Αθανάσιος Κατσίμπελης
Δάσκαλος και νομικός, διευθυντής Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ζακύνθου.
Δωρεές με ανταπόδοση
Η ιστορία, κάποιες φορές, δημιουργεί παράξενους παραλληλισμούς. Αλλάζουν οι εποχές, αλλάζουν τα πρόσωπα και οι θεσμοί, όμως ένα ερώτημα επιστρέφει: πρέπει κάθε δωρεά να γίνεται αποδεκτή μόνο και μόνο επειδή καλύπτει μια πραγματική ανάγκη;
Περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια πριν, η περίφημη Φρύνη, η πλούσια εταίρα από τις Θεσπιές της Βοιωτίας, προσφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση που διασώζει ο Αθήναιος, να αναλάβει με δικά της έξοδα την ανοικοδόμηση των τειχών της Θήβας, τα οποία είχαν καταστραφεί από τον Μέγα Αλέξανδρο.
Έθεσε όμως έναν όρο: στα νέα τείχη να αναγραφεί:
Ἀλέξανδρος μὲν κατέσκαψεν, ἀνέστησεν δὲ Φρύνη ἡ ἑταίρα.
Ο Αλέξανδρος τα κατέστρεψε, η Φρύνη η εταίρα τα ανοικοδόμησε.
Η προσφορά δεν πραγματοποιήθηκε. Η αρχαία πηγή καταγράφει την προσφορά και τον όρο της. Το ουσιαστικό στοιχείο για τη σημερινή συζήτηση είναι ότι η δωρεά δεν εμφανιζόταν ως μια σιωπηλή πράξη προσφοράς: συνοδευόταν από την αξίωση δημόσιας και διαρκούς προβολής του δωρητή. Έτσι, το ερώτημα δεν αφορούσε μόνο το οικονομικό όφελος, αλλά και το μήνυμα που θα αποτυπωνόταν πάνω στον ίδιο τον δημόσιο χώρο.
Ας μεταφερθούμε είκοσι τρεις αιώνες αργότερα, στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης.
Το 2012, ένα Δημοτικό Σχολείο της Πάτρας είχε ανάγκη από φωτοτυπικό μηχάνημα. Ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής ανταποκρίθηκε στην ανάγκη και μέσω του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων προσφέρθηκε η σχετική χορηγία.
Ο τότε Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας, Γιώργος Παναγιωτόπουλος, έδωσε εντολή να επιστραφεί το φωτοτυπικό. Η αιτιολογία του δεν περιορίστηκε στην προέλευση της δωρεάς. Έθεσε στο επίκεντρο την παιδαγωγική ευθύνη του σχολείου, υποστηρίζοντας ότι μια σχολική μονάδα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως όχημα διαφήμισης και προβολής και ότι ο θεσμός του σχολείου οφείλει να προστατεύεται από ενέργειες που μπορεί να τον εκθέτουν. Ο ίδιος επικαλέστηκε τότε ακριβώς το ιστορικό παράδειγμα της Φρύνης, λειτουργώντας ως Δάσκαλος τόσο για τον γράφοντα όσο και για όλη τη Δημόσια Διοίκηση της Εκπαίδευσης που ξεχνά το ρόλο της και χάνει την Ηθική της.
***
Και φτάνουμε στον Σεπτέμβριο του 2026.
Στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Μεγάρων υπάρχει ένα πραγματικό και σοβαρό πρόβλημα με τη στέγη του κτιρίου. Ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων αποδέχθηκε χρηματική δωρεά για την αντιμετώπιση της ανάγκης και προχώρησε σε δημόσια ευχαριστήρια αναφορά. Ο δωρητής είναι πρόσωπο που έχει καταδικαστεί και σε δεύτερο βαθμό για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή. Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην εκπαιδευτική κοινότητα.
Στις 28 Σεπτεμβρίου 2026 παρενέβη ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Αττικής, Διονύσιος Αναστασόπουλος. Με επείγον έγγραφό του ζήτησε εξηγήσεις, διατύπωσε τη θέση ότι η διεύθυνση του σχολείου δεν δικαιούται να αποδεχθεί τη συγκεκριμένη χρηματική δωρεά για την επισκευή της στέγης και όρισε προκαταρκτική εξέταση. Παράλληλα υπενθύμισε ότι η επισκευή και η συντήρηση των σχολικών υποδομών ανήκουν στην αρμοδιότητα των θεσμικά υπεύθυνων δημόσιων φορέων.
Τρεις διαφορετικές εποχές και τρεις διαφορετικές υποθέσεις, οι οποίες ασφαλώς δεν ταυτίζονται ούτε ως προς τα πρόσωπα ούτε ως προς τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Έχουν όμως έναν κοινό πυρήνα: τη στιγμή κατά την οποία η δωρεά παύει να είναι απλώς μια υλική προσφορά και αποκτά δημόσιο συμβολισμό.
Σε μια Δημοκρατία οι θεσμοί οφείλουν να είναι ανεκτικοί. Η ανεκτικότητα αποτελεί στοιχείο της δύναμής τους, όχι της αδυναμίας τους. Οφείλουν να σέβονται τα δικαιώματα όλων, να μην αποκλείουν αυθαίρετα και να μην μετατρέπουν την προσωπική ή κοινωνική αποδοκιμασία σε διοικητικό κριτήριο. Την ίδια στιγμή, όμως, έχουν καθήκον να είναι αυστηροί όταν καλούνται να προστατεύσουν το κύρος, την αποστολή και ιδίως τον παιδαγωγικό χαρακτήρα του σχολείου.
Γιατί μια δωρεά προς ένα σχολείο δεν υπάρχει σε κοινωνικό κενό. Όταν συνοδεύεται από απαίτηση αναγραφής ονόματος, από διαφημιστική αξιοποίηση, από δημόσια ευχαριστήρια προβολή ή από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που συνδέει το θεσμό με την εικόνα του δωρητή, το ζήτημα παύει να είναι μόνο οικονομικό. Τότε ο αρμόδιος θεσμός οφείλει να σταθμίσει αν το πρότυπο και το μήνυμα που τελικά προβάλλονται μπορεί να προκαλέσουν μεγαλύτερη θεσμική ή παιδαγωγική βλάβη από το υλικό όφελος που προσφέρει η δωρεά.
Αυτό είναι ίσως και το ουσιαστικό κοινό νήμα των τριών ιστοριών. Αν μια οικονομική ενίσχυση δινόταν χωρίς απαίτηση δημοσιότητας, χωρίς επιγραφή, χωρίς διαφημιστική αξιοποίηση και χωρίς σύνδεση του ονόματος ή της δημόσιας εικόνας του δωρητή με το σχολείο, η θεσμική αξιολόγησή της θα μπορούσε να είναι διαφορετική, πάντοτε βέβαια μέσα στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Εκείνο που δημιουργεί το μείζον πρόβλημα είναι η μετατροπή της ανάγκης του δημόσιου θεσμού σε μέσο προσωπικής, επιχειρηματικής ή πολιτικής προβολής.
Θα θυμάμαι πάντα την ταπεινή και ανώνυμη δωρεά ενός άξιου ιεράρχη που δώρισε υποδήματα και ρούχα ολοκαίνουργια στους Ρομά μαθητές μας.
Δεν είναι θεμιτό να αποδίδονται χωρίς αποδείξεις συγκεκριμένα κίνητρα σε κάθε δωρητή. Οι θεσμοί, όμως, δεν χρειάζεται να γνωρίζουν το εσωτερικό κίνητρο κάποιου για να κρίνουν το αντικειμενικό αποτέλεσμα μιας πράξης. Αν η δημόσια προβολή μιας δωρεάς έχει ως αποτέλεσμα να εργαλειοποιείται το σχολείο, να υποβαθμίζεται η θεσμική του αυτονομία ή να δημιουργείται η εντύπωση ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σκηνικό αυτοπροβολής, η Διοίκηση δικαιούται —και ορισμένες φορές οφείλει— να θέσει όρια.
Το σχολείο δεν είναι διαφημιστική επιφάνεια. Δεν είναι χώρος εξαγοράς κοινωνικού κύρους ούτε πεδίο πάνω στο οποίο οποιοσδήποτε μπορεί, μέσω μιας οικονομικής προσφοράς, να διεκδικήσει θεσμική αναγνώριση. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί η πραγματική ανάγκη ενός σχολείου να μετατρέπεται σε ευκαιρία ώστε ο δωρητής να εμφανίζεται ως υποκατάστατο της πολιτείας και των αρμόδιων δημόσιων φορέων.
Αυτό δεν σημαίνει απόρριψη της κοινωνικής προσφοράς. Το αντίθετο: οι δωρεές μπορούν να αποτελούν έκφραση αλληλεγγύης και κοινωνικής ευθύνης. Για να υπηρετούν όμως πραγματικά αυτόν τον σκοπό, πρέπει να σέβονται την αυτονομία και την αξιοπρέπεια του θεσμού στον οποίο απευθύνονται. Η προσφορά έχει μεγαλύτερη αξία όταν δεν απαιτεί ανταπόδοση σε δημοσιότητα, κύρος ή συμβολική νομιμοποίηση.
Η Δημοκρατία χρειάζεται ανεκτικότητα απέναντι στα πρόσωπα, αλλά και θεσμική αυστηρότητα απέναντι στην εργαλειοποίηση των θεσμών της. Και το σχολείο, επειδή διαμορφώνει συνειδήσεις, αξίες και στάσεις ζωής, έχει ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη.
Γιατί η Παιδεία δεν μεταδίδει αξίες μόνο με όσα διδάσκονται μέσα στις αίθουσες. Τις μεταδίδει και με τις επιλογές των θεσμών της: με όσα επιλέγουν να αποδέχονται, με τους όρους υπό τους οποίους τα αποδέχονται και, ορισμένες φορές, με όσα επιλέγουν να αρνούνται. Δυστυχώς δεν συμβαίνει πάντα να λειτουργούν έτσι τα στελέχη της εκπαίδευσης.
Μια νίκη κατά της αναξιοκρατίας
Χρειάστηκαν εννέα χρόνια δικαστικών αγώνων για να δικαιωθεί ένας διευθυντής σχολείου – συγκεκριμένα, ο Στυλιανός Καραπιπέρης. Ο σήμερα δικαιωθείς υποστήριζε από το 2017 ότι κατά τις κρίσεις στελεχών της εκπαίδευσης αδικήθηκε, υφιστάμενος πολιτική και κομματική δίωξη με τη διαδικασία επιλογής που είχε υιοθετηθεί η οποία έδινε τη δυνατότητα να κρίνεται κάποιος από συνδικαλιστές και χωρίς αιτιολογία. Το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς αναγνώρισε την ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου και επιδίκασε αποζημίωση υπέρ του, στέλνοντας ένα ισχυρό μήνυμα για την ανάγκη νομιμότητας και διαφάνειας στις διαδικασίες επιλογής στελεχών.
Η υπόθεση είχε αποκτήσει ιδιαίτερο συμβολισμό ήδη από την ποινική της διάσταση. Στη δίκη των μελών του τότε Συμβουλίου Επιλογής, μεταξύ των μαρτύρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων ήταν και ο τότε υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου, γεγονός που ανέδειξε τη βαρύτητα της υπόθεσης και το έντονο δημόσιο ενδιαφέρον που είχε προκαλέσει. Παρά την πολιτική και θεσμική ισχύ που βρέθηκε απέναντί του, ο διευθυντής επέλεξε να εξαντλήσει κάθε νόμιμο μέσο, διεκδικώντας τη δικαίωσή του.
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο έναν άνθρωπο. Αφορά το ίδιο το κύρος των θεσμών. Η αξιοκρατία δεν είναι προαιρετική πολιτική επιλογή· αποτελεί συνταγματική επιταγή. Η αρχή της ισότητας (άρθρο 4), η προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5), η αρχή του κράτους δικαίου και της χρηστής διοίκησης (άρθρο 25), καθώς και η αποστολή της δημόσιας διοίκησης κατά το άρθρο 103 του Συντάγματος, επιβάλλουν οι κρίσεις στελεχών να πραγματοποιούνται με αντικειμενικά, διαφανή και πλήρως αιτιολογημένα κριτήρια.
Το δημόσιο σχολείο δεν έχει ανάγκη από διαδικασίες που αφήνουν σκιές. Έχει ανάγκη από στελέχη που επιλέγονται επειδή διαθέτουν τα περισσότερα προσόντα, την καλύτερη επιστημονική κατάρτιση και τις μεγαλύτερες διοικητικές ικανότητες. Κάθε διαφορετική αντίληψη τραυματίζει την εμπιστοσύνη των εκπαιδευτικών και οδηγεί αναπόφευκτα στις δικαστικές αίθουσες.
Εξίσου κρίσιμο είναι οι κρίσεις να διενεργούνται στην ώρα τους. Οι καθυστερήσεις, οι παρατάσεις θητειών και οι πολύχρονες εκκρεμότητες δημιουργούν αβεβαιότητα και υπονομεύουν την εύρυθμη λειτουργία της εκπαίδευσης.
Η συγκεκριμένη δικαστική απόφαση υπενθυμίζει ότι, ακόμη και όταν ένας πολίτης αισθάνεται πως βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν ισχυρό διοικητικό ή πολιτικό μηχανισμό, το κράτος δικαίου παρέχει τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Η δικαιοσύνη μπορεί να απαιτεί χρόνο, όμως η τελική κρίση της αποτελεί τη σημαντικότερη εγγύηση ότι η αξιοκρατία δεν θα παραμένει μια θεωρητική αρχή, αλλά θα εφαρμόζεται στην πράξη.
Η εκπαίδευση χρειάζεται θεσμούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη χτίζεται μόνο όταν η αξιοκρατία εφαρμόζεται χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς παρεμβάσεις και χωρίς εκπτώσεις.
Το σχολείο και η μνήμη του Ολοκαυτώματος
Σε μια εποχή κατά την οποία ο δημόσιος διάλογος συχνά εξαντλείται στην επιφάνεια των γεγονότων, η συνέντευξη της υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Σοφίας Ζαχαράκη στον δημοσιογράφο Βίκτωρα Ελιέζερ, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άλεφ της Ισραηλιτικής Κοινότητας Αθηνών, προσφέρει μια αφορμή για ουσιαστικότερο προβληματισμό γύρω από το ρόλο της εκπαίδευσης στη σύγχρονη δημοκρατία.
Ούτε ανάγωγος μαθητής ούτε ακατάλληλη εκπαιδευτικός
Το πρόσφατο περιστατικό με την εκπαιδευτικό εικαστικών που προσέφυγε στην αστυνομία καταγγέλλοντας ότι ένας μαθητής έξι ετών την εθώπευσε ανέδειξε ένα βαθύ και χρόνιο πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης. Αντί η δημόσια συζήτηση να στραφεί στην ουσία, είδαμε ξανά τη γνωστή τηλεοπτική και διαδικτυακή ανθρωποφαγία: ετικέτες, υπερβολές, απαιτήσεις για απολύσεις, δημόσιος διασυρμός. Και έτσι χάθηκε η ευκαιρία να εξετάσουμε το πραγματικό ζήτημα.