Σύνδεση συνδρομητών

Chantal Akerman

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

«Γράψε για τη μαμά όσο ζει»

Γεράσιμος Σταματέλος

Chantal Akerman, Η μητέρα μου γελάει, μετάφραση από τα γαλλικά: Μυρτώ Ταπεινού, επίμετρο: Εύα Στεφανή, Πλήθος, Αθήνα 2025, 264 σελ.

Η Σαντάλ Άκερμαν, κινηματογραφίστρια που κινήθηκε μεταξύ στρατευμένου φεμινισμού και αβανγκάρντ, είχε ταραχώδη και περίπλοκη σχέση με τη μητέρα της – την οποία περιέγραψε στις ταινίες της, την περιέγραψε και σε ένα βιβλίο. Η μητέρα της πέθανε το 2014 ενώ ένα χρόνο μετά πέθανε στο Παρίσι και η Σαντάλ Άκερμαν – πιθανότατα αυτοκτόνησε. Λίγο πριν πεθάνει η μητέρα της είχε γυρίσει γι’ αυτήν και για τη σχέση τους την ταινία No Home Movie. Όταν πέθανε, έγραψε το βιβλίο Η μητέρα μου γελάει. Με αφορμή αυτό το βιβλίο γράφεται ένα κείμενο – το κείμενο που ακολουθεί.[1]

«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος όπου θα οφείλαμε να “λογοδοτήσουμε”. Αλλά πρέπει ήδη να κανονίσουμε τους λογαριασμούς μας σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο – με όλους όσους αγαπάμε».

Αλμπέρ Καμύ

«Όχι, δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί κανείς να πει σε μια μητέρα».

Σαντάλ Άκερμαν

Κοιτάζω τις πρώτες σημειώσεις μου γι’ αυτό το κείμενο. Θυμάμαι την αρχική υπόθεση που σχηματίστηκε στο μυαλό μου καθώς διάβαζα το βιβλίο της Άκερμαν, πριν καν πιάσω το στυλό: όποιος πάει να γράψει, αφού το διαβάσει ή ενόσω το διαβάζει, είτε γι’ αυτό είτε για κάτι παντελώς άσχετο, θα έχει μπολιαστεί από τη γραφή της.

Διαβάζω το επίμετρο της Εύας Στεφανή. Επιβεβαιώνει την υπόθεσή μου. Για την ακρίβεια, το επίμετρο δίνει την αίσθηση φυσικής συνέχειας του γραπτού της Άκερμαν (δεν μπορώ να σκεφτώ μεγαλύτερη αρετή για κείμενο που ακολουθεί αυτό το βιβλίο, γιατί το ύφος αυτού του βιβλίου είναι αφοπλιστικό).[2] Αλλά δεν έχω καμία μνήμη αν η υπόθεση σχηματίστηκε στο μυαλό μου αφότου διάβασα το επίμετρο ή πριν. Και άλλωστε –ανακαλύπτω με ελάχιστη σκέψη, με υποτυπώδες «σκάψιμο» εαυτού– η υπόθεσή μου είναι μόνο μια υπόθεση εργασίας: αυτό που είκασα είναι αυτό που προσδοκούσα να μου συμβεί – και μου συνέβη. Οι αρχικές σκόρπιες σημειώσεις μου είναι δηλητηριασμένες από τη γραφή της Άκερμαν.

Ένας πρώτος λόγος που τις ονομάζω «δηλητηριασμένες»: ποτέ δεν διανοήθηκα πως γράφω ισάξια με (πόσο μάλλον καλύτερα από) τα βιβλία που με σπρώχνουν να γράψω γι’ αυτά. Αισθάνομαι πως κατορθώνω (και αυτό όχι πάντα) να συλλάβω μόνο τα ίχνη ενός ύφους και το αποτύπωμα ενός θέματος που με συνταράσσει. Ύστερα, όταν δεν γίνεται αλλιώς (=όταν αυτό που με συνταράσσει με «εξαναγκάζει» να λογαριαστώ με αυτό), προσπαθώ απελπισμένα να μεταφέρω αυτά τα διακριτικά γνωρίσματα που (για μένα) κάθε βιβλίο που αγαπάω έχει, ξέροντας πως τα μέσα μου είναι πενιχρά, δεν έχουν την αρτιότητα που βρίσκω στα βιβλία τα οποία με συγκινούν. Άλλωστε υπάρχουν τόσα βιβλία που αγαπάω για τα οποία δεν θα γράψω ποτέ, γιατί με αφήνουν με ένα αδιαχείριστο αίσθημα ιλίγγου (στο νου μου έρχεται εν συνόλω ο Μέλβιλ). Όταν κατορθώνω να γράψω για κάτι, το αίσθημα της υποαντιπροσώπευσης του βιβλίου και του θέματος είναι τόσο συχνό που, απλώς, πρέπει να σφίξω τα δόντια και να πω, «τόσο μπόρεσες· μακάρι να αρκεί και τόσο».

 

Γράφοντας με την ψυχή σου

Αυτός είναι ο ένας απ’ τους δύο λόγους που γράφω για το βιβλίο της Άκερμαν. Προτάσεις όπως αυτές, που συναντάς στις πρώτες κιόλας σελίδες:

Με μεγάλη δυσαρέσκεια διαβάζω από την αρχή όσα έχω γράψει. Αλλά τι να κάνω, τώρα τα έγραψα. Τα έχω μπροστά μου. Σκέφτομαι ότι, άμα τα ξαναδουλέψω, μπορεί να με δυσαρεστούν λιγότερο. Τους μήνες κατά τους οποίους δεν έκανα απολύτως τίποτα, έλεγα όλη την ώρα ότι θα ξαναξεκινούσα να γράφω, ή έστω ότι θα τα έπιανα αποκεί που τα άφησα και ότι όλα θα πήγαιναν καλά.[3]

Το πρόβλημα της γραφής που σε κάνει να φτύνεις αίμα·[4] το πρόβλημα που ακολουθεί αυτό το πρόβλημα είναι πως αυτή η συνθήκη δεν κομίζει καμία εγγύηση ουσίας ή βάθους της γραφής. Αναπνέεις την αβεβαιότητα, και το θέμα σού δημιουργεί την αίσθηση πως διαφεύγει από τα δάχτυλά σου διαρκώς, σαν τρεχούμενο νερό. Ή μια αίσθηση πως ο ουρανίσκος σου αναγνωρίζει, μετά από χρόνια δοκιμών, τη γεύση του δηλητηρίου, χωρίς ποτέ να μπορείς να ’σαι σίγουρος πως θα γνωρίσει και τη γεύση του αντίδοτου.

Φυσικά δεν είμαστε υποχρεωμένοι να γράφουμε ούτε για θέματα που μάς καίνε ούτε να βάζουμε όλο μας το είναι σε όσα κάνουμε (απλώς η διαφορά μεταξύ όσων αποφεύγουν αυτά τα θέματα και όσων σπάνε τα μούτρα τους αναμετρώμενοι με αυτά θα ’ναι πάντα διακριτή). Αλλά έβαλε ποτέ κανείς συνειδητά όλο του το είναι σε κάτι; Η αίσθηση είναι ότι αφήνεις ίχνη:

Είναι προφανές από τις ταινίες σου ότι βάζεις μέσα τους όλο σου το είναι, κάποιος μου είπε. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει αυτό, γιατί νόμιζα ότι δεν γνώριζα ούτε ένα μικρό κομματάκι του εαυτού μου, πόσο μάλλον ολόκληρο τον εαυτό μου. Και κάθε φορά που τελείωνα μια ταινία, ένιωθα ότι άφηνα μόνο ένα μικρό ίχνος. Το είχα ανάγκη να αφήνω ένα ίχνος, πραγματικά το χρειαζόμουν.[5]

Τότε λοιπόν γιατί αυτή η αίσθηση της αποξήρανσης, του αδειάσματος, της «ναυτίας»;[6] Γιατί στην πραγματικότητα, συνειδητά ή μη, ηθελημένα ή άθελα, εγχέεις πράγματι όλο σου το είναι σε αυτά που κάνεις με την ψυχή σου. Τα ίχνη –όσο κοινότοπο κι αν είναι– είναι μορφοκλάσματα: εν σπέρματι, όλος ο κόσμος (σου) είναι εκεί – εντός του. Φυσικά αυτό είναι κάτι ελάχιστα εντοπίσιμο ή παραδεκτό απ’ αυτόν που κάνει κάτι – γιατί το θέμα τον καίει τόσο που, σχεδόν αναπόφευκτα, θα δει το (όποιο) έργο του ως φτωχό. Αυτή είναι η περίπτωση της, διττής σημασίας, άμυνας της Άκερμαν: κοιτώντας αυτό που έκανε της φαίνεται τόσο φτωχό που δεν μπορεί παρά να ’ναι ένα απλό ίχνος· όντας ένα απλό, φτωχό ίχνος, δεν υπάρχει περίπτωση να ενέχει όλο της το είναι. Και έτσι, στην απόγνωση της θέας του φτωχού ίχνους, προστίθεται η παρηγοριά τού «είναι απλώς ένα ίχνος· όταν κατορθώσω να εκφράσω κάτι περισσότερο από ίχνη, αυτό δεν θα ‘ναι τόσο απελπιστικά φτωχό»: «Και ναι και όχι. Μάλλον ναι, έπρεπε κάπως να αμυνθώ κι εγώ. Σε αυτό καταλήγω τώρα τουλάχιστον. Προσπαθώ να δικαιολογήσω τον εαυτό μου».[7] Εν πάση περιπτώσει, η γραφή είναι κάτι αναγκαίο:

Θέλω να καταγράφω ό,τι συμβαίνει. Γιατί έτσι νιώθω λες και είμαι άνθρωπος που έχει κάτι να κάνει, ακόμα και όταν δεν συμβαίνει τίποτα […]. Το μόνο πράγμα που μπορεί να με σώσει είναι το γράψιμο. Και ακόμα και τότε. Ακόμα και όταν γράφω έχει να κάνει με εκείνη, οπότε το γράψιμο δεν μου δίνει την ελευθερία που μπορεί να φαντάζονται οι άνθρωποι που δεν γράφουν. Όχι, δεν είναι ελευθερία. Όχι στ’ αλήθεια.[8]

Ο δεύτερος λόγος λοιπόν (το ίδιο το θέμα) απαιτεί μια ιστορική παρέκκλιση. Μιθριδατισμός: δοκίμασε τα δηλητήρια για ν’ αποκτήσεις ανοσία. Αλλά γιατί να δοκιμάσεις τα δηλητήρια; Κάποια μέρα, ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ξύπνησε στη Σινώπη κάθιδρος, παρανοϊκός και συνωμοσιολόγος: ήταν βέβαιος πως θα τον δηλητηριάσουν. Άρχισε λοιπόν να δημιουργεί ανοσία στον εαυτό του καταναλώνοντας σταθερά μικρές ποσότητες δηλητηρίων – εξασφαλίζοντας έτσι πως καμία απόπειρα δολοφονίας με δηλητήριο δεν θα πετύχαινε. Έτσι έγινε πράγματι; Όχι ακριβώς. Ο μιθριδατισμός έγινε έτσι ακριβώς (τόσο που ο μύθος λέει πως, στο τέλος, προσπάθησε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο και δεν τα κατάφερε). Αλλά δεν ξέρουμε καθόλου αν ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ξύπνησε κάποια μέρα κάθιδρος, δεν ξέρουμε τίποτα για τη στιγμή-τομή που αποφασίζει πως αυτό πρέπει να κάνει· αυτό που ξέρουμε είναι πως είδε, στα δώδεκα ή στα δεκατέσσερά του, τον πατέρα του να πέφτει δολοφονημένος από δηλητήριο. Και αυτό έφτανε και περίσσευε για να μείνει στην ιστορία με αυτήν την πρακτική του. Ένας αρχέγονος φόβος του αναπόφευκτου συνδεδεμένος με τον γονέα, αυτή είναι η δική μου απάντηση στο γιατί να δοκιμάσεις τα δηλητήρια. Γιατί το βιβλίο της Άκερμαν με δηλητηρίασε επανειλημμένα· παίρνοντάς το αυτό προσδοκούσα και αυτό επεδίωκα. Γιατί οφείλω να σκεφτώ τη ζωή μου, όχι μόνο να τη ζήσω αλλά και να τη σκεφτώ (στην πραγματικότητα τα δύο είναι αξεχώριστα) με και χωρίς την πιο κομβική σχέση της ζωής μου. Και μάλιστα πριν, και όχι μετά.

 

Η μητέρα της

Ξεκίνησα σχεδόν άναρχα – το μαζεύω: το βιβλίο είναι ακατάτακτο. Φυσικά μπορεί να παραλληλιστεί με το Ημερολόγιο πένθους του Μπαρτ, με τις σελίδες του Προυστ για το θάνατο της γιαγιάς (που ’ναι η μαμά, αλλά δεν μπορεί να γράψει «μαμά»: στα χρόνια που μεσολαβούν μεταξύ του Εναντίον του Σαιν-Μπεβ και του Αναζητώντας… οι σκηνές που αφορούν τη μαμά ξαναγράφονται, λέξη προς λέξη, για τη γιαγιά – γιατί η μαμά έχει πεθάνει και (μάλλον) ο μόνος τρόπος διαχείρισης είναι αυτή η μετωνυμία· έτσι είναι μερικοί άνθρωποι, έτσι είναι μερικές σχέσεις και «έτσι είναι μερικές λέξεις και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις γι’ αυτό. Σου δένουν έναν κόμπο στον λαιμό. Ξέρω την αίσθηση και δυστυχώς δεν είναι καθόλου ωραία, ακριβώς το αντίθετο»),[9] ακόμα και την κατάσταση του Μπόρχες την περίοδο των Διαλόγων με τον Σάμπατο[10] ή το βιβλίο της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ.[11] Αλλά ο κάθε παραλληλισμός μού φαίνεται ανεπαρκής (και ας μπορεί να σταθεί δίπλα στους συγγραφείς που ανέφερα), γιατί το «ακατάτακτο» προκύπτει από το ότι το βιβλίο της Άκερμαν είναι ένας κόσμος, στην πληρότητα του πλεονάσματος και του ελλείμματός του.

Το εξηγώ: το βιβλίο έχει –προφανές– κεντρικό θέμα, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτό. Παράλληλα με το να λογαριάζεται με την κατάπτωση και τον επερχόμενο θάνατο της μητέρας, υπάρχει ένας –επίπονος αλλά αναπόφευκτος και αναγκαίος– χωρισμός στη ζωή της Άκερμαν, που καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου· υπάρχουν οι μνήμες από περασμένες σχέσεις, φιλίες, ξαδέρφια, θείες, η αλληλεπίδραση με όλους αυτούς, οι ανασκοπήσεις, οι αποτιμήσεις, οι εσωτερικοί μονόλογοι. Όλα είναι εμβόλιμα· σαν την αλληλοδιαδοχή των καθημερινών σκέψεων. Και όλα αυτά συνιστούν το πλεόνασμα του βιβλίου: το ύφος της Άκερμαν είναι ενός ενήλικου, απομαγεμένου ανθρώπου που θυμάται, προσπαθεί να ξεχνά, πονά, γελάει, ξεκαρδίζεται.[12] Η σύνδεση με τη μητέρα παραμένει άρρηκτη (γι’ αυτό και τα πάντα είναι εμβόλιμα) – μια μητέρα επιζήσασα που, επίσης, αποτιμά και θυμάται· και πολύ συχνά ξεχνά επειδή πρέπει και χρειάζεται να ξεχάσει.[13] Ξεχνάει πράγματι; «Η μητέρα μου ποτέ δεν ξεχνάει τίποτα, αλλά με ποιο τίμημα, τώρα ξέρω το τίμημα που έχει πληρώσει για να μην ξεχνάει τίποτα. Αλλά είναι λίγο αργά πια για όλα αυτά».[14] Ακόμα και οι γλώσσες, ζωντανές ή απονεκρωμένες, συνδέουν μητέρα και κόρη.[15]

Την ίδια στιγμή, υπάρχει το έλλειμμα: είναι οντολογικό –είναι η αίσθηση της μη αποδοχής από τη μητέρα της (σε κάποια σημεία και από τον νεκρό πατέρα της),[16] και μια αναζήτηση της αλήθειας,[17] ή μάλλον μιας αλήθειας επικοινωνημένης. Όπως σε κάθε σχέση πραγματικής αγάπης, δεν συναντάμε κανέναν ανέφελο ουρανό· η γραμμή του καρδιογραφήματος δεν είναι νεκρή και, άρα, δεν είναι ίσια.[18] Και είναι σε αυτά τα σημεία που γράφει: «Συνεχίζεις να με αποφεύγεις, είπε. Μιλάει επιτέλους, σκέφτηκα. Επιτέλους λέει τα πράγματα όπως είναι»,[19] και «όταν πλησίασα το κρεβάτι, άνοιξε το ένα μάτι. Ήταν ζωντανή. Ήταν ακόμη ζωντανή. Ήσουν επιθετική μαζί μου, είπε τότε. Δεν ξέρει τι λέει, μου είπε ο γαμπρός μου. Αλλά εγώ ήξερα ότι είχε δίκιο. Ήξερε πολύ καλά τι έλεγε. Και δεν είπε σ’ αγαπώ. Ήρθε επιτέλους αυτή η στιγμή. Ξέχασα όλες τις προηγούμενες φορές στις Βρυξέλλες. Τη σφαλιάρα, τα με αποφεύγεις, τα μου κάνεις περισσότερο κακό παρά καλό. Τις είχα ξεχάσει όλες αυτές τις στιγμές. Τις στιγμές που μου επέτρεπαν ξαφνικά να ανασάνω. Τις είχα ξεχάσει αλλά μετά τις θυμήθηκα και ήμουν χαρούμενη. Η μητέρα μου έλεγε αυτό που εννοούσε. Ήμουν τρομερά χαρούμενη. Αλλάζει και, αν βγει ζωντανή, δεν θα είναι πια ο ίδιος άνθρωπος· ίσως και εγώ το ίδιο, έλεγα από μέσα μου. Ίσως να αλλάξω και εγώ […]. Πρέπει να της έκανε καλό που μου είπε ήσουν επιθετική μαζί μου. Έμοιαζε να κοιμάται ήσυχη».[20]

Έτσι δεν εκπλήσσουν τα άλλα σημεία, που η γραφή της ενήλικης κόρης αντικαθίσταται, φυσικώ τω τρόπω, με τη γραφή και το ύφος ενός παιδιού: του παιδιού της Νατάλια, που είναι η Σαντάλ. Ίσως κάθε παιδιού, όταν καταφεύγει στην καθαρή γεγονικότητα, μπολιασμένη από διστακτικά και αμφίσημα αισθήματα –όπως όταν δοκιμάζεις τις λέξεις και, μαζί τους, αυτό που αισθάνεσαι: «Δεν την πείραζε καθόλου που ήταν γυμνή μπροστά μου, αλλά εμένα με πείραζε. Της άρεσε που την έκανα μπάνιο· εμένα καθόλου. Την έκανα μπάνιο και τελείωσε η υπόθεση. Δεν της είπα ότι αισθάνθηκα άβολα και είπα από μέσα ότι δεν θα έπρεπε να με είχε πειράξει. Δεν με πείραζε δα και τόσο πολύ. Όχι, κατά βάθος δεν με πείραζε ιδιαίτερα. Λιγάκι μόνο».[21] Η Άκερμαν κάνει έναν ανηλεή απολογισμό του εαυτού της: «Το παιδί γεννήθηκε γερασμένο και ως εκ τούτου το παιδί δεν ενηλικιώθηκε ποτέ. Μεγάλωσε μες στον κόσμο των ενηλίκων σαν ένα γερασμένο παιδί και δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί. Το γερασμένο παιδί ήξερε ότι, αν η μητέρα του πέθαινε ποτέ, αυτό δεν θα είχε πουθενά αλλού να πάει. […] Το παιδί είναι εκείνη· το παιδί είμαι εγώ».[22]

Υπάρχει –και ίσως αυτό είναι πιο σπαρακτικό από τον επικείμενο θάνατο της μητέρας– περίσσευμα ενοχής. Και διαχέεται σε όλη τη ζωή της Άκερμαν:

Σήμερα η μητέρα μου ξύπνησε κλαίγοντας. Σπάραξε στο κλάμα. Σχεδόν κραύγαζε […] Το ξέρω ότι εγώ φταίω για αυτό το κλάμα. Βέβαια πάντα ένιωθα ότι έφταιγα για όλα, ακόμα και όταν σίγουρα δεν έφταιγα. Αλλά, αυτή τη φορά, έφταιγα. Δεν άντεχα να είμαι εκεί, και εκείνη μπορούσε να το αισθανθεί, ήξερε ότι κρυβόμουν και ότι την απέφευγα. Οπότε προσπάθησα να είμαι ευγενική και τρυφερή και αυτό κάπως την ηρέμησε […] Τη μητέρα μου την αγαπούσα τόσο πολύ όταν ήταν νέα. Τη νιότη της, την ομορφιά της, τα φορέματά της. […] Μετά δεν έβαζα γλώσσα μέσα μου· της έλεγε ό,τι μου ερχόταν […] Την αγαπούσα. Όμως και πάλι έτρωγα με το ζόρι. Και πάλι λερωνόμουν όλη την ώρα. Και πάλι έφευγα και περπατούσα με τις ώρες κατά μήκος της θάλασσας.[23]

Και από κει που δεν έβαζε γλώσσα μέσα της και της έλεγε ό,τι της ερχόταν, η Άκερμαν –πια μη-παιδί ενώ νιώθει πάντα απλώς το παιδί της Νατάλια, η όμορφη μητέρα της ένα μάτσο κόκαλα– πρέπει να λογαριαστεί με το γεγονός της βουβαμάρας, του ότι δεν ξέρει πια τι να της πει:

Δεν έχω να της πω τίποτα. Η μητέρα μου παραπονιέται. Μα πες μου τίποτα. Τι να σου πω; Ό,τι θες, πες μου με τι ασχολείσαι αυτή την περίοδο. Πες μου ό,τι σου ’ρχεται. Εντάξει, θα προσπαθήσω. Αλλά τίποτα, πραγματικά τίποτα, δεν μου έρχεται στο μυαλό, ή στα χείλη. Τη στεναχωρεί αυτό. Κι εμένα. Δεν μου έχει πάει καλά η μέρα. Θα περάσει. Ας μιλήσουμε. Μα πώς να γεμίσουμε τη σιωπή. Τι θες να σου πω. Οτιδήποτε, ό,τι και να μου πεις θα το βρω ενδιαφέρον.[24]

Έχουν απομείνει μόνο τα αμιγή γεγονότα της καθημερινότητας:

Την παίρνει ο ύπνος ανά πάσα στιγμή. Ξυπνάει. Τρώει λίγο. Υπάρχει. Σηκώνεται, τρώει, κάνει το μπάνιο της. Εδώ και κάποιες μέρες καταφέρνει να μπαίνει και να βγαίνει από την μπανιέρα μονή της. Τρώει. Ξαπλώνει στο καναπέ. Κοιμάται. Ξυπνάει. Μιλάει λίγο με τις δύο κόρες της, που είναι εκεί γι’ αυτή. Μιλάνε για όλα και για τίποτα. Περί ανέμων και υδάτων. Τι άλλο έχει μείνει να ειπωθεί;[25]

Το «γιατί» είναι προφανές· αλλά εφόσον η Άκερμαν το λέει, αξίζει να ειπωθεί:

Κάθε πρωί αφού ξυπνήσω πάω και στέκομαι στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς της για να δω αν αναπνέει. Αναπνέει δυνατά και με δυσκολία, αλλά αναπνέει. […] Όλοι μάς λένε και μας ξαναλένε ότι η εγχείρηση δεν είναι τίποτα. Κι αν όμως δεν αντέξει αυτό το μάτσο κόκαλα, με τα λιγοστά μαλλιά, με τα θολά μάτια; Θα δούμε. Πάντα λέω θα δούμε. Λέω θα δούμε σκεπτόμενη ότι μπορεί να γίνει οτιδήποτε. Βέβαια σε αυτή την περίπτωση δύο είναι τα τινά, η ζωή ή ο θάνατος. Και αν η ζωή φύγει, θα φύγει κι αυτή μαζί.[26]

Το θέμα λοιπόν αυτού του ιδιότυπου βιβλίου είναι βαρύ. Ε και; Θεωρώ αδύνατο να μη γελάσει ή και να μην ξεκαρδιστεί στα γέλια ο κάθε αναγνώστης στα σημεία που θα ακούσει αυτό που διαβάζει από μια αγαπημένη σε εκείνον φωνή:

Πάντα επαναλαμβάνει το ίδιο πράγμα και, όταν της λέω μου το ξαναείπες αυτό, θυμώνει. Δεν μπορώ να μιλήσω ούτε μες στο ίδιο μου το σπίτι, μου κόβεις τη φόρα με το που ανοίξω το στόμα μου […]. Πραγματικά με ξεγέλασαν αυτή τη φορά στο νοσοκομείο, λέει. Μου είπαν ότι θα είναι μια μικρή επέμβαση, τίποτα σοβαρό, αλλά τώρα καταλαβαίνω ότι πρόκειται για το αντίθετο, πόσα ν’ αντέξει η καημένη η καρδιά μου. Σταμάτα να ανησυχείς γι’ αυτό. Βαριαναστενάζει και λέει όχι. Μετά βογκάει πάλι, χωρίς να το καταλάβει. Βγαίνω από το δωμάτιο. Επιστρέφω και τη ρωτάω γιατί βογκάει. Ποιος βογκάει, μωρέ. Εγώ ποτέ δεν βογκάω. […] Πάει κι έρχεται όποτε του καπνίσει· ποτέ δεν μας λέει πού πηγαίνει. Το έχει περάσει για ξενοδοχείο το σπίτι. Αφού, ρε μαμά, δεν είναι πια παιδί […] Ξέρεις κάτι, η αδερφή σου με διατάζει μες στα μούτρα μου, λέει η μητέρα μου, δεν μπορώ να κάνω ό,τι θέλω γιατί την πιάνουν τα νεύρα της. […] Βέβαια, την επόμενη μέρα δουλεύαμε, έπρεπε να πάμε για δουλειά. Ναι, μαμά, το ξέρω. Όλη τη ζωή μας δουλεύαμε πολύ σκληρά. Ναι, μαμά, το ξέρω εκεί ήμουν κι εγώ. […] Όλοι τρώνε με ευχαρίστηση, εκτός από τη μητέρα μου. Και, από το πουθενά, πετάει ένα σχόλιο για το πώς τρώω. Ο ανιψιός μου γελάει· της φέρεσαι σαν τετράχρονο, λέει και όλοι γελάνε. Δεν θέλω να γελάσω, αλλά το κάνω, απλώς και μόνο για να είμαι σαν όλους τους άλλους. Γιατί γελάς έτσι, σαν ηλίθια; λέει η μητέρα μου. Για μένα, το παιδί μου θα είναι για πάντα παιδί μου. Ναι, φυσικά, λέει ο ανιψιός μου, αλλά στη θεία μου φέρεσαι σαν να είναι παιδί που δεν ενηλικιώθηκε ποτέ, γι’ αυτό κι εμείς γελάμε. Συνεχίστε λοιπόν, γελάστε μαζί μου, λέει η μητέρα μου. Γελάστε, δεν με νοιάζει. […] Ευτυχώς σου έφτιαξαν τα μαλλιά και σε βάψανε. Τουλάχιστον δεν γίναμε ρεζίλι. Πίνω μια γουλιά κρασί. Κοίτα μην το χύσεις έτσι όπως το κρατάς. Δεν θα το χύσω. Μετά δεν θα βγαίνουν οι λεκέδες. Το ξέρω. Αλλά μερικές φορές βγαίνουν.[27]

 

Το πριν και το μετά

Έγραψα παραπάνω: «Και μάλιστα πριν, και όχι μετά». Χρειάζεται να επιστρέψει κανείς στις πρώτες σελίδες μετά την περάτωση της ανάγνωσης για να καταλάβει δύο πράγματα: 1) το βιβλίο (όσο οξύμωρο και αν ακουστεί), είναι αισιόδοξο (ή μάλλον: μη απαισιόδοξο): «Την ακούω να γελάει. Γελάει με το παραμικρό. Κι όταν λέω με το παραμικρό, εννοώ με οτιδήποτε. Μερικές φορές γελάει με το που ξημερώνει. […] Και δεν ξέρω γιατί ή πώς, αλλά μ’ αφήνει να υπάρχω στον χώρο ακριβώς όπως είμαι. Η ακαταστασία μου δεν φαίνεται πια να την ενοχλεί. Είναι λες και δεν την παρατηρεί καν. Την αποδέχεται. Αποδέχεται εμένα την ίδια, όπως είμαι. Δεν ήταν πάντα έτσι, αφότου όμως ένιωσε τον θάνατο να πλησιάζει και κατάφερε να του ξεφύγει, άλλαξε. Αναγνωρίζει τι είναι σημαντικό και τι δεν είναι και με αποδέχεται γι’ αυτό που είμαι. Κάποιες φορές, μιλάει ακόμη για τη γέννησή μου και για το γάλα της που δεν έκανε για να με θηλάζει και για το πώς έβλεπε το παιδί της να εξασθενεί και για το πόσο τρομερό ήταν όλο αυτό. Μια μέρα, τελικά βρέθηκε ένα γάλα που έκανε για την περίπτωσή μου. Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν δεν είχε βρεθεί. Γελάει. Μ’ αρέσει να την ακούω να γελάει. Κοιμάται πολύ, αλλά γελάει. Το διασκεδάζει. Μετά, αποκοιμιέται».[28] 2) Μάλλον το θέμα του βιβλίου είναι εντέλει απλώς αυτό: η κάθετη τομή μεταξύ ενός πριν και ενός μετά:

Απ’ όλα όσα έγραψα, δεν μου αρέσει τίποτα πια. Όλα αυτά ήταν πριν· πριν από το σπάσιμο του ώμου· πριν από την εγχείρηση καρδιάς· πριν από την πνευμονική εμβολή· πριν η αδερφή μου και ο σύζυγός της με πάρουν τηλέφωνο για να την αποχαιρετήσω (οριστικά). Πριν επιστρέψει μια για πάντα στο σπίτι της στις Βρυξέλλες.

Πριν γελάσει.

Πριν συνειδητοποιήσω ότι, κατά πάσα πιθανότητα, τα ’χω καταλάβει όλα από την ανάποδη.

Πριν συνειδητοποιήσω ότι αυτό που είχα στο μυαλό μου δεν ήταν παρά μια στρεβλή εικόνα, αποκύημα της φαντασίας μου. Μόνο γι’ αυτό ήμουν ικανή. Ούτε για την αλήθεια των πραγμάτων ούτε για ένα τόσο δα ίχνος της δικής μου αλήθειας.[29]

Και η ματαιοπονία της προετοιμασίας – που είναι (όπως η γραφή) αναγκαία (και είναι, επίσης, κληροδότημα της μαμάς):[30] «Αρχίζω να προετοιμάζομαι για τον θάνατό της. Πώς το κάνεις αυτό, ρώτησε κάποιος. Προσπαθώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς εκείνη. Και νομίζω ότι θα είναι μια χαρά. Όχι για εκείνη· για μένα. Ή το αντίστροφο. Μια τέτοια προετοιμασία φυσικά είναι αδύνατη, οπότε απλώς χάνω τον χρόνο μου […]. Και για άλλη μια φορά υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι πρέπει να προετοιμαστώ για τον θάνατό της. Δεν νομίζω ότι θα πεθάνει, αλλά εγώ πρέπει έτσι κι αλλιώς να προετοιμαστώ. Προσπαθώ να νιώσω αυτό που θα νιώσω όταν συμβεί. Δεν νιώθω τίποτα. Ίσως είμαι έτοιμη. Ίσως δεν νιώθω τίποτα επειδή δεν πιστεύω ότι θα συμβεί. […] Πρέπει να προετοιμαστώ, σκέφτηκα. Αλλά πώς να το κάνω. Πρέπει να προσπαθήσω να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς εκείνη. Αλλά δεν έχω καθόλου φαντασία. […] Προσπάθησα να αναπνεύσω με τη μέθοδο που είχα μάθει για τις φορές που με έπιανε άγχος. Αλλά δεν ήμουν αγχωμένη. Όχι. Απλώς προσπαθούσα να προετοιμαστώ για τον θάνατο της μητέρας μου. […] Δεν ένιωθα τα πόδια μου καθώς περπατούσα».[31]

Όσο για το θέμα αυτού εδώ του κειμένου (που έφτασα στο τέλος και ακόμα δεν ξέρω πώς να το βαφτίσω), είναι μάλλον εξίσου απλό: σε ένα ντουλάπι πάνω από την κουζίνα υπάρχει ένα κουτί από φιλτράκια («–Κόψ’ το παιδί μου –Το ξέρω ρε μαμά»). Μέσα του υπάρχουν – ξέρετε αυτά τα χάρτινα μικρά ημερολόγια που χουν πίσω από την κάθε μέρα ποιηματάκια ή ρητά; Αυτά. Από την εποχή που σπούδαζα στα Γιάννενα θα υπάρχουν, όπου μένω, τέτοια ημερολόγια – απλούστατα γιατί τα αγοράζει και μου τα δίνει η μητέρα μου. Πριν κάποια χρόνια της την «είπα»: «–Δεν πατάς ποτέ, τι χάλια είναι αυτά; –Δεν θέλω να σ’ ενοχλώ παιδί μου». Άρχισα στην πλάκα, για να της την «πω» με αποδείξεις, να κρατάω τις ημέρες που ερχόταν. Έτυχε πίσω απ’ αυτό το ημερολόγιο να ’χει σοβαρά ρητά (συνήθως αυτά τα ημερολόγια έχουν άθλιες στιχουργίες) –παραδείγματα: «Οὐ γὰρ ἐκπέλει φρονεῖν μέγα ὅστις δοῦλός ἐστι τῶν πέλας»· «Ποιητὴν δ᾽ ἄρα Ἔρως διδάσκει, κἂν ἄμουσος ᾖ τὸ πρίν». Όταν μαζεύτηκαν πολλά –άρχισε να έρχεται πολύ πιο συχνά– ένα σχέδιο καταστρώθηκε μόνο του στο κεφάλι μου: θα γράψω ένα κείμενο που θα αξιοποιεί όλες τις φράσεις από τις μέρες που ήρθε σπίτι – αυτές και τίποτα άλλο. Δεν ήξερα το θέμα, αδιαφορούσα πλήρως για το θέμα του κειμένου. Όσο πιο γενικόλογο θα μπορούσε να ’ναι τόσο καλύτερο, καθώς όλη η ικανοποίηση του σχεδίου ήταν το κλείσιμο του ματιού στον εαυτό μου: «διαβάστε ό,τι θέλετε· το κείμενο είναι για τη μαμά, μιλάει για τη μαμά».

Δεν ξέρω φυσικά αν θα το υλοποιήσω ποτέ (ίσως το πλησιέστερο σε υλοποίηση είναι αυτό το κείμενο, τώρα). Ξέρω πως αυτό που επαναλαμβάνω καθημερινά στον εαυτό μου εδώ και χρόνια είναι «Γράψε για τη μαμά όσο ζει, όσο είναι υγιής, όσο ζείτε μαζί στον ίδιο κόσμο. Κράτα τον υγιή ιστό, ανάμεσα σε σάπιους αλλά και κομμένους ιστούς,[32] καθώς ο κόσμος γίνεται αβαρής (ή εσύ χάνεις το βάρος σου εντός του). Κράτα τον και δέσ’ τον, κάρφωσέ τον στο χώμα, για να ριζώσεις μαζί του σε αυτόν τον κόσμο και να μάθεις να ζεις… για μετά». Για μετά; «Μετά, όταν δεν θα ναι πια μαζί μας. […] Οπότε τι θα με συνδέει με τη ζωή μετά;»[33]

Αυτό το κείμενο (ελπίζω) θα με συνδέει με τη ζωή μετά. Ξέρω πως με ριζώνει στη ζωή τώρα.

Akerman 2012

Η Σαντάλ Άκερμαν το 2012.

Mario De Munck



[1] Το πρόβλημα αυτού του κείμενου είναι πως δεν ξέρω πού «ανήκει», πού να το κατατάξω: στη βιβλιοκριτική; Στη βιβλιοπαρουσίαση; Έχει σίγουρα κυρίως τέτοια στοιχεία –αλλά μέρος του (γιατί δεν μπορώ να γράψω αλλιώς, και ακόμα περισσότερο όσον αφορά αυτό το θέμα) είναι μάλλον δοκίμιο. Γι’ αυτό το ονομάζω «Ένα κείμενο», και αφήνω στον αναγνώστη την κρίση τού τι είναι, πού εντάσσεται.

[2] Έπαινος αξίζει και στη μεταφράστρια Μυρτώ Ταπεινού –ιδίως αν παραβάλλει κανείς το πρωτότυπο (Ma mère rit, Mercure de France, 2013)–, καθώς κατόρθωσε να αποδώσει τις λεπτοφυείς άρσεις και πτώσεις ενός φαινομενικά απλού ύφους· αλλά ο πλούτος αυτού του ύφους είναι ακριβώς αυτή η (δυσκολοκατάκτητη) απλότητα.

[3] Chantal Akerman, Η μητέρα μου γελάει, μτφρ Μυρτώ Ταπεινού, επίμετρο Εύα Στεφανή, Πλήθος, 2025, σ. 15. Πρβλ σ. 30: «Θα τα βγάλω πέρα μόνο αν γράφω».

[4] «Δεν ξέρω γιατί με απασχολεί τόσο πολύ το αίμα μου. Η απάντηση προέρχεται από ένα σκοτεινό μέρος το οποίο δεν θέλω να εξερευνήσω. Ξέρω ότι, αν το έκανα, θα μάθαινα κάτι για τον εαυτό μου που δεν θα μου άρεσε, οπότε προτιμώ να το αφήνω στο σκοτάδι. Κάποιες φορές είναι καλύτερο τα πράγματα να μένουν στο σκοτάδι». Ό.π., σ. 43.

[5] Ό.π., σ. 115. Παρακάτω: «Μου άρεσε να γυρίζω ταινίες, κάθε φορά όμως που άκουγα να μιλάνε για μένα χρησιμοποιώντας ολόκληρο το όνομά μου, ήξερα ότι μιλάνε για κάποια που δεν έχει αφήσει απλώς κάποιο ίχνος, αλλά κάποια που έχει δημιουργήσει κάτι σαν ένα σώμα δουλειάς. Και δεν ήθελα να τους φέρω αντίρρηση. Όχι, σίγουρα όχι. Δεν ήθελα να τους πω ότι υπήρχαν μόνο ίχνη, οπότε δεν τους έλεγα τίποτα απολύτως». Πρβλ. και σ. 248: «Πρέπει να συνεχίσεις, μου είπε μια τύπισσα. Θα συνεχίσεις, έτσι δεν είναι; Εννοούσε αν θα συνέχιζα να κάνω ταινίες. Απάντησα σχεδόν αυτόματα ναι, φυσικά. Και μετά γύρισα απ’ την άλλη. Γιατί πρέπει δηλαδή να συνεχίσω; Γιατί της απάντησα τόσο γρήγορα ναι, φυσικά; Χωρίς λόγο. Μετά ξανάπεσα πάνω σε εκείνη την τύπισσα και ξαφνικά εκείνη άρπαξε το μπράτσο μου πολύ σφιχτά και σκέφτηκα α, ωραία, τώρα βρήκε άλλον τρόπο να μου πει να συνεχίσω».

[6] Το αίσθημα της ναυτίας διατρέχει όλο το βιβλίο – δες χαρακτηριστικά σ. 45-46, 148, 197-198, 201.

[7] Ό.π., σ. 177.

[8] Ό.π., σ. 39 και 46-47.

[9] Ό.π., σ. 71.

[10] Οι Διάλογοι (καταγραφή: Ορλάντο Μπαρόνε, μτφρ.-σημειώσεις: Δήμητρα Παπαβασιλείου, Printa, 2010) είναι οι συναντήσεις-συνομιλίες των Μπόρχες και Σάμπατο το διάστημα 14 Δεκεμβρίου 1974 –15 Μαρτίου 1975, έπειτα από μια μακρά περίοδο αποξένωσης που ’χε διακόψει τη φιλία τους. Το απόσπασμα στο οποίο αναφέρομαι είναι το εξής (σελ. 206): «Έχω μια προσωπική ιστορία που θα ήθελα να διηγηθώ, παρ’ ότι δεν έχει άμεση σχέση με όσα συζητάμε […]. Έχει να κάνει με τη μητέρα μου, που είναι ετοιμοθάνατη… Τις προάλλες μου είπε κάτι που δεν είναι βέβαια διασκεδαστικό, αλλά προκαλεί εντύπωση, δεδομένου ότι ειπώθηκε από μια γυναίκα κατάκοιτη, σχεδόν παράλυτη, η οποία έχει ζητήσει από το Θεό, ως ύστατη χάρη, να της επιτρέψει να κουνήσει λίγο το δεξί της χέρι. Μου είπε, λοιπόν, ενώ καθόμουν δίπλα στο προσκεφάλι της: “Εγώ είμαι πολύ γριά. Αλλά ο Θεός είναι ακόμα πιο γέρος, και είναι φυσικό να ξεχνάει. Όταν μου έδωσε το εισιτήριο του πηγαιμού, ξέχασε να μου δώσει κι εκείνο του γυρισμού. Κι έτσι βρίσκομαι ακόμη εδώ, στα ενενήντα οχτώ μου χρόνια”».

[11] Σιμόν Ντε Μποβουάρ, Ένας πολύ γλυκός θάνατος, μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, Μεταίχμιο, 2009. Αυτό το βιβλίο έχει τεράστια σημασία για μένα, καθώς είναι το βιβλίο που διάβαζε η μητέρα μου όταν έχασε τη μητέρα της.

[12] «Την ανάγκη να γελάσω μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή. Όπως γελάει κανείς ενώ ένα ηφαίστειο εκρήγνυται […]. Αλλά το γέλιο μου δεν κράτησε πολύ. Ήδη την επόμενη μέρα το γέλιο μου κόπηκε μαχαίρι». Ό.π., σ. 152-153.

[13] Δες το μονόλογο της μητέρας για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, σ. 34-37. Πρβλ. σ. 109-110, την αποτίμηση της Άκερμαν για τις ιστορίες με τους επιζώντες. Επίσης  σ. 99: «Τον σκέφτεσαι ακόμα καμιά φορά τον ξάδερφό σου; Ναι, αλλά απειροελάχιστα. Αλλιώς θα αρχίσω να τους σκέφτομαι όλους. Ξέρεις, εκεί, στην Πολωνία […]» κ.λπ.· και  σ. 232: «[…] αχ, οι κόρες μου, οι κόρες μου έχουν τα πάντα. Ενώ εγώ τι είχα, μόνο τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ήταν η πρώτη φορά που το είπε αυτό. Άλλες φορές έλεγε απλώς ότι είναι χαρούμενη και ότι όλα πάνε θαυμάσια, αλλά τώρα ξαφνικά αυτό. Αυτή τη φορά λέει την αλήθεια, σκέφτηκα, όχι την αλήθεια, αλλά τη δική της αλήθεια, μια αλήθεια φριχτή. Αλλά καλύτερα που την είπε, για μένα τουλάχιστον, μάλλον και για την ίδια. Και δεν την κατηγόρησα ποτέ γι’ αυτό. Καθόλου. Καλύτερα που μίλησε έτσι, παρ’ όλο που μου έκοψε τη λαλιά, μα τι να της απαντούσα».

[14] Ό.π., σ. 234.

[15] «Όχι, δεν τα θυμάμαι πια τα πολωνικά, έλεγε από το πουθενά. Χωρίς να την έχει ρωτήσει κανείς. Απλώς πέρασε από το μυαλό της, οπότε το είπε και δυνατά. Δεν ξέρω γιατί. Ωστόσο, μερικές φορές πράγματι τη ρωτούσαν. Τύχαινε πού και πού να τη ρωτήσουν. Μερικές φορές τη ρωτάνε οι γυναίκες που τη βοηθάνε, που ξέρουν ότι είναι από την Πολωνία ή κι άλλοι άνθρωποι που τους το έχει πει και το θυμούνται. Αλλά κανένας από την υπόλοιπη οικογένεια που ήρθε μαζί της από την Πολωνία δεν είναι πια ζωντανός. Όλοι πέθαναν από τη μία ή την άλλη ασθένεια, οπότε δεν έχει κάποιον να μιλήσει πολωνικά μαζί του. Κι έτσι δεν τα θυμάται πια. Ξέχασε πώς να τα μιλάει. Ούτε τα βασικά. Εκτός από μερικές λέξεις, τουλάχιστον έτσι λέει η ίδια. Ξέρω ότι θα μπορούσε να θυμηθεί περισσότερες, αλλά για κάποιον λόγο απαντάει απλώς όχι, δεν θυμάμαι τίποτα πλέον». Ό.π., σ. 66-67. Αμέσως μετά (σ. 67-68) η Άκερμαν: δεν μπορεί να μιλήσει πολωνικά, ρωσικά, εβραϊκά· μπορεί αλλά «Χρειάστηκε να αρρωστήσω πρώτα. Όταν είμαι άρρωστη μπορώ να μιλήσω κάθε γλώσσα, ειδικά αυτές που έχω ξεχάσει όπως τα εβραϊκά. Οι γλώσσες επανέρχονται στη μνήμη μου και μπορώ να τις διαβάσω σαν να μην τις είχα ξεχάσει ποτέ. Αρχίζω με το παραμικρό να μουρμουρίζω στα εβραϊκά. Ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος».

[16] Δες ό.π., σ. 31-33, όταν ο πατέρας την πιέζει να παντρευτεί «για να ’χει κάποιον να τη φροντίζει όταν αρρωστήσει», και σ. 69-71, όταν αποκαλεί τη Σαντάλ σε συνομιλία με την αδερφή του «από άλλο είδος ή απροσάρμοστη».

[17] Το πρόβλημα της αλήθειας είναι κομβικό για την Άκερμαν: «Κάποιες φορές είναι καλύτερο τα πράγματα να μένουν στο σκοτάδι. Άλλες φορές κάτι με ωθεί να αναζητήσω μια αλήθεια, αλλά ποια. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Σε βιβλία ή ταινίες, μπορεί να το αισθανθείς όταν υπάρχει μια αλήθεια μέσα τους. Ακόμα και όταν είναι δύσκολο να την εντοπίσεις· ειδικά όταν είναι δύσκολο να την εντοπίσεις. Όταν υπάρχει μια αλήθεια που είναι δύσκολο να την εντοπίσεις, ενώ ξέρεις ότι υπάρχει κάπου εκεί μέσα, κάτι συμβαίνει υποδόρια, αργά, μερικές φορές πολύ αργά, και ξαφνικά, όταν πια δεν το σκέφτεσαι καν, αυτή η αλήθεια έρχεται στο φως και είναι μια φοβερή στιγμή, δεν είναι κάτι σύνηθες και είναι ωραίο, είναι τόσο ωραίο ξαφνικά να σε κυριεύει ένα αίσθημα ελαφρότητας και ηρεμίας». Ό.π., σ. 43-44.

[18] Ο Κρις Κορνέλ στο Switch Opens: «Nothing is when everything is all right».

[19] Ό.π., σ. 56-57.

[20] Ό.π., σ. 92-93. Πρβλ. πάμπολλα σημεία, ενδεικτικά: σ. 57-58, επίσκεψη στο νοσοκομείο μετά το χειρουργείο: «δεν μπορώ να σε βλέπω με αυτό το λερωμένο πουκάμισο, θα σου χώσω σφαλιάρα. Έφερε το χέρι της δίπλα στο πρόσωπό μου λες και όντως θα με χτυπούσε. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι αυτό το μίσος πρέπει να έβραζε χρόνια μέσα της. Ότι αυτός είναι ο λόγος για όλα τα φιλιά που έδινε και απαιτούσε να πάρει πίσω. Ότι την ντροπιάζω. Τα ατημέλητα ρούχα μου και τα αχτένιστα μαλλιά μου πάντα την ενοχλούσαν, την πλήγωναν. Πήγαιναν υπερβολικά ενάντια σε ό,τι την καθησύχαζε. Ένας ατσαλάκωτος κόσμος. Μια πολύ γαλήνια ζωή χωρίς ασιδέρωτα πουκάμισα και δυσάρεστες εκπλήξεις. […] Την ενοχλούσα και επιτέλους το παραδέχτηκε. […] Δεν αντέχω να βλέπω άλλο αυτά τα παπούτσια, έλεγε κάθε φορά που έφτανα στο διαμέρισμά της φορώντας κάποιο πολυκαιρισμένο ζευγάρι. Ή εκείνο το πανωφόρι. Όπως τότε στο εστιατόριο που, όταν βούτηξα το δάχτυλό μου μες στη σάλτσα, νόμιζα ότι θα εκραγεί. Άσε με ήσυχη, είπα. Όχι, δεν θα σε αφήσω ήσυχη»· σ. 104, «Στον γάμο […] άναψα ένα τσιγάρο και η μητέρα μου άρχισε να φωνάζει σβήσ’ το, και τότε άρχισα κι εγώ να φωνάζω δεν θα μου πεις εσύ τι θα κάνω· πήγα να καπνίσω πιο πέρα. Όμως αυτό της έμεινε της μητέρας μου. Γι’ αυτό μου είπε ήσουν επιθετική μαζί μου· αυτό μου είπε με το που με αναγνώρισε στο υποφωτισμένο δωμάτιο του νοσοκομείου»· και αποκορύφωμα σ. 231, «αφότου ξαναμπήκε στο νοσοκομείο και αφότου ξαναβγήκε από το νοσοκομείο και όταν μιλούσαμε μέσω Skype από τη Νέα Υόρκη, φαινόταν λες και δεν με αναγνώριζε πια, οπότε της φώναξα μαμά, εγώ είμαι, ρε μαμά, αλλά δεν με κοιτούσε στα μάτια και φαινόταν να μη με αναγνωρίζει καν. Μπορεί κατά βάθος να μη με αναγνώρισε ποτέ γι’ αυτό που είμαι, μονολόγησα. Εμένα μου φαίνεται πιο αληθινή όταν δεν με αναγνωρίζει παρά όταν φωνάζει λόγια αγάπης. Σε αυτές τις στιγμές κρύβεται η αληθινή μητέρα μου, σκέφτηκα. Κάποια στιγμή αργότερα, μου είπε ότι δεν με έβλεπε επειδή η όρασή της είχε γίνει θολή».

[21] Ό.π., σ. 19. Πρβλ. και σ. 17-18, 20-23, 25-26. Αξίζει να παραβάλει κανείς δύο βιβλία –μεταξύ πολλών άλλων– που σκιαγραφούν ανάγλυφα αυτό που περιγράφω εν τάχει πάνω (τη δοκιμή των λέξεων ως ψηλάφηση αναγνώρισης των αισθημάτων): το ένα είναι βέβαια το κλασικό Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων και Μέσα από τον καθρέφτη του Lewis Carroll, μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη, Printa, 2009 (ιδίως τη στιχομυθία με τον Χάμπτι Ντάμπτι, σ. 247-263)· το άλλο είναι από την Παυλίνα Παμπούδη, Ο Σιγανός που μιλάει με τα πράγματα, Ροές, 2012.

[22] Ό.π., σ. 29.

[23] Ό.π., σ. 54-55 και 61. Όσα αναφέρει η Άκερμαν βασίζονται στα εξής λόγια της μητέρας της (σ. 99-100): «Γι’ αυτόν μάλλον ο πατέρας σου ήθελε και τρίτο παιδί. Αλλά δεν δέχτηκα. Είχα δύο κόρες και αυτό μου αρκούσε, ειδικά αφού εσύ με τάραζες συνέχεια. Εννοείται πως ήσουν ένα αξιαγάπητο κοριτσάκι, ομορφούλικο με τα μπλε σου μάτια […]. Αλλά όχι να κάναμε και τρίτο παιδί. Ήταν φρικτή διαδικασία η γέννα, και η περίοδος που την ακολούθησε ήταν επίσης πολύ δύσκολη, αφού αρνιόσουν να φας και έκλαιγες όλη τη νύχτα από τους εφιάλτες που έβλεπες. […] Τη μέρα φυσικά και δεν έβλεπες όνειρα, αντί γι’ αυτό έτρεχες αποδώ και αποκεί, ειδικά όταν ήταν ώρα για φαγητό. Δεν θέλω να φάω για να μη μου κάτσει στον λαιμό, έλεγες. Το μόνο πράγμα που έτρωγες, κάποιες φορές βέβαια ούτε αυτό, ήταν μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα και κεφτεδάκια. Και πασαλειβόσουν ολόκληρη, οπότε μετά έπρεπε να σου αλλάξω ρούχα. Η αδερφή σου δεν είχε κανένα πρόβλημα με το φαγητό, αν και πάντα έτρωγε πολύ αργά».

[24] Ό.π., σ. 227, οπότε φτιάχνουν λίστες. Λίστα και στις σελ. 76-77: «Ένα σακί πατάτες, λευκό τυρί, βούτυρο […]. Φρούτα, αλλά τα φρούτα δεν έχουν καμία γεύση πια. Και λευκό τυρί. Το είπες αυτό. Ναι, αλλά χρειάζομαι λευκό τυρί και μαύρο ψωμί κομμένο σε φέτες. Βάζω λευκό τυρί στη φρυγανιά μου με λίγο αλατοπίπερο και αυτό με κρατάει όλο το απόγευμα. Και το πρωί, όμως τότε προσθέτω και λίγη μαρμελάδα. Ναι, τα ξέρω ήδη όλα αυτά […] Μπαίνει μέσα. Φωνάζει το όνομά μου. Ναι, πες μου. Ξεχάσαμε να γράψουμε κάτι στη λίστα, πρόσθεσέ το, σε παρακαλώ. Δεν θυμάμαι τι. Το ξέχασα ήδη. Έτοιμα κομμένα λαχανικά για τη σούπα, λέω μηχανικά. Ναι, αυτό είναι. Θέλω τη σούπα μου για μεσημεριανό. Ναι. Τώρα έχασα τον ειρμό μου. Και τον χρειάζομαι για να γράψω».

[25] Ό.π., σ. 25-26. Σε κάποιο σημείο (σ. 135), η Άκερμαν κάνει την εξής οξυδερκή παρατήρηση: «Ένα πρωί, μου μιλούσε για πολλή ώρα. Και της απαντούσα, αν και δεν θυμάμαι τι. Κάποιες φορές δεν έχουν σημασία οι λέξεις που λέει. Το μόνο που έχει σημασία είναι η ανταπόκριση σε εκείνο που δεν εκφράζεται. Οπότε της λέω αυτό που θέλει να ακούσει».

[26] Ό.π., σ. 79 και 27.

[27] Ό.π., σ. 73, 75-76, 116, 118, 137, 139, 142-143.

[28] Ό.π., σ. 10-11.

[29] Ό.π., σ. 9. Διατηρώ εδώ τη στοιχειοθεσία του βιβλίου.

[30] «Θέλω να είμαι έτοιμη. Θα ήταν το ίδιο αν έλεγε θέλω να είμαι προετοιμασμένη για οτιδήποτε και ειδικά για το χειρότερο δυνατό, γιατί πραγματικά είχε βιώσει το χειρότερο δυνατό, εκείνη όμως έλεγε απλώς θέλω να είμαι έτοιμη. Λες και δεν ξέρουμε. Από τα νεύρα μου της απαντούσα πάντα με φοβερή αγένεια αλλά νόμιζα ότι θα το έπαιρνε στην πλάκα, ξεχνώντας ότι η μητέρα μου δεν θα έπαιρνε ποτέ τέτοιες κουβέντες στην πλάκα. Το αντίθετο, μάλιστα. Κλονιζόταν από αυτό που έλεγε και το άγχος της γινόταν ακόμα μεγαλύτερο, οπότε κι εγώ μετά της πέταγα ένα κάνε ό,τι νομίζεις. Ο πατέρας μου δεν έλεγε τίποτα, έπαιζε τον ρόλο κάποιου που δεν προσέχει καν τι γίνεται και αυτό μάλλον ήταν το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει». Ό.π., σ. 233-234.

[31] Ό.π., σ. 75, 82, 145-146.

[32] Ό.π., σ. 110, 115, 171: «Και δεν επρόκειτο για κάποιο σκίσιμο στους ιστούς του σώματός μου που κάποια στιγμή θα επουλωνόταν· ήταν οι ίδιοι οι ιστοί μου που είχαν υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι’ αυτό. […] Αλλά [οι ιστοί] μου εξακολουθούσαν να είναι σάπι[οι] […]. Εκείνες τις στιγμές σκεφτόμουν ότι τα πάντα μπορεί να φτιάξουν, μέχρι και οι σάπιοι ιστοί του σώματός μου. Οι ιστοί σου δεν είναι σάπιοι, είπε ξεσπώντας η αδερφή μου, απλώς είναι εύθραυστοι, αυτό μόνο».

[33] Ό.π., σ. 204 και σ. 30.

02 Σεπτεμβρίου 2026