Στήλες
Καμία κυβέρνηση τεχνοκρατών, ή άξιων, λοιπόν μετά τον τύποις ανασχηματισμό (ένα σαχλό ανασχηματισμό, που μόνο καλό έφερε στον τόπο το ξήλωμα των τριών ανοιχτά δραχμικών συνωμοτών), και καμία, φυσικά, κυβέρνηση εθνικής ενότητας, σωτηρίας, ή όπως αλλιώς έπρεπε, όχι να ονομάζεται, αλλά να είναι — κάτι για το οποίο θα τρέχουμε κάποια στιγμή και δεν θα προλαβαίνουμε, ψάχνοντας ένα νέο Καραμανλή — και βέβαια εννοώ τον μακαρίτη. [§] Πού οδηγούμαστε; Πρώτα-πρώτα, στην εντέλει άνετη ψήφιση όλων των νόμων και όλων των αποφάσεων που σχετίζονται με το τρίτο Μνημόνιο: από όλους, πλην ναζιστών και κομουνιστών — και κάποιων γραφικών τού ΣΥΡΙΖΑ. Αρκεί αυτό; Ασφαλώς και όχι. Το Μνημόνιο (δηλαδή οι μεταρρυθμίσεις, αυτές μάς νοιάζουν — τα μέτρα είναι άλλο πράγμα και κανένα δεν δυσαρεστούν από την κυβέρνηση: ίσα-ίσα, η κυβέρνηση μόνο με φόρους διεγείρεται), το Μνημόνιο Συνεργασίας της Ελλάδας λοιπόν με τους εταίρους της δεν είναι νόμος, είναι συνειδητή εμπέδωση από την κοινωνία μέσω των πολιτικών της, αυτών που κυβερνούν, και των μίντια των διαρθρωτικών, δομικών αλλαγών που θα την ωριμάσουν: είναι να μάθεις κάποιον που δεν πλένεται να πλένεται. Αυτές τις αλλαγές, όχι απλώς δεν υπάρχει κανείς να τις υποστηρίξει από την κυβέρνηση, αλλά ούτε καν να τις «επικοινωνήσει» — ακόμα καλύτερα, κανείς μέσα στην κυβέρνηση δεν τις θέλει, είναι άσχετοι άνθρωποι, του καφενείου, αμόρφωτοι, δεν έχουν διαβάσει βασικά βιβλία. [§] Οπότε; Οπότε δεν ξέρω. Δεν πιστεύω ότι, χωρίς διαρκή και έντονη πίεση από τη φιλελληνική Δύση, μπορούν να τηρηθούν οι μεταρρυθμίσεις. Και, εφόσον δεν τηρηθούν, θα φύγουμε από το ευρώ και από την Ένωση νύχτα: προειδοποιηθήκαμε, και η προειδοποίηση που λάβαμε ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας η τελευταία. Αν μη τι άλλο, πάντως, στις επικείμενες Εκλογές, εφόσον καταντήσουμε και σε κάτι τέτοιο (αντί να κάνουμε επιτέλους μία κυβέρνηση σοβαρή, όπου θα μετέχουν άπαντες πλην δραχμικών συνωμοτών), η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση, όπως κουραστήκαμε να λέμε, πρέπει να κατέβει ενιαία: σε ένα κόμμα· ελπίζοντας στο μπόνους. Όλα τ’ άλλα είναι παραμύθια. Με την αποπομπή από το ευρώ, δηλαδή από την ΕΕ, δηλαδή από τη Δύση, θα γίνουμε ένα παράνομο κράτος: ένα παράνομο κράτος-παρίας βουτηγμένο στο αίμα και στις πρησμένες πατούσες από τα γκλομπ. Πρέπει πάση θυσία να μείνουμε Ευρώπη. [§] ΥΓ. Να μη μας βρουν άλλες φωτιές, οι δομές του πανάκριβου φτηνού κράτους μας είναι καραγκιόζ μπερντές, θα καεί το σύμπαν. Το σταυρό μας να κάνουμε, όλοι — κι εσείς, κι εμείς που δεν έχουμε το θεό μας.
Προσπαθούμε να βρούμε από δω κι από κει μέχρι τη Δευτέρα τα χρήματα για τις δόσεις των χρεών μας (164 ευρώ σύνολο, πολλά λεφτά, για τα μισά απ’ αυτά και πάνω δεν είχαμε ιδέα, υπολογίζαμε γύρω στα 60 και οι δυο μαζί), ο Αρσέν χτύπησε το πόδι του και κουτσαίνει και κανείς μας δεν έχει όρεξη, ούτε αυτός ούτε εμείς ούτε καν η Φαντομά που κατάλαβε πάνω-κάτω τι έγινε και δεν τον ενοχλεί πολύ, καθόμαστε συνέχεια και κοιταζόμαστε όλοι μαζί, κι εκείνος λαχανιάζει και μας κοιτάζει περισσότερο, όπως κάνει πάντα, του κάναμε το μεσημέρι μια αναλγητική ένεση να μην πονάει τουλάχιστον, στο μεταξύ μείνανε σκάρτες εκατό μέρες για να τελειώσουν όλα, και με τη βούλα, με την τρίτη στη σειρά λαϊκή βούλα, όσα ακούμε και μαθαίνουμε μας σπρώχνουν κι άλλο στην απελπισία, κάνει ζέστη και οι δύο ανεμιστήρες δουλεύουν εναλλάξ στο φουλ, ο ένας στο γραφείο ή στο σαλόνι, ο άλλος στην κρεβατοκάμαρα, ανοίγει, είδαμε, ένα σουβλατζίδικο εδώ στη γωνία, εκεί όπου έκλεισε πέρυσι το άλλο μαγαζί που πουλούσε μπουγάτσες, κρέμασαν και ένα διαφημιστικό από μπίρα και φέραν και καρέκλες, τα λόγια απ’ τα βιβλία γλιστράνε σαν ιδρώτας απ’ τα μάτια μας και ούτε που τα καταλαβαίνουμε πια (πόσες λέξεις χάσαμε όλον αυτό τον καιρό δεν λέγεται), χίλια σχέδια εδώ κι άλλα χίλια πιο εκεί χάθηκαν, μαγαρίστηκαν και χάθηκαν και τα ξεχάσαμε και ξεχάστηκαν για τα καλά (κι ήταν καλά κάποια), οι καλύτεροι ετοιμάζονται για έξω στα μουλωχτά (στα μουλωχτά, χωρίς πολλά-πολλά: καλά κάνουν), οι πιο δειλοί και οι άφραγκοι ετοιμαζόμαστε να ζήσουμε το δικό μας ’33, τη δική μας πολιτιστική επανάσταση, το δικό μας σκούπισμα των δρόμων — νά, κάπως έτσι. Και μένει τόσο λίγος χρόνος ώς τότε, που θα μας πνίξει, θα μας πνίξει. Τουλάχιστον να μας ξεφύγουν λιγότερες λέξεις μέχρι να τελειώσει όλο αυτό. Τουλάχιστον να σιάξει το πόδι του Αρσέν, μην τυχόν και του αφήσει κουσούρι. Ελπίζω.
Και τώρα τι; Γράφαμε προχθές: «Πρώτα, πρέπει να ψηφιστούν τα μέτρα και οι μεταρρυθμίσεις. Εν μέσω οχλοβοής. Κατόπιν, να ξεκαθαρίσουν τα στρατόπεδα και να μετρηθούν οι δυνάμεις: από τη μία το ευρώ, από την άλλη η δραχμή. Στη συνέχεια, να κλείσει το δεύτερο εξάμηνο του τρομερού 2015 με θετικό πρόσημο: να έχουμε κάνει κάτι — όχι απλώς να έχει επιβληθεί επιπλέον φορολογία, απ’ αυτό χορτάσαμε πέντε χρόνια τώρα, αλλά να έχουν υλοποιηθεί οι μεταρρυθμίσεις (όχι κάποιες: οι), και να έχουν περιθωριοποιηθεί οι ομάδες συμφερόντων και οι χαμένοι και λιμασμένοι προσοδοθήρες που θα τις πολεμήσουν λυσσαλέα. Ακολούθως, να περάσει ένας χρόνος με το τρίτο και δυσμενέστερο Μνημόνιο και να μην υπάρξει χρηματοδοτικό κενό μέχρι τότε. Και καμία υποχώρηση. Και, τέλος, με την έως τότε αποκτηθείσα πείρα, να προχωρήσουμε μέχρι τις Εκλογές τού ’19». Δεν έχω να πω κάτι άλλο· είμαστε στα ίδια. Μπροστά μας έχουμε βουνό. Η κυβέρνηση έχασε τη δεδηλωμένη (αλλά δεν μπορεί να περάσει από τους συσχετισμούς δυνάμεων μία πιθανή πρόταση μομφής, καθώς τα τρία φιλοευρωπαϊκά κόμματα θα τη στηρίξουν και εδώ), και θα κάνει ότι το ξεχνά. Θα κάνει επίσης ότι κυβερνά. Και η αντιπολίτευση θα κάνει ότι αντιπολιτεύεται. Αν μη τι άλλο, πάντως, η κυβέρνηση θα αλλάξει πρόσωπα σε καίρια υπουργεία, θα υπάρξουν παραιτήσεις και διαγραφές, και ίσως δημιουργηθεί ένα μικρομέγαλο κόμμα εθνικολαϊκιστών της Αριστεράς όμορο με τη Χρυσή Αυγή: οι καθαροί οπαδοί της δραχμής — αυτοί που δεν άλλαξαν ρότα στην πορεία. [§] Περάσαμε έναν κάβο, σειρά έχουν άλλοι πολλοί. [§] Είμαστε μια κουρασμένη χώρα, που θα δεχτεί ό,τι τής μέλλεται, αδιαμαρτύρητα.
Είναι αυτοί οι μίζεροι επαρχιακοί σταθμοί του τρένου, εκεί όπου σπάνια σταματά αμαξοστοιχία, και όταν σταματά είναι αργή, βρόμικη και εξίσου μίζερη. Στο τσιμέντο έξω από το σταθμαρχείο στέκονται και περιμένουν δυο-τρεις σκοτεινιασμένοι άνθρωποι για να πάνε κάπου, και ο κλειδούχος τούς κοιτάει καπνίζοντας απολύτως βαριεστημένος, κι ας στάθηκε επιτέλους στο σταθμό του αυτό το τρένο. Ξέρουμε πώς είναι να είσαι επιβάτης των άλλων τρένων, αυτών που δεν σταματούν στους μίζερους επαρχιακούς σταθμούς· ξέρουμε τι νιώθεις γι’ αυτά τα σκοτεινιασμένα χαμηλά κτίρια με τις κόκκινες σκεπές. Και ξέρουμε πώς νιώθουν κι εκείνοι οι δυο-τρεις σκοτεινιασμένοι άνθρωποι, και πώς —και τι— νιώθει και ο κλειδούχος. Με μια λέξη: μισιόμαστε. [§] Η Ελλάδα οφείλει να ξαναγίνει ό,τι υπήρξε: μια ευρωπαϊκή χώρα. Το να περιέλθει (ξανά και πάλι) στην κατάσταση του μίζερου επαρχιακού σταθμού δεν πρέπει να είναι επιλογή. Τουλάχιστον όχι ανθρώπων που δεν έχουν ιδεολογική συγγένεια με τους Λαφαζάνηδες ή τους Χρυσαυγίτες, ή όσων δεν είναι απολίτικοι, όπως μεγάλο μέρος των νέων. Μια δραχμική προοπτική θα βύθιζε την Ελλάδα στην ανυπαρξία, και θα τη βύθιζε και στο αίμα. Δεν θέλουμε ξανά και πάλι την UNRRA. Θέλουμε το γρήγορο τρένο. [§] Η Οικουμενική Κυβέρνηση, για την οποία γράφουμε μονομανιακά τα τελευταία πέντε χρόνια, είναι νομοτέλεια: αρκεί όμως να συσταθεί τώρα, για να εφαρμόσει το Μνημόνιο ώστε να παραμείνουμε ζωντανοί (και άμποτε να γίνουμε κάποια στιγμή και ανταγωνιστικοί), και όχι κατόπιν εορτής, όχι για να μοιράζει τα τρόφιμα της Ανθρωπιστικής Βοήθειας που θα στέλνει αθρόα —είμαι σίγουρος— η Δύση. Σε κάθε πάντως περίπτωση: είτε γίνουν πράγματι ένα κόμμα (για τον γνωστό λόγο), είτε μείνουν ένας συνασπισμός κομμάτων, είτε απλώς η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση στηρίξει απολύτως τον κομματικά τραυματισμένο πλην από κάθε άποψη ωριμασμένο Τσίπρα —και δημοφιλή όσο κανένας άλλος πολιτικός τα τελευταία πάρα πολλά χρόνια—, παρέχοντάς του χρόνο να περάσει τις μεταρρυθμίσεις με τη βοήθεια εξωκοινοβουλευτικών υπουργών και έμπειρων τεχνοκρατών, το όνομα των ενωμένων πολιτικών δυνάμεων που θα κρατήσει τη χώρα στη Δύση το ξέρουμε: Μένουμε Ευρώπη.
Περάσαμε τον πολύ δύσκολο κάβο, αυτόν που κάποια στιγμή φαινόταν ότι θα μας έκανε μια χαψιά και θα μέναμε εκεί, πνιγμένοι, να παριστάνουμε τα ζόμπι που αλληλοφαγώνονται. Κι έχουμε ταξίδι πολύ ακόμα: για την ακρίβεια, αυτό το ταξίδι μόλις άρχισε. Πρώτα, πρέπει να ψηφιστούν τα μέτρα και οι μεταρρυθμίσεις. Εν μέσω οχλοβοής. Κατόπιν, να ξεκαθαρίσουν τα στρατόπεδα και να μετρηθούν οι δυνάμεις: από τη μία το ευρώ, από την άλλη η δραχμή. Στη συνέχεια, να κλείσει το δεύτερο εξάμηνο του τρομερού 2015 με θετικό πρόσημο: να έχουμε κάνει κάτι — όχι απλώς να έχει επιβληθεί επιπλέον φορολογία, απ’ αυτό χορτάσαμε πέντε χρόνια τώρα, αλλά να έχουν υλοποιηθεί οι μεταρρυθμίσεις (όχι κάποιες: οι), και να έχουν περιθωριοποιηθεί οι ομάδες συμφερόντων και οι χαμένοι και λιμασμένοι προσοδοθήρες που θα τις πολεμήσουν λυσσαλέα. Ακολούθως, να περάσει ένας χρόνος με το τρίτο και δυσμενέστερο Μνημόνιο και να μην υπάρξει χρηματοδοτικό κενό μέχρι τότε. Και καμία υποχώρηση. Και, τέλος, με την έως τότε αποκτηθείσα πείρα, να προχωρήσουμε μέχρι τις Εκλογές τού ’19. Και να προχωρήσουμε ζωντανοί. Ακούγονται πολλά όλα αυτά, με δεδομένη τη διάθεση πολλών να μην ξεβολευτούν οι ίδιοι αρκεί να πεθάνουν της πείνας όλοι οι άλλοι και με την «σοφία» που έχουμε αποκτήσει από όλες τις προηγούμενες φορές, αλλά τούτη εδώ θα είναι οριστικά η τελευταία. Μετά, αν αποτύχουμε και τώρα, απλώς θα μείνουμε μονάχοι: οι Τούτσοι με τους Χούτου. Τίποτε περισσότερο από αυτό. Θα είναι πολύ δύσκολο ταξίδι. Ελπίζω (τι άλλο να κάνει κανείς;) χωρίς θύματα. Κι όταν λέω θύματα, δεν εννοώ εμάς που δεν έχουμε εισόδημα ή δεύτερο παντελόνι, εννοώ ακριβώς τους θεσμούς, τη δημοκρατία, και την πορεία προς αυτό που σημαίνει «ανεπτυγμένη, ευρωπαϊκή κοινωνία». Περάσαμε τον πολύ δύσκολο κάβο ερχόμενοι σε επαφή με τη σκληρή, πολύ σκληρή πραγματικότητα, με τα βράχια, αλλά έχει κι άλλους. Πολλούς. Που περιμένουν, αδημονούν και λυσσάνε ήδη. [§] Η κυβέρνηση Τσίπρα πρέπει να στηριχτεί, και θα στηριχτεί, από όλες τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, ημών των πολιτών που τον πολεμήσαμε συμπεριλαμβανομένων. Οι δεσμεύσεις που ανέλαβε είναι απαραίτητο να υλοποιηθούν, κι αυτό το ξέρει τόσο αυτός, όσο και όλοι εμείς. Είναι ισχυρός, έχει στήριξη τέτοια που δεν την ονειρευόταν καν οποιοσδήποτε άλλος πολιτικός στην ιστορία μας, και μπορεί να επιβάλει τις μεταρρυθμίσεις. Εφόσον το θέλει πραγματικά, και για οποιονδήποτε λόγο το θέλει. (Κι αν επιμένω στις μεταρρυθμίσεις, είναι γιατί στα μέτρα θα εναντιωθεί ο ένας στους δέκα από τους εχθρούς του ευρώ — στις μεταρρυθμίσεις θα εναντιωθούν όλες οι οργανωμένες ομάδες. Όλες). Το ευρύ μέτωπο στήριξης της νέας κυβέρνησης που θα προκύψει μετά τον ευρύ ανασχηματισμό είναι ένα γερό εφαλτήριο για να μπορέσουμε να πάμε μπροστά. Δεν πρέπει να διαρραγεί, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν θανάσιμο. Θα ’ναι δύσκολο ταξίδι, αλλά θα είναι και συναρπαστικό. Θα το πάμε μέχρι το τέλος. [§] Η Αριστερά, από την άλλη, ένα κομμάτι της τέλος πάντων, καλά θα κάνει, από το να ωθεί το λαό στην αυτοκτονία και την πείνα, να τον συντρέξει: έρχονται δύσκολες ώρες. Αίφνης, για να δώσω ένα παράδειγμα, η περιφρούρηση των μαγαζιών για να μην ανοίγουν τις Κυριακές δεν είναι Αριστερή πρακτική, είναι φασιστική, και μάλιστα βαριά φασιστική: επαρχιώτικη. Αριστερή πρακτική είναι να φροντίσει να ανοίξουν πολλά συνεταιριστικά μαγαζιά που θα έχουν χαμηλές τιμές για τη φτωχολογιά, που λένε. Κι ας μην τα ’χουν ανοιχτά τις ώρες της λειτουργίας για να μη σκανδαλιστούν οι πιστοί, δεν πειράζει. Ας επικεντρωθούν στο τρίπτυχο μόρφωση-ψωμί-δουλειά. Ας φροντίσουν τους μετανάστες: κυρίως με τα έγγραφά τους, με τη γραφειοκρατία, με τη γλώσσα. Ας δώσουν βάρος στην εμπέδωση των δικαιωμάτων σε κατηγορίες πολιτών που πλήττονται. Και ας διαβάσουν. Τους κλασικούς, και άλλους. Θα είναι καλό για όλους μας. Κυρίως όμως: ας μην εκφασίζουν περαιτέρω την κοινωνία, αυτό το κάνει πολύ καλά η Χρυσή Αυγή. Η κοινωνία δεν βρίσκεται σε προεπαναστατική φάση: αντιθέτως, διολισθαίνει στον μαύρο φασισμό. Ας μην επιδιώξουν οι σύντροφοι, για μια φορά, την ανατροπή, γιατί πάλι και πάντα θα χάνουν, και μαζί τους θα χάνουμε κι εμείς, θα χάνουμε όλοι, και μαζί θα φτωχαίνει κι άλλο ο κόσμος. Ανέκαθεν η Αριστερά για να πλησιάσει στην εξουσία επιδιδόταν στο λαϊκισμό, και όπου την κατακτούσε γινόταν φασιστική. Μπορεί να σπάσει αυτή η συνήθεια; Πολύ δύσκολα. Ας γίνει τουλάχιστον μία προσπάθεια. Δεν υπάρχει περιθώριο πια. Κάποτε υπήρχαν πολλά. Τώρα όχι — ούτε ένα.
Αν όλο αυτό που ζούμε (όχι εμείς: η ήπειρος) ήταν κόμιξ, σε μας θα αναλογούσε ο ρόλος του villain. Και όχι του κύριου: ενός δευτερεύοντος, και κάπως κωμικού. Αφού κατακλέψαμε τους πάντες και πλιατσικολογήσαμε ό,τι μπορούσε να πλιατσικολογηθεί χωρίς να κάνουμε ούτε ένα βήμα σε κανέναν τομέα, είτε αυτό λέγεται πατατοχώραφο είτε οδική υποδομή μεταφορών είτε καινοτομία είτε μικροκαλλιέργειες είτε τουρισμός είτε πανεπιστήμια είτε δημόσια διοίκηση είτε αγορά, είτε οτιδήποτε, αφού τσακίσαμε, λοιδορήσαμε και περιθωριοποιήσαμε κάθε μειοψηφούσα φωνή που τολμούσε να αρθρώσει έναν άλλο λόγο —λόγο που μεσομακροπρόθεσμα προφανώς και μας συνέφερε—, έναν ορθό λόγο, αφού κατορθώσαμε να βρεθούμε οικονομικά πίσω από όλα τα Βαλκάνια, ενώ ξεκινούσαμε από θέση τρομακτικής ισχύος, μηδενίζοντας τις δυνατότητες παραγωγής για οτιδήποτε, αφού αναπτύξαμε ένα λόγο εθνικιστικό, και μάλιστα επαρχιώτικα εθνικιστικό, τόσο στα Δεξιά όσο και στα Αριστερά του πολιτικού φάσματος, ένα λόγο που συνορεύει με τον εθνικοσοσιαλιστικό, αφού καταγγείλαμε ζωντανούς, πεθαμένους, υπαρκτούς και ανύπαρκτους εχθρούς, φτάσαμε, στο χειρότερο ντεμαράζ χώρας που δεν έχει χούντα, όχι απλώς να αφανιστούμε οικονομικά και να χρεοκοπήσουμε θεαματικά, αλλά μέσα σ’ αυτό τον τελευταίο γύρο του ντεμαράζ, στο τελευταίο εξάμηνο, να διπλασιάσουμε τις δανειακές μας ανάγκες και να ισοπεδώσουμε ό,τι με αδιανόητο κόπο καταφέραμε να κερδίσουμε εδώ και πέντε χρόνια — και όχι μόνο: με μία σειρά πρωτοφανών ενεργειών, δόλιων και ηλιθίων ταυτόχρονα, στρέψαμε τους πάντες εναντίον μας για το τίποτε, για ένα καπρίτσιο, λέγοντας και κάνοντας πράγματα που και ο τελευταίος εξ ημών ήξερε πως ήταν προϊόντα απλής και ανόθευτης βλακείας στην καλύτερη περίπτωση. Είμαστε ο villain, και χάσαμε. Παταγωδώς. Τίποτε από αυτά δεν έπρεπε να συμβεί, αλλά τώρα που ο Τσίπρας και το freak show του τα έκαναν, υπό τα χειροκροτήματα των άπειρων θαυμαστών τους (κι ας τα γυρίζουν τώρα οι περισσότεροι), θα τα λουστούμε όλοι. Δεν είναι χούντα, δυο φορές ψηφισμένοι είναι. Θα τα λουστούμε και θα σώσουμε ό,τι σώζεται για να φτάσουμε μετά από καιρό εκεί όπου ήμασταν τον Ιανουάριο. Και βλέπουμε μετά. Αρκεί να μείνουμε στο ευρώ, δηλαδή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στην Ευρώπη: τον μόνο χώρο που προασπίζει συνειδητά και με επάρκεια τις ελευθερίες του ατόμου, παρέχοντάς του δυνατότητες ελευθερίας. Καμία άλλη πατρίδα δεν έχουμε από αυτήν. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να υπάρξει για μας — εκτός (ή: όταν) επιλέξουμε ξανά το θάνατο, πράγμα εν πολλοίς κατανοητό, καθώς είναι και πολύ πιο εύκολο. Τα δεινά μας δεν θα σιάξουν στην Ευρώπη, ούτε θα φιλελευθεροποιήσουμε καμιά αγορά, ούτε προτεστάντες θα βαπτιστούμε, ούτε πιο παραγωγικοί θα γίνουμε, ούτε λιγότερα σκουπίδια θα σκορπάμε στην πόλη, μη γελιόμαστε. Απλώς θα επιβιώσουμε. Απλώς δεν θα χυθεί αίμα. Απλώς θα μας έχει δοθεί μία τελευταία ευκαιρία. [§] ΥΓ1. Να 'ναι βέβαια καλά ο ΣΥΡΙΖΑ που χάρη σ' αυτόν και μόνο αδημονούμε πλέον άπαντες για ένα νέο Μνημόνιο, καθώς η «αντιμνημονιακή» φούσκα έσκασε με θόρυβο και χλαπαταγή κι έμεινε στα χέρια των ναζί. ΥΓ2. Αλλά φτάνει λίγο και με την κακιά και χαιρέκακη Ευρώπη που θέλει να μας ταπεινώσει. Δεν παίζουμε μπάλα με την πέρα γειτονιά. Έχουμε βάλει ένα μεγάλο εμπόδιο στο δρόμο προς την ομοσπονδοποίηση (και, όπως μονομανιακά γράφουμε από το '11: το έχουμε βάλει από πολύ πριν το ξέσπασμα της Κρίσης μια δεκαετία πριν, με τον διόλου ανέξοδο, εντέλει, λαϊκισμό των «αντιμνημονιακών» στα νυν κόμματα του φιλοευρωπαϊκού τόξου, με πρώτη-πρώτη τη Δεξιά, και την εκμετάλλευση του λαϊκισμού αυτού από τους πολίτες), και πρέπει να βγει από τη μέση: όχι εμείς, το εμπόδιο. Η στοχοποίηση της κακούργας Ευρώπης που πίνει το αίμα των λαών ρίχνει νερό στο μύλο αποκλειστικά και μόνο των ευρωσκεπτικιστών, ένας ευφημισμός για τα ακροδεξιά και νεοναζιστικά κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή. Η ριζοσπαστική Αριστερά δεν χρησιμοποιεί εθνικιστική φρασεολογία περί ταπεινωμένων χωρών.
Το βράδυ του Σαββάτου, όλη η Ευρώπη —και μαζί το κρατίδιο Ελλάς, η χώρα με τη βραχύτερη ιστορία όλων στην ήπειρο: σκάρτα διακόσια χρόνια κλεψιά— ξενύχτησε με τα μεθεόρτια, τα επίχειρα της βρόμικης πολιτικής τού ΣΥΡΙΖΑ. Ενός συμμορίτικου σχηματισμού που εκμαύλισε τον κλέφτη κόσμο και την πληθώρα ηλιθίων που μοιράζονται τον αέρα με τους εργαζόμενους εδώ και, μεθοδικά, συμμαχώντας με την εθνικιστική Ακροδεξιά, οδήγησε τη χώρα στα βράχια, για να την αγοράσουν μπιρ παρά τα ραμολί αφεντικά του κλόουν ούτε-ψύλλος-στον-κόρφο-του Βαρουφάκη και η φασιστική τσογλαναρία των σαλτιμπάγκων Λαφαζάνηδων, χειροκροτούμενα από το υποκείμενο που θαυμάζει ο Στόχος περισσότερο και από τον Μιχαλολιάκο: την Κωνσταντοπούλου, αυτό το τραγικό, κακοποιημένο ξόμπλι που δεν θα έχει άδικο πολιτικό τέλος. [§] Παρά ταύτα, τίποτε δεν έχει χαθεί. Η Ευρώπη, η Δημοκρατία, θα νικήσουν. Θα το δούμε το βράδυ, και θα επισφραγιστεί πριν τις 20 του μηνός. [§] Από την κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας που θα έχουμε σύντομα, και για την αναγκαιότητα της οποίας ουρλιάζουμε εδώ και 4 χρόνια τώρα, κανένα κόμμα του δημοκρατικού τόξου δεν πρέπει να λείπει. Όποιο λείπει θα πεταχτεί μαζί με τα απόνερα στον υπόνομο.
Στις 22 του μηνός, είχαμε ανεβάσει στη Σελίδα τού Αρσέν μία φωτογραφία του από το Μένουμε Ευρώπη εκείνης της ημέρας στον Λευκό Πύργο. Οι αντιδράσεις που λάβαμε ποίκιλλαν, αν και κυρίως υπήρξαν αρνητικές, επικριτικές, κατά ένα ποσοστό της τάξεως του 80% πάνω-κάτω. Υπήρξαν επίσης θορυβώδεις και μη αποχωρήσεις κάποιων, φυσικά αποδοκιμασίες, ενώ δεν έλειψαν και οι συμβουλές («Ναι, Αρσενάκο, όμως δεν είναι σωστό να είναι κανείς υπόδουλος στον εχθρό»). Αλλά είχαμε και μία φιλοζωική κουβέντα που μας τάραξε· τούτην εδώ: «Σε λυπάμαι, κακόμοιρο σκυλί, μ’ αυτούς που έμπλεξες», εννοώντας εμάς, τα αφεντικά του — τους γονείς του. Βέβαια, είναι μεμονωμένα άτομα αυτά, είναι περιθωριακά και σαφώς χρειάζονται εξειδικευμένη φροντίδα, όπως με πληροφόρησαν (αν και το γνωρίζω πολύ καλά και εγώ, επειδή ασχολούμαι μεγάλο χρονικό διάστημα με διαταραγμένους): δεν έχει να κάνει με ιδεολογία όλο αυτό, είναι ψυχοπαθολογικό. Είναι συγγενές πρόβλημα. Νόσος. Ναι. Είναι. Αλλά στην ανάπτυξη τέτοιων ψυχοπαθολογιών λειτουργούν σαν καταλύτες συγκεκριμένοι εξωγενείς παράγοντες: χωρίς αυτούς, η διαταραχή, η νεύρωση, θα εξακολουθούσε να τελεί εν υπνώσει. Και ο συγκεκριμένος λέγεται ΣΥΡΙΖΑ. Κάποια στιγμή θα γίνει της μόδας στους ψυχοκοινωνιολόγους η ανάλυση, μέσω σχολίων στα social media, της συγκεκριμένης φρικτότατης περιόδου. Έχουμε υποστεί βλάβη, μεγάλη: σαν μηχανήματα που κάποιοι σπάσαν με βαριοπούλες. [§] Τρεις η ώρα τα χαράματα, η Βουλή έδωσε το οκέι στον Τσίπρα να διαπραγματευτεί το Τρίτο και φαρμακερό Μνημόνιο της Ελλάδας. Ένα Μνημόνιο που θα υλοποιήσει μια άλλη κυβέρνηση. Αυτή δεν μπορεί, και δεν τη θέλουμε. Αφάνισε το σύμπαν, και έκανε τους γονείς μας να κλαίνε. Αυτή: τέλος.
Χθες ήταν μια μέρα όλο αισιοδοξία, ανακούφιση, αστειάκια. Το φαινόμενο περιορίστηκε προς το βράδυ, όταν όλοι άρχισαν να μιλούν περί «κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος». Βρισκόμαστε πλέον λίγες ανάσες μόνο πριν από κάτι πρωτοφανές και μοναδικό στη ζωή μας. Και είμαστε κατάκοποι και ματωμένοι. Δεν θα ισχυριστώ πως μπορώ καν να σκεφτώ τι μπορεί να σημάνει για τη Βουλή, και για τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου, αυτό που επιχειρείται σήμερα. Και, ειλικρινά, δεν με νοιάζει. Όχι εδώ που έφτασαν τα πράγματα. Αυτό που με νοιάζει, το μοναδικό που με νοιάζει πια, είναι να διασφαλιστεί η ευρωπαϊκή ταυτότητα της χώρας: να παραμείνουμε εταίροι των γειτόνων μας, να μην αποκοπούμε από το ευρώ, να ξυπνήσουμε από τον εφιάλτη όπου μας έριξε το freak show τού απεχθούς ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων εθνικιστών — αυτά. Και να επέλθει, ως εκ τούτου, η κανονικότητα στην Ελλάδα: μια κανονικότητα όμως ακραίας φτώχειας και ανυποληψίας, καθώς η δυσώδης λαίλαπα του Ιανουαρίου διέλυσε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε φτιάξει στη ζωή μας. Τα πάντα. Αυτό που με νοιάζει, το μοναδικό που με νοιάζει, είναι να γλιτώσουμε σ’ αυτή τη χρονική περίοδο από τη χούντα της δραχμής, γιατί οι χούντες στερούν από τους πολίτες τα αναφαίρετα και θεμελιώδη ατομικά δικαιώματά τους (τους φυλακίζουν, τους σπάνε τα κόκαλα, τους εκπαραθυρώνουν και τους πετούν από ελικόπτερα), ράβουν Κίτρινα και Ροζ Αστέρια στις μειονότητες και ματώνουν τους ξένους (όχι ότι αυτό το τελευταίο δεν το κατάφεραν και οι δημοκρατικές μας κυβερνήσεις — κάθε άλλο). [§] Όλοι έχουμε καταρρακωθεί εξαιτίας των Δραχμοφονιάδων του Τσίπρα, είμαστε ήδη χρεοκοπημένοι και μόνοι και ημιθανείς. Το μόνο που με νοιάζει είναι να υπογραφεί το Μνημόνιο για να συνεχίσω να κάνω τη δουλειά μου και να μην αναγκαστώ να τους πολεμήσω μέχρι να πέσουν. [§] Αλλά δεν το πιστεύω.
Επιχειρείται εκ νέου —γιατί η έρμη κοινή γνώμη αντιμετωπίζεται από τον κυβερνητικό συρφετό πρόστυχα, ακριβώς για να παραζαλιστεί ο αλλόφρων και κατάκοπος, άυπνος κοσμάκης και να υποκύψει αδιαμαρτύρητα στο μοιραίο— μία ακόμη, τελευταία αυτή, προσπάθεια χυδαίου και φτηνού, δραχμικού δηλαδή, αποπροσανατολισμού: δήθεν κάτι πάει να γίνει, δήθεν υπάρχει πλαίσιο συμφωνίας, δήθεν όλοι οι καλοί το θέλουμε αλλά ο παρανοϊκός Λαφαζάνης όχι, οπότε πρέπει να παρακαμφθεί ομαλά. Τίποτε τέτοιο δεν ισχύει. Το μόνο που ισχύει είναι το ραντεβού μας στο Σύνταγμα, το απόγευμα. Και στον Λευκό Πύργο. Η αποφασιστικότητά μας. Η οργή μας. Το Μένουμε Ευρώπη. [§] ΥΓ1. Δεν βλέπω να παραιτείται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν βλέπω να κάνει κάτι ηχηρό η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση. Δεν βλέπω να αμβλύνει τη δημοκρατικότητά της η Ευρώπη προλέγοντας τι ακριβώς μάς περιμένει. Ως εκ τούτου, αυτό που από μιας αρχής έτρεμα θα πραγματοποιηθεί. Το επιχειρούμενο «δημοκρατικό» πραξικόπημα (δημοκρατικό υπό την έννοια ότι το στίφος του Τσίπρα απέσπασε τη συμφωνία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού με το ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα) δεν θα σταματήσει στην έξοδο από το ευρώ και, αυτομάτως, στην αποπομπή της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που θα σημάνει αμέσως συντριβή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: θα σταματήσει με το κλείσιμο των συνόρων (και τη συνεπακόλουθη επιβολή στρατιωτικού νόμου, είτε ηθελημένου είτε από τρίτους, όπως γίνεται πάντα, χωρίς εξαιρέσεις, όταν οι μειοψηφίες επιβάλλονται στη θέληση των πολλών). Δεν θα ταχθώ στον αγώνα για το άνοιγμά τους επειδή ούτως ή άλλως είμαι προγραμμένος και, άρα, δεν έχω τίποτε να χάσω, αλλά επειδή έτσι μού επιβάλλει η συνείδησή μου. Και σ’ αυτό τον αγώνα δεν θα ’μαι μόνος.
Οι παρανοϊκοί δημοκρατικά εκλεγμένοι χουντικοί του Αλέξη Τσίπρα κινδυνεύουν από τον όχλο. Η Πολιτεία ας τους προστατεύσει. Σε περίπτωση που τελεσφορήσουν τα αποτρόπαια σχέδιά τους και η χώρα εκτραπεί από το μέλλον της αποκοπτόμενη από τηνΕυρωπαϊκή Ένωση ή/και από το ευρώ, οφείλουμε όλοι, κάθε Έλληνας, να γίνουμε ασπίδα απέναντι στο αγριεμένο πλήθος και να τους σώσουμε, ώστε να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη, να λογοδοτήσουν, και εν συνεχεία να εκτίσουν τις βαρύτατες ποινές τους στις ελληνικές φυλακές. Όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου. Η ζωή μας άλλαξε ανεπιστρεπτί. Κυρίως όμως άλλαξε η δική τους. Η Δημοκρατία κατισχύει πάντα διά της βίας των όπλων της.
Για ένα μάτσο κατευθυνόμενους παλιανθρώπους, η Ελλάδα καταστράφηκε. Για το ίδιο μάτσο κατευθυνόμενους παλιανθρώπους, και μάλιστα με την έγκριση της πλειοψηφίας πλέον του λαού, που απάντησε σε ένα ξεκάθαρο ερώτημα κλείνοντας το μάτι στον καθρέφτη, θα γυρίσουμε στις σπηλιές. Που φυσικά μάς αξίζουν. [§] Όλα τα χρόνια που μονομανιακά γράφω για τη λεγόμενη Κρίση, αποφεύγω συστηματικά να πω ότι, «Πρέπει να ζήσουμε την καταστροφή, μπας και βάλουμε μυαλό». Πέραν τού ότι είναι αφόρητο κλισέ (δηλαδή μια αφόρητη αλήθεια), δεν το κάνω για τρεις λόγους. Πρώτον, δεν είναι δίκαιο για όσους δουλεύουν σαν τα σκυλιά με το κεφάλι κάτω μια ζωή, μπας και προκόψουν. Ξέρω αγόρια και κορίτσια είκοσι χρονώ που καθένα τους αξίζει όσο όλα τα ανώνυμα παπαγαλάκια τού ΣΥΡΙΖΑ στο Twitterμαζί, αυτά τα γαμημένα φασιστάκια του κερατά, αποπαίδια του Κασιδιάρη. Δεύτερον, γιατί μισώ τις πολεμικές σκηνές, μισώ τα πολεμικά τοπία: η καταστροφή είναι πόλεμος, και μάλιστα χαμένος. Και, τρίτον, γιατί ούτε έτσι θα βάζαμε μυαλό. [§] Αλλά ότι μας αξίζουν οι σπηλιές, μια χαρά μάς αξίζουν. Δώσαμε το ελεύθερο σε ένα μάτσο κατευθυνόμενους παλιανθρώπους να καταστρέψουν τη χώρα: κοντά 12 εκατομμύρια ζωές: ντόπιους, ξένους, νέους, ηλικιωμένους, γερούς, αρρώστους, φτωχούς, επιχειρηματίες, ανθρώπους που βιώνουν κάθε μέρα ρατσισμό πάνω στο κορμί τους και άλλους που παλεύουν να τους αλλάξουν επίπεδο. Όλα πήγαν στράφι. Όλα. Δεν υπάρχει τέτοιο προηγούμενο στην Ευρώπη, και πιθανότατα πουθενά αλλού στον κόσμο. Ποτέ, και πουθενά. [§] Μόνη λύση, και δεν θα ’ναι η πρώτη φορά, θα αποδειχτεί —κατά 100%— η γενναιοδωρία των Μεγάλων Δυνάμεων. Αλλά δεν θα ζούμε πια με χαμόγελο, ούτε τότε. Ούτε τότε, ούτε μετά τη σωτηρία. Αυτό, ξεχάστε το. Όχι εντός συνόρων πάντως. Εξ ου και επαναλαμβάνω κι από δω, για πολλοστή φορά: η παραμονή εδώ δεν είναι γενναιότητα· συνιστά αποδοχή μετριότητας και πνευματική νωθρότητα. Φτάνει πια με τους δεσμούς με την πατρίδα. Δεν έχουμε πατρίδες, έχουμε μόνο ζωή. [§] Δεν έχω να πω τίποτε πια, κι ούτε όρεξη για στιλ. Δεν είναι ώρα για καμώματα τώρα. Κι όσα είχα να πω, τα ’πα όταν έπρεπε, μπας και πιάσουνε τόπο. Δεν πιάσανε. Τώρα, ό,τι μάς λεν οι Ειδήσεις. Βαρέθηκα. Κουράγιο.