Στήλες
Μιλώ συχνά για μια χώρα-ζόμπι, τη ζώνεκρη Ελλάδα που δεν πεθαίνει (όχ: δεν πεθαίνει, δεν το ’χει — δόξα Σοι) γιατί δεν είναι ικανή να ζήσει: να αναπτυχθεί, να μεγαλώσει, να ωριμάσει, να προικίσει τα παιδιά της. Ή, σε περιόδους Αριστερού εθνικιστικού παροξυσμού, για μια χώρα του Σρέντιγκερ, καθώς κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν, τη στιγμή που υποτίθεται πως κάποιοι πολεμούν για τα δίκαια αιτήματα του Κυρίαρχου Λαού, του απαυγάσματος αυτού τής οικουμένης, είναι ζωντανή ή νεκρή πίσω από τις κλειστές πόρτες ενός γραφείου συσκέψεων και διαχείρισης συνήθων βαλκανικών κρίσεων — συνήθως είναι και τα δύο, και νεκρή και σχωρεμένη… Αλλά από χθες, και καθώς άπαντες πλέον ομονοούν στο ότι πάει, γλιτώσαμε για τα καλά το Grexit (πιστεύω με απόλυτη σιγουριά το αντίθετο: σε λίγους μήνες θα τρέχουμε και δεν θα φτάνουμε, και εντέλει θα βγούμε από το ευρώ, δεν υπάρχει περίπτωση να τη γλιτώσουμε, τα επόμενα δύο χρόνια, και πολλά βάζω ας κοιτάξουμε να οργανώσουμε τα κελάρια μας με προμήθειες), υιοθετώ πλέον τον όρο Χώρα του Καθαρτηρίου. Όπως έχουμε ξαναπεί πολλές φορές, καιρός είναι να ασχοληθούμε με τη ζωή μας, έχουμε δουλειές να τρέχουν, πολλές και όμορφες δουλειές, και ούτως ή άλλως δεν μας άκουγε ποτέ κανείς. Ούτε τώρα θα μας ακούσει. Και, ναι και πάλι ναι, είναι αλήθεια: θα ζούμε αιωνίως στη Χώρα του Καθαρτηρίου. Ούτε στην Κόλαση της δραχμής, ούτε στον Παράδεισο της σοσιαλφιλελεύθερης ευρωπαϊκής παράδοσης. Εδώ θα μείνουμε. Στη χώρα τού ΣΥΡΙΖΑ. Στη χώρα του λαϊκισμού. Ήμαστε ανέκαθεν μέτριοι και χλιαροί, άλλωστε. Μια ζωή θα τυραννιόμαστε να βρούμε τον Κύκλο μας στην Κόλαση, και μια ζωή θα μας κρατά ένα στρογικό χέρι στο βούρκο της χαμοζωής.
Η NASA χρειάζεται λεφτά. Πολλά λεφτά. Και κυρίως για προγράμματα που μπορεί μεν αύριο (όπου αύριο μπορεί να σημαίνει μετά από 5, 10, 50, 100 χρόνια…) να αλλάξουν τον κόσμο όπως τον ξέρουμε, αλλά που σήμερα δεν λένε τίποτε σε κανέναν πιθανό χρηματοδότη. Ή λένε απλώς ψιλοπράγματα. Ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος πάντα σε έναν τέτοιο πελώριο οργανισμό είναι ακριβώς αυτό: να βρεθούν και άλλοι, περισσότεροι πόροι, να ανακαλυφθούν νέες πηγές χρηματοδότησης, να εξοικονομηθούν κι άλλα λεφτά. Το Διάστημα, δηλαδή το μέλλον του ανθρώπου, διότι περί αυτού πρόκειται, είναι μια δαπανηρή επιχείρηση — κάποια εποχή θα βγάλει τα λεφτά του και με το παραπάνω, όχι γιατί το μέλλον μας είναι στα άστρα αλλά γιατί εκεί θα βρεθεί η δυνατότητα παραγωγής φτηνής ενέργειας για όλους, όμως μέχρι τότε ελάχιστοι θα ξέρουν πόσα πειράματα, ανακαλύψεις και καθημερινής χρήσης εφευρέσεις —στην ιατρική, στη μηχανολογία, στα κινητά, στις τηλεοράσεις κλπ. κλπ.— οφείλονται σ’ αυτό που λέμε Έρευνα του Διαστήματος. Εξ ου και η NASA έχει καταχαρεί με την επιτυχία του φιλμ Η διάσωση, του πολύ σπουδαίου και πολύ αγαπημένου Ρίντλεϊ Σκοτ, μια αξιοπρεπή παραγωγή που διαφημίστηκε σοβαρά και επαγγελματικά επί πολλούς μήνες, ακριβώς για να έχει την επιτυχία που σημειώνει σήμερα — επιτυχία που θα συνεχιστεί μέχρι και τις Γιορτές. Ακριβώς χάρη στην ταινία αυτή, άλλωστε, έγινε και η περίφημη ανακοίνωση περί απτών αποδείξεων για τρεχούμενο νερό στον Άρη, κάτι που μπορούσε να γίνει κάποιους μήνες πριν, ή και κάποιους μήνες μετά: η ανακοίνωση προηγήθηκε λίγες μόνο ημέρες της παγκόσμιας πρεμιέρας τού Martian. Σοφό. Η NASA θέλει να γίνει ελκυστική. Σαν εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, ή σαν το ΗΒΟ. [§] Η ταινία, πάλι, βασίζεται σε ένα βιβλίο. Σε ένα βιβλίο όμως που δεν ξεκίνησε να γράφεται για να γίνει βιβλίο. Ο AndyWeirέγραφε για το κέφι του ένα blog, κεφαλαιάκι το κεφαλαιάκι, και όποτε το θυμόταν. Μορφωμένο παιδί και κλασικός nerdκαι geek μαζί, δεν έγραφε τίποτε στην τύχη —συμβουλευόταν πάντα την πιο σύγχρονη βιβλιογραφία—, εκτός από το ίδιο του το βιβλίο-που-δεν-ήταν-βιβλίο. Κάποια στιγμή μάλιστα το σταμάτησε, γιατί είχε και δουλειές, αλλά οι αναγνώστες της Σελίδας του τον πίεσαν να συνεχίσει: το έκανε με μισή καρδιά, κατόπιν ξαναπήρε θάρρος, και μετά — μετά κάποια στιγμή η παράλογη ιστορία που είχε στο μυαλό του τελείωσε. Θα την ξεχνούσε, αν και πάλι δεν τον πίεζαν πολλοί να συγκεντρώσει όλο το χύμα υλικό σε ένα μέσον. Το έκανε: έφτιαξε κάτι σαν e-book. Το έβαλε κατόπιν νέων πιέσεων και υποδείξεων και στο Amazon: κανείς μπορούσε να το κατεβάσει και να το διαβάσει για ένα δολάριο. Και μετά — μετά ένας εκδοτικός Οίκος ενδιαφέρθηκε. Στα σοβαρά. Ο Άντι είπε, Οκέι, δεν βαριέσαι; Τα συμβόλαια υπογράφτηκαν, και το βιβλίο βγήκε. Και έγινε παγκόσμιο μπεστ-σέλερ. Μεταφράστηκε παντού. (Στη χώρα μας κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος). Και τώρα έγινε ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ. [§] Και φυσικά το πράγμα θα ’χει και συνέχεια: χάρη σ’ αυτόν τον nerdκαι geek μαζί, θα συγκεντρωθούν χρήματα που αύριο θα δώσουν ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους: θα φτιαχτούν φάρμακα, θα βρεθούν θεραπείες, νέοι επιστήμονες θα τρέχουν να γραφτούν στις λίστες υποψηφίων αστροναυτών για τις επανδρωμένες αποστολές στον Άρη. Τρομερές ανακαλύψεις θα ακολουθήσουν. Χάρη σ’ αυτόν όλα αυτά; Ναι, χάρη σ’ αυτόν.

Είδα τη φωτογραφία τού Associated Press, που δείχνει τους δύο πρόσφυγες —βαρύς εκείνος, γερός, εκείνη φαίνεται μια σταλιά δίπλα του, με μια μαντίλα στα μαλλιά, και με το χέρι της που πάει να του χαϊδέψει το κεφάλι να στέκεται για μια αιώνια στιγμή στον αέρα, σαν νεύμα χαιρετισμού, ή και νίκης—, βρεγμένους-μούσκεμα ακόμη από τη θάλασσα, μα έχοντας πατήσει στεριά, μια φορά, μετά από ένα ταξίδι εφιαλτικό και λυτρωτικό μαζί, εφιαλτικό και λυτρωτικό μαζί, να φιλιούνται στο στόμα. Και νομίζω πως δεν χρειάζεται να πούμε πια τίποτε άλλο εμείς. Εμείς που όλο μιλάμε, μιλάμε, που όλο μιλάμε και όλο διορίζουμε τις απόψεις μας προϊσταμένους και δικαίους επόπτας των άλλων. [§] (Πόσο πολύ σάς αγάπησα ποτέ δεν θα το μάθετε).

Εξακολουθώ να μην μπορώ να συλλάβω, να μην μπορώ να δεχτώ, να μην μπορώ να χωνέψω το γεγονός ότι όλοι αυτοί που επί σειρά ετών μάς έβριζαν, μας απειλούσαν, μας χλεύαζαν, μας περνούσαν γενεές δεκατέσσαρες, όντας τόσο σίγουροι πως η αφιονισμένη πίστη τους στον ΣΥΡΙΖΑ και στις γελοιότητες που ευαγγελιζόταν είχε βάση αληθείας (γιατί, απίστευτο-ξεαπίστευτο, στ’ αλήθεια είχαν πειστεί — νέοι άνθρωποι, τι να πεις…), από τη μία, και, από την άλλη, πως είχαμε άδικο σε όσα πολύ-πολύ απλά και προφανή λέγαμε και πως, άρα, ήμαστε μίσθαρνα όργανα του σκότους και της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ κλπ. κλπ., όλα αυτά τα παλαβά που έλεγε και ο Λιακόπουλος δηλαδή απευθυνόμενος στη θεία μου την ανοϊκή, κανείς από δαύτους, λέω, δεν έχει βγει, με καμία εξαίρεση, να μας ζητήσει συγγνώμη. Ένας. Ένας! Και όχι δημόσια, προς Θεού. Με ένα προσωπικό μήνυμα, με δυο κουβέντες στα κρυφά, με ένα «meaculpa», με ένα «σόρι, ρε φίλε», με κάτι. Ούτε ένας. Ούτε ένας! Το πιστεύετε; Δεν είναι αστείο, ούτε έχει παρατηρηθεί πουθενά αλλού. Και είναι πολύ περισσότερο, πολύ παραπάνω από παράλογο. Παρά ταύτα, είναι μια σταθερή, αδιάψευστη αλήθεια. Και όλοι ξέρουμε ποια αλήθεια είναι αυτή, και τι κρύβεται βαθιά μέσα στην καρδιά της: αυτό το πράγμα, αυτή η αρρώστια που μας έφερε εδώ, αυτό το σαράκι που διάλυσε το παν, και που θα διαλύσει αύριο ακόμη και αυτά τα ερείπια που (θα φτάσει στιγμή να καταλάβουμε όλοι ότι) πάνω τους ζούμε (γιατί ακόμη δεν ήρθε ο λογαριασμός). Πες το ελληνική ιδιαιτερότητα, πες το διαρκή εμφύλιο μιας χώρας με δοτό παρελθόν και με μηδενική ιστορία, πραγματικά δεν με νοιάζει. Το μόνο που με νοιάζει είναι που φίλοι μου με τρομερό έργο στις πλάτες τους μεταμφιέζονταν με καπέλα και γυαλιά πέντε χρόνια τώρα για να κυκλοφορήσουν στο κέντρο της Αθήνας. Και κανείς δεν τους ζήτησε συγγνώμη μετά την πρώτη επταμηνία τής ΠΦΑ, έστω και για τους τύπους. Και ακόμη μεταμφιέζονται. Ακόμη κινδυνεύουν.
Κοιτάξτε να δείτε, δεν γινόμαστε ρεζίλι στους ξένους. Εν πάση περιπτώσει, όχι στους ξένους που βάζουν τις υπογραφές τους για να εισρέουν πόροι στη χώρα, απ’ αυτούς που μας κρατούν ακόμη στη ζωή, μιας και τα δικά μας έσοδα δεν φτάνουν ούτε για ένα πρόγευμα της προκοπής, για μια μπουγάτσα με κακάο για όλους. Ούτε με τον Τσίπρα ρεζιλευόμαστε, ούτε με τον Καμμένο. Γιατί; Γιατί οι περί ων τούς ξέρουν. Ξέρουν τον Τσίπρα, ξέρουν και τον Καμμένο. Και ξέρουν κι εμάς: ξέρουν ποιοι είμαστε και ξέρουν γιατί τούς θέλουμε, γιατί θέλουμε ειδικά αυτούς να ’ναι στα πράγματα και ναπαριστάνουν τον Αστερίξ και τον Οβελίξ. Μας ξέρουν καλά αυτοί οι συγκεκριμένοι ξένοι: μας γέννησαν. Κανένα ρεζίλι λοιπόν με τα σακάκια δοσατζή του Τσίπρα και με τα αγγλικά των ’80sστην Αντίπαρο, ούτε με τα εθνικοσοσιαλιστικά κωμειδύλλια του αλλουνού. Τα ξέρουν όλα αυτά, και τα περιμένουν. Και τις παρελάσεις περιμένουν, και το παπαδαριό περιμένουν, και το σκίσιμο των νομοσχεδίων που θα ρύθμιζαν θέματα ανθρωπίων δικαιωμάτων και ισότητας περιμένουν, και τον Λεωνίδα με φουστανέλα και ανοιχτό γελέκο περιμένουν, και όλο αυτό το απέραντο κιτς. Τους γέννησαν αυτούς. Μην ανησυχείτε λοιπόν: δεν γινόμαστε ρεζίλι σ’ αυτούς τους ξένους. Η δουλίτσα θέλουν να γίνει, γιατί μάς λυπάται το φυλλοκάρδι τους πρώτον, και γιατί πρέπει να ξανασταθούμε στα πόδια μας σαν αγορά δεύτερον. Το πρόβλημά τους έγκειται, βέβαια, στο ότι δεν πάει ο νους τους στο ενδεχόμενο να τρελαθεί ο Οβελίξ και να πάει να καταλάβει τη Σμύρνη με τα Σινούκ, ή πολύ πιο εύκολα να συνεχίσει τα καταστροφικά δραχμικά του σχέδια ο Αστερίξ, που τα ’χει κάτι μήνες τώρα στο μούσκιο και τα πεθύμησε: τα λαχτάρησε. Και δεν πάει ο νους τους, γιατί, μολονότι τούς γέννησαν, βλέπουν το θέμα τους όπως εμείς τα κατοικίδιά μας: ανθρωποκεντρικά. [§] Στους ξένους που δεν βάζουν υπογραφές στα χαρτιά, στους ξένους που έρχονται στη χώρα, που συνεργάζονται μαζί σας, που διαβάζετε τα ίδια περιοδικά μ’ αυτούς, ναι — σ’ αυτούς γινόμαστε ρεζίλι. Καθημερινώς. Λυπάμαι, δεν υπάρχει σωσμός απ’ αυτό. Μόνο η αλλαγή υπηκοότητας θα σας βοηθούσε κάπως.
Σήμερα το Ημερολόγιο Γεφύρας κλείνει μισό χρόνο εδώ στο TBJ —πιάσαμε κουπί την 1η Απριλίου—, κι αν είναι κάτι που μου φαίνεται άξιο επισήμανσης δεν είναι το γεγονός ότι άλλαξε μορφή, με το να γίνει πιο «πολιτικό», ας πούμε, και πιο άμεσο, και να μην ασχολείται με όλα αυτά που ασχολούνταν όταν ξεκίνησε, κάνοντας δηλαδή μια προσωπική ανασκόπηση της ημέρας είτε απασχολούμενο με ποικίλα γεγονότα και εκφάνσεις του βίου, αλλά το γεγονός καθαυτό ότι χρειάστηκε να αλλάξει, μολονότι ήξερα πολύ καλά τι μας περίμενε — ή καλύτερα: μολονότι φοβόμουν για όλα όσα μάς περίμεναν. Εν τοιαύτη περιπτώσει λοιπόν, γιατί ξεκινήσαμε αλλιώς, αντί εξαρχής να αρχίσουμε να φωνάζουμε; Αυτό είναι το σωστό ερώτημα. Νομίζω, για δύο λόγους. Ο ένας είναι προφανής και έχει να κάνει με αυτό που συχνά σημειώνω και εδώ και αλλού: ότι κανείς θέλει να πιάνεται από νήματα αισιοδοξίας, από μικρές φωτεινές χειρολαβές για να μην πέσει. Συχνά, τις δημιουργεί ο ίδιος. Συχνότερα, ακόμη κι εμείς οι χειρότεροι εκλογικεύουμε με ηδονή, αρνούμενοι, όχι να δούμε, αλλά να αποδεχτούμε τις μεγάλες φρικτές αλήθειες. Κάνουμε κάπως σαν τους φυλακισμένους που λένε ανέκδοτα: όταν τα λένε, γελούν όπως εμείς οι απέξω, δεν γελούν «φυλακισμένα». Ο άλλος λόγος είναι γιατί, ακριβώς, μούδιασα κι εγώ όπως όλοι από την επαλήθευση των φόβων μου, που ήρθαν με την κατάληξη της ψευδούς διαπραγμάτευσης, που ήταν η επιλεγμένη από τους Τσίπρα και Σία οδός προς τη δραχμή, όπως οι ίδιοι έχουν πει και ξαναπεί (λες και δεν το ξέραμε). Η απεγνωσμένη απόφαση της κυβέρνησης να εφαρμόσει capital controls (το αντίθετο θα έφερνε τα τανκς, μη γελιόμαστε) μας τσάκισε όλους, τόσο καθαρά οικονομικά (και δεν μιλώ για την τσέπη μας εδώ, μιλώ για την οικονομία, την ανεργία, την ύφεση, και για το θολό φάντασμα της ανάπτυξης) όσο και ψυχολογικά: ουσιαστικά, μας φώναξε μες στα μούτρα ότι έπρεπε να πάψουμε ακόμη και να κάνουμε πλάκα με τα χάλια της χώρας. Κατά τον ίδιο τρόπο που όλοι όσοι έχουμε μισό δράμι μυαλό στο κεφάλι μας δεν κάνουμε ποτέ πλάκα και αστειάκια με τη συμμορία του Μιχαλολιάκου. Γι’ αυτό άλλαξε το Ημερολόγιο Γεφύρας, κι όχι για άλλο λόγο: πέταξε τη μεταμφίεσή του. Και γι’ αυτό σκοπεύει να την ξαναφορέσει: γιατί αλλιώς θα πνιγεί, πρώτον, και γιατί είναι απελπιστικά, απελπιστικά αδύναμο και μόνο, δεύτερον. Φίλε αναγνώστη, εδώ είμαστε μοναχά οι δυο μας — δεν μας κάνει παρέα, και δεν μας συνερίζεται, άλλος κανείς. Παραδώσου κι εσύ, δεν αξίζει.
Δεν είναι ότι θα κλείσει η γιγάντια επένδυση στις Σκουριές, μια εξορυκτική βιομηχανία που εκμεταλλεύεται τον πλούτο του υπεδάφους εκεί, στη βορειοανατολική Χαλκιδική, όπως γίνεται κάτι χιλιετίες τώρα. Δεν είναι καν που θα χάσουν τη δουλειά τους οι 2.000 άμεσα εργαζόμενοι εκεί, και οι 3.000 επιπλέον εξωτερικοί συνεργάτες της Ελληνικός Χρυσός. Είναι που θα έχει νικήσει το δίδυμο λαϊκισμός-κρατισμός, με όχημα μία ψευδεπίγραφη οικολογική ευαισθησία —που ούτε οικολογική είναι, ούτε ευαισθησία, όπως θα καταλάβουν σύντομα οι τυφλοί υποστηρικτές του—, που στηρίχτηκε πάνω σε ψέματα, τερατολογίες και ωμή πεζοδρομιακή προπαγάνδα. Κι είναι και κάτι ακόμη, αφόρητο και βαρύ, που θα μας στοιχειώσει: η αποχώρηση της καναδικής Eldorado Gold από την Ελλάδα θα είναι η ταφόπλακα κάθε ξένης επένδυσης εδώ, τουλάχιστον μέχρι να ξεχαστεί ακόμη και η σκιά τού ΣΥΡΙΖΑ και της εξωκοινοβουλευτικής μιλίτσιας που τον στήριζε. Κανείς πια δεν θα εμπιστεύεται αυτό το λουδιτικό κράτος-παρία. Κι όσο για ελληνικές επενδύσεις, θυμίζω ότι δεν έχουμε παρά μόνο για καφέ, που βέβαια είναι αξιοπρεπέστατες οικογενειακές επιχειρήσεις. Ίσως η Γιάνα μόνο να μπορεί να κάνει κάτι (άντε ένας ακόμη: αυτός που ακούγεται), και κάτι μού λέει ότι πράγματι θα κάνει: εκεί ακριβώς, στη βορειοανατολική Χαλκιδική. Η δραχμή, άλλωστε, κοντοζυγώνει. Ευκαιρία δεν είναι;
Πήγα αργά χθες για σουβλάκια με τον Αρσέν, κι έξω από το γυράδικο ήταν ένας άλλος σκύλος, αδέσποτος, μεγάλος, που ο Αρσέν άρχισε να του γαβγίζει από την πρώτη στιγμή για να φύγει, και συνέχισε να του φωνάζει όσο περιμέναμε στην ουρά, και πράγματι, αφού τον κοίταξε μία στα μάτια, ο ξένος σκύλος σηκώθηκε αργά-αργά και απομακρύνθηκε, μ’ αυτό το βαρύ βήμα που έχουν οι μεγάλοι αδέσποτοι σκύλοι, και κανείς δεν στενοχωρήθηκε μ’ αυτό απ’ όσους κάθονταν στα τραπεζάκια, ίσα-ίσα που απαλλάχτηκαν από δαύτον, και αν μη τι άλλο έπαψε και το μικρό χαριτωμένο σκυλάκι να γαβγίζει τώρα που εξέλιπε ο λόγος, και πράγματι έπαψε να είναι ταραγμένος ο Αρσέν, ξέχασε αμέσως το περιστατικό και στήλωσε όλη του την προσοχή, πια, στο μαχαίρι του ψήστη που έκοβε το γύρο, και στο βοηθό του που τύλιγε τα σουβλάκια, και σε μένα που πλήρωνα και έπαιρνα τη σακούλα με το φαγητό (την τροφή) για να γυρίσουμε σπίτι, και στα πεταχτά βήματα που κάνει ο ίδιος όταν έχει ένα σαφή προορισμό, και τον ξέχασε μια για πάντα, το μυαλό του ήταν γεμάτο από τον προορισμό μας και το λαχταριστό φαγητό που τον περίμενε, και η αλήθεια είναι πως κι εγώ τον ξέχασα τον ξένο σκύλο, μα βέβαια κάπου εκεί, στις σκιές, κρυμμένος πίσω από τους κάδους των σκουπιδιών, σε μια γωνία, ο μεγάλος αδέσποτος σκύλος εξακολουθούσε να υπάρχει, και εξακολουθεί ακόμη να υπάρχει, και να περιμένει, και να στέκει ανέκφραστος και σοβαρός, και να πεινάει. Κι αυτός δεν ξέχασε: αυτός θυμάται.
Καθώς οι ημέρες που θα βρουν τους συνταξιούχους μας —μιας και αυτοί δίνουν πάντα το στίγμα, και τον τόνο, και το σύνθημα του τρόμου— να μην ξέρουν αν θα πληρωθούν από τις τράπεζες, και, αν τυχόν ναι, ή ίσως, ή μπορεί, σε πόσες δόσεις των πόσων ευρώ, σε πόσες μικροδόσεις ταλαιπωρίας και πικρίας και ελπιδοφόρου αναμονής, καθώς, λέμε, πλησιάζουν ξανά εκείνες οι ημέρες, και με μεγάλα βήματα (μεγάλα αλλά όχι βαριά: αλαφροπατώντας, αλαφροπατώντας έρχονται κατά δω, μην τυχόν και διακόψουν τη μετεκλογική μας χαύνωση), καθώς, αναγκάζομαι να επαναλάβω, πλησιάζουν, ήτοι —βεβαίως-βεβαίως— ακόμη δεν είναι εδώ, ακόμη δεν ξανάρθαν, μπορούμε άρα να περάσουμε μία ανέφελη (μεταφορικώς) Κυριακή, να —φέρ’ ειπείν— ξεφυλλίσουμε τις εφημερίδες μας, να μασουλήσουμε το μπισκότο μας, να πιούμε τον ωραιότατο καφέ μας κοιτώντας έξω από την τζαμαρία του μπαρ τις φθινοπωρινές στάλες να χορεύουν τον ίδιο παλιό, τον ίδιο χαριτωμένο χορό της εποχής —που κάθε φορά μοιάζει καινούριος, και ξένος, και που από καμιά φορά μάς εκπλήσσει κιόλας, ω! βρέχει, βρέχει, κοίτα εκεί μια θαμπή υδάτινη λαμπρότητα—, να ξεφυλλίσουμε τις εφημερίδες μας, λέω, να πιούμε τον καφέ μας, να χαζέψουμε τη βροχή και να κόψουμε άλλο ένα εισιτήριο στο Πανηγύρι της λατρεμένης και υπερκιτσάτης Αμεριμνησίας μας. Ακόμη αργούν εκείνες οι ημέρες, φίλοι και συμπατριώτες, ακόμη αργεί ο Νοέμβριος, ακόμη δεν μπήκε καν ο Οκτώβριος! Ζούμε ακόμη, και ζούμε εν αθωότητι.
Βέβαια, όλο αυτό είναι κάτι που γέννησε ο νους μου. Δεν είναι αλήθεια. Αλλά παρατηρώ τον τελευταίο καιρό (πότε να άρχισε;) πως οι ζητιάνοι εδώ στην πόλη —δεν ξέρω για αλλού— έχουν αλλάξει: σήμερα είδα αυτή τη γυναίκα-νάνο, μάλλον γύρω στα πενήντα με εξήντα, με τα χρυσά ή μπακιρένια δόντια, τα μικροσκοπικά χέρια που κρατούσαν ένα τσιγάρο και τα ποδαράκια που σου φαινόταν πως δεν την κρατούσαν καλά· ωστόσο περπατούσε εντέλει, με ένα χοροπηδηχτό βήμα, σαν της μαριονέτας, μέχρι που χάθηκε· χθες και προχθές έπεσα επάνω σ’ αυτό τον άντρα της απροσδιόριστης ηλικίας που δεν έχει καθόλου πόδια και προχωρά ταχύτατα με δυο πατερίτσες φτιαγμένες από αλλοπρόσαλλα υλικά: ένα σώμα, ένα κεφάλι, δυο χέρια — δεν μοιάζει να έχει χάσει σε ατύχημα ή στον πόλεμο τα πόδια του ή να γεννήθηκε έτσι, μοιάζει κομμένος στη μέση, σαν από μπαλτά· έπειτα είναι αυτοί οι ημίγυμνοι άντρες (συνήθως διπλώνουν τη φανέλα τους πάνω από την κοιλιά ώς το στήθος), λιπόσαρκοι, με τα πλευρά τους να ξεχωρίζουν, ξεδοντιασμένοι, αξύριστοι πολλές ημέρες, με μάτια να γυαλίζουν, που σέρνουν μπόγους παραγεμισμένους άγνωστο με τι· είναι ακόμη τα χωλά παιδιά, εκείνο που μοιάζει με αράχνη —αν και, με έναν περίεργο τρόπο, καλοντυμένο και καλοχτενισμένο—, με τα στρεβλωμένα άκρα, που αποστρέφεις το βλέμμα φοβισμένος αν τύχει και το κοιτάξεις να βαδίζει, και το άλλο με τους διαλυμένους ταρσούς και τα γυρισμένα τα μέσα έξω σφυρά, ή το παχύσαρκο κορίτσι με τους υπερμεγέθεις μηρούς που το τσουλάει ένας μελαχρινόςάντρας με πολύ αραιά ξανθά μαλλιά και πληγές στο κρανίο, ίσως ο πατέρας του, ίσως ένας θείος, πάνω σε ένα παλιό καρότσι του σουπερμάρκετ, ειδικά διαμορφωμένο για να μεταφέρει παιδιά με τέτοια απρόβλεπτα παθήματα· και οι πολλοί γέροι, βέβαια, με τα γεμάτα ουλές πρόσωπα, όπου χάνονται τα μάτια, οι μύτες, και όλα τα χαρακτηριστικά, μέσα στις ρυτίδες και τις παλιές πληγές που μοιάζουν φτιαγμένες με σαδισμό αυτόχειρα — οι ζητιάνοι έχουν αλλάξει, και μοιάζει να περιμένουν, δεν ξέρω τι. Δεν ξέρω ούτε από πού ήρθαν. Είναι λες και ένας περιοδεύων θίασος παραδοξοτήτων να φαλίρισε και να άδειασε εδώ τις ατραξιόν του. Δεν ξέρω, δεν ξέρω. [§] Βέβαια, όλο αυτό, αυτό το συμπέρασμα εννοώ, που δεν είναι καν συμπέρασμα, είναι κάτι που γέννησε ο νους μου. Δεν είναι αλήθεια. Δεν ξέρω την αλήθεια γύρω από τους καινούριους ζητιάνους της πόλης. Άλλωστε, δεν ζητιανεύουν καν.
Η στήλη δεν θα ανεβάσει περιεχόμενο σήμερα, αντιδρώντας στο διορισμό της Ξουλίδου στο υπουργείο Παιδείας. Θα μπορούσε, και ενδεχομένως θα έπρεπε, να το κάνει και για άλλους διορισμούς στην εθνικοσιαλιστική Κυβέρνηση, αλλά νισάφι — ώς εδώ. Ντροπή. Ουαί!
Έχουμε μία Κυβέρνηση δραχμική, αντιδυτική και απροκάλυπτα συντηρητική και οπισθοδρομική, και φυσικά ικανότατη να πάρει από το χέρι (ή μάλλον: από το σβέρκο) την Ελλάδα και να τη βγάλει από το επάρατο ευρώ, από την καπιταλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ιμπεριαλιστική Δύση την ίδια βάσει του οργανωμένου της σχεδίου — ικανότατη, επαναλαμβάνω (σαν βλάκας εδώ και μήνες, με κάτι άλλους γραφικούς), εξαιρετικά ικανή ως προς αυτό, και ταυτόχρονα τόσο ηλίθια, τόσο αγράμματη και απολίτιστη, που δεν ήξερε καν πως ό,τι γράφει δεν ξεγράφει στο Ίντερνετ. (Αν και στην περίπτωση του καρτουνίστικου φασιστομπετόβλακα Χαϊκάλη το είχε αντιπαρέλθει). Αναφορικά με το πρώτο, με την προσάρτηση στο ρωσικό άρμα δηλαδή, του στρατηλάτη μαφιόζου Πούτιν, ευελπιστώ πάντα στη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων: είναι οι ίδιες που μας κρατούν πάντα στα πόδια μας, και εν ζωή, εδώ και κοντά δυο αιώνες τώρα (όσο υπάρχουμε δηλαδή: γιατί πριν δεν υπήρχαμε — λυπάμαι για τη διαδεδομένη παρανόηση), με κάποια διαλείμματα, βεβαίως-βεβαίως, ελληνικότατης λεβεντιάς. Όσον αφορά, πάλι, το δεύτερο… όσον αφορά το δεύτερο δεν ξέρω τι να πω. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί, ανά πάσα ώρα και στιγμή. Οτιδήποτε. Το freak show του Τσίπρα και του Καμμένου είναι δω, ενωμένο-δυνατό. Από δαύτους, και από τη συνδυασμένη μωρία τους, και απ’ την αμορφωσιά τους, όχι οι Μεγάλες Δυνάμεις, ούτε ο ίδιος ο Κύριος των Δυνάμεων μπορεί να μας σώσει.