Άντι Μπέρναμ
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ Βρετανία, η Ευρώπη και το μακρύ ταξίδι της επιστροφής
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, ένας Βρετανός πρωθυπουργός τολμά για πρώτη φορά να προφέρει δημόσια τη λέξη «επανένταξη». Πόσο ρεαλιστικό είναι το ενδεχόμενο – και τι θα απαιτούσε από το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες;
Το πρωί της Τετάρτης 30 Σεπτεμβρίου, στην εκπομπή Today του BBC Radio 4, ο Άντι Μπέρναμ είπε κάτι που κανένας ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ δεν είχε πει εδώ και μία δεκαετία. Ερωτηθείς αν επιθυμεί η χώρα του να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν απάντησε με το τελετουργικό «όχι» που είχε καθιερώσει ο προκάτοχός του. Είπε ότι θέλει να «εξετάσει τις επιλογές» και ανάμεσά τους απαρίθμησε, πλάι στη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος, την τελωνειακή ένωση, την ενιαία αγορά και την πλήρη επανένταξη – το να «πάμε μέχρι τέλους», όπως το έθεσε. Η σημερινή διευθέτηση του Brexit, κατά τον ίδιο, έχει προκαλέσει περισσότερη ζημιά παρά όφελος. Την προηγούμενη μέρα, από το βήμα του ετήσιου συνεδρίου των Εργατικών, ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε χρεώσει στο Brexit την απώλεια ελέγχου τόσο στη μετανάστευση όσο και στην οικονομία, κρίνοντας τη σημερινή σχέση με την Ευρώπη ανεπαρκή και υποσχόμενος να αναζητήσει «συναίνεση» για τη μελλοντική κατεύθυνση.
Η σημασία της στιγμής δεν βρίσκεται σε όσα δεσμεύτηκε –στην πραγματικότητα δεν δεσμεύτηκε σε τίποτα– αλλά στο ότι μετατόπισε τα όρια του πολιτικά νοητού. Επί μία δεκαετία, το ερώτημα της επιστροφής ήταν στη Βρετανία κάτι σαν οικογενειακό μυστικό: όλοι γνώριζαν ότι υπάρχει, αλλά κανένα κόμμα εξουσίας δεν τολμούσε να το ξεστομίσει. Το Brexit είχε διχάσει οικογένειες, φίλους και εκλογικές περιφέρειες και η επανάληψη της σύγκρουσης θεωρούνταν πολιτική αυτοκτονία. Ο Κιρ Στάρμερ είχε οικοδομήσει ολόκληρη τη στρατηγική του πάνω στη διαβεβαίωση ότι η χώρα δεν θα επιστρέψει ούτε στην ΕΕ, ούτε στην ενιαία αγορά, ούτε στην τελωνειακή ένωση. Ο διάδοχός του, ο Άντι Μπέρναμ, που ανέλαβε την πρωθυπουργία στις 20 Ιουλίου, μετά τη νίκη του στην επαναληπτική εκλογή του Μέικερφιλντ και την παραίτηση του Στάρμερ, έσπασε το ταμπού σε λιγότερο από τρεις μήνες.
Μια ιστορία αμφιθυμίας
Για να εκτιμήσει κανείς τις προοπτικές, αξίζει να θυμηθεί ότι η σχέση Βρετανίας και Ευρώπης υπήρξε πάντοτε σχέση δισταγμού. Ο Τσώρτσιλ μιλούσε μετά τον πόλεμο για «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», εννοώντας όμως μια Ευρώπη την οποία η Βρετανία θα παρακολουθούσε ευμενώς από την άλλη όχθη της Μάγχης, όχι ως μέλος. Όταν το Λονδίνο αποφάσισε τελικά να χτυπήσει την πόρτα των Βρυξελλών, ο Ντε Γκωλ του την έκλεισε δύο φορές, το 1963 και το 1967, θεωρώντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ο δούρειος ίππος της Ουάσιγκτον στην Ευρώπη. Η ένταξη ήρθε μόλις το 1973, επικυρώθηκε με άνεση στο δημοψήφισμα του 1975, και ακολούθησαν σχεδόν πέντε δεκαετίες μιας συμμετοχής με αστερίσκους – π.χ. η επιστροφή εισφορών που απέσπασε η Θάτσερ το 1984, η εξαίρεση από το ευρώ, η παραμονή εκτός Σένγκεν. Το δημοψήφισμα του Ιουνίου 2016, με 51,9% υπέρ της αποχώρησης, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία αλλά η κατάληξη μιας μακράς εσωτερικής διαφωνίας για το τι ακριβώς είναι η Βρετανία – μια ευρωπαϊκή χώρα ή νησί με παγκόσμια ενδιαφέροντα που απλώς τυχαίνει να βρίσκεται κοντά στην ήπειρο ;
Τι λένε οι πολίτες
Από το 2016 η κοινή γνώμη έχει μετακινηθεί αισθητά. Οι μετρήσεις της YouGov δείχνουν εδώ και καιρό ότι μια σαφής πλειοψηφία θεωρεί πλέον το Brexit λανθασμένη απόφαση, ενώ η στήριξη στην επανένταξη κινείται γύρω στο μισό του εκλογικού σώματος. Μια εκτεταμένη δημοσκόπηση, που διενήργησε η YouGov για λογαριασμό της φιλοευρωπαϊκής οργάνωσης Best for Britain, εκτίμησε ότι οι Εργατικοί, αν δεσμεύονταν να προχωρήσουν στην επανένταξη, θα κέρδιζαν περίπου 321 έδρες – λίγο κάτω από την απόλυτη πλειοψηφία. Το εύρημα προέρχεται από οργάνωση με σαφή ατζέντα και πρέπει να διαβαστεί με την ανάλογη επιφύλαξη· εξηγεί ωστόσο γιατί ο Μπέρναμ δεν θεωρεί πια το ζήτημα εκλογικό βάρος.
Κάτω από την επιφάνεια, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η δημοφιλέστερη επιλογή στις ίδιες έρευνες δεν είναι η πλήρης ένταξη αλλά μια στενότερη σχέση χωρίς επανένταξη – ένα ενδιάμεσο έδαφος που συγκεντρώνει και σημαντικό τμήμα όσων ψήφισαν «έξοδο». Υπάρχει επίσης ένα βαθύ ρήγμα μεταξύ των γενεών. Οι νέοι τάσσονται συντριπτικά υπέρ της Ευρώπης, ενώ οι άνω των 65, που προσέρχονται και με μεγαλύτερη συνέπεια στις κάλπες, παραμένουν πολύ πιο επιφυλακτικοί. Και η στήριξη υποχωρεί αισθητά όταν η ερώτηση συνοδεύεται από τους όρους που θα έθετε μια νέα ένταξη – ευρώ, Σένγκεν, πλήρης ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων. Το «θα προτιμούσαμε να είχαμε μείνει» δεν ταυτίζεται με το «θέλουμε να ξαναμπούμε με οποιουσδήποτε όρους».
Οι όροι της επιστροφής
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Η Βρετανία δεν μπορεί να επιστρέψει σε ό,τι εγκατέλειψε. Οι εξαιρέσεις και οι εκπτώσεις που είχε συσσωρεύσει μέσα σε σαράντα επτά χρόνια χάθηκαν οριστικά το 2020. Μια νέα αίτηση θα εξεταζόταν βάσει του άρθρου 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως κάθε υποψηφιότητα, και θα απαιτούσε την ομόφωνη έγκριση των 27 κρατών-μελών και τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τα νέα μέλη αναλαμβάνουν τυπικά τη δέσμευση να υιοθετήσουν κάποτε το ενιαίο νόμισμα και να ενταχθούν στον χώρο Σένγκεν. Στην πράξη, το παράδειγμα της Σουηδίας, που επί δύο δεκαετίες αποφεύγει το ευρώ χωρίς να παραβιάζει τυπικά τις υποχρεώσεις της, δείχνει ότι υπάρχουν περιθώρια ευελιξίας. Όμως το να εξηγήσεις σε ένα βρετανικό ακροατήριο ότι η εγκατάλειψη της στερλίνας είναι «μόνο θεωρητική» υποχρέωση συνιστά πολιτικό δώρο στους αντιπάλους της επανένταξης.
Ο Μισέλ Μπαρνιέ, ο άνθρωπος που διαπραγματεύτηκε το διαζύγιο για λογαριασμό των Βρυξελλών, έχει δηλώσει ότι η πόρτα παραμένει ανοιχτή, προσθέτοντας όμως ότι η Ένωση δεν είναι πια εκείνη που άφησαν οι Βρετανοί. Η παρατήρηση είναι εύστοχη. Ο κοινός δανεισμός για την ανάκαμψη μετά την πανδημία, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η συζήτηση για τη διεύρυνση προς ανατολάς έχουν αλλάξει το χαρακτήρα της Ένωσης. Η Βρετανία θα εισερχόταν σε μια πιο ολοκληρωμένη και πιο φιλόδοξη κοινότητα από εκείνη που εγκατέλειψε – ακριβώς στο είδος της Ευρώπης που πάντοτε φοβόταν.
Υπάρχει και η άλλη πλευρά της εξίσωσης, που στη βρετανική δημόσια συζήτηση συχνά ξεχνιέται. Για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Βρετανία θέλει να επιστρέψει, αλλά και αν θα παραμείνει χώρα-μέλος της ΕΕ. Τα χρόνια της διαπραγμάτευσης, από το 2016 έως το 2020, άφησαν πίσω τους βαθιά κόπωση. Κανείς στις Βρυξέλλες δεν επιθυμεί ένα κράτος-μέλος που επανέρχεται με ισχνή πλειοψηφία, μόνο για να δει την επόμενη κυβέρνηση να ανοίγει ξανά το ζήτημα. Η απαίτηση για ευρεία και σταθερή συναίνεση, κατά προτίμηση διακομματική και επικυρωμένη με δημοψήφισμα, θα ήταν σχεδόν βέβαιη. Και εδώ ο Μπέρναμ έχει δίκιο να μιλά για «συναίνεση». Χωρίς αυτήν δεν πρόκειται για επιστροφή, αλλά για ένα ακόμη επεισόδιο της ίδιας εσωτερικής διχόνοιας.
Η εσωτερική αρένα
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις Βρυξέλλες αλλά στο Γουέστμινστερ. Οι Συντηρητικοί αντέδρασαν αμέσως, μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού. Ο αναπληρωτής αρχηγός των Τόρις, Άλεξ Μπέρκχαρτ, κατηγόρησε τους Εργατικούς ότι φορτώνουν τις δικές τους οικονομικές αποτυχίες σε μια ψηφοφορία που έγινε πριν από μια δεκαετία. Το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, που προηγούνταν άνετα στις δημοσκοπήσεις λίγους μήνες νωρίτερα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα μετέτρεπε κάθε βήμα προς την Ευρώπη σε ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και μετανάστευσης. Το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα κάνει τους αριθμούς ακόμη πιο ρευστούς. Μια πανεθνική πλειοψηφία υπέρ της Ευρώπης μπορεί να συνυπάρχει με δεκάδες περιφέρειες της βόρειας και της ανατολικής Αγγλίας όπου το ζήτημα λειτουργεί ως «κόκκινο πανί». Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός προτίμησε την απαρίθμηση επιλογών από τη δέσμευση.
Υπάρχει και το ζήτημα του χρόνου. Οι επόμενες γενικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως το 2029. Ακόμη κι αν οι Εργατικοί κέρδιζαν με ρητή εντολή για επανένταξη, θα ακολουθούσε η πιθανότητα του δημοψηφίσματος, έπειτα η υποβολή της αίτησης επανένταξης, η γνωμοδότηση της Επιτροπής, οι διαπραγματεύσεις και οι κυρώσεις από 27 εθνικά Κοινοβούλια. Ρεαλιστικά, μια Βρετανία εντός της Ένωσης πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2030 μοιάζει απίθανη.
Ο ενδιάμεσος δρόμος
Γι’ αυτό η πιθανότερη εξέλιξη δεν είναι μια θεαματική επιστροφή αλλά μια σταδιακή επανασύνδεση. Η «επανεκκίνηση» των σχέσεων που εγκαινίασε η κυβέρνηση Στάρμερ με τη σύνοδο κορυφής του Μαΐου 2025 –σύμφωνο άμυνας και ασφάλειας, διευκόλυνση των υγειονομικών ελέγχων, συζητήσεις για πρόγραμμα κινητικότητας των νέων– έδειξε ότι υπάρχει διάθεση και από τις δύο πλευρές για πρακτική συνεργασία. Μια τελωνειακή ένωση, την οποία έχει υποστηρίξει ακόμη και ο πρώην Συντηρητικός υπουργός Οικονομικών Τζορτζ Όσμπορν, θα περιόριζε τις τριβές στο εμπόριο αγαθών και θα απάλυνε μέρος του προβλήματος της Βόρειας Ιρλανδίας. Η επιστροφή στην ενιαία αγορά, που προτείνουν οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, θα προϋπέθετε ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και αποδοχή κανόνων χωρίς ψήφο στη διαμόρφωσή τους. Τότε η Βρετανία θα κατέληγε, όπως η Νορβηγία, να εφαρμόζει νόμους που αποφασίζονται χωρίς τη γνώμη του Λονδίνου. Οι δύο αντίπαλες πλευρές, που σπάνια συμφωνούν, εν προκειμένω ταυτίζονται. Η συμμόρφωση με κανόνες, χωρίς τη βρετανική συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, για τους οπαδούς του Brexit θα ήταν ταπείνωση και για τους φιλοευρωπαίους μια λύση χειρότερη ακόμη και από την πλήρη ένταξη
Ίσως εδώ να βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα της πρωτοβουλίας Μπέρναμ. Εγείροντας ξανά το ερώτημα της πλήρους ένταξης, μετακινεί το κέντρο βάρους της συζήτησης. Μια τελωνειακή ένωση, που πριν από δύο χρόνια έμοιαζε να είναι μια ριζοσπαστική πρόταση, μπορεί πλέον να εμφανιστεί ως μετριοπαθής συμβιβασμός. Η σύνοδος κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου, που προγραμματίζεται για τους επόμενους μήνες, θα δείξει αν ο Βρετανός πρωθυπουργός επιδιώκει πράγματι το δρόμο της επιστροφής ή αν χρησιμοποιεί την προοπτική της ως μοχλό για μια βαθύτερη σχέση με την Ευρώπη των 27, που θα σταματά όμως στο κατώφλι της πλήρους ένταξης.
Πώς έχει εξελιχθεί σήμερα η δομή που δημιουργήθηκε το 2025 και γιατί το Κίεβο ζητά πλέον συχνότερες συναντήσεις αντί για την αποστολή δυτικών χερσαίων δυνάμεων στην Ουκρανία.
Στις 24 Αυγούστου 2026, η Συμμαχία των Προθύμων, η οποία αποτελείται από 34 χώρες που υποστηρίζουν την Ουκρανία, συνήλθε στο Κίεβο για να τιμήσει την 35η επέτειο της αποκατάστασης της ουκρανικής ανεξαρτησίας. Ο Άντι Μπέρναμ, ένας από τους συμπροέδρους της συνάντησης, στο πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό ως πρωθυπουργός της Βρετανίας, ήταν παρών μαζί με τον Αντόνιο Κόστα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Αλεξάντερ Σταμπ της Φινλανδίας, τον Γκιτάνας Ναουσέντα της Λιθουανίας, τη Μάια Σάντου της Μολδαβίας, τους πρωθυπουργούς της Λετονίας και του Λουξεμβούργου, καθώς και τον υπουργό Εξωτερικών της Σουηδίας· οι περισσότεροι συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένων των δύο άλλων συμπροέδρων, του Εμμανουέλ Μακρόν και του Φρίντριχ Μερτς, συμμετείχαν μέσω βιντεοδιάσκεψης. Στο άρθρο του για το διακεκριμένο ουκρανικό διαδικτυακό περιοδικό European Pravda, ο Μπέρναμ επανέλαβε τον σκοπό αυτής της πρωτοβουλίας: τη διαμόρφωση ενός σχεδίου για την επίτευξη και διατήρηση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας υπό την ηγεσία της Ουκρανίας. Η ουσιαστική συζήτηση, ωστόσο, κινήθηκε σε άλλη κατεύθυνση.
Ενώ πρωταρχικός στόχος της Συμμαχίας είναι η οργάνωση μιας πολυεθνικής δύναμης που θα στηρίξει τις εγγυήσεις ασφάλειας μόλις επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός, οι πρόσφατες συναντήσεις της απέδωσαν αποτελέσματα και σε άλλες διαστάσεις: υποστήριξη της αμυντικής βιομηχανίας της Ουκρανίας μέσω μεταφοράς τεχνολογίας και χορήγησης αδειών, ένα φόρουμ για τα πιο επείγοντα ζητήματα της ανθεκτικότητας και της άμυνας της Ουκρανίας, καθώς και μια ευκαιρία για την προώθηση διμερών αμυντικών πρωτοβουλιών με μεμονωμένα μέλη.
Πρώτον, ο Μπέρναμ ενέκρινε τη μεταφορά της τεχνολογίας «Storm Shadow», ώστε οι πύραυλοι να μπορούν να κατασκευαστούν στο ουκρανικό έδαφος, και ζήτησε από τη βρετανική βιομηχανία να υποστηρίξει το «Freyja», το ουκρανο-ευρωπαϊκό πρόγραμμα αντιβαλλιστικών αναχαιτιστικών πυραύλων που προορίζεται ως φθηνότερη εναλλακτική λύση έναντι του «Patriot». Ο Μακρόν ανέλαβε να επιταχύνει τις παραδόσεις και τη χορήγηση αδειών που είχαν συμφωνηθεί στην προηγούμενη συνάντηση της Συμμαχίας τον Ιούλιο, όταν η Γαλλία αδειοδότησε την ουκρανική κατασκευή βομβών AASM και πυραύλων SCALP, καθώς και, από κοινού με την Ιταλία, των αναχαιτιστικών Aster 30, και δεσμεύθηκε να υποστηρίξει το Freyja. Η δήλωση της Συμμαχίας τον Ιούλιο χαιρέτισε τη Συμμαχία Αντιβαλλιστικών Πυραύλων και τις άδειες που χορηγήθηκαν για την παραγωγή αναχαιτιστικών, καθώς και τις νέες δεσμεύσεις σχετικά με επιχειρήσεις κατά του «σκιώδους στόλου», την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συντονισμένη υποστήριξη των εθνικών επιχειρήσεων.
Δεύτερον, ο Ζελένσκι άσκησε πίεση για τις πιο επείγουσες ανάγκες της ουκρανικής άμυνας: ένα πακέτο χειμερινής βοήθειας κατά των βαλλιστικών επιθέσεων, με τουλάχιστον 300 αναχαιτιστικά Patriot, οικονομική στήριξη προς το Υπουργείο Άμυνας της Ουκρανίας, το οποίο παρουσιάζει έλλειμμα 27 δισεκατομμυρίων ευρώ, μεταξύ άλλων με την επανεξέταση του ζητήματος των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων· καθώς και το ξεμπλοκάρισμα της Μαύρης Θάλασσας και τη χρήση των «Διαδρομών Αλληλεγγύης» για τις εξαγωγές. Εκείνη την ημέρα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε επιπλέον στρατιωτική βοήθεια ύψους 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την ΕΕ για την αεροπορική και πυραυλική άμυνα, πυραύλους, πυρομαχικά και ραντάρ. Ο Ζελένσκι υποσχέθηκε να ενημερώσει τους συμμετέχοντες στη συνάντηση για τις διαπραγματεύσεις σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά προφανώς το αντιμετώπισε ως δευτερεύον ζήτημα.
Τρίτον, η Συμμαχία λειτουργεί ως φόρουμ υψηλού επιπέδου που προσελκύει πολλούς εταίρους και επιλύει διμερή ζητήματα. Για παράδειγμα, μια ημέρα πριν από τη συνεδρίαση της Συμμαχίας πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο σύνοδος κορυφής των Σκανδιναβικών και Βαλτικών χωρών με την Ουκρανία, και υπογράφηκαν ορισμένα διμερή έγγραφα σχετικά με την άμυνα, μεταξύ των οποίων μια δήλωση για στρατηγική εταιρική σχέση και μια συμφωνία για μη επανδρωμένα αεροσκάφη με τη Νορβηγία, καθώς και περαιτέρω συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Φινλανδία. Καθώς η αμερικανική ηγεσία αποσύρεται από την Ομάδα Επαφής για την Άμυνα της Ουκρανίας —η οποία συνεδρίασε οκτώ φορές το 2025 και τρεις φορές φέτος, ενώ η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά—, η Συμμαχία αρχίζει να αναλαμβάνει τα ίδια ζητήματα με το Ράμσταϊν.
Το τρέχον έργο της Συμμαχίας ανταποκρίνεται στην ερμηνεία του καγκελαρίου Mερτς σχετικά με τα καθήκοντά της, όπως αυτά καθορίστηκαν τον Ιούλιο: πρώτον, να πιέσει τη Ρωσία να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις, στη συνέχεια να στηρίξει την Ουκρανία για όσο διάστημα χρειάζεται να αμυνθεί, και μόνο τότε, από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες, να είναι έτοιμη να επιβλέπει μια εκεχειρία και να παρέχει εγγυήσεις. Αυτές οι πρωτοβουλίες των τελευταίων δύο μηνών, τόσο εντός όσο και εκτός της Συμμαχίας, έρχονται εν μέσω μιας σαφούς κλιμάκωσης της υποστήριξης της Βόρειας Κορέας και της Κίνας προς τη Ρωσία, σε συνδυασμό με την περαιτέρω απομάκρυνση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και την ανοιχτή προτίμησή τους να κατευνάσουν τον Πούτιν αντί να τον εξαναγκάσουν.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Επιτροπή Αναθεώρησης Οικονομικών και Ασφάλειας ΗΠΑ-Κίνας ανέφερε τον Αύγουστο ότι η Κίνα αντιπροσώπευε το 90% του συνόλου της τεχνολογίας που υπόκειται σε κυρώσεις και εισήλθε στη Ρωσία το 2026, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες έχει προμηθεύσει δορυφορικές εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν για την καθοδήγηση ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων. Μετά από ένα χρόνο παύσης, η Πιονγιάνγκ επανέλαβε την προμήθεια βαλλιστικών πυραύλων στα τέλη Ιουλίου του 2026 και έχει αναπτύξει στη Ρωσία τα δικά της πληρώματα και έξι εκτοξευτές για μια μονάδα ικανή να εκτοξεύσει έως και 120 πυραύλους.
Οι παραδόσεις δυτικών αναχαιτιστικών στην Ουκρανία έχουν εν τω μεταξύ μειωθεί στο ένα τρίτο του επιπέδου του 2025. Η Ουάσιγκτον δεν πωλεί στο Κίεβο τα αντιαεροπορικά συστήματα PAC-3 που ζητά, ούτε χορηγεί την άδεια παραγωγής που ο Τραμπ είχε μισοϋποσχεθεί στην Άγκυρα και αναθεώρησε τρεις εβδομάδες αργότερα. Ο Ζελένσκι δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 23 Αυγούστου ότι η Ρωσία μπορεί να παράγει έως και εκατό βαλλιστικούς πυραύλους τον μήνα και ότι η χειρότερη εκτίμηση για το ερχόμενο φθινόπωρο και χειμώνα είναι 1.300 πύραυλοι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Βόρειας Κορέας. Αυτή η ασυμμετρία στη συμμαχική βοήθεια απαιτεί σίγουρα πιο αποφασιστικές ενέργειες από τους εταίρους της Ουκρανίας που αποτελούν τη Συμμαχία.
Η αποστασιοποίηση της Ουάσιγκτον από τη Συμμαχία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης. Η παρουσία της στην Ευρώπη μειώνεται σταδιακά: το Πεντάγωνο έχει επίσημα ξεκινήσει μια αναθεώρηση της στάσης και της στάθμευσης των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, ενώ ο Έλμπριτζ Κόλμπι εργάζεται ενεργά στις πρωτεύουσες των συμμάχων για την εκεί απόδοση της κύριας ευθύνης για τη συμβατική άμυνα στην Ευρώπη. Τα 5.000 στρατεύματα που υποσχέθηκε ο Τραμπ στην Πολωνία ως αντιστάθμισμα για τον ίδιο αριθμό αμερικανικών στρατευμάτων που αποσύρθηκαν από την Ευρώπη την άνοιξη δεν έχουν ούτε ημερομηνία ούτε τόπο ανάπτυξης. Παρά τις πολυάριθμες υβριδικές εκστρατείες και τις εκστρατείες σαμποτάζ της Ρωσίας, ο Τραμπ συνεχίζει να αρνείται ότι η Ρωσία αποτελεί οποιαδήποτε απειλή για το ΝΑΤΟ.
Στις 16 Αυγούστου, την ημέρα πριν από την προγραμματισμένη έναρξη των ετήσιων στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα, ο Τραμπ διέταξε το Πεντάγωνο να τις περιορίσει, επικαλούμενος τις καλές του σχέσεις με τον Κιμ Γιονγκ Ουν και χαρακτηρίζοντας τις ασκήσεις ως ένα μήνυμα ακατάλληλο και εχθρικό προς τη Βόρεια Κορέα, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του, δεν αποτελούσε απειλή και έδειχνε σεβασμό — τον ίδιο μήνα που η Ρωσία επανέλαβε τις εκτοξεύσεις πυραύλων της Βόρειας Κορέας εναντίον ουκρανικών πόλεων. Στον Καναδά, σύμμαχο βάσει συνθήκης, δεν προσφέρονται τέτοιες ευγένειες: ο Τραμπ έχει επιβάλει επιπλέον ασφυκτικούς δασμούς στα καναδικά προϊόντα, αμφισβητεί τα σύνορα — τα οποία, όπως λέει, έχουν χαραχθεί αυθαίρετα «με χάρακα» — και μετονομάζει τη λίμνη Οντάριο σε «Λίμνη Αμερική». Τίποτα από όλα αυτά δεν ενισχύει την διατλαντική εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, υπονομεύοντας τις τρέχουσες στρατηγικές κρατών που είναι σταθερά φιλοαμερικανικά, όπως η Πολωνία και η Ιταλία.
Η αμερικανική αδιαφορία και αποστασιοποίηση παρεμποδίζουν τον αρχικό στόχο της Συμμαχίας και υποβαθμίζουν το περιβάλλον ασφάλειας στο οποίο λειτουργεί. Η αεροπορική της συνιστώσα σχεδιάστηκε ώστε να εξαρτάται από τις υποστηρικτικές δυνατότητες των ΗΠΑ. Η Διακήρυξη του Παρισιού της Συμμαχίας, του Ιανουαρίου 2026, έθεσε στο επίκεντρο των εγγυήσεων έναν μηχανισμό παρακολούθησης και επαλήθευσης της εκεχειρίας υπό αμερικανική ηγεσία· αξιωματούχοι που επικαλείται το Reuters ανέφεραν ότι αυτό θα σήμαινε τη χρήση αμερικανικών drones, αισθητήρων και δορυφόρων. Η διακήρυξη δεν φέρει καμία αμερικανική υπογραφή, ενώ η αναφορά στη χρήση αμερικανικών δυνατοτήτων για τη στήριξη της δύναμης είχε αφαιρεθεί από ένα προηγούμενο σχέδιο. Το εύρος και οι φιλοδοξίες της δύναμης που θα έπρεπε να υποστηρίξει μια τέτοια ρύθμιση είχαν περιοριστεί εδώ και καιρό. Ο αρχικός στόχος του Ζελένσκι τον Ιανουάριο του 2025 για 200.000 Ευρωπαίους στρατιώτες είχε συρρικνωθεί, μέχρι τον Ιανουάριο του 2026, σε μια συνδυασμένη γαλλο-βρετανική προσφορά έως 15.000. Μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κρατών, ούτε η Γερμανία ούτε η Ιταλία ούτε η Πολωνία προσφέρουν χερσαίες δυνάμεις: το Βερολίνο έχει προτείνει τη στάθμευση δυνάμεων σε έδαφος του ΝΑΤΟ που γειτονεύει με την Ουκρανία, η Βαρσοβία περιορίζεται στην υλικοτεχνική υποστήριξη και τη φιλοξενία, ενώ η Ιταλία, την ημέρα που ανακοινώθηκαν οι ασκήσεις, επιβεβαίωσε ότι δεν θα συμμετάσχει. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώντας ζωντανό τον αρχικό στόχο, ο Μακρόν όρισε τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο για τις πρώτες ασκήσεις πλήρους κλίμακας της Συμμαχίας, οι οποίες θα φιλοξενηθούν από την Πολωνία με γαλλικά και βρετανικά στρατεύματα, προκειμένου να δοκιμαστούν η διοίκηση και ο έλεγχος, η υλικοτεχνική υποστήριξη και η ανάπτυξη. Η αποστολή, το επιδιωκόμενο τελικό αποτέλεσμα και οι κανόνες εμπλοκής της δύναμης παραμένουν ακαθόριστοι, ενώ η προετοιμασία είναι αργή και αμφισβητείται πολιτικά. Η Συμμαχία, η οποία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2025, έχει από τότε αποκτήσει μόνιμο αρχηγείο τριών αστέρων στο Παρίσι, μια μονάδα συντονισμού στο Κίεβο και περίπου διακόσιους σχεδιαστές από περισσότερες από τριάντα χώρες. Μετά από δεκαεπτά μήνες, ο μηχανισμός αυτός δοκιμάζεται για πρώτη φορά.
Το πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ η Πολυεθνική Δύναμη για την Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί την οργανωτική ιδέα ολόκληρης της Συμμαχίας, αυτό που επρόκειτο να εγγυηθεί δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Στην ίδια κλειστή ενημέρωση της 23ης Αυγούστου, ο Ζελένσκι σύμφωνα με πληροφορίες δήλωσε στους παρευρισκόμενους ότι κανένας σημαντικός σύμμαχος δεν έχει δώσει ακόμη καμία εγγύηση ότι κάποιος θα έρθει να σώσει την Ουκρανία αν ο Πούτιν προχωρήσει περαιτέρω. Οι προσπάθειες για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών ακολουθούν το συνηθισμένο σχήμα με τα συνηθισμένα αποτελέσματα: άλλη μια πρόταση μιας σελίδας για την κατάπαυση του πυρός, άλλη μια καινοτόμος «εδαφική ρύθμιση» για το Ντονμπάς, άλλος ένας υψηλού προφίλ απεσταλμένος που στάλθηκε στη Μόσχα για να πείσει τον Πούτιν να αποδεχτεί μια συμφωνία, άλλη μια επίπληξη από τη Ρωσία και μια νέα ανακοίνωση ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες θα ξαναρχίσουν το φθινόπωρο.
Ποιο θα πρέπει να είναι το σημείο συνάντησης μεταξύ αυτού για το οποίο σχεδιάστηκε η Συμμαχία και αυτού που πράγματι κάνει στο τρέχον στάδιο του πολέμου; Δεν υπάρχει μόνιμη ιδιότητα μέλους, ούτε θεσμική δομή, ούτε διαδικασία λήψης αποφάσεων, και συχνά ούτε κοινό όραμα. Αυτό διατηρεί τη Συμμαχία ευρεία, αλλά την αποδυναμώνει όποτε απαιτούνται κοινές αποφάσεις. Είναι ενδεικτικό ότι το αποτέλεσμα της συνάντησης της 24ης Αυγούστου ήταν και πάλι μια δήλωση των τριών συμπροέδρων, και όχι της Συμμαχίας στο σύνολό της, γεγονός που προδίδει την απουσία ενότητας. Από πολιτική άποψη, η κατάσταση δεν είναι πιο σταθερή. Ο Μακρόν αποχωρεί από το αξίωμα την επόμενη άνοιξη και οι πιθανοί δεξιοί διάδοχοί του αντιτίθενται τόσο στην αποστολή γαλλικών στρατευμάτων όσο και στην παροχή περισσότερων όπλων στην Ουκρανία, η θέση του Μερτς στην πατρίδα του αποδυναμώνεται, ενώ η Πολωνία και η Ιταλία αντιμετωπίζουν τις δικές τους εκλογές· η μορφή αυτή δεν έχει καμία εγγύηση συνέχισης πέρα από την προσωπική δέσμευση ενός ηγέτη που βρίσκεται ακόμη στο υψηλότερο αξίωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η άφιξη του Μπέρναμ στο Κίεβο αποτελεί μια σπάνια επίδειξη συνέχειας. Προς το παρόν, το σημείο συνάντησης έγκειται λιγότερο στη δύναμη που επρόκειτο να αναπτύξει η Συμμαχία και περισσότερο στη λειτουργία που έχει πράγματι αποκτήσει: τη σύνδεση της άμυνας της Ουκρανίας με εκείνη της Ευρώπης — μέσω της βοήθειας, των συμφωνιών για τα drones και άλλων συμφωνιών που λειτουργούν αμφίδρομα, μέσω της κοινής παραγωγής και των στρατηγικών αντιβαλλιστικών προγραμμάτων όπως το «Freyja» — όλα αυτά είναι πραγματικά, αλλά κανένα δεν είναι ακόμη μη αναστρέψιμο ή διαρθρωτικό.
Ο Ζελένσκι αποχώρησε από τη συνάντηση του Αυγούστου ζητώντας όχι την ανάπτυξη δυνάμεων, αλλά τη συχνότητα των συναντήσεων — χωρίς μεγάλες παύσεις, μια ακόμη σύνοδο τον Σεπτέμβριο, όπως δήλωσε. Πρόκειται για μια ορθολογική χρήση ενός μηχανισμού, η αξία του οποίου έγκειται πλέον στο να συγκεντρώνει τους εταίρους αρκετά συχνά, ώστε η αμυντική ατζέντα της Ουκρανίας να παραμένει ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων τους και η Ουκρανία να ενσωματωθεί στην ευρωπαϊκή άμυνα — κάτι που όσοι τάσσονται υπέρ ενός συμβιβασμού με τη Ρωσία εις βάρος της κυριαρχίας της Ουκρανίας δηλώνουν ανοιχτά ότι φοβούνται. Το καθήκον για το Κίεβο είναι να καταστήσει αυτή τη λειτουργία μόνιμη πριν οι εκλογικοί κύκλοι απομακρύνουν τους ηγέτες που τη στηρίζουν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Συμμαχία δεν είναι η διάλυση — τέτοιες χαλαρές μορφές σπάνια διαλύονται — αλλά η εδραιωμένη ρουτίνα, στην οποία η Ευρώπη αναλαμβάνει την ευθύνη για έναν πόλεμο που εξακολουθεί να αναμένει ότι θα τερματίσουν άλλοι, ελπίζοντας παράλληλα ότι αυτός ο τερματισμός δεν θα είναι επιζήμιος για τα συμφέροντά της.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά ως σχόλιο του EPIK στις 28 Αυγούστου 2026.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Η Βρετανία σε τροχιά πολιτικής αποσύνθεσης
Η σημερινή κρίση που συγκλονίζει το βρετανικό πολιτικό σύστημα δεν αφορά πλέον αποκλειστικά το μέλλον του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ ούτε περιορίζεται στις εσωτερικές αναταράξεις του Εργατικού Κόμματος. Αντιθέτως, μοιάζει να αποτυπώνει κάτι βαθύτερο: την εξάντληση ενός ολόκληρου πολιτικού και κοινωνικού μοντέλου που κυριάρχησε στη Βρετανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.