Ann Carson
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΟι παλιές λέξεις της Ανν Κάρσον
Το Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Ανν Κάρσον μάς προσφέρει μια ευκαιρία να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει ζωντανή σχέση με την κλασική αρχαιότητα. Στην Ελλάδα το ερώτημα είναι επίκαιρο, ακριβώς επειδή μοιάζει αυτονόητο. Έχουμε μάθει να επικαλούμαστε τους αρχαίους, να τους τιμούμε, να τους επιστρατεύουμε ως πιστοποιητικά πολιτισμικής καταγωγής – την ίδια στιγμή που σε γενικές γραμμές η εκπαίδευση αδυνατεί να τους διδάξει ουσιαστικά και η κοινωνία να χρησιμοποιήσει το πνεύμα τους πρακτικά, πέραν μιας αυτάρεσκης επίκλησης ενός κλέους που δεν καθρεφτίζεται στις ζωές μας.
Η βράβευση με Νόμπελ λογοτεχνίας της Ανν Κάρσον είναι η σημαντικότερη των τελευταίων χρόνων στο πεδίο της λογοτεχνίας. Για πολλούς λόγους – αλλά κυρίως για έναν: επειδή η προσέγγιση της ποιήτριας, μεταφράστριας και μελετήτριας στην κλασική αρχαιότητα, βαθιά και στοχαστική, στηρίζεται στη μελέτη και όχι στους συρμούς, στις μόδες. Δεν αναχαράζει ετοιματζίδικα πράγματα. Είναι ταγμένη στην περιπέτεια της γλώσσας και των ιδεών μέσω της οποίας εκφράζονται, όχι στην τακτοποίησή τους.
Η Κάρσον γνωρίζει την αρχαία ελληνική γραμματεία με την ακρίβεια μιας επιστήμονα που διακονεί τις χειμαζόμενες ανθρωπιστικές σπουδές, συμπληρούμενη από την ανησυχία της ποιήτριας. Μια λέξη, μια συντακτική δυσκολία, ένα σωζόμενο σπάραγμα μπορούν να γίνουν αφετηρία ενός ποιήματος, ενός δοκιμίου, μιας απροσδόκητης αφήγησης. Η φιλολογική γνώση τής επιτρέπει να αναγνωρίζει τις αποστάσεις. Η ποιητική φαντασία τής επιτρέπει να δουλεύει μέσα τους. Στη συνάντησή τους, το αρχαίο κείμενο αποκτά τη δύναμη να διαταράσσει τις σημερινές μας βεβαιότητες.
Στο Έρως ο γλυκόπικρος (μετάφραση: Ανδρονίκη Μελετλίδου, Δώμα), η εμπειρία του έρωτα, όπως εκφράζεται στην αρχαιότητα και μεταφέρεται στις μέρες από διάφορους πολιτισμούς και κουλτούρες, γίνεται εργαλείο σκέψης. Η γλυκύτητα και η οδύνη της επιθυμίας συνδέονται με την απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που επιθυμεί και στο αντικείμενο της επιθυμίας του. Αυτή η απόσταση κινεί τη σκέψη και τη γλώσσα. Διαβάζοντας δημιουργικά τους αρχαίους, η Κάρσον εξετάζει μια εμπειρία απολύτως οικεία, η οποία εξακολουθεί να αντιστέκεται στις εύκολες εξηγήσεις μας. Η αρχαιότητα δίνει βάθος στο παρόν χωρίς να εξαλείφει την αμηχανία του.
Στην Αυτοβιογραφία του κόκκινου (μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός, Πατάκη), ο Γηρυόνης, το τέρας που σκοτώνει ο Ηρακλής, αποκτά εσωτερική ζωή. Από τη θραυσματικά σωζόμενη Γηρυονηίδα του Στησιχόρου γεννιέται μια σύγχρονη ιστορία ενηλικίωσης, επιθυμίας και τραύματος. Το κόκκινο φτερωτό αγόρι φωτογραφίζει, ερωτεύεται, πληγώνεται. Ο αναγνώστης καλείται να σταθεί στη θέση εκείνου που η ηρωική αφήγηση προορίζει για εξόντωση. Η μετατόπιση φωτίζει την ευκολία με την οποία αποδεχόμαστε τη διανομή των ρόλων: ποιος δικαιούται να είναι ήρωας, ποιος καταδικάζεται να εμφανίζεται ως τέρας.
Τέτοιες μεταμορφώσεις απαιτούν κρίση. Κάθε δημιουργός που χρησιμοποιεί ένα αρχαίο κείμενο μπορεί να το υποτάξει στις ανάγκες του, να το κάνει πρόθυμο εκπρόσωπο των απόψεών του. Η ελευθερία της διασκευής δεν απαλλάσσει από την ευθύνη της ανάγνωσης. Στην Κάρσον η ένταση ανάμεσα στη γνώση και στην επινόηση μένει ορατή. Ο πειραματισμός της έχει στόχο να δημιουργήσει καινούργιες δυνατότητες έκφρασης, διατηρώντας την αντίσταση του υλικού που χρησιμοποιεί. Αυτή η αντίσταση είναι μέρος της λογοτεχνικής του αξίας.
Στο Antigonick (αμετάφραστο ακόμα στην Ελλάδα), η τραγωδία του Σοφοκλή περνά μέσα από μια γλώσσα απότομη, σύγχρονη, με αναχρονισμούς που αιφνιδιάζουν. Η σύγκρουση γύρω από τον νεκρό, το νόμο και την εξουσία αποκτά νέα ακουστική. Το εγχείρημα μπορεί να ενοχλήσει όσους περιμένουν από τη μετάφραση διακριτικότητα. Μας υποχρεώνει όμως να σκεφτούμε τι διασώζει μια μετάφραση: τις λέξεις, τον ρυθμό, την ιστορική απόσταση ή τη δύναμη του έργου να ενοχλεί σήμερα;
Το βλέπουμε στις μεταφράσεις της Σαπφώς, στο If Not, Winter. Τα χάσματα των αποσπασμάτων παραμένουν εμφανή. Η σελίδα μάς επιτρέπει να αντιληφθούμε και όσα χάθηκαν, να αισθανθούμε τα όρια της πρόσβασής μας. Χρειάζεται αυτοπεποίθηση για να παραδέχεσαι ότι κάτι δεν μπορεί να αποκατασταθεί. Και χρειάζεται εμπιστοσύνη στον αναγνώστη για να του προσφέρεις ένα κενό, αντί να το γεμίσεις με μια καθησυχαστική συνέχεια. Η ελλιπής γνώση μπορεί να είναι αφετηρία δημιουργίας, αρκεί να αναγνωρίζεται ως ελλιπής.
Στο Nox, αυτή η εμπειρία γίνεται προσωπικό πένθος. Η ελεγεία του Κάτουλλου για τον νεκρό αδελφό του συναντά τον θάνατο του αδελφού τής Κάρσον. Λατινικές λέξεις, φωτογραφίες, επιστολές και αναμνήσεις συνθέτουν ένα βιβλίο που ξεδιπλώνεται σαν αρχείο απουσίας. Η μετάφραση αποκτά τη μορφή μιας προσπάθειας να πλησιάσεις έναν άνθρωπο που παραμένει απρόσιτος. Η κλασική γραμματεία προσφέρει μια γλώσσα γι’ αυτή την προσπάθεια, χωρίς να υπόσχεται ότι θα θεραπεύσει την απώλεια.
Εδώ βρίσκεται η αξία χρήσης της αρχαιότητας. Οι παλιές λέξεις είναι εξίσου σύγχρονες λέξεις, αφού τα παλιά νοήματα είναι και δικά μας νοήματα, νοήματα που εξηγούν την εποχή μας, τον καθημερινό μικρόκοσμό μας και τις διεθνείς σχέσεις των κρατών, την παιδεία και την επιστημονική περιέργεια που προσθέτει κατακτήσεις. Ο Θουκυδίδης, δηλαδή, είναι ιδιαίτερα επίκαιρος σε έναν κόσμο που αναδύεται εκ νέου η ωμή ισχύς ως ρυθμιστής του – κι έχει σημασία ότι στις διεθνείς συναντήσεις ηγετών, τον Θουκυδίδη επικαλείται αποκλειστικά ο Κινέζος πρόεδρος.
Οι παλιές λέξεις έχουν ακόμα μια χρησιμότητα. Είναι η στιβαρή βάση πάνω στην οποία πατά ο κόσμος μας. Δεν προϋποθέτουν μόνο την καλλιέργεια ανθρώπων ικανών να διαβάζουν προσεκτικά, να αντέχουν την αμφισημία, να αναθεωρούν μια ερμηνεία. Ταυτόχρονα, οιστρηλατούν τη ζωή του δυτικού ανθρώπου, τη διεκδίκηση της ελευθερίας, της γνώσης, της ευημερίας, της ευτυχίας. Είναι το νόημα της ζωής μας, ισχυρό, βαθύ – που προσπαθούν να κλονίσουν διάφοροι ολοκληρωτισμοί, κι ανάμεσά τους ισχυρότερος ο γλωσσικός ολοκληρωτισμός της πολιτικής ορθότητας που προσπαθεί να εξοβελίσει από τη ζωή μας τις δημοκρατικές θεσμίσεις χάριν της ταυτότητας.
Όσο για τους Νεοέλληνες, η βράβευση της Κάρσον είναι και μια πρόσκληση αυτοκριτικής. Η αρχαία ελληνική γραμματεία ανήκει σε όποιον καταβάλλει τον κόπο να την προσεγγίσει, να εμβαθύνει σ’ αυτήν. Η γλωσσική συγγένεια και ο τόπος γέννησης δεν διασφαλίζουν την κατανόηση της αρχαιότητας. Αν θέλουμε αυτή την κληρονομιά ενεργή, χρειάζονται σχολεία, μεταφράσεις, βιβλιοθήκες και αναγνώστες που θα μπορούν να συνομιλούν μαζί της ελεύθερα. Στην ουσία χρειάζονται άλλη σχέση με την παιδεία, άλλοι δάσκαλοι, άλλοι γονείς και άλλοι μαθητές. Άλλη χώρα
Η Κάρσον μας θυμίζει ότι ο σεβασμός προς ένα έργο δοκιμάζεται και από όσα τολμούμε να κάνουμε με αυτό. Να αφήσουμε τις λέξεις του να στερεώσουν τις γνώσεις μας. Και να μας αλλάξουν.
Γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον
Ο έρωτας στην κλασική αρχαιότητα από την Ανν Κάρσον
Ann Carson, Έρως ο γλυκόπικρος. Δοκίμιο για το ερωτικό παράδοξο στην κλασική παράδοση, μετάφραση από τα αγγλικά: Ανδρονίκη Μελετλίδου, Δώμα, Αθήνα 2019, 230 σελ.
Κυκλοφορεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα ένα πολυσυζητημένο φιλολογικό δοκίμιο για τον έρωτα. Η συγγραφέας του ιστορικοποιεί τους στοχασμούς περί έρωτα πλήθους διανοητικών παραδόσεων, σε πρώτη φάση αποπειρώμενη να ανακατασκευάσει τον διανοητικό ορίζοντα μέσα από τον οποίο προέκυψαν (εκμεταλλευόμενη, συχνά, λεξιλογικά και ετυμολογικά τεκμήρια), και στη συνέχεια αναδεικνύοντας τη σχετικότητά τους, την ανθρωπολογικής υφής «ετερότητά» τους, διά της ετερογενούς αντιπαράθεσης και διά της συνεχούς μεταφορικής ανάγνωσης του ενός γραμματειακού σώματος μέσα από το λεξιλόγιο και τις διανοητικές αναφορές του άλλου.
Το κλασικό Eros the bittersweet. An Essay (1986), πρώτο έργο της διάσημης καναδής κλασικής φιλολόγου, ποιήτριας, μεταφράστριας και κριτικού Aνν Κάρσον (1950-),[1] εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, τριάντα τρία χρόνια μετά την πρώτη του αγγλική έκδοση (Princeton University Press), σε στρωτή μετάφραση της Ανδρονίκης Μελετλίδου, για λογαριασμό του νεοσύστατου εκδοτικού οίκου Δώμα, εγκαινιάζοντας τη σειρά «τα οικεία».
Το έργο φωτίζει αναδρομικά το «ακατάτακτο» ύφος της Κάρσον, που οι έλληνες αναγνώστες πρωτογνώρισαν στη μετάφραση του σύντομου ποιητικού βιβλίου της, Short Talks (1992· ελληνικός τίτλος: Λίγα Λόγια, Πατάκη 2013, μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός), μια σειρά πεζών ποιημάτων τα οποία η κριτική χαρακτήρισε: «κείμενα υβριδικά μεταξύ ποιητικού λόγου, δοκιμίου, δράματος, […] και πεζού», κάνοντας λόγο συνολικά για μια λογοτεχνία η οποία, «εμποτισμένη από την αρχαία γραμματεία, εκκινεί από προσωπικά βιώματα που συμπλέκονται με αρχαιοελληνικούς μύθους».[2]
Το προσωπικό ύφος της Κάρσον κάνει, στο Έρως ο γλυκόπικρος, την πρώτη του εμφάνιση, τολμηρότερα από ό,τι στο ποιητικό της έργο, καθώς αφορά το είδος του δοκιμίου, το οποίο δεν συσχετίζουμε αυτόματα με ευρετικές συλλογιστικές –αν και, όπως υποστηρίζει o κριτικός Τζορτζ Γουόλς, τα μυστήρια ξεδιαλύνονται αν δώσουμε έμφαση στον υπότιτλο του έργου, ο οποίος παραπέμπει στα δοκίμια του Mονταίνιου (περ. 1580), το ύφος των οποίων, «κράμα κλασικής παιδείας και προσωπικής παρουσίας κυριαρχεί πάνω στα σύντομα, υπαινικτικά τιτλοφορημένα δοκίμια του βιβλίου Έρως ο γλυκόπικρος», κατά τον κριτικό.[3]
Στόχος του Έρως ο γλυκόπικρος είναι να περιγράψει τις ιδιότητες του έρωτα και τις σχέσεις μεταξύ επιθυμίας, γραφής, ανάγνωσης και δομής της σκέψης. Τα τριάντα τέσσερα σύντομα κεφάλαια του βιβλίου, που εκτείνονται από μία ώς οκτώ σελίδες (και τιτλοφορούνται με αινιγματικούς τίτλους όπως: «Τι διαφορά κάνει ένα φτερό» ή «Τζιτζίκια») επιδιώκουν να δείξουν ότι ο έρωτας ισούται με μια απουσία, με μια αέναη αναζήτηση του αντικειμένου του, το οποίο οφείλει να παραμείνει φευγαλέο, ώστε ο έρωτας να διατηρήσει την ταυτότητά του. Αν κατανοήσουμε ή κατακτήσουμε κάτι, τότε παύουμε να το επιθυμούμε. Ο έρωτας, υπό την έννοια αυτή, είναι εξ ορισμού ανολοκλήρωτος.
Τις μεταλλάξεις και τις επιπτώσεις της σκέψης αυτής στη δυτική φιλοσοφική και λογοτεχνική παράδοση ιχνηλατεί η Κάρσον στο Έρως ο γλυκόπικρος, ξεκινώντας από τον διάσημο ορισμό της Σαπφούς («γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον», LP, απ. 130), και φθάνοντας ώς τα ελληνιστικά μυθιστορήματα του Αχιλλέα Τάτιου, του Χαρίτωνα, του Ηλιόδωρου, του Λόγγου, αφού πρώτα αναφερθεί στα Εφεσιακά του Ξενοφώντα.[4] Κλασ(σ)ικοί συγγραφείς που εμφανίζονται επίσης στο βιβλίο: ο Αισχύλος, ο Αγάθων, ο Αλκαίος, ο Αλκμάν, ο Ανακρέων, αλλά κι ο γάλλος μεσαιωνικός στοχαστής Ανδρέας Καπελλάνο (με την πραγματεία του De Amore, περ. 1185), ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, ο Αρχίλοχος, ο Αριστοφάνης. Και ακόμα: ο Βακχυλίδης και ο Κάτουλλος, ο Διογένης Λαέρτιος και ο Εμπεδοκλής, ο Ευριπίδης και ο Ηρόδοτος, ο Ησύχιος, ο Όμηρος, ο Ίβυκος και ο Ισοκράτης, ο Λογγίνος και ο Παυσανίας, ο Πίνδαρος και ο Σοφοκλής, ο Βιργίλιος, ο Θεόκριτος, ο Θέογνης. Εκτεταμένο σχόλιο γίνεται στα Φυσικά, τα Μετά τα Φυσικά Α, την Ποιητική και τη Ρητορική του Αριστοτέλη, ενώ τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνει στο έργο (προς το τέλος του) η ανάλυση του πλατωνικού διαλόγου Φαίδρος, και του Συμποσίου.
Θεαματική αρχαιογνωσία
Πρόκειται για μια θεαματική και εμπεριστατωμένη αρχαιογνωσία. Σποραδικές εμφανίσεις κάνουν, ακόμα, διάσημα έργα (και πρόσωπα) της νεότερης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, με ερωτικό θέμα: η Φραντσέσκα της δαντικής Κόλασης, η Άννα Καρένινα του Ντοστογιέφσκι, η Έμμα Μποβαρύ του Φλωμπέρ, ο Σταντάλ, ο Ντίκενς, ο Κίρκεγκωρ, ο Νίτσε, η Μπωβουάρ με τον Σαρτρ, η Γουλφ, ο Καλβίνο, ο Λακάν, ο Φρόυντ κ.ά. Το δοκίμιο συνιστά, από την άποψη αυτή, μια πανοραμική ξενάγηση σε κανοναρχημένα ελληνικά, λατινικά (λιγότερο) και νεότερα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά και φιλοσοφικά κείμενα με θέμα τον έρωτα. Ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει, επίσης, ο πίνακας του Βελάσκεθ Las Meninas (1656),[5] που αξιομνημόνευτα αναλύει ο Μισέλ Φουκώ στη μελέτη του Les Mots et les Choses (1966), και ο οποίος κεντρικά εμπλέκεται στο νήμα επιχειρηματολογίας της Κάρσον.
Έτσι, βασική συνεισφορά του δοκιμίου, πέρα από την παραδειγματική ανθολόγηση θεμελιωδών κλασικών και νεότερων ευρωπαϊκών φιλοσοφικών / λογοτεχνικών στοχασμών για τον έρωτα, παραμένει η πληθώρα ριζοσπαστικών, συνδυαστικών, τρόπων προσέγγισης του υλικού που αυτό εισηγείται. Καταργώντας, μάλιστα, τα στεγανά ανάμεσα στο πρωτογενές υλικό και την αναλυτική «μεταγλώσσα» με την οποία το προσεγγίζει, το δοκίμιο της Κάρσον μπορεί επωφελώς να διαβαστεί και σαν λογοτεχνία. Την καταστατική αυτή μεταδομιστική τακτική, που εισηγήθηκε ο γάλλος στοχαστής Ρολάν Μπαρτ, στο ομόθεμο, λίγο παλαιότερο, έργο Fragments d’un discours amoureux (Παρίσι, 1977),[6] φαίνεται να εφαρμόζει στο έργο της η Κάρσον, αναγνωρίζοντας τις οφειλές της σε αυτό, σε θεματικό και μορφολογικό επίπεδο (βλ. κεφ. 21: «Το τώρα και το τότε», προμετωπίδα).
Επιχείρημα του Έρως ο γλυκόπικρος ότι στα αρχαία κείμενα επιμένει μια αναλογία μεταξύ της ορμής που διέπει την αναζήτηση του αντικειμένου της επιθυμίας, και της ορμής που διέπει την αναζήτηση της γνώσης (κεφ. 3: «Τέχνασμα», κ.ε.)· ότι δηλαδή, η ανακάλυψη του Έρωτα από το αρχαίο πνεύμα ενέχει «επιστημολογικές» συνέπειες. Διαπιστώνεται, για παράδειγμα, ότι: «ο επικός λόγος χρησιμοποιεί το ίδιο ρήμα (“μνάομαι”) για να δηλώσει το “γνωρίζω κάτι, έχω κάτι στον νου μου, στρέφω την προσοχή μου προς κάτι” και το “φλερτάρω, ερωτοτροπώ, είμαι μνηστήρας”» (κεφ. 12: «Σύμβολον», σ. 98). Όπως ο ερωτευμένος, έτσι και ο νους προσπαθεί να προσπελάσει το άγνωστο.
Οι αναλογίες συνεχίζονται την περίοδο εμφάνισης της γραφής. Για τον αρχαϊκό ποιητή Αρχίλοχο διαπιστώνεται ότι: «ανατράφηκε στο πλαίσιο μιας προφορικής παράδοσης και σε κάποιο σημείο της διαδρομής του συναντήθηκε με τη νέα τεχνολογία της γραφής» (κεφ. 9: «Ο Αρχίλοχος στο όριο», σ. 68). Με βάση αυτή την υπόθεση εργασίας, το απόσπασμά του για τον έρωτα, που, σε μετάφραση Δανιήλ Ιακώβ, κλείνει με τη φράση: «και μου έκλεψε απ’ τα στήθια τα μαλακά πνεμόνια» (West, IEG 191)[7] ερμηνεύεται ως διπλή αναφορά τόσο στις επιπτώσεις του έρωτα, όσο και στις επιπτώσεις της γραφής, που περιγράφει τον έρωτα σταθεροποιώντας μεν την ομιλία σε γράμμα, αλλά ταυτόχρονα «απο-αισθητικοποιώντας» τις λέξεις (σ. 73). Η «κομμένη ανάσα» του αποσπάσματος ερμηνεύεται διττά: ως κωδική αναφορά στην επικράτηση της γραφής έναντι της απαγγελίας, και ταυτόχρονα ως απονέκρωση της ενέργειας του έρωτα. Η γραφή, όπως η απόρριψη στον έρωτα: «σημαίνει για τον Αρχίλοχο να αντιλαμβάνεσαι το όριο ανάμεσα στη μια οντότητα και στην άλλη» (σ. 74).

Ντιέγκο Βελάσκεθ, Las Meninas (Οι ακόλουθες), λάδι σε καμβά, 318 x 276 εκ. (1656-1657).
Museo del Prado
Από την άλλη πλευρά, ο πίνακας Las Meninas, στο μέσον περίπου του δοκιμίου, χρησιμοποιείται για να γίνει αναφορά στην έννοια του «τυφλού σημείου» της κατανόησης: «“εκείνη την ουσιώδη κρυψώνα όπου το βλέμμα μας εξαφανίζεται από εμάς τους ίδιους τη στιγμή που κοιτάζουμε”» (κεφ. «Σύμβολον», σ. 99), σύμφωνα με τη ρήση του Φουκώ, που μεταφέρεται στο δοκίμιο. Ωστόσο, για την Κάρσον, το τέχνασμα του Βελάσκεθ «τριγωνίζει την αντίληψή μας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε σχεδόν βλέπουμε τον εαυτό μας να κοιτάζει» (σ. 99). Αυτό το μοντέλο αντίληψης θα χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια για να περιγραφεί ο έρωτας ως «τι παράδοξον» (αναφορά: Ρητ. 3.2.1412a6), ως μια δυνητική κατάσταση αυτογνωσίας, όμως ως μια διχασμένη κατάσταση (γι’ αυτό και «γλυκόπικρη»), κατά την οποία: «η στιγμή της ευφορικής αυτοαναγνώρισής μας ανακόπτεται απ’ τα δύο θαμπά βασιλικά πρόσωπα στον καθρέπτη» (σ. 102).
Η διαφωρά και η απόσταση
Το βιβλίο, λοιπόν, της Κάρσον αφορά το ζήτημα της διαφωράς (δηλαδή της «αναβολής του νοήματος», κατά την ντερριντιανή εννοιολόγηση του όρου), και της απόστασης. Για το λόγο αυτό, η Κάρσον αφιερώνει μεγάλο τμήμα προς το τέλος του κειμένου της στην ανάλυση του Φαίδρου του Πλάτωνα, στην ερμηνευτική γραμμή που εισηγήθηκε ο Ζακ Ντερριντά στο κλασικό δοκίμιό του Η φαρμακεία του Πλάτωνα (La Dissémination, Παρίσι, 1972· αγγλ.: 1981)[8] – μολονότι, παραδόξως, εδώ ο γάλλος αποδομιστής φιλόσοφος δεν εμφανίζεται στις αναφορές της. Για την Κάρσον (σελ. 169, κ.έ.), ο Φαίδρος είναι ένας γραπτός διάλογος, ο οποίος ολοκληρώνεται με την αμφισβήτηση του γραπτού λόγου ως μέσου κατάκτησης της γνώσης:
Ο Σωκράτης αντιλαμβάνεται τη σοφία σαν κάτι ζωντανό, σαν έναν «ζωντανό και έμψυχο λόγο» (τον λόγον ζώντα και έμψυχον, 276a), που γεννιέται όταν δυο άνθρωποι συνομιλούν. Η αλλαγή είναι ουσιώδες στοιχείο της σοφίας, όχι γιατί η σοφία αλλάζει, αλλά γιατί αλλάζουν, και πρέπει να αλλάζουν, οι άνθρωποι. Σε αντιδιαστολή, ο Σωκράτης υπογραμμίζει τη στατική φύση του γραπτού λόγου.
Το παράδοξο τρέπεται, διά καταλλήλων τροπισμών της γραφής, σε γνώρισμα του ερωτικού λόγου γενικώς. Έτσι, για την Κάρσον, κάθε τι παράδοξο είναι και ερωτικό. Επιστρέφουμε, λοιπόν, στην ερμηνεία του Las Meninas, που δείχνει να εκβάλλει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο του διαλόγου, και, ακόμα πιο πίσω, στη γνωσιολογική δυναμική του έρωτα που πρώτη διέγνωσε η Σαπφώ:
Πρόκειται για τακτικές της φαντασίας, οι οποίες άλλοτε εξυψώνουν το αγαπημένο πρόσωπο και άλλοτε πλάθουν μια νέα εικόνα του ερωτευμένου, αλλά που όλες στόχο έχουν να ορίσουν ένα συγκεκριμένο όριο ή μια συγκεκριμένη διαφορά: ένα όριο ανάμεσα σε δύο εικόνες που δεν μπορούν να συντεθούν και να συγχωνευτούν, διότι δεν προέρχονται από το ίδιο επίπεδο πραγματικότητας – η μία είναι πραγματική, η άλλη δυνητική. Το να γνωρίζεις και τις δύο, διατηρώντας ορατή τη διαφορά, τούτο είναι το τέχνασμα που ονομάζεται έρωτας. (κεφ. 11: «Τι θέλει ο ερωτευμένος από τον έρωτα;», σ. 96)[9]
Ο υποψιασμένος αναγνώστης με ασφάλεια θα προσγράψει το αρχαιογνωστικό δοκίμιο της Κάρσον στην ώριμη φάση του φιλοσοφικού και αισθητικού ρεύματος που καλούμε «μετα-μοντερνισμό», ένα ρεύμα που χαρακτηρίζεται από σκεπτικισμό, υποκειμενισμό και σχετικισμό στις προσεγγίσεις του. Πρόκειται για ρεύμα το οποίο εμφανίστηκε ως αντίδραση στη φιλοσοφία του μοντερνισμού (17ος-19ος αιώνας), και των βεβαιοτήτων του περί της ύπαρξης «αντικειμενικής πραγματικότητας», μιας δυνατότητας «αντικειμενικότητας» στις εξηγητικές προτάσεις ιστορικών και φιλοσόφων, καθώς και των βεβαιοτήτων του περί της χρησιμότητας του λόγου, της λογικής και της τεχνολογίας, στην επίτευξη της ανθρώπινης προόδου. Οι στοχαστές του μεταμοντερνισμού υποστηρίζουν, αντίθετα, ότι η λογική και ο ορθός λόγος «στέκουν» μόνο μέσα στο πλαίσιο των διανοητικών παραδόσεων όπου γεννήθηκαν. Έτσι, σε επίπεδο παραγωγής εξηγητικών σχημάτων, επιμένουν στην καταστροφή των, πλασματικών για τους ίδιους, «συνολικών» εξηγητικών θεωριών («master-narratives») και στην υπογράμμιση της λειτουργικότητας, στην ανάλυση του εργαλείου των «λογοθετικών πρακτικών» («discourses»), οι οποίες βρίσκονται «εντοιχισμένες» στις κοινωνικές πρακτικές συγκεκριμένων κοινοτήτων ή παραδόσεων, αντικατοπτρίζοντας εννοιολογικά σχήματα, ηθικές και διανοητικές αξίες αυτών που τις χρησιμοποιούν.[10]
Συνεπώς, παρά την εκ πρώτης όψεως διιστορική προσέγγιση στο θέμα του έρωτα που φαίνεται να επιχειρεί το Έρως ο γλυκόπικρος, αναμειγνύοντας λογοτεχνικές και φιλοσοφικές αναφορές αντλημένες από διαφορετικές εποχές, ρεύματα σκέψης, και γραμματειακά είδη, στην ουσία η Κάρσον ιστορικοποιεί τους στοχασμούς περί έρωτα πλήθους διανοητικών παραδόσεων, σε πρώτη φάση αποπειρώμενη να ανακατασκευάσει τον διανοητικό ορίζοντα μέσα από τον οποίο προέκυψαν (εκμεταλλευόμενη, συχνά, λεξιλογικά και ετυμολογικά τεκμήρια), αναδεικνύοντας κατόπιν τη σχετικότητά τους, την ανθρωπολογικής υφής «ετερότητά» τους, διά της ετερογενούς αντιπαράθεσης και διά της συνεχούς μεταφορικής ανάγνωσης του ενός γραμματειακού σώματος μέσα από το λεξιλόγιο και τις διανοητικές αναφορές του άλλου.[11] Στην αναζήτηση αυτή, αναδεικνύονται σταθερές μέσα στην αλλαγή.
Σε μεθοδολογική μικροκλίμακα, εξάλλου, η Κάρσον συνδυάζει εδραιωμένες τεχνικές του κλασικού φιλολόγου (όπως η ετυμολογία, που είδαμε στην ανάλυση του «μνάομαι»), με τεχνικές που εδραίωσαν οι μελετητές των νεότερων λογοτεχνιών (της «εκ του σύνεγγυς ανάγνωσης», ή της απόδοσης δευτερογενών νοηματικών διαστάσεων στη χρήση του μέτρου στην ποίηση – εδώ, χαρακτηριστικό παράδειγμα οι αναλύσεις μέτρου στην Σαπφώ, κεφ. 5: «Η προσπάθεια», σ. 44-47). Απηχούνται ακόμα συστηματικά στο δοκίμιο πάγια ερμηνευτικά σχήματα της ερωτικής λογοτεχνίας των νεότερων ευρωπαϊκών γλωσσών, όπως το περί της μιμητικής, «τριγωνοποιημένης» φύσης της επιθυμίας που προτείνει ο Ρενέ Ζιράρ στο ερμηνευτικό tour-de-force του 1961, Mensonge romantique et vérité Romanesque.[12]
Άλλοτε ερμηνευτικά ιστορικοποιημένη και κειμενικά τεκμηριωμένη, και άλλοτε πιο προσωπική, μεταφορική και διαισθητική, η δοκιμιακή αφήγηση της Κάρσον για τον έρωτα στην κλασική παράδοση, συνιστά ένα πολύτροπο βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί σε διαφορετικά επίπεδα, τόσο από τον ειδικό μελετητή, όσο και από τον γενικό καλλιεργημένο αναγνώστη – προσκομίζοντας αναγνωστικά οφέλη και για τις δύο ομάδες αναγνωστών. Βασική συνεισφορά του πολυεπίπεδου αυτού βιβλίου, το ότι επιχειρεί, και πετυχαίνει, να διαδώσει τα αγαθά της κλασικής φιλολογίας στο ευρύτερο κοινό χωρίς εκπτώσεις, οδηγώντας την κλασική φιλολογία έξω από το περίκλειστο εργαστήριό της, και δυναμικά προς τη δημόσια σφαίρα, μες από τον γόνιμο συνδυασμό της με τρόπους ανάλυσης, κείμενα και προσεγγίσεις που έχουν παγιωθεί στο δημοφιλέστερο και παραδοσιακά περισσότερο προσπελάσιμο πεδίο των νεότερων ευρωπαϊκών λογοτεχνιών. Το θέμα, άλλωστε, του πρώτου, ριζοσπαστικού αυτού «δοκιμίου» της Κάρσον, συντελεί τα μάλα στην επιτυχία της εξόδου αυτής. Ο έρωτας θα είναι πάντα επίκαιρος.
[1]Βιοεργογραφικό σημείωμα της Carson, στο: https://www.poetryfoundation.org/poets/anne-carson (ημ. πρόσβ. 4/6/2019).
[2]Βλ. Λαμπρινή Κουζέλη, «Αν Κάρσον: Η αρχαία ελληνική γλώσσα ζει», εφ. Το Βήμα, 29/11/2013· τώρα: https://www.tovima.gr/2013/11/29/books-ideas/an-karson-i-arxaia-elliniki-glwssa-zei/ (ημ. πρόσβ. 4/6/2019).
[3]Βλ. George B. Walsh, “Eros the Bittersweet: An Essay by Anne Carson”, Classical Philology, τ. 83, τχ. 4 (Οκτ. 1988), σ. 369-373: 370· βλ. τον ιστότοπο: https://www.jstor.org/stable/269515 (ημ. πρόσβ. 3/6/2019).
[4]Σύνοψη του επιχειρήματος του έργου, χωρίς μεθοδολογικά σχόλια, στο: Barbara K. Gold, “Eros, the Bittersweet: An Essay by Anne Carson”, The American Journal of Philology, τ. 111, τχ. 3 (φθινόπωρο 1990), σσ. 400-403· βλ. τον ιστότοπο: https://www.jstor.org/stable/295162 (ημ. πρόσβ. 3/6/2019).
[5]Ο πίνακας εικονογραφεί μια σκηνή από το σαλόνι του παλατιού στην Μαδρίτη, την εποχή της βασιλείας του Φιλίππου IV. Στο κέντρο του, η Ινφάντα Μαργαρίτα Τερέζα, διάφορες κυρίες επί των τιμών, δύο νάνοι, ένας σκύλος. Χαρακτηριστικό της σύνθεσης, ο καθρέπτης στο βάθος της αίθουσας, όπου ανακλώνται οι μορφές του βασιλιά Φίλιππου και της βασίλισσας Μαριάννας της Αυστρίας, που στέκονται –κατά την ανάλυση της προοπτικής του πίνακα– έξω από το πλαίσιό του, στο ίδιο περίπου σημείο από το οποίο ο θεατής κοιτά το έργο. Βλ.: Μισέλ Φουκώ, «Η θέση του βασιλιά», Οι Λέξεις και τα Πράγματα. Μια αρχαιολογία των επιστημών του Ανθρώπου, μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα 2008, σ. 423 κ.έ.
[6]Ελληνική απόδοση: Ρολάν Μπαρτ, Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου, μετάφραση: Βασίλης Παπαβασιλείου, Κέδρος/Ράππα, Αθήνα 2012.
[7]Η, κατά κανόνα επαρκής, μεταφράστρια Α. Μελετλίδου δεν φαίνεται να ανατρέχει πάντοτε στις διαθέσιμες βάσεις δεδομένων ώστε να βεβαιωθεί σε ποιες περιπτώσεις κυκλοφορούν ελληνικές μεταφράσεις των παρατιθέμενων έργων, και σε ποιες όχι. Έτσι, θα βρούμε, μεν, τη μετάφραση του σχολιαζόμενου παραθέματος της Αινειάδας στη μορφή που προτείνει ο Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής (σ. 34), όμως δεν έχουμε την αίσθηση ότι η ίδια γνωρίζει την ελληνική μετάφραση του Κωστή Παπαγιώργη, για το προαναφερθέν έργο του Φουκώ (σ. 99).
[8]Βλ. J. Derrida, “Plato’s Pharmacy”, Dissemination, μετάφραση - εισαγωγή - σχόλια: B. Johnson, The Athlone Press, Λονδίνο 1981, σσ. 61-171, στο: http://www.xenopraxis.net/readings/derrida_dissemination.pdf (ημ. προσβ. 6/6/2019). Ελληνική μετάφραση στο: J. Derrida, Πλάτωνος φαρμακεία, μετάφραση: Χρήστος Λάζος, Άγρα, Αθήνα 1990.
[9]Διακόπτω εδώ την παράθεση επιχειρημάτων από το βιβλίο: το μοναδικό ύφος της Κάρσον δύσκολα αναπαράγεται, ενώ η λάμψη του θαμπώνει όταν παρατίθεται αποσπασματικά. Προβαίνω, όμως, αμέσως πιο κάτω στο κείμενό μου, σε ορισμένες γενικές μεθοδολογικές παρατηρήσεις για το έργο.
[10]Για το θέμα του μεταμοντερνισμού στη φιλοσοφία, βλ. πρόχειρα: Brian Duignan, “Postmodernism. Philosophy”, Encyclopaedia Britannica, στο: https://www.britannica.com/topic/postmodernism-philosophy (ημ. πρόσβ. 6/6/2019).
[11]Σχετικά με τη μέριμνα για ιστορικοποίηση και τη διαρκή μεταφορικότητα του λόγου της Κάρσον, βλ. πάλι: G. Walsh, “Eros the Bittersweet: An Essay by Anne Carson”, ό.π., ειδικά σ. 372.
[12]Παρατηρούμε ότι, στο πλαίσιο της αναθεωρητικής πρακτικής της, η Κάρσον δεν αποκαλύπτει πάντοτε τις νεότερες θεωρητικές πηγές της (τούτο, νομίζω, δεν ισχύει για τις αρχαίες πηγές της ή τα αρχαιογνωστικά της διαβάσματα), αλλά αφήνεται στη γοητεία του «κολάζ», περιγράφοντας ίσως έτσι τη μεταμοντέρνα συνθήκη, όπου δάνειοι (καλύτερα: κοινόχρηστοι) «λόγοι» κυκλοφορούν ελεύθερα στο ερευνητικό πεδίο, υπονομεύοντας κάθε λογής φαντασιωμένη αναλυτική καθαρότητα.