Γιώργος Λεωτσάκος
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΓιάννης Χρήστου (1926-1970): Το «επέκεινα» της μουσικής
100 χρόνια από τη γέννηση και 56 από την αποδημία του, στα 44 χρόνια του. Επέλεξα να τον παρουσιάσω μέσα από όσα έγραψε κατά καιρούς γι’ αυτόν ο φίλος και μελετητής του έργου του, κορυφαίος μουσικολόγος Γιώργος Λεωτσάκος (1935-2024). Λόγια γνώσης, αγάπης και θαυμασμού. Η τιμητική αναφορά συμπληρώνεται από απόσπασμα ενός άγνωστου κειμένου του μεγάλου έλληνα συνθέτη: «Η σύγχρονη μουσική και το κοινό».
In memorian Γιάννη Χρήστου. «Οι πρώτες λέξεις, η πρώτη κριτική που αφιερώνουμε σ’ ένα έργο του Γιάννη Χρήστου, μετά τον θάνατό του, δεν πρέπει να θεωρηθούν παρά σαν καρπός αμφίβολου αποτελέσματος προσπάθειας, επώδυνης και πολυήμερης.
Ο διάλογος σταμάτησε. Απ’ εδώ κι εμπρός, ό,τι πούμε, ό,τι γράψουμε γι’ αυτόν θα ’ναι μονόλογος. “Φωνή βοώντος εν τη ερήμω”. Και νοιώθει κανείς φόβο γι’ αυτή τη φωνή, για το πώς ο ήχος της θ’ ακουστεί, δίχως να σπάση την ερημιά της. Εκείνος που έκανε μουσική μ’ όλες τις δυνάμεις της ψυχής και του κορμιού του, αποκαλύπτοντας με τον ήχο και την κραυγή, σαν μάγος, ό,τι ουσιαστικότερο υπάρχει μες στον άνθρωπο: Εκείνος που ερευνούσε τα βιβλία των Νεκρών της αρχαίας Αιγύπτου ή του Θιβέτ, κι αποτινάζοντας πάνωθέ του κάθε τι το “διακοσμητικό” ή ψεύτικο που ’χει προσθέσει στον άνθρωπο ο “πολιτισμός” είχε ξαναβρεί την τρομερή ενότητα ανάμεσα στην έξαλλη νυχτοφοβία των πρώτων τρωγλοδυτών και στα άγχη των τωρινών τους απογόνων, των κατακτητών της Σελήνης – ο Γιάννης Χρήστου δεν υπάρχει πια. Να ένoιωσε τάχα πως ό,τι κι αν έκανε δεν θα ’δινε απάντηση στα ερωτηματικά του, να ’νoιωσε, καθώς λέει ο Κητς, πως η “φαντασία δεν μπορεί να ξεγελάση τόσο καλά” και θέλησε, σαν τον Όσιρι, να παραδοθή στον Σηθ, στο Πνεύμα της Φθοράς, για να παραβιάση τις πύλες του κόσμου των Νεκρών; Ποιος ξέρει; Κι έτσι, καθώς ο πόνος μάς καθήλωσε μπροστά στον τάφο του, η καρδιά έβαλε πάνω στα χείλη μας τούτα τα λόγια, από τους επιτάφιους των παιδικών μας χρόνων: “Η ζωή, πώς θνήσκεις”».
(Γιώργος Λεωτσάκος, Τα Νέα, 18/2/1970)
“Άστρων κάτοιδα…”. Χοή στον Γιάννη Χρήστου. «Τώρα που μόλις μπορούμε ν’ ατενίζουμε τη μνήμη του αλαφρωμένοι κάπως αλλ’ όχι αδέσμευτοι από συναισθήματα, ίσως είναι καιρός γι’ αυτή την ψυχραιμότερη θεώρηση που ο χώρος τούτος ευνοεί.
Ερώτημα πρώτο: Γιατί στάθηκε μεγάλος; Γιατί υπακούοντας σ’ ακαταμάχητες ψυχοβιολογικές παρορμήσεις, πήρε τρέχουσες μουσικές ύλες κι αντί γι’ αμφίβολης χρήσης και λειτουργίας ηχητικά αντικείμενα, καθώς άλλων τα έργα, τους έδωσε μια φοβερή εκφραστική λειτουργία που βγαίνει από τα ανησυχητικότερα βάθη της ψυχής κι απευθύνεται ξανά σ’ αυτά. Μες στο λυκόφως της Ιστορίας, που είναι οι καιροί μας, μονάχα, ίσως, το ψυχόδραμα, τα σύμβολα του συλλογικού κι ατομικού υποσυνείδητου κι ο σπαραγμός τους μπορεί πια να ’χουν εκφραστικό κύρος αμετάθετο. Ο Χρήστου τα κατάλαβε καλά. Δύσκολα θα κατονόμαζε κανείς άλλον ομότεχνο συγκαιρινό του που γι' αυτόν κάθε τι καινούργιο να δένεται τόσο άμεσα και λειτουργικά με την εκφραστική του πρόθεση».
(Γιώργος Λεωτσάκος, Το Βήμα, 13/3/1971)
Γιάννης Χρήστου. Τρία χρόνια μετά τον θάνατό του. «Το πλήρωμα του χρόνου ξαναφέρνει τη μνήμη της φοβερής στιγμής όπου ο Γιάννης Χρήστου πεθαίνοντας, μας έδωσε να γευτούμε το θάνατο, να πεθάνουμε λίγο μαζί του, κάνοντας όλους όσοι τον ζήσαμε κοινωνούς μιας τρομερής μυσταγωγίας για την οποία λες και τον προετοίμαζαν όλη του η ύπαρξη και δημιουργία. Πεθάναμε όλοι τότε λίγο μαζί του, αλλ’ εκείνος πόσο πολύ ζει πάντα μέσα μας!
Όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο, τουλάχιστον σε μένα, γίνεται συνείδηση πως ό,τι έκαμε ή άφησε ο Γιάννης Χρήστου τον ξεχωρίζει όχι μόνο από τους γενικά εκτιμώμενους συγκαιρινούς του, τους Χέντσε, τους Μπουλέζ, τους Πεντερέτσκι, τους Κάγκελ, τους Καίητζ ή τους διάφορους ραλίστες των κομπιούτερς με τον ψυχρό διακοσμητισμό ή τους αυτάρεσκους βεντετισμούς, αλλά κι από ολόκληρο ίσως το παρελθόν της μουσικής: Ώς τον Χρήστου, η ανθρώπινη ψυχή με τους ήχους ή εκφραζόταν ή έπλαθε μορφές. Με κείνον, η λαχτάρα μιας υπερβατικής ελευθερίας έσπασε όλα τα ηχητικά περιβλήματα και “σαρκία” — κι όμως τούτο το “επέκεινα” της μουσικής ήταν αναπόφευκτο να ταυτιστεί με το θάνατο».
(Γιώργος Λεωτσάκος, Τα Νέα, 12/1/1973)
Ο Γιάννης Χρήστου για τη σύγχρονη μουσική
[…] Αλλά, για να ξαναγυρίσουμε στους συνθέτες της σύγχρονης μουσικής, είτε το θέλουμε είτε δεν το θέλουμε, τα σημερινά στη διάθεση του συνθέτη εκφραστικά μέσα είναι πολύ περισσότερα και πολύ διαφορετικά από πριν. Και είναι δικαίωμα του συνθέτη ή να χρησιμοποιήσει τα παραδοσιακά μέσα ή να προσπαθήσει να εκφραστεί με τα σύγχρονα, ανταποκρινόμενος έτσι στο καθολικό αίτημα της ανανεώσεως που κυριαρχεί στην εποχή μας και που στηρίζεται στην τόσο αλματώδη, την γιγαντιαία πρόοδο του συνόλου πολιτισμού μας. Όπως δεν μπορώ να φανταστώ να απαγορεύουν σ’ έναν αρχιτέκτονα τη χρήση του κρυστάλλου σαν οικοδομικού υλικού, έτσι δεν διανοούμαι ότι πρέπει να εκφραστώ μουσικά χρησιμοποιώντας μονάχα τα παραδοσιακά μέσα μουσικής εκφράσεως.
Δεν ξέρω, ή μάλλον δεν έχω το δικαίωμα να πω, ότι η μέθοδος που ακολουθώ στην χειραγώγηση της μουσικής μου εμπνεύσεως είναι η σωστή, ή όχι. Ξέρω όμως πως αυτό που κάνω είναι πάντως μια έρευνα, μια αναζήτηση υπαγορευμένη από γνήσια καλλιτεχνική παρόρμηση. Τέτοιες έρευνες κάνουν διεθνώς πολλοί νέοι συνθέτες που κινούνται από επίσης γνήσια καλλιτεχνικά κίνητρα. Επίσης και οι Έλληνες συνθέτες. Ποιος θα τους βοηθήσει; Ποιος θα τους συμπαρασταθεί; Ποιος θα τους ενθαρρύνει; Και ποιαν εξήγηση θα δώσουν για τους φραγμούς που υψώνουν –αυτοί που τους υψώνουν–, πώς θα απολογηθούν, όταν σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει στην Ελλάδα, ούτε συνθέτης ούτε μαέστρος, ούτε εκτελεστής, αλλ’ ούτε και κοινό για την μουσική, για την όποια μουσική, την παραδοσιακή ή τη σύγχρονη, την σημερινή ή την αυριανή;
Γιάννης Χρήστου, περ. Λυρικός Κόσμος, τχ. 5ον-6ον, Φεβρουάριος -Μάρτιος 1968
Γιώργος Λεωτσάκος (1935-2024): μια ιστορία αποκαρδίωσης
Το όνομα του Γιώργου Λεωτσάκου μού ήταν οικείο από την πρώτη στιγμή που άρχισα να διαβάζω εφημερίδες – κυρίως Τα Νέα στα γυμνασιακά μου χρόνια. Διάβαζα τις κριτικές του σε συναυλίες σαν τεκμήρια μιας άλλης ζωής στην οποία, κάποια στιγμή, θα συμμετείχα κι εγώ όταν μεγάλωνα, και δεν έβλεπα την ώρα. Ως επαρχιωτάκι, με ρομαντισμό και προσδοκίες, πίστευα ότι κάποια στιγμή η κλασική μουσική, η γνώση και η κατανόησή της, θα σήμαινε ότι έχω κερδίσει τη χειραφέτηση κι ότι θα ζω σε ένα περιβάλλον άνεσης που θα μου επέτρεπε κάποιες μυθικές ακόμα τότε για μένα απολαύσεις, όπως ένα δίσκο κλασικής μουσικής, μια συναυλία, κάποιον κύκλο στον οποίο ισότιμα θα μπορούσα να συζητώ γι’ αυτά.