό που προορίζεται για «σπουδαίους πνευματικούς ανθρώπους που επέλεξαν ψυχή γαϊδουριού». Η πρόοδος της επιστήμης γεννά επίσης την υποψία ότι ίσως στο μέλλον οι άνθρωποι να αντιληφθούν ότι και οι μηχανές έχουν ψυχή και μια ανάλογη μηχανική ψυχή, π.χ. ενός πλοίου, να τοποθετηθεί σε έναν ναυτικό. Εντέλει, καταλήγει να τοποθετήσει στον πρωταγωνιστή μας την ψυχή ενός στρατιώτη.
Το φανταστικό ως ψυχικό μονοπάτι
Από το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος ο συγγραφέας μάς εισάγει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας με ένα φουτουριστικό εύρημα, αυτό της αντικατάστασης της ψυχής. Η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, η συνεπόμενη ικανοποίηση και οίηση γεννά την πίστη στην έλευση μιας καινούργιας πραγματικότητας, η οποία θα υπερέβαινε τα μεταφυσικά αντερείσματα των ανθρώπων για τα οποία υπήρχαν βάσιμες υποψίες, αν όχι βεβαιότητες, ότι η σημασία και η αξία που τους αποδόθηκε ήταν μια φενάκη. Και η ψυχή ήταν ένα από αυτά.
Ωστόσο, ο αρχικός προϊδεασμός σταδιακά μετασχηματίζεται. Το κείμενο μετατοπίζεται προς το φανταστικό. Προς το λογοτεχνικό εκείνο είδος στο οποίο παραβιάζονται οι κανόνες της κοινής λογικής που συγκροτούν την ανθρώπινη εμπειρία, τη σχέση του οικείου με το ανοίκειο. Το θαυμαστό εισβάλλει στο καθημερινό σύμπαν, χωρίς ωστόσο να το αντικαθιστά. Γεγονότα που δεν μπορούν να ερμηνευθούν αν επρόκειτο για ψευδαίσθηση ή αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας, όπως για παράδειγμα το κεφάλαιο στο οποίο ο αφηγητής βλέπει μια γρια γυναίκα να εμφανίζει κάτω από τη βαριά της φούστα μια χοντρή, μαύρη κότα και να συνομιλούν κακαρίζοντας. Η αρχική αβεβαιότητα που γεννάται, ο δισταγμός για την ορθολογικότητα της εμπειρίας, καταλήγει στην αποδοχή μιας νέας ερμηνείας του κειμένου ως ποιητική επινόηση που αναιρεί τις προηγούμενες εμπειρίες.
Διαβάζοντας κανείς το βιογραφικό του συγγραφέα και τη σχέση του με τα πρωτοποριακά και ριζοσπαστικά ρεύματα της εποχής του αναγνωρίζει στο κείμενο έναν υβριδικό χαρακτήρα. Όχι μόνο στις επιμέρους θεματικές ενότητες με τη χαλαρή νοηματική σύνδεση, αλλά και στο ύφος της γλώσσας στο οποίο το ρεαλιστικό υπόβαθρο –τόσο γοητευτικό στον εγκιβωτισμό του παράδοξου και του ανοίκειου στην καθημερινότητα– εμβολίζεται από αστραπές ποιητικών εκφράσεων υπερρεαλιστικής καταγωγής. Επιπλέον, η αφετηρία της επιστημονικής φαντασίας προσδίδει στο κείμενο την ανησυχία για την έλευση μιας καινούργιας πραγματικότητας στην οποία ο άνθρωπος απειλείται από τα ίδια του τα τεχνολογικά έργα. Η μετατόπιση προς το φανταστικό με την ενσωμάτωση του παράδοξου στην καθημερινότητα γεννά την αγωνία για το μέλλον και τις συνέπειες της τεχνολογικής ύβρεως στην ανθρωπότητα, στο σύνολό της.
Η ένθεση της ψυχής στην υπόστασή του υποχρεώνει τον πρωταγωνιστή μας να υιοθετήσει μια πιο προσεκτική στάση στον βίο του ώστε να αποφευχθεί η αποκάλυψη της πλαστότητάς της, ο πιθανός κίνδυνος της απαξίωσής του σε μία εποχή που ο υπαρξισμός διακηρύσσει στεντορείως το καθήκον της αυθεντικότητας της ύπαρξης. Διαπιστώνει ταυτόχρονα «ότι ένα σωρό προβλήματα που ήταν αλληλένδετα με την προηγούμενη ψυχή [τ]ου, τώρα είχαν εξαφανιστεί: οι μεταμέλειες, οι ανησυχίες, τα άγχη... Τα πάντα είχαν γίνει πηγή ευφροσύνης... Σιγά σιγά βέβαια, άρχισε να [τ]ου τραγανίζει λίγο το σώμα».
Συναντάμε λοιπόν εδώ μια συγγένεια με τη θέση του Τζον Λοκ περί προσωπικής ταυτότητας. Η ταυτότητα ενός προσώπου δεν καθορίζεται από τη συνοχή του πνεύματος (ψυχής), αλλά από τη συνείδηση που υφίσταται σε μια υπόσταση, ή και σε διαφορετικές υποστάσεις, με τη διατήρηση της ψυχολογικής συνέχειας μέσω της μνήμης. Η συνείδηση είναι αυτή που συνδέει τις σκέψεις και τις πράξεις ενός ατόμου συγκροτώντας την ιδιαίτερη προσωπική του ταυτότητα. Προσωπική ταυτότητα διαθέτει ένα σκεπτόμενο ον όταν δύναται να ανακαλέσει με τη μνήμη του μια παρελθούσα ενέργεια, όταν τη συνδέει με τις ενέργειες του παρόντος και συνειδητοποιεί ταυτόχρονα τη συνοχή τους. Η συναίσθηση της συνειδητοποίησης συνιστά τον αναστοχασμό με τον οποίο ο νους είναι παρών στον εαυτό του, συγκροτώντας την αυτοσυνειδησία. Ο Λοκ, ως προέκταση του συνειρμού του, καταλήγει στη θέση ότι η προσωπική ταυτότητα του κάθε ατόμου εξαρτάται αποκλειστικά από την ψυχολογική συνέχεια μέσω της μνήμης· και έτσι, αν ήταν εφικτό τη λειτουργία αυτή να την αφαιρέσει κάποιος από τον Σωκράτη και να την τοποθετήσει στο σώμα ενός δούλου, τότε ο δούλος θα ήταν ο Σωκράτης.
Κατανοούμε, νομίζω, δύο χαρακτηριστικά της παραπάνω θεωρίας του Λοκ, που συσχετίζονται με το κείμενό μας. Αφενός, ο ανώνυμος πρωταγωνιστής αποκτά την ταυτότητα μιας αλλότριας ψυχής με ένθεση στο σώμα του της ψυχής του στρατιώτη. Αφετέρου, επιβεβαιώνεται η συγγένεια της θεωρίας του Λοκ με το φανταστικό που αφηγηματοποιεί η νουβέλα, από τη στιγμή που η μεταφορά μιας ψυχής σε άλλο σώμα μεταμορφώνει την υπόσταση του ατόμου.
Βέβαια, εδώ δεν έχουμε ριζική μεταμόρφωση. Ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί την πλαστή ψυχή του στρατιώτη ως μια άλλη συνείδηση. Στην ίδια υπόσταση υφίστανται δύο διαφορετικές προσωπικές ταυτότητες. Και αυτό δραματοποιείται παραστατικότερα στο κεφάλαιο με την πνευματιστική συνεδρία στην οποία παρευρίσκεται ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Η πλαστή ψυχή αυτοπαρουσιάζεται στο κάλεσμα που της γίνεται από την πνευματιστική ομήγυρη παραβλέποντας τη θέληση του πρωταγωνιστή να την αποκρύψει. Η έκτυπη απόδειξη της απώλειας του αυτοελέγχου του τον εξαναγκάζει να φύγει από εκεί άμεσα, ορκιζόμενος ότι δεν θα ξανασυμμετείχε σε ανάλογες εκδηλώσεις. Εωσότου, ένα βράδυ, διαλεγόμενος με την ψυχή του στρατιώτη, εκείνη του αποκαλύπτει τη θλίψη της που από στρατιώτης κατέληξε «θλιβερό εξάρτημα στο στήθος ενός υπαλληλάκου χρηματοπιστωτικής εταιρείας». Και του λέει τον πόνο της, τον πόνο του στρατιώτη δηλαδή, για την απώλεια της αγαπημένης του, η οποία ήταν η νοερή συντροφιά του στο πεδίο του πολέμου. Ερεθίζοντας τον αφηγητή, σαν να είναι υποχείριο της πλαστής ψυχής, να αναζητήσει την αγαπημένη του πολεμιστή. Στην αναζήτηση αυτή, εντούτοις, ο πρωταγωνιστής δεν καθίσταται σοφότερος, παρά αποδέχεται παθητικά την εξέλιξη των γεγονότων σαν φυσικό πεπρωμένο, βουλιάζοντας σε μία ηττοπαθή μελαγχολία. Ειρωνικό τω τρόπω, αυθεντική ψυχή είναι η ψυχή του πολεμιστή και μη αυθεντική, πλαστή, η ψυχή του πρωταγωνιστή. Ενός χαρακτήρα στατικού ο οποίος παραμένει αμετάβλητος στην υποτυπώδη δράση του κειμένου. Αδύναμος να πάρει πρωτοβουλίες, να διεκδικήσει τις επιθυμίες του, εναποθέτει τις ύστατες ελπίδες του για να αλλάξει η ζωή του στην ένθετη ψυχή.
Αφηγηματικός αποπροσανατολισμός
Ουσιαστικά η νουβέλα –και χρησιμοποιούμε τον όρο μάλλον καταχρηστικά– έχει δύο γραμμές δράσεις.
Στην πρώτη, ο πρωταγωνιστής αναζητά την αγαπημένη της ένθετης ψυχής. Μια αναζήτηση ενός ρομαντικού πάθους από την αρχή ώς το τέλος. Αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του ότι η πλαστή, ερωτευμένη ψυχή ανήκει σε ένα πολεμιστή –και ήταν το κίνημα του ρομαντισμού εκείνου που γέννησε μέσα από συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις τα νέα εθνικά κράτη διαλύοντας τις προϋπάρχουσες αυτοκρατορίες– ενώ η γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος ο πολεμιστής έχει πάθος με τη μουσική και ιδιαίτερα με το πιάνο.
Η δεύτερη γραμμή δράσης έχει ακόμα πιο φανταστική ταυτότητα. Αναφέρεται στην επιθυμία του πρωταγωνιστή να απελευθερώσει τα ανθρώπινα όντα που έχουν μεταμορφωθεί σε ζώα από κακούς μάγους. Η δεύτερη γραμμή δράσης είναι πιο αναιμική από την πρώτη, και η συμπλοκή των αφηγηματικών επιπέδων είναι, νομίζω, ατροφική. Ανάμεσα στις δύο γραμμές δράσης δεν υφίσταται άμεση αλληλεπενέργεια, η διαλεκτική τους σχέση δεν επιχρωματίζεται αντιθετικά ή συμπληρωματικά ώστε το κείμενο να καταστεί πεδίο αναμέτρησης δύο δυνάμεων και συγκρότησης ενός αφηγηματικού κοσμοειδώλου στο εσωτερικό του οποίου να εκπτυχθούν καλειδοσκοπικά οι χαρακτήρες ή να αποτυπωθεί η συνύπαρξη ετερόκλητων αξιών. Η πιο άμεση σύνδεσή τους δημιουργείται από την παρουσία ενός φίλου του πρωταγωνιστή, ο οποίος, ενώ έχει σπουδάσει μηχανικός στο πανεπιστήμιο, εντούτοις «έχοντας διαμείνει χρόνια στην Ανατολή είχε εξελιχθεί σε βαθύ γνώστη της ανθρώπινης ψυχής». Η παρουσία του όμως έχει διαπιστωτική λειτουργία, σαν να επικυρώνει μια σειρά γεγονότων τα οποία φέρουν την αύρα του τετελεσμένου πριν ακόμη τελεστούν.
Ίσως κάπου εκεί βρίσκεται η ιδιαίτερη αμφιθυμία που προκαλεί το κείμενο. Οι σκηνές που αντιστοιχούν στα ευάριθμα κεφάλαια έχουν ως επί το πλείστον αυτοτέλεια και αυτονομία. Φορτίζονται από την υποβλητικότητα της εντύπωσης επαναφέροντας σταθερά την ψυχολογική αύρα του πρωταγωνιστή. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη μεν μορφή, διατηρούν όμως τη διακριτή μορφή τους παραμένοντας αναφομοίωτες από την αφήγηση – μια ευδιάκριτη παρατακτική σύνδεση που δημιουργεί την αίσθηση του ανολοκλήρωτου, μια εγκοπή που ανακόπτει τη συναισθηματική κλιμάκωση.
Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το ουσιαστικό στοιχείο αναδεικνύεται μέσω της απουσίας των στοιχείων που εκλείπουν. Είναι ο μοντερνιστικός τρόπος να συγκλίνουν ο αφηγητής με τον αναγνώστη, με τον πρώτο να παραχωρεί χώρο στον δεύτερο να ενεργοποιηθεί και να ερμηνεύσει τα κενά. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει η αφήγηση να δημιουργήσει μια σειρά από ίχνη που να προσανατολίσουν τον αναγνώστη. Η εκτεταμένη αφηγηματική έλλειψη πολλές φορές καταλήγει σε απροσδιοριστία, σε ένα είδος πολυσημίας που επιτρέπει σε κάθε εκδοχή να διεκδικεί ισότιμα δικαιώματα. Μια διάχυση που, όπως κάθε διάχυση, αφυδατώνει τη συγκινησιακή και αισθητική απόλαυση. Η χαλαρότητα της σύνθεσης και ο ισχνός αφηγηματικός προσανατολισμός δυσχεραίνουν στη στοχαστική επεξεργασία του κειμένου. Από την άλλη, η επιλογή του συγγραφέα να εστιάσει στο φανταστικό της ιστορίας του και να επιμείνει στην αφαιρετικότητα της αφήγησής της ενισχύει την οπτική μιας πρόσβασης στην ψυχή που υπερβαίνει θεωρίες και επιστήμες, αναδεικνύοντας τη λογοτεχνική αφήγηση καθεαυτή ως τον αυθεντικότερο τρόπο να προσεγγίσει κανείς ένα χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης που συνιστά αίνιγμα και μυστήριο, ταυτόχρονα. Το τι μπορεί να ειπωθεί για την ψυχή παραμένει διαφεύγον, και ακριβώς το χαρακτηριστικό αυτό νομιμοποιεί και δικαιώνει την αφαιρετικότητα και το φανταστικό να επιλέγονται ως λογοτεχνικοί τρόποι που ικανοποιούν περισσότερο την αναζήτησή μας.
Σαν ο συγγραφέας να προσανατολίστηκε στην αφετηρία σωστά, αλλά η αβεβαιότητά του για την κατεύθυνσή του να τον υποχρέωσε να προβεί σε άλματα που αδίκησαν τη διαίσθησή του.
Η αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος
Omer Bartov, Ισραήλ. Τι πήγε λάθος;, μετάφραση από τα αγγλικά: Στέφανος Καβαλλιεράκης, πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 346 σελ.
Ένας ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, ο Ομέρ Μπάρτοβ, με αφορμή τα γεγονότα που ακολούθησαν τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, ασκεί καταλυτική κριτική στο Ισραήλ. Η δημιουργία του ισραηλινού κράτους, λέει, έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Οπότε, κατ’ αυτόν, η 7/10 είναι μια πολιτική απάντηση στην καταπίεση, η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού είναι θεμιτή και, στο κάτω κάτω, το Ισραήλ έχει εργαλειοποιήσει σιωνιστικά το Ολοκαύτωμα. Πρόκειται για μια πολιτική παρέμβαση που προωθεί την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος, η οποία λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.
Το βιβλίο του Ομέρ Μπάρτοβ είναι το πρώτο που εκδίδεται στα ελληνικά. Γνωστός μελετητής του Ολοκαυτώματος, ο ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brown το 2000 και με συνεχή σχεδόν παρουσία σε άλλα αμερικανικά πανεπιστήμια από το 1987, έχει στο ενεργητικό του σειρά βιβλίων και δεκάδων άρθρων σχετικών με την εξόντωση του εβραϊσμού στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διερευνούν τη σχέση της Βέρμαχτ και των στρατιωτών της με τον ναζιστικό μηχανισμό, καθώς και τη δράση της εναντίον των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία είχε συστηματικά αποσιωπηθεί μετά τον πόλεμο. Προφανώς, στο πλαίσιο της ειδίκευσής του, τον Μπάρτοβ απασχόλησαν ζητήματα που αφορούν την ιστορία του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ, ζητήματα σύνθετα, πολυσυζητημένα πάντα με ιδιαίτερα φορτισμένο τρόπο.
Η διανοητική πορεία του Μπάρτοβ δεν διαχωρίζεται βέβαια από τις οικογενειακές και εθνικές καταβολές του. Γεννημένος σε κιμπούτς στο Ισραήλ, από γονείς με καταγωγή από την Πολωνία που πήγαν στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη, έζησε στο Τελ Αβίβ μέχρι 25 χρόνων, πολέμησε στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, τραυματίστηκε σε ατύχημα κατά τη θητεία του και, στη συνέχεια, σπούδασε στην Οξφόρδη και στο Πρίνστον, από όπου ξεκίνησε τη μακρά ακαδημαϊκή διαδρομή του. Από πολλές απόψεις αντιμετωπίζουμε την περίπτωση ενός ακαδημαϊκού ιστορικού που εργάζεται στις ΗΠΑ, ο οποίος, όπως οι περισσότεροι Εβραίοι, φέρει το βάρος της συλλογικής μνήμης του Ολοκαυτώματος. Ταυτόχρονα, η ενηλικίωσή του στο Ισραήλ, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και η εκεί παρουσία του για μεγάλα διαστήματα υπήρξαν παράγοντες που συντήρησαν τη σχέση του με τη ζωή στο Ισραήλ και τα εκεί πολιτικά πράγματα. Αυτή η τριπλή διάσταση, το βάρος του Ολοκαυτώματος που μοιάζει να φέρει στις πλάτες του, η σχέση του με το Ισραήλ και το ενδιαφέρον του για το μέλλον του, και η ακαδημαϊκή του παρουσία στις ΗΠΑ, όπου η κριτική στο Ισραήλ έχει ενισχυθεί υπερβολικά, συνιστούν πτυχές που έχουν επηρεάσει συνολικά τη δουλειά του και τον δημόσιο λόγο του.
Ισραήλ και Παλαιστίνιοι
To Ισραήλ. Τι πήγε λάθος; δεν είναι ακαδημαϊκή πραγματεία. Δεν έχει υποσημειώσεις ούτε εξαντλητικές συζητήσεις ιστοριογραφικού τύπου, και η βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος είναι εντελώς επιλεκτική. Χωρίζεται σε εισαγωγή, πέντε κεφάλαια και επίμετρο, ενώ προηγείται πρόλογος του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Τα πέντε κεφάλαια έχουν τίτλο, « Ο αιώνιος πόλεμος του Ισραήλ», «Αντισημιτισμός και σιωνισμός», «Το σύνδρομο του ποτέ ξανά», «Για τη σφαγή των παιδιών» και «Το χαμένο Σύνταγμα». Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει τον αναγνώστη ότι θα διαβάσει κάτι επικριτικό για το Ισραήλ, και πράγματι έτσι είναι. Ο Μπάρτοβ δεν μας προσφέρει μια ακαδημαϊκή πραγματεία, αλλά μια πολιτική ανάλυση με ισχυρή πολεμική διάσταση, η οποία αναφέρεται κατά βάση στο παρόν, αλλά και στο παρελθόν.
Το βιβλίο απευθύνεται σε διαφορετικά ακροατήρια. Σε ένα αμερικανικό και διεθνές ακροατήριο που ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στο Ισραήλ και την Γάζα, σε ένα ισραηλινό ακροατήριο άμεσα επηρεασμένο από τον πόλεμο που ξεκίνησε η Χαμάς, και σε ένα στενότερο, ακαδημαϊκό ακροατήριο που γνωρίζει καλύτερα τις συζητήσεις σχετικά με το Ολοκαύτωμα, τις πολιτικές της μνήμης, το τραύμα και τη σχέση αντισημιτισμού και αντισιωνισμού. Ίσως αυτή η τριπλή στόχευση να είναι υπεύθυνη για τον λίγο χαοτικό τρόπο με τον οποίο ο Μπάρτοβ παραθέτει τα επιχειρήματά του, επιστρέφοντας σε σημεία στα οποία είχε αναφερθεί πριν, για να τα αναδιατάξει ή να τα ενισχύσει, παραγνωρίζοντας ταυτόχρονα σημαντικά και γνωστά πράγματα και χρησιμοποιώντας διπλά κριτήρια ανάλογα με το αν αναφέρεται στο Ισραήλ ή στους Παλαιστίνιους κ.λπ. Παρά ταύτα, το ανάγνωσμα διαβάζεται εύκολα και διακρίνεται από μια κάποια συνοχή.
Υπάρχουν κάποιες κεντρικές ιδέες με τις οποίες διαλέγεται ο συγγραφέας, η σημαντικότερη από τις οποίες δεν αφορά το ερώτημα τι πήγε λάθος στο Ισραήλ –όπως διαβάζουμε στον τίτλο του βιβλίου– αλλά αν τελικά το λάθος είναι το ίδιο το Ισραήλ, η ύπαρξή του. Το ότι δηλαδή ο σιωνισμός από κίνημα εβραϊκής χειραφέτησης μετατράπηκε σε κρατική ιδεολογία που ενίσχυσε «τα χειρότερα ένστικτα του σιωνισμού» (σ. 44-45) και οδήγησε στην καταπίεση των Παλαιστινίων μέσω της κατοχής των εδαφών τους. Η δημιουργία του Ισραήλ έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Έτσι, φθάνουμε σε μια κατάσταση κατοχής η οποία υπήρξε η αιτία κάθε παλαιστινιακής αντίδρασης, αλλά της εσωτερίκευσης μιας ιδεολογίας κατοχής από τους ίδιους τους Εβραίους που αντιμετωπίζουν τους Άραβες ως μη ανθρώπινα όντα. Τοποθετεί δε την επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου μέσα σε μια γραμμική λογική, όπου η κατοχή οδηγεί σε απόγνωση και αντίσταση, θεωρώντας ότι αυτό είναι το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που την ερμηνεύει (σ. 50). Στην ίδια γραμμή, ο Μπάρτοβ υποστηρίζει ότι η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα είναι γενοκτονική, άποψη που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2023. Λεκτικές υπερβολές του τύπου οι Παλαιστίνιοι είναι «υπάνθρωποι» και «ανθρώπινα ζώα», από αξιωματούχους του Ισραήλ, αποδεικνύουν την κατά τον Μπάρτοβ αδιαμφισβήτητή γενοκτονική πρόθεση. Συγχέοντας τον πόλεμο με τη γενοκτονία, στέκεται αποκλειστικά στη δυσανάλογη ανταπόδοση των Ισραηλινών στην επίθεση της Χαμάς, με τις δεκάδες χιλιάδες θανάτους αμάχων.
Γενοκτονία λοιπόν. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να έχει αποτραπεί, υποστηρίζει ο Μπάρτοβ, αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα από την ίδρυσή του, που ήταν εξάλλου και υποχρέωσή του με βάση τις κατευθύνσεις της απόφασης 181/47 του ΟΗΕ. Η προοπτική αυτή ακυρώθηκε στην πράξη και αυτό δεν αντισταθμίστηκε ούτε από τους θεμελιώδεις νόμους, που ψηφίστηκαν από την Κνεσέτ με πολύ αυξημένη πλειοψηφία και αποτέλεσαν τη βάση της κρατικής υπόστασης του Ισραήλ, ούτε από την ίδρυση Ανώτατου Δικαστηρίου που επέβλεπε την τήρησή τους. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη σημασία του Ανώτατου Δικαστηρίου στη διασφάλιση των θεμελιωδών νόμων και στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών της χώρας, όμως του καταλογίζει ότι δεν επέλυσε την ένταση στη σχέση εβραϊκότητας και κράτους δικαίου στο Ισραήλ, δεν καταδίκασε την κατοχή στη Δυτική όχθη, όπου «υπάρχει καθεστώς απαρτχάιντ», και δεν διασφάλισε τα εκεί δικαιώματα των Αράβων. Αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα, τότε όσα συνέβησαν στη συνέχεια σε βάρος των Αράβων μπορεί να είχαν αποφευχθεί και ο σιωνισμός θα είχε διασώσει την ψυχή του, αντί να βαδίζει προς την άβυσσο.
Αντισιωνισμός και αντισημιτισμός
Μια δεύτερη κεντρική ιδέα του βιβλίου αφορά τις ισραηλινές αντιδράσεις στην «αντίσταση» των Παλαιστινίων, που είναι προϊόν, λέει ο Μπάρτοβ, ενός εδραιωμένου αλλά προφανώς ανεδαφικού φόβου, καλλιεργούμενου από το σιωνιστικό καθεστώς για να κρατά σε συνεχή κινητοποίηση τους Εβραίους του Ισραήλ. Κεντρική θέση στο φόβο αυτό έχει το Ολοκαύτωμα, η συνεχής επίκλησή του οποίου εδραιώνει μια υπαρξιακή αγωνία και προκαλεί φοβικές αντιδράσεις. Παρότι το Ολοκαύτωμα είναι ένα τραυματικό γεγονός, γράφει ο Μπάρτοβ, η συντήρηση της μνήμης του ως καταστατικής συνθήκης του κράτους του Ισραήλ λειτουργεί αρνητικά, καθώς στα μάτια των εβραίων πολιτών του καθιστά το Ισραήλ μια μοναδική περίπτωση και του επιτρέπει να θεωρεί ότι το «απελευθερώνει» από τους περιορισμούς που ισχύουν για άλλα κράτη» (σ. 161). Πρακτικά, το Ισραήλ μπορεί να καταλύει το διεθνές δίκαιο κατά βούληση και χωρίς συνέπειες, λόγω της πεποίθησής του ότι το Ολοκαύτωμα, ως κάτι μοναδικό, του δίνει κάποια παραπάνω δικαιώματα. Η προτροπή του Μπάρτοβ δεν είναι απλώς να περιοριστεί η βαρύτητα της μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ και διεθνώς, αλλά και να σχετικοποιηθεί η μοναδικότητά του, διότι συνιστά βασικό εμπόδιο στην αναγνώριση της σημασίας άλλων μαζικών εγκλημάτων. Το πρόβλημα έγκειται, σε βαθμό που δεν προσδιορίζεται, στη σύμβαση του ΟΗΕ για την αποτροπή της γενοκτονίας του 1948, που στηρίχθηκε στο Ολοκαύτωμα και έβαλε τον πήχη τόσο ψηλά ώστε κάθε άλλη μαζική σφαγή θα αδυνατούσε να τον περάσει. Έτσι, το Ισραήλ μπορεί να διεκδικεί τη διεθνή συμπάθεια και να ακυρώνει κάθε κριτική εναντίον του ως αντισημιτισμό. Για τον Μπάρτοβ, η αποδοχή της μοναδικότητας του Ολοκαυτώματος οδηγεί σε ένα παράδοξο. Όχι μόνο είναι ιστορικά ανακριβής, αλλά έχει και αρνητικές πολιτικές συνέπειες, διότι η επίκλησή της ως επιχείρημα υπέρ της δημιουργίας ασφαλούς εβραϊκού κράτους την αντιστρατεύεται η ίδια η πραγματικότητα που απέδειξε ότι το Ισραήλ αποτελεί το λιγότερο ασφαλές κράτος για τους Εβραίους (σ. 162-163).

1 Φεβρουαρίου 2025. Ο Γιάρντεν Μπίμπας, η σύζυγος και τα παιδιά του οποίου σκοτώθηκαν, συναντά τον πατέρα και την αδελφή του έπειτα από την πολύμηνη ομηρία του στη Γάζα, από τη Χαμάς.
IDF Spokesperson's Unit
Μια τρίτη ιδέα, την οποία συμμερίζεται απόλυτα ο συγγραφέας, είναι η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού. Η πεποίθηση, δηλαδή, ότι κάποιος μπορεί να είναι υπέρ της καταστροφής του Ισραήλ χωρίς να είναι αντισημίτης. Ας προσέξουμε εδώ μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Η επιδοκιμασία του αντισιωνισμού δεν περιορίζεται στην αντίδραση ή στην κριτική σε πρακτικές συγκεκριμένων κυβερνήσεων, της κυβέρνησης Νετανιάχου σήμερα ή όποιας άλλης κυβέρνησης στο παρελθόν, που είναι απολύτως νόμιμη, αλλά αρνείται το δικαίωμα στην ύπαρξη του Ισραήλ. Σήμερα υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση μέσα στην οποία ο ορισμός του αντισημιτισμού και η σχέση του με το Ισραήλ έχει πολιτικοποιηθεί υπέρμετρα. Ο Μπάρτοβ ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένοι ορισμοί του αντισημιτισμού που τον εξισώνουν με τον αντισιωνισμό καταργούν την κριτική προς το Ισραήλ για τις πράξεις του και υπονομεύουν την ελευθερία του λόγου. Είναι ιδιαίτερα επικριτικός στον ορισμό του αντισημιτισμού της ΙHRA (International Holocaust Remembrance Association), ενός συνασπισμού 35 κρατών και φορέων κατά βάση ευρωπαϊκών, που ιδρύθηκε το 1998 με σκοπό την προώθηση της μνήμης και της έρευνας για το Ολοκαύτωμα και τη διαμόρφωση ειδικών εκπαιδευτικών πολιτικών γι’ αυτό. Ο Μπάρτοβ επισημαίνει ότι υπάρχουν εναλλακτικοί ορισμοί του αντισημιτισμού όπως αυτός του JDA (Jerusalem Declaration on Antisemitism), τον οποίο συνυπέγραψε ένας αριθμός γνωστών ακαδημαϊκών, μεταξύ τους πολλοί Εβραίοι, που ρητά δεν θεωρούν την κριτική προς το Ισραήλ αντισημιτισμό – ούτε καν τις πράξεις της BDS, του διεθνούς δικτύου που στηρίζει κάθε είδους μποϊκοτάζ, κυρώσεις και αποτροπή επενδύσεων στο Ισραήλ. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο αντισιωνισμός δεν αποτελεί αναγκαστικά αντισημιτισμό, αν δεν μας λέει πότε το ένα απορρέει από το άλλο. Κάνει, μάλιστα, και μια μικρή ιστορική αναδρομή για να υποστηρίξει ότι δεν ήταν δα όλοι οι Εβραίοι, κοσμικοί και θρησκευόμενοι, σιωνιστές και διερωτάται γιατί θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλημα με τον αντισιωνισμό, αφού τον στήριξαν και πολλοί Εβραίοι; Θεωρεί δηλαδή, ότι ο αντισημιτισμός είναι το προνομιακό πεδίο δράσης γενικώς της Ακροδεξιάς και ελάχιστα έως καθόλου αφορά τις διαδηλώσεις που οργανώθηκαν μαζικά μετά την 7η Οκτωβρίου από την Αριστερά οι οποίες, λέει, κακώς χαρακτηρίζονται αντισημιτικές (σ. 171-173). Ο Μπάρτοβ διαβεβαιώνει ότι, στις διαδηλώσεις φοιτητών και άλλων εναντίον του Ισραήλ για τη Γάζα, «σπανίως» εμφανίστηκε το «απεχθές συναίσθημα» του αντισημιτισμού (σ. 107). Υποστηρίζει μάλιστα ότι η αύξηση των αντισημιτικών δράσεων στις ΗΠΑ –δράσεις τις οποίες υποτιμά καθώς, όπως γράφει, «τα 4/5 αφορούσαν γραπτή ή λεκτική παρενόχληση»– εγγράφεται στις επιθέσεις ακροδεξιών εναντίον Εβραίων, Ρομά, Μουσουλμάνων και ατόμων της LGBT κοινότητας. Έτσι αντισημιτισμός, ισλαμοφοβία και ομοφοβία αποτελούν ισοδύναμα εγκλήματα μίσους, χωρίς ειδοποιό διαφορά.
Αποσιωπήσεις και σχήματα
Υπάρχει σοβαρό θέμα στην προβληματική του Μπάρτοβ, το οποίο αφορά τις απουσίες και τις αποσιωπήσεις που διατρέχουν όλο το κείμενο. Αρχικά σε όλο το ανάγνωσμα απουσιάζει εντελώς η άλλη πλευρά. Το Ισραήλ είναι σαν να δρα μόνο του και απρόκλητα, σε όλο το διάστημα της ύπαρξής του. Δεν υπάρχουν απειλές, δεν υπάρχουν πόλεμοι, δεν υπάρχουν εχθρικές δυνάμεις και, όταν εμφανίζονται σε κάποια σημεία του βιβλίου –αναγκαστικά, λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης της Χαμάς–, τότε προτάσσεται αμέσως η απολογία ότι, ναι, η Χαμάς διέπραξε κάποια εγκλήματα, που οφείλονται όμως στην κατοχή, δηλαδή στο Ισραήλ.
Και ενώ ο Μπάρτοβ καλεί τους αναγνώστες του να σκεφτούν το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στην επίθεση της Χαμάς, ο ίδιος αποσιωπά τη σύνθετη, πολύχρονη και γεμάτη εντάσεις σχέσεις του Ισραήλ με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, περιορίζοντάς την στους Άραβες της Παλαιστίνης. Το ιστορικό πλαίσιο σμικρύνεται μέχρι του σημείου εξαφανίσεως για να υπηρετήσει τη ρητορική του συγγραφέα. Οι ευθύνες της αραβικής πλευράς για την πορεία της σύγκρουσης απουσιάζουν. Τα αραβικά κράτη, που για δεκαετίες πίστευαν ότι καμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει πλην της καταστροφής του Ισραήλ, δεν αναφέρονται. Ο πόλεμος του 1948 και οι ευθύνες των Αράβων για την έναρξή του απαλείφονται. Οι αντίστοιχες ευθύνες των παλαιστινιακών οργανώσεων που δραστηριοποιήθηκαν μετά τον πόλεμο του 1967, ασκώντας ανοικτά τρομοκρατία, αρνούμενες το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και υπονομεύοντας ειρηνευτικές προσπάθειες επίσης απουσιάζουν. Υπάρχουν απλώς οι δύσμοιροι άμαχοι Παλαιστίνιοι (η σχέση τους με τη Χαμάς παραμένει αδιευκρίνιστη) και ένα δαιμονοποιημένο Ισραήλ το οποίο φέρει ολόκληρο το βάρος της ευθύνης για μια κατάσταση κατοχής, που είναι σαν να έπεσε από τον ουρανό. Στις πολλές σελίδες τις αφιερωμένες στον πόλεμο στη Γάζα, απουσιάζει κάθε αναφορά στις άλλες δυνάμεις που επιτέθηκαν στο Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου. Λέξη για τη Χεζμπολάχ, τους Χούτι, το Ιράν, ούτε για τις σιιτικές πολιτοφυλακές στη Συρία και το Ιράκ.
Η συγκάλυψη αυτή δεν είναι τυχαία. Επειδή ο Μπάρτοβ επιδιώκει να εκθέσει το Ισραήλ στα μάτια ενός ευρύτερου, αν και πολύμορφου, κοινού για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα, κάτι για το οποίο είχαν ήδη φροντίσει άλλοι, η διεύρυνση του πλαισίου, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, αναιρείται. Με τον τρόπο αυτό, κάθε αίσθηση ανασφάλειας και απειλής που μπορεί να ένιωθαν οι πολίτες στο Ισραήλ, στο ευρύτερο πλαίσιο της σύγκρουσης με τμήματα του αραβικού και του μουσουλμανικού κόσμου, ακυρώνεται στο μέτρο που συγκρίνεται με τις δυσανάλογες συνέπειες της ισραηλινής επέμβασης στη Γάζα ενώ και ο πόλεμος συγχέεται με τη γενοκτονία. Και οι ευθύνες και τα εγκλήματα της Χαμάς, οι βιασμοί οι δολοφονίες, οι απαγωγές, απλά ελαχιστοποιούνται, διότι τελικά ανάγονται σε ένα ηθικό κίνητρο, την αντίσταση στην κατοχή παλαιστινιακών εδαφών. Αποσιωπάται επίσης η άρνηση της Χαμάς να επιστρέψει τους ομήρους, που όχι μόνο οδήγησε στην όξυνση του πολέμου και στο θάνατο περισσότερων ατόμων, αλλά ανέστησε πολιτικά μια ετοιμόρροπη κυβέρνηση και έναν εξασθενημένο πολιτικά Νετανιάχου που, ευρισκόμενος σε απόγνωση λόγω των μαζικών καθημερινών διαδηλώσεων προς υπεράσπιση του Ανώτατου Δικαστηρίου, βρήκε στον πόλεμο μια ευκαιρία ανασύνταξης, πάρα τις τεράστιες ευθύνες του για την 7η Οκτωβρίου.
Αλλά ούτε στους πολίτες του Ισραήλ χαρίζεται, υποστηρίζοντας ότι οι ισραηλινοί πολίτες είναι παρατημένοι και αδιάφοροι απέναντι στον πόλεμο και τις συνέπειές του για τους Παλαιστίνιους στη Γάζα και στη Δυτική όχθη. Υπάρχει μάλιστα και ένα σημείο ιδιαίτερα ενδεικτικό γι’ αυτή την κατάσταση στο βιβλίο, όταν σχολιάζει τη στάση Εβραίων φοιτητών που πήγαν να διαμαρτυρηθούν για τις απόψεις του περί γενοκτονίας στην ομιλία του στο πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν. Οι νέοι αυτοί άνθρωποι, που είχαν χάσει φίλους και συγγενείς στην επίθεση της Χαμάς και στον πόλεμο, εμφανίζονται ως χειραγωγημένα άτομα με στρεβλή κατανόηση της πραγματικότητας, και οι όποιες ενστάσεις τους απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη (σ. 77-81, 148-9).
Η εξάλειψη του ιστορικού πλαισίου της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης συνάδει με την επιχειρηματολογία που ακυρώνει τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος. Παρότι εξέχων ερευνητής της εξόντωσης του εβραϊσμού στην Ευρώπη, ο Μπάρτοβ αρνείται τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος, όχι επειδή το συμβάν αυτό δεν έχει μοναδικά γνωρίσματα αλλά διότι αποτελεί για το Ισραήλ ένα σημείο ιστορικής αναφοράς που νομιμοποιεί τη δημιουργία του και το καθιστά μοναδικό, υπό την έννοια ότι θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να δρα σύμφωνα με τη δική του λογική, με τους δικούς του κανόνες (σ. 161). Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι η χρήση του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ το έχει τοποθετήσει σε μια μεταφυσική θέση εκτός ιστορικού πλαισίου. Αντίθετα, το συμβάν είναι μέρος ενός πλαισίου με αφετηρία την εξόντωση των Χερέρο στη γερμανική νοτιοδυτική Αφρική το 1904, και περιλαμβάνει τη γενοκτονία των Αρμενίων, την αποικιακή βία στο Κονγκό του Λεοπόλδου, τους Βαλκανικούς πολέμους και την εκκαθάριση πληθυσμών στη σταλινική Ρωσία. Εδώ, ο Μπάρτοβ ακολουθεί μια μόδα σε πολλούς ακαδημαϊκούς κύκλους που, επηρεασμένοι από μια κάποια εκδοχή της μετα-αποικιακής θεωρίας, τσουβαλιάζουν τα πάντα μέσα σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, όπου η βία συνιστά ταυτόχρονα αντικείμενο και ερμηνεία, παραγνωρίζοντας σχεδόν κάθε άλλη διάσταση. Υποτίθεται ότι αυτή η προσέγγιση προσφέρει ιστορικό βάθος και δυνατότητες σύγκρισης, χωρίς όμως να είναι ποτέ σαφές τι άλλο συζητάμε, πέραν της τεκμηρίωσης της βίας σε διαφορετικές συνθήκες. Στην ίδια λογική, ο Μπάρτοβ καταλογίζει στο Ολοκαύτωμα μια προνομιακή θέση στην ιστορική μνήμη στο Ισραήλ και στη Γερμανία, που εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης των θυμάτων άλλων μαζικών καταστροφών. Και αν για το Ισραήλ αυτό εξηγείται λόγω της σιωνιστικής εργαλειοποίησης του Ολοκαυτώματος, στη Γερμανία η απορρέουσα από τις ενοχές της προνομιακή θέση του ακυρώνει την προοπτική κοινωνικής συνοχής, διότι εκεί πλέον ζουν κάποια εκατομμύρια μουσουλμάνοι και άλλοι χωρίς γερμανική καταγωγή που αρνούνται να το αποδεχτούν ως μέρος της δικής τους ιστορίας και ταυτότητας (σ. 157-158).
Σχετικοποίηση
Όλο αυτό το σχήμα είναι βαθιά προβληματικό. Το Ολοκαύτωμα είναι πράγματι μοναδικό, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, βίαια ή μη. Η μοναδικότητά του δεν αναιρεί τη δυνατότητα σύγκρισης ανάμεσα σε συμβάντα που μπορούν να τοποθετηθούν με κάποια κριτήρια στην ίδια κατηγορία. Ούτε εμποδίζει την ικανότητα των ιστορικών να τα τοποθετήσουν σε υπερκείμενο πλαίσιο αναφοράς μέσα σε κάποια διαχρονία.
Από την άλλη, δεν μπορώ να καταλάβω τι διαφορετικό μπορεί να προκύψει από μια σύγκριση με άλλα μαζικά εγκλήματα, αν όχι η πρωτοφανής, ασύλληπτη διάστασή του – η εξόντωση ενός πληθυσμού, όχι ως μέρος μιας κάποιας διένεξης, όχι ως τμήμα ενός εμπόλεμου κράτους, όχι ως κομμάτι κάποιας αντίστασης, αλλά γι’ αυτό που υποτίθεται πως ήταν. Η εξόντωση των Εβραίων, ανεξαρτήτως υπηκοότητας οπουδήποτε στην Ευρώπη, κατέστη δυνατή με εκτελέσεις, θαλάμους αερίων, καταναγκαστική εργασία, λιμοκτονία και έκθεση σε ασθένειες. Από τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα έχει εμφανιστεί μια ισχυρή τάση σε ακαδημαϊκούς και ακτιβιστικούς κύκλους να υποβαθμίσουν το Ολοκαύτωμα ως ένα κάπως ακραίο έγκλημα, που στη βάση του δεν είναι διαφορετικό από άλλα. Έχουν μάλιστα εμφανιστεί και διάφορες θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες η εξόντωση προέκυψε για οικονομικούς και γραφειοκρατικούς λόγους κατά την αναζήτηση ζωτικού χώρου, ότι ήταν αντίστοιχη των ευρωπαϊκών εγκλημάτων στις αποικίες τους, εντός της Ευρώπης αυτή τη φορά, ή ότι ήταν προϊόν της ναζιστικής παράνοιας πως οι Εβραίοι αποικιοποίησαν τη Γερμανία μετατρέποντας τους Γερμανούς σε υπάλληλο έθνος. Κάποιες απ’ αυτές τις θεωρίες έχουν αξιοπρόσεκτα στοιχεία, καμία όμως δεν είναι σε θέση να απαντήσει γιατί η δολοφονική μανία των ναζί εφαρμόστηκε με τέτοια συνέπεια ειδικά απέναντι στους Εβραίους, και όχι απέναντι και στις άλλες ομάδες που στοχοποιήθηκαν.
Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται πάντα εκ του πονηρού. Όταν όμως γίνεται, σχεδόν πάντα συνοδεύεται από τη διαμαρτυρία, που συνυπογράφει ο Μπάρτοβ, ότι η υψηλή θέση του Ολοκαυτώματος εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης άλλων μαζικών εγκλημάτων συνδεόμενων με την αποικιακή ιστορία ευρωπαϊκών κρατών. Αν δεν πρόκειται για παρεξήγηση, η διαμαρτυρία αυτή ακούγεται παραπειστική, διότι συγχέει το τραύμα που μπορεί να φέρουν επιβιώσαντες ή απόγονοι θυμάτων μαζικών εγκλημάτων με τις ιδιαιτερότητες καθενός εξ αυτών ξεχωριστά, Το τραύμα της απώλειας δεν μπορεί να ιεραρχηθεί, και είναι εξίσου ιερό για κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα του πώς το διαχειρίζονται όσοι σχετίζονται με αυτό. Αλλά αυτή η παραδοχή δεν αναιρεί το πρωτοφανές των διαδικασιών της εξόντωσης των Εβραίων, ούτε η μνήμη της έχει σταθεί εμπόδιο στην έρευνα άλλων μαζικών εγκλημάτων.
Ο εβραϊκός χαρακτήρας του Ολοκαυτώματος δεν το αποσπά από το ιστορικό του πλαίσιο. Το αντίθετο. Η σχετικοποίησή του, μια μορφή ευτελισμού, αφορά αποκλειστικά τη βαρύνουσα σχέση του με το Ισραήλ και τη σύγχρονη εβραϊκή ταυτότητα. Το γεγονός δηλαδή ότι, για πολλούς, αποτελεί ένα όπλο για το Ισραήλ και το όπλο αυτό πρέπει να σιγήσει. Πρόκειται για την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος που λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.
Το τέλος της μνησικακίας
Ο θάνατος είναι πάντα σκληρό πράγμα. Τρομερό, ιδίως για όσους χάνουν τη ζωή τους απροσδόκητα – κι ακόμα πιο τρομερό για όσους πεθαίνουν για ζητήματα που κατά βάθος δεν τους αφορούν. Όπως, π.χ., η Βάγια Νέστορα, η οποία έπεσε θύμα αυτών που έβαλαν φωτιά με γκαζάκια στην πολυκατοικία όπου έμενε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της.
Αλλά ενώ όλες οι πολιτικές δυνάμεις καταδίκασαν τη δολοφονία, δεν αντιμετωπίζουν όλες με τον ίδιο ενθουσιασμό τη σύλληψη των κατηγορουμένων ως δραστών του φονικού εμπρησμού. Ακόμα χειρότερα, η ανακοίνωση από την Αντιτρομοκρατική της σύλληψης προσώπων που κατηγορούνται για τον φονικό εμπρησμό της Μαρφίν, δημιούργησε ένα δημόσιο αίσθημα αμφιβολίας για την αποτελεσματικότητα των αρχών και για την ορθότητα της απόδοσης κατηγοριών στους συλληφθέντες, ενώ πολλή συζήτηση γίνεται για το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας των συλληφθέντων. Πολλοί πιθανολογούν ότι η ανακοίνωση των συλλήψεων προσώπων που κατηγορούνται για τους τρεις φόνους είναι πολιτικό τέχνασμα της κυβέρνησης, που επιδιώκει να κερδίσει τις εντυπώσεις ενόψει των επερχόμενων εκλογών. Ήδη, μάλιστα, έχει αρχίσει το διαδικτυακό λιντσάρισμα, κατά προσώπων που συγχαίρουν τις αρχές ασφαλείας – με προτίμηση καλλιτέχνες, που τόλμησαν να εκφράσουν δημοσίως την ευαρέσκειά τους.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την τρομοκρατία και την τρομοκρατική βία, παρά το θάνατο της Βάγιας Νέστορα, που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει «χαμηλή βία» αλλά ότι η χρήση βίας μπορεί να οδηγήσει σε οδυνηρές συνέπειες, γίνεται προσπάθεια ακόμα μια φορά να συσχετιστεί με την καταστολή που είναι εργαλείο δεξιών κυβερνήσεων και να αποσυνδεθεί από τη δραστηριότητα της Αριστεράς. Στη δημόσια συζήτηση διατυπώνεται με ιδιαίτερη έμφαση η άποψη ότι η κυβέρνηση θεωρεί χρήσιμη την ακροαριστερή βία, επειδή έτσι επιτίθεται στην Αριστερά, και ιδίως στον Αλέξη Τσίπρα, που στο παρελθόν κολάκευε την αριστερή τρομοκρατία. Γι’ αυτό, λέει η άποψη αυτή, η κυβέρνηση διστάζει να απονομιμοποιήσει την αριστερή βία, επειδή από καιρού εις καιρόν τη συμφέρει να την επικαλείται.
Κι όμως. Αυτή που εργάζεται για τη μη απονομιμοποίηση της βίας στο όνομα της πολιτικής ή της ιδεολογίας είναι η Αριστερά. Επειδή, στο τέλος, ό,τι κι αν έχει συμβεί, πάντα κάποιοι από το χώρο θα υπερασπιστούν τα στειλιάρια στις διαδηλώσεις ή τις βόμβες μολότοφ ως συμβολισμό ταξικών συγκρούσεων. Πάντα κάποιοι είναι έτοιμοι να μιλήσουν για αστυνομική αυθαιρεσία όταν συλλαμβάνονται θύτες της βίας, πάντα κάποιοι επικροτούν τα συνθήματα τύπου «Λευτεριά στον αγωνιστή τάδε».
Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η αριστερή βία είναι συστατικό της ιδεολογίας όσων την επικαλούνται. Από το ΚΚΕ που γιορτάζει το εμφύλιο μίσος με γιορτές στο Βίτσι μέχρι τον αναρχικό χώρο που καίει με γκαζάκια ή μολότοφ αυτούς που θεωρεί υπηρέτες του συστήματος. Από τις διάφορες κινήσεις στα πανεπιστήμια που πλακώνουν στο ξύλο συμφοιτητές τους με τους οποίους διαφωνούν ή καθηγητές τους που επιδιώκουν να εφαρμόσουν τη νομιμότητα μέχρι τους αντισημίτες και καλά «φρι Παλεστάιν» που ψάχνουν εβραίους στα λιμάνια και τις πλατείες. Η κυβέρνηση, με αστυνομικά μέτρα, δεν μπορεί να την απονομιμοποιήσει, επειδή αμέσως όλος ο συγγενής ιδεολογικός χώρος των εραστών της βίας εξεγείρεται κατηγορώντας αυταρχικές μεθοδεύσεις και πολιτικές διώξεις – και απειλώντας με βίαιη κλιμάκωση. Θυμάται κανείς τις τεράστιες συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα για τον σίριαλ κίλερ της 17 Νοέμβρη, Δημήτρη Κουφοντίνα;
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση, δηλαδή το κράτος, παρεμβαίνει ουσιαστικά μόνο σε πολύ ακραία συμβάντα – εσχάτως, όταν έσκασε η βόμβα στα χέρια του κατασκευαστή της τρομοκράτη στους Αμπελόκηπους, στην περίπτωση της εμπρηστικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη λόγω του θανάτου της Βάγιας Νέστορα και κατά του Ρουβίκωνα που βγήκε περιπολία για εβραίους επειδή όλη αυτή η επιχείρηση θύμιζε τη Χρυσή Αυγή. Η σύλληψη και η παραπομπή στη δικαιοσύνη των πρωταιτίων του δολοφονικού εμπρησμού στη Μαρφίν είναι ένα τραύμα, του οποίου την επούλωση απαιτεί κατά σύστημα η ελληνική κοινωνία.
Κατά τα άλλα, όσο η βία δεν εκτρέπεται, είναι αποδεκτή από την Αριστερά – στο κάτω κάτω, όπως έλεγε ένας παλιός συριζαίος, όσοι την ασκούν έχουν ένα ιδεώδες υπέρ του ανθρώπου. Αν άλλωστε δεν ήταν αποδεκτή, δεν θα έβγαιναν στις συγκεντρώσεις κρατώντας σημαίες-στειλιάρια.
Η ιδέα της σύγκρουσης είναι μονίμως στο μυαλό των ανθρώπων αυτών των χώρων. Διαβάζω τη δήλωση του συζύγου της Βάγιας Νέστορα. Καμία μνησικακία. Καμία πρόσκληση για εκδίκηση. Τίποτα πέραν του νόμου: «Εγώ απλώς τους εύχομαι [των βομβιστών] να μην πάθουν οι δικές τους οικογένειες κάτι το αντίστοιχο. Να τους έχει καλά ο Θεός, να τους προσέχει αλλά να τους προσέχει από την καλή πλευρά κι όχι σ’ αυτό που κάνουν».
Είναι μια δήλωση στον αντίποδα της μνησικακίας της Αριστεράς, που συγκρούεται «με το σύστημα», με τους εκπροσώπους του, με τους πολιτικούς του, με τους αστυνόμους τους, με την παιδεία του. Μια δήλωση πολιτισμού. Δήλωση συγχώρεσης, έκκληση μετάνοιας, κατανόησης του άλλου που δεν τους μοιάζει αλλά δεν είναι εχθρός τους.
Δήλωση στον αντίποδα του λόγου της Αριστεράς, που τους νεκρούς της από πολιτικές συγκρούσεις τους παρουσιάζει με το φωτοστέφανο του μάρτυρα, ζητώντας εκδίκηση και φανατίζοντας το κοινό της να συμμετάσχουν στην αέναη σύγκρουση. Χάθηκαν κι οι λίγες δυνάμεις της δημοκρατικής Αριστεράς που αντιτάσσονταν, έχοντας την αυτοσυνειδησία να παραδεχτούν ότι ο πόλεμος τελείωσε.
LINK
Πλήρες χρονικό και φωτογραφίες όσων συνέβησαν πριν και μετά την πυρπόληση της Μαρφίν, από τον Ηλία Προβόπουλο, η αφήγηση του οποίου και οι φωτογραφίες του είχαν δημοσιευτεί στο Books' Journal στις 5 Μαΐου 2018: https://booksjournal.gr/blog/2721-marfin-2010-to-xroniko-enos-egklimatos
Τεύχος 178
Κυκλοφόρησε το τεύχος 178 του Books' Journal, Ιούλιος-Αύγουστος 2026 (θα μείνει στα περίπτερα και στα βιβλιοπωλεία ώς τις 15 Σεπτεμβρίου). Τα πλήρη περιεχόμενα:
Editorial
To τέλος της μνησικακίας
Της σύνταξης
Ολοκληρώθηκε ο πρώτος κύκλος των εκδηλώσεων «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα». Με τον Λεωνίδα Καβάκο στο Ωδείο Αθηνών. Τι θα γίνει την επόμενη σεζόν
Διάλογος
ΕΙΡΗΝΗ ΚΙΤΣΙΟΥ – Η ευρύτητα του Τόμας Μαν
ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ – Η σωτηρία του λαού: μια διόρθωση
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΛΗΡΙΔΗΣ – Σχετικοποιώντας το έγκλημα!
Διήγημα
PRIMO LEVI – Αόρατος κόσμος (μετάφραση: Θάνος Καψάλης)
Παρεμβάσεις
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΟΒΑΣ – Νεοελληνικές σπουδές και το μέλλον της φιλολογίας
ΠΕΡΙΚΛΗΣ Φ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ – Η αιτία της δικτατορίας του Μεταξά
PIERRE-ANDRÉ TAGUIEFF – Από τον «Εβραϊκό Αιώνα» στον αντιεβραϊκό αιώνα;
ΣΠΎΡΟΣ ΤΣΟΥΤΣΟΥΜΠΉΣ – Το κόκκινο και το μαύρο. Σκέψεις πάνω στην πολιτική βία
Εις μνήμην
ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ – Κάρλο Γκίνζμπουργκ (1939-2026): κατανοώντας το περιθώριο
Ράινερ Μαρία Ρίλκε
ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ – Μεταφράζοντας τον Ρίλκε (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι ελεγείες του Ντουίνο (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά - Γερμανικά), μετάφραση από τα γερμανικά - σχόλια - επίμετρο: Μαρία Τοπάλη, Αθήνα 2011, 152 σελ. - Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τα σονέτα στον Ορφέα (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά - Γερμανικά), εισαγωγή - μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Τοπάλη, Πατάκη, Αθήνα 2025, 150 σελ.)
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΩΤΟΥΛΑ – «Καρποφορούσε το εκστατικό» (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τα σονέτα στον Ορφέα (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά - Γερμανικά), εισαγωγή - μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Τοπάλη, Πατάκη, Αθήνα 2025, 150 σελ.)
ΑΡΙΕΛΛΑ ΑΣΕΡ – Ρίλκε και Φρόυντ (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τα σονέτα στον Ορφέα (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά - Γερμανικά), εισαγωγή - μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Τοπάλη, Πατάκη, Αθήνα 2025, 150 σελ.)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΙΘΥΜΗΤΡΗΣ – Ακούγοντας και τραγουδώντας (Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τα σονέτα στον Ορφέα (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά - Γερμανικά), εισαγωγή - μετάφραση από τα γερμανικά: Μαρία Τοπάλη, Πατάκη, Αθήνα 2025, 150 σελ.)
Κριτικές
ΕΛΕΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΗ – Στο όνομα της «πικρής αλήθειας» (Σταντάλ, Το κόκκινο και το μαύρο, μετάφραση από τα γαλλικά: Σωτήρης Παρασχάς - Κώστας Σπαθαράκης, επίμετρο: Σωτήρης Παρασχάς, Αντίποδες, Αθήνα 2025, 814 σελ.)
ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΓΑΘΟΣ – Ποιους Έλληνες διαβάζουμε και γιατί (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Τα χρώματα του κύβου. Σταθμοί της ελληνικής πεζογραφίας 1866-2023, Πατάκη, Αθήνα 2025, 424 σελ.)
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΜΑΣ – Τις έπταιεν διά την οικονομικήν καχεξίαν (Νίκος Χριστοδουλάκης, Δεν είν’ εύκολες οι θύρες... Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, πρόλογος: Σοφία Λαζαρέτου, Κριτική, Αθήνα 2026, 200 σελ.)
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΥΒΑΝΙΟΣ – Ο πολυθρησκευτικός Λίβανος (Δημήτρης Κούρκουλας, Λίβανος. Μια ξεχωριστή χώρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 160 σελ.)
ΗΛΙΑΣ ΚΑΝΕΛΛΗΣ – Η ιστορία «από τα κάτω» (Σπύρος Τσουτσουμπής, ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ. Οι λαϊκοί στρατοί της Αντίστασης, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2026, 424 σελ.)
ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΡΕΛΑΣ – Το τίμημα της γνώσης (Άννα Γρίβα, Η αλχημίστρια. Μυθιστόρημα, Μελάνι, Αθήνα 2026, 160 σελ.)
ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ – Η κριτική για τον Μανόλη Αναγνωστάκη (Δημήτρης Κόκορης (επιμ.), Εισαγωγή στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη. Επιλογή κριτικών κειμένων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2025, 510 σελ.)
ΧΑΡΗΣ ΕΞΕΡΤΖΟΓΛΟΥ – Η αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος (Omer Bartov, Ισραήλ. Τι πήγε λάθος;, μετάφραση από τα αγγλικά: Στέφανος Καβαλλιεράκης, πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 346 σελ.)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΠΑΣ – Διασώζοντας τον Ευριπίδη – ή μήπως τον εαυτό μας; (Φέρντια Λέννον, Ένδοξα κατορθώματα. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Νατάσα Σίδερη, Γεννήτρια, Αθήνα 2026, 406 σελ.)
ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΜΠΑΚΟΛΟΥΚΑΣ – Το αίτημα της αυθεντικότητας (Ilarie Voronca, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, μετάφραση από τα γαλλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ποταμός, Αθήνα 2026, 80 σελ.)
ΜΑΤΙΝΑ-ΙΩΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ – To «λογοτεχνικό φαινόμενο» Νταβίντ Ουκλές (David Uclés, Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια, μετάφραση από τα ισπανικά: Αγγελική Βασιλάκου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 832 σελ.)
ΞΕΝΟΦΩΝ ΜΠΡΟΥΝΤΖΑΚΗΣ – Η δεύτερη ζωή της Ιστορίας (Ελένη Βαρβιτσιώτη - Βικτωρία Δενδρινού, Η τελευταία μπλόφα. Νέα έκδοση, Πατάκη, Αθήνα 2026, 512 σελ.)
ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ – Η Μάρη Θεοδοσοπούλου για τον Γιώργο Σεφέρη (Μάρη Θεοδοσοπούλου, Σεφερικά, πρόλογος: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Οδός Πανός, Αθήνα 2025, 202 σελ.)
ΓΙΩΡΓΟΣ Λ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ – Ποιοι και γιατί αμφισβητούν την επιστήμη (Γιάννης Κτενάς, Η επιστημολογική στροφή στην πολιτική. Whataboutism, Γενεαλογική Υπονόμευση, Κατασκευασιοκρατία, Εκκρεμές, Αθήνα, 2026, 2 38 σελ.)
ΒΥΡΩΝ ΚΑΡΥΔΗΣ – Έλληνες Κύπριοι στην Αγγλία (Chrisoulla Pawlowska, A Man Called Harry: For my father with love, ιδιωτική έκδοση, London 2026, 248 σελ.)
Ποίηση
ΣΠΥΡΟΣ ΠΑΡΙΣΗΣ – Έξι ποιήματα (Άνευ υπερβολών άνευ ψευδαισθήσεων, Του κοριτσιού το τραγούδι, Δημήτρης Τ., Ο Μότσαρτ στη Πράγα, Η ώρα του Κλεισθένη, Διονύσης Σ.
Στήλες
ΣΑΚΗΣ ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΗΣ: ΑΡΧΕΙΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΩΝ – Γιάννης Γρυπάρης: Βαρύ το μεταφραστικό του αποτύπωμα
ΝΙΚΟΣ ΨΑΡΡΟΣ: ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΥΛΗ – Το πνεύμα ως διαμόρφωση της ύλης
BΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: BREVIS IN LONGO – Ληστές και δημοτική παράδοση (Μάρκος Μέσκος, Ποιήματα Ι: 1958-1986, Ποιήματα ΙΙ: 1995-2018, επιμέλεια σειράς: Ιωάννα Καραμαλή, Μετρονόμος, Αθήνα 2026, 2 τόμοι, 334+443 σελ.)
ΘΑΝΟΣ Χ. ΚΑΨΑΛΗΣ: ΕΙΚΟΝΕΣ ΖΩΗΣ – Χάιγκας
ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΕΒΕΛΑΚΗΣ: ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ – Κωστής Σκαλιόρας
Βιβλία για το καλοκαίρι
ΜΑΤΙΝΑ-ΙΩΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ, ΗΛΙΑΣ ΚΑΝΕΛΛΗΣ, ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΟΥΜΠΟΥΛΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΜΠΑΚΟΛΟΥΚΑΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΠΑΣ: Οι επιλογές από τα βιβλία της πρόσφατης παραγωγής
Από αυτόν τον Ιούλιο, οι σελίδες με τις επιλογές βιβλίων θα δημοσιεύονται αποκλειστικά στη διαδικτυακή έκδοσή μας, booksjournal.gr. Οι φετινές επιλογές θα αναρτηθούν, προσβάσιμες σε όλους, στις 18 Ιουλίου.