Δημήτρης Μαρωνίτης
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΔημήτρης Μαρωνίτης: «…σαν τη σπίθα κρυμμένος στη στάχτη…» *
Το αποχαιρετιστήριο σημείωμα της Λίζυς Τσιριμώκου στον Δημήτρη Μαρωνίτη, όπως δημοσιεύτηκε στο Books’ Journal, τχ. 69. Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, που πέθανε στις 12 Ιουλίου 2016, δέκα χρόνια πριν, ήταν μια πολλαπλά επιδραστική μορφή του δημόσιου βίου. Πρωτίστως, βεβαίως, ήταν μια επιδραστική μορφή της φιλολογίας, κορυφαίος δάσκαλος, κορυφαίος μελετητής, κορυφαίος μεταφραστής των ομηρικών επών και πολλών ακόμα αρχαίων κειμένων στην ελληνική γλώσσα.
Στο άκουσμα του θανάτου του, σημείωνα μουδιασμένη (εφ. Τα Νέα, 13 Ιουλίου 2016) ότι «δυσκολεύομαι να χρησιμοποιήσω χρόνο παρατατικό για κάποιον που ήταν η προσωποποίηση της δράσης και της μαχητικότητας». Το πράγμα δεν έχει αλλάξει, βέβαια, καμιά εικοσαριά μέρες αργότερα. Ο Μαρωνίτης «θα μας λείπει εξακολουθητικά» για πολλούς λόγους, που πολλοί (φίλοι εγκάρδιοι, αλλά και άσπονδοι, μαθητές, συνάδελφοι και συνοδοιπόροι) κατέγραψαν και σχολίασαν, ο καθένας με τον ιδιοσυγκρασιακό του τρόπο.
Του οφείλουμε έναν ψύχραιμο και νηφάλιο αποχαιρετισμό, δίχως αταίριαστους συναισθηματισμούς· προφανώς, δεν είναι ακόμη της παρούσης: για την ώρα, θυμόμαστε τον άνθρωπο, τον δάσκαλο, τον φίλο, προσπαθώντας να αραιώσουμε το μαύρο της απώλειας σε καιρούς που σπανίζουν οι δυναμικές, διεγερτικές προσωπικότητες όπως η δική του.
Θαρρώ πως, παρά τη μελαγχολία και τη βαρυθυμία του τα τελευταία χρόνια, στο βάθος πρέπει να ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή που του δόθηκε: κατόρθωσε να βγει έξω από τον περίφρακτο χώρο που του προόριζε μάλλον η ταξική του καταγωγή και να πετάξει με τα δικά του φτερά στους κόσμους της λογιοσύνης, να φανατιστεί με τη γλώσσα και να την κυριεύσει στήνοντας το «μπαρόκ της στέρησής του»[1], όπως του άρεσε να λέει. Ευτύχησε να δημιουργήσει μια σφιχτοδεμένη, πυρηνική οικογένεια, με την Ανθή και τις δυο θυγατέρες του, αλλά και μιαν ευρύτερη με αναρίθμητους φίλους που τους ήξερε αφοσιωμένους και ας γκρίνιαζε συχνά πως τον ξεχνούν. Ασκήθηκε στα έδρανα της γραφής και της ανάγνωσης και με το ίδιο πάθος άσκησε γενιές φοιτητών σε αυτά τα μετερίζια, θεωρώντας τα υποχρεωτική θητεία για τον εαυτό του και για τους άλλους – όσοι θέλουν να λογίζονται «γραμματιζούμενοι». Ισορρόπησε σύμμετρα ανάμεσα στην ασφάλεια του δοκιμασμένου και στην ανασφάλεια του αδοκίμαστου, γυμνάζοντας συνεχώς την ευαισθησία και τη γνώση του, περνώντας από το πείραμα στο πόρισμα με μέθοδο, διαμορφώνοντας λόγο εύχυμο και αποδεικτικό. Δεν βρέθηκε ποτέ αποκομμένος από την καθημερινή ζωή, από τα κοινά, διέσωσε με το κύρος του, όταν χρειάστηκε, την ακαδημαϊκή αξιοπρέπεια και τίμησε την έννοια της ελευθεροφροσύνης σε καιρούς ζόρικους. Όλα τούτα λίγα δεν είναι, μήτε αυτονόητα.
Τα βιογραφικά-εργογραφικά στοιχεία, τους αναβαθμούς μιας λαμπρής πανεπιστημιακής σταδιοδρομίας, τα ζωηρά ίχνη μιας έντονης, δημόσιας παρουσίας θα τα βρει αναλυτικά ο φιλοπερίεργος αναγνώστης σε όσα γράφονται τούτες τις μέρες. Βρίσκονται άλλωστε κωδικοποιημένα και ισομερισμένα (ο βίος, το έργο) σε έναν τιμητικό τόμο που εκδόθηκε με αφορμή τα ογδοντάχρονα του Δ. Ν. Μαρωνίτη και είναι, ίσως η καλύτερη πύλη για να μάθει κανείς τα απαραίτητα γι’ αυτόν τον αθλητή του λόγου, προφορικού και γραπτού[2].
Ας θυμίσουμε απλώς επιλεκτικά, ακόμη μια φορά, ότι δεν ήθελε να ανήκει στους «ασφαλισμένους λόγιους (όσοι μαδώντας τα βιβλία παίζουν τη μαργαρίτα)» – δικά του τα λόγια· θα βολευόταν μάλλον καλύτερα με τον σαρτρικό ορισμό: «διανοούμενος είναι αυτός που φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν». Πολέμιος της πνευματικής ραθυμίας, έτρεμε την απολίθωση σε όλες τις μορφές της: τη στομωμένη γλώσσα και ευαισθησία, την αδράνεια του νου, την ετοιμοπαράδοτη διδαχή, τη χωνευτική λογοτεχνία, το βόλεμα σε μια λαϊκότροπη αφέλεια, γραφικότητα. Απαιτητικός, για τον εαυτό του και για τους άλλους, πάσχισε για μια γλώσσα οικονομημένη, πυκνή, σταγονομετρώντας προσεκτικά την κάθε λέξη ώστε να στοχεύει αλάθητα στο καίριον· αναζήτησε και όρισε εμμονικά το θεματολόγιό του στα αρχαία και στα νεότερα μνημεία του λόγου και επέστρεφε τακτικά στις ίδιες αυτές πηγές, σφυγμομετρώντας τις πρόδηλες ή αδιόρατες αλλαγές. Συντόνιζε διαρκώς τον εμπράγματο και αισθητηριακό χαρακτήρα της δημοτικής με το αφαιρετικό, εννοιολογικό, στοχαστικό ήθος της φιλόλογης ματιάς τείνοντας σε μια καθαρτική ευφορία ανάγνωσης/γραφής. Πέραν της κειμενοφιλίας του, αγαπούσε με πάθος το θέατρο και τον κινηματογράφο, τις ατέρμονες συζητήσεις για βιβλία, παραστάσεις, ταινίες που τον ερέθιζαν, τον ενθουσίαζαν ή τον αποκαρδίωναν, γυρεύοντας την πλήρη, αιτιολογημένη επιχειρηματολογία για τον έπαινο ή τον ψόγο του. Τρυφερός, πίσω από μιαν αγκαθωτή προφάνεια, (αυτο)σαρκαστικός, ειρωνικός, φιλέορτος και εξωστρεφής, αλλά και μονήρης, ασκητικός, σημάδεψε όσους τον γνώρισαν και άφησε ένα ισχυρό στίγμα στον καιρό και στον τόπο του.
Για όλα τούτα και πολλά άλλα που θα εκλογικευτούν και θα καταμετρηθούν προσεχώς, από πιο ακριβοδίκαιους ίσως παρατηρητές, έμοιαζε αμήχανη και ορφανεμένη η ομήγυρη, παρά τον καταιγισμό των χειροκροτημάτων εκείνο το μεσημέρι του καυτού Ιουλίου στο Πρώτο Νεκροταφείο της Αθήνας – «πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια»…
* Δ. Ν. Μαρωνίτης, Επί του περιεχομένου, Άγρα, 2016, σ. 9. Πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο του με 24 μικρές παραγράφους που παραπέμπουν σε 24 παρομοιώσεις της ομηρικής Οδύσσειας· είχαν παλαιότερα εκδοθεί ως επίμετρο βιβλιοφιλικού τόμου από τις εκδόσεις Διάττων (2003).
[1] Βλ. συνέντευξή του στη Μαρία Στασινοπούλου, Διαβάζω, 130 (6/11/1985) και Λίζυ Τσιριμώκου, «Παράθυρα στον μέσα χώρο», Εσωτερική ταχύτητα, Άγρα, 2000: «Μέσα από αυτή την αίσθηση στέρησης, από την οποία δεν έχω απαλλαγεί ώς τώρα, θα πρέπει κανείς να αναγνωρίσει και αυτό που μοιάζει στο ύφος μου με μπαρόκ. Προς εξήγηση θα έλεγα ότι δεν πρόκειται για μπαρόκ άνεσης (διότι υπάρχει και μπαρόκ άνεσης), είναι –επιμένω– μπαρόκ στέρησης, και πρέπει στο σημείο αυτό να μη χρειάζονται πολλές εξηγήσεις».
[2] Επέτειος. Κρίσεις και σχόλια για το έργο του Δ. Ν. Μαρωνίτη (επιμ. Νάσος Βαγενάς), Μικρή Άρκτος, 2010.
Στις 12 Ιουλίου 2016, δέκα χρόνια πριν, πέθανε ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ένας θρύλος της φιλολογίας, μεταφραστής του Ομήρου, παρεμβατικός διανοούμενος αλλά, κυρίως, ένας άνθρωπος που καθόρισε τον δημόσιο λόγο, με σοφές, μαχητικές και όχι πάντα αυτονόητες παρεμβάσεις. Αναδημοσιεύουμε στη μνήμη του το ακόλουθο κείμενο της Κατερίνας Σχινά, από το τεύχος 69 (Σεπτέμβριος 2016), με το οποίο το Books’ Journal είχε αποχαιρετίσει τον στενό συνεργάτη του.
Δεν θέλω (και δεν μπορώ) να γράψω για τον Δημήτρη Μαρωνίτη όπως θα έγραφε ένας φιλόλογος, ένας ερευνητής, ένας αρχαιογνώστης. Δεν θέλω (και δεν μπορώ) να γράψω όπως θα το ’κανε ένας κριτικός. Ούτε πάλι θέλω να γράψω για το πρόσωπο, όπως το έζησα τα καλοκαίρια στην Τήνο, χαλαρό με τους φίλους μα πάντα απαιτητικό, γιατί φιλία και οικειότητα ήταν για κείνον αγαθό ανεκτίμητο μα ντελικάτο, που αποζητάει φροντίδα, δεν αντέχει στην παραμέληση και μαραζώνει αν το κακοποιήσεις. Θέλω μονάχα να τον αποχαιρετίσω, και να πω πόσο παράξενο μου φαίνεται πως δεν υπάρχει. Τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής μου ήταν παντού: μέσα στα βιβλία και τις εφημερίδες, στις εκδηλώσεις, στους κινηματογράφους, στα θέατρα, στις διακοπές. Οι συναντήσεις μας ήτανε πάντοτε μαθήματα, όσο και αν ποτέ δεν γίνονταν από καθέδρας∙ δάσκαλος από ιδιοσυγκρασία και επιλογή, αλλά όχι διδάχος ή κανονιστικός, πορεύτηκε όλη του τη ζωή σε συνεχή εγρήγορση και αναζήτηση για εκείνο το υπαρκτό μα διαφεύγον αντικείμενο της γνώσης, που σε συνέργεια αγαστή δασκάλου και μαθητή θα εντοπιστεί, θα αναδυθεί, θα περικυκλωθεί και, τύχη αγαθή, θα κατακτηθεί.
Θα γράψω λοιπόν για μια βραδιά, πριν από πέντε χρόνια, στο Μέγαρο Μουσικής, που βρέθηκα μαζί του επί σκηνής, στην από κοινού με τον ιστορικό Γιώργο Δερτιλή διερεύνησή τους του τριπτύχου «Λόγος - αντίλογος - διάλογος». Θα γράψω, όπως, περίπου, παρέστην και σ’ εκείνη τη βραδιά: ως διαμεσολαβήτρια, κάτι σαν συντονίστρια της συνομιλίας τους, μια παρουσία οιονεί διαπορητική, που απλώς θα βοηθούσε τη συζήτηση των δυο ανδρών να προχωρήσει. Ωστόσο, στην πορεία θα αποδεικνυόταν ότι ο Μαρωνίτης, με παρουσία σωματική ταγμένη στο απευθύνεσθαι και πνευματική που επιβαλλόταν διά της σαγήνης, δεν χρειαζόταν διαμεσολαβητές για να αποταθεί στο κοινό του. Παρ’ όλη την προετοιμασία, την προσεκτική επιλογή των ερωτήσεων, τη σκηνοθεσία (γιατί ο θεατρικός Μαρωνίτης ήξερε πως ο ρυθμός είναι ό,τι προσδίνει ευρωστία στο λόγο), εκείνος προτίμησε τον αυτοσχεδιασμό: όρθιος επί τρεις ώρες στην σκηνή της αίθουσας Σκαλκώτα, ακάματος, ανέτρεψε κάθε πλάνο, αναποδογύρισε το πρόγραμμα, έστησε μια παράσταση του ενός που, όσο κι αν διαρκούσε, δεν θα ήταν αρκετή για να εξαντλήσει το εύρος του.
Πάντα πολιτικός ο Μαρωνίτης, θέλησε να περιγράψει την τρέχουσα στα καθ’ ημάς συνθήκη, τόσο μοιραία για τη νεοελληνική αυτογνωσία, με όχημα το σχήμα που έδινε και τον τίτλο στη βραδιά: έδειξε πόσο σήμερα ο αντίλογος κυριαρχεί σε βάρος του λόγου, φράζοντας έτσι εκ προοιμίου την έξοδο προς το διάλογο και, ταυτόχρονα, πόσο πάσχει ως προς την εγκυρότητα ο εκφερόμενος λόγος, έτσι καθώς διατυπώνεται άστοχα και τυχαία. Μίλησε για το αυξανόμενο έλλειμμα του παραγωγικού λόγου, για τον πληθωρισμό του αυτόνομου και αυταρχικού αντιλόγου, για τον υποκριτικό, κατά κανόνα, διάλογο που κυριαρχεί στη δημόσια ζωή και εκδηλώνεται τόσο αδιέξοδα στον αδιάκοπο λήρο των ομιλούντων κεφαλών στα μαζικά μέσα επικοινωνίας. Αναρωτήθηκε πώς μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις, ώστε να προκύψουν επιτέλους και έμπρακτος λόγος και έλλογες πράξεις. Πώς μπορεί να εναρμονιστεί ο θεωρητικός λόγος, ο οποίος προσδιορίζει μόνο το αντικείμενο και την έννοιά του, με τον έμπρακτο λόγο, τον επικεντρωμένο σε επιλογές που εννοηματώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Νεοελληνική αυτογνωσία και ταυτοτικό πρόβλημα, ωστόσο, πάνε χέρι χέρι. Δεν θα ’ταν δυνατό μια τέτοια, τόσο πλήρη βραδιά, να μην αναφερθεί ο Μαρωνίτης στις βασικές παρεξηγήσεις που βαραίνουν τη σχέση μας με τους αρχαίους –την ταύτιση αρχαιογλωσσίας και αρχαιογνωσίας, την υπερτίμηση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας σε βάρος της νέας ελληνικής, τη ρητορική υπερτίμηση της αρχαιογνωσίας έναντι της νεογνωσίας– και να μη φτάσει, μέσα απ’ αυτόν το δρόμο, στο φλέγον ζήτημα της νεοελληνικής ταυτότητας, μιας ταυτότητας που τη θέλουμε διακεκριμένη και διακριτή, αλλά δεν κατορθώνουμε να τη συγκροτούμε παρά μονάχα εξ αντιδιαστολής προς τους «άλλους», κατά κανόνα «κατώτερους», «απολίτιστους», εχθρικούς. Μαζί με τον Δερτιλή, εντόπισε τα όρια και τις παγίδες της εθνικής ταυτότητας και εξέθεσε το ανατολικό-ορθόδοξο ιδεολόγημα, την αστόχαστη ενοχοποίηση του διαφωτισμού, τόσο διάχυτη σήμερα, την προβληματική μας σχέση με την Ευρώπη. Αλλά και την αμφίθυμη στάση μας, κατά βάθος υποκριτική, με τον ξένο, τον μετανάστη.
Είπα και στην αρχή πως ο Δημήτρης Μαρωνίτης δεν ήταν κανονιστικός∙ έτσι κι εκείνη τη βραδιά, ερωτήματα ήθελε να θέσει, διακέλευση για σκέψη. Μήπως η αγωνία του αυτοπροσδιορισμού δεν είναι παρά ομφαλοσκόπηση που συντηρεί μια ύπαρξη ασταθή και διαρκώς ατελή; Και κυρίως, εν τέλει: Μήπως το μεθοδολογικό εργαλείο «λόγος, αντίλογος, διάλογος» μπορεί ν’ αποτελέσει οδηγό πράξης και καταλύτη στην αποκρυπτογράφηση μιας αμφίβολης ταυτότητας; Η απάντηση δεν μπορεί να’ ναι παρά θετική, γιατί κανείς φραγμός δεν είναι δυνατόν ν’ αντέξει στο διάλογο, στον προωθητικό ανταγωνισμό θέσης και αντίθεσης – κι ο Μαρωνίτης μάς το έδειξε, με το παράδειγμά του.
Ελευθερία μέσα στη χούντα
Στάθης Ν. Καλύβας - Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970–1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, 716 σελ.
Αντέχουμε να δούμε τη σχέση μας με τη δικτατορία χωρίς τις απλουστεύσεις της πιο πρόσφατης μεταπολιτευτικής μυθολογίας; Μπορούμε να παραδεχθούμε ότι η εικόνα για την κουλτούρα μας χτίστηκε εν μέρει πάνω σε έναν μύθο απόλυτης ρήξης, που μας βόλεψε πολιτικά και ηθικά, αλλά μας στέρησε αναλυτική διαύγεια και, ουσιαστικά, υπέταξε τη σκέψη μας και τις πεποιθήσεις μας σε μια αντιστασιακή τελεολογία, της οποίας «ο λαός» είναι το βασικό υποκείμενο; Το βιβλίο των Καλύβα-Τριανταφύλλη, για την άνθηση του πολιτισμού μέσα στη χούντα, μιλάει για το χτες αλλά, κυρίως για το σήμερα.