Μιλτιάδης Δ. Πολυβίου
Αρχιτέκτων, διδάκτωρ της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, µε μεταπτυχιακές σπουδές βυζαντινής αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστλημιο Θεσσαλονίκης.
Η Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα
Χρίστος Ζαφείρης, Η Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα. Ιστορικός και Περιηγητικός Οδηγός - Ιστορία, Κοινωνία, Μνημεία, Μουσεία, Τοπόσημα της σύγχρονης πόλης, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2025, 270 σελ.
Είναι γνωστό ότι στη διάρκεια του 20ού αιώνα όλες οι ελληνικές πόλεις γνώρισαν σημαντικές αλλαγές. Με παρόμοιο τρόπο, οι αλλαγές που γνώρισε η Θεσσαλονίκη ήταν καθοριστικής σημασίας για την ταυτότητά της σε όλα τα επίπεδα.
Όπως γενικά συμβαίνει, το μέγεθος των αλλαγών στην πόλη το συνειδητοποιεί καλύτερα εκείνος που έλειπε όταν συνέβησαν, ώστε να τις διαπιστώσει όλες μαζί ως σύνολο ολοκληρωμένο μέσα σε έναν πυκνό ιστορικό χρόνο. Για να το καταλάβουμε καλύτερα, ας φαντασθούμε έναν εικοσάχρονο Έλληνα από τη Θεσσαλονίκη που φεύγει ως μετανάστης στα 1910 και επιστρέφει το 1945, πενηνταπεντάχρονος, στην γενέθλια πόλη, η οποία όμως δεν είναι πια η πόλη που άφησε φεύγοντας, καθώς πρόκειται, από όλες τις απόψεις, για μια σχεδόν τελείως άλλη πόλη. Καταρχάς, ως προς την ταυτότητά της, στο επίπεδο της διοίκησης, ο μετανάστης έφυγε από μία πόλη που συνέχιζε επί πεντακόσια χρόνια να ανήκει σε ένα απολυταρχικό κράτος στο οποίο αυτοί που είχαν την ίδια εθνικότητα, την ίδια θρησκεία και την ίδια γλώσσα με εκείνον αποτελούσαν μειονότητα με περιορισμένα δικαιώματα, και επιστρέφει σε μια πόλη που ανήκει σε ένα κράτος κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το οποίο αποτελείται, στην πλειονότητά του, από ομοεθνείς, ομόθρησκους και ομόγλωσσούς του ελεύθερους πολίτες.
Όσον αφορά τον πληθυσμό της πόλης του, οι μεν έλληνες κάτοικοί της είχαν διπλασιαστεί, καθώς εγκαταστάθηκαν μαζικά, ως πρόσφυγες, περίπου άλλοι τόσοι ομοεθνείς τους προερχόμενοι από άλλα μέρη και αντίστοιχα, την εγκατέλειψαν ως ανταλλάξιμοι οι δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι συμπολίτες του, ενώ η άλλη αλλόγλωσση και αλλόθρησκη, αλλά πλειοψηφούσα, πληθυσμιακή συνιστώσα της πόλης του, η εβραϊκή, αυτή είχε εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά στο ναζιστικό ολοκαύτωμα. Η παλιά λοιπόν πολυεθνική, πολυθρησκευτική και πολυπολιτισμική πόλη από την οποία είχε φύγει δεν υπήρχε πια. Από πολεοδομική άποψη, σχεδόν η μισή από την πόλη που άφησε είχε καταστραφεί από πυρκαγιά και ξανακτίστηκε σε άλλα χνάρια, ενώ στη θέση των αδόμητων εκτάσεων που την περιέβαλλαν τότε που έφυγε δημιουργήθηκαν, κυριολεκτικά εκ του μηδενός, πυκνοδομημένα και πολυάνθρωπα οικιστικά σύνολα, σχεδόν κανονικές πόλεις, όπως η Καλαμαριά, η Τούμπα, η Νεάπολη, κ.λπ., για την εγκατάσταση των προσφύγων. Όλες αυτές οι καθοριστικού χαρακτήρα αλλαγές συντελέστηκαν μέσα στα 35 χρόνια που έλειψε.
Αν μάλιστα ο επανακάμψας μετανάστης έφθανε τα 80, ζούσε δηλαδή ώς το 1970, θα έβλεπε να γίνονται επιπλέον αρκετές ακόμη σημαντικές αλλαγές, δεδομένου ότι η μεγάλη αύξηση της εσωτερικής μετανάστευσης, που σημειώθηκε στην εικοσαετία 1950-70, σχεδόν διπλασίασε τον πληθυσμό της, ενώ από περιβαλλοντική και πολεοδομική άποψη η επιχωμάτωση του παραλιακού μετώπου προς τα ανατολικά, που δημιούργησε τη Νέα Παραλία, συνιστούσε επίσης σημαντική αλλαγή της φυσιογνωμίας της. Αν σ’ αυτές τις αλλαγές προστεθούν και εκείνες που, πριν τελειώσει ο αιώνας, συνέβησαν γενικά σε όλη τη χώρα, όπως η εγκατάσταση των χιλιάδων ημεδαπών και αλλοδαπών μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και η γενικευμένη ανοικοδόμηση με τον συγκεκριμένο τρόπο, γίνεται κατανοητό ότι η περιδιάβαση στην εξέλιξη της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για τους Θεσσαλονικείς.
Μια τέτοια μεθοδική και πολυεπίπεδη περιδιάβαση, δηλαδή μια περιδιάβαση σ’ αυτήν την πολυκύμαντη ιστορική, πληθυσμιακή, πολεοδομική και πολιτιστική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης, βασισμένη απολύτως στα πορίσματα της σχετικής επιστημονικής έρευνας, μας δίνει το νέο βιβλίο του Χρίστου Ζαφείρη. Το ξετύλιγμα αυτής της πορείας από τον συγγραφέα γίνεται κατά τρόπο που το καθιστά εύληπτο και ευχάριστο. Το βιβλίο έχει αφηγηματικό άξονα για την παράλληλη ανάδειξη των ιστορικών γεγονότων τα «εμπράγματα» κατάλοιπα της πορείας της πόλης στην πορεία του 20ού αιώνα, όπως είναι τα εμβληματικά κτίρια, τα τοπόσημα και οι μουσειακές συλλογές. Αλλά μπορεί να το δει κανείς και αντίστροφα, δηλαδή ότι η αφήγηση γίνεται με άξονα την εξέλιξη της ιστορίας της στοιχειοθετημένης από τα αντίστοιχα εμπράγματα τεκμήρια.
Η ανάπτυξη της αφήγησης με βάση τις τομές στην ιστορία της Θεσσαλονίκης διαρθρώνεται στα αντίστοιχα κεφάλαια, που αναφέρονται, κατά χρονολογική σειρά, στα τελευταία χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας (1900-1912), στην έκρυθμη δεκαετία (1912-1922), στον Μεσοπόλεμο (1918-1940), στην πολεμική δεκαετία (1940-1950), στη μετεμφυλιακή εικοσιπενταετία (1950-1974) και στην περίοδο της μεταπολίτευσης, ενώ υπάρχουν και ξεχωριστά κεφάλαια για τις πολιτικές δολοφονίες, τα ιστορικά νεκροταφεία, για τους «χαμένους παραδείσους» της πόλης, αλλά και για τις επιμέρους πλευρές της ταυτότητάς της, όπως η λογοτεχνία, η τέχνη, το θέατρο, και ο αθλητισμός.
Εκείνο που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα είναι η εξαιρετική φωτογραφική τεκμηρίωση του βιβλίου, με σύγχρονες και παλαιότερες φωτογραφίες, μερικές από τις οποίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά. Το γεγονός μάλιστα ότι οι φωτογραφίες των εμπράγματων τεκμηρίων της περιδιάβασης, όπως τα ονομάζει ο συγγραφέας, είναι στην μεγάλη πλειονότητά τους κτίρια, δίνει στον συγγραφέα την ευκαιρία, συνοδεύοντάς τες με σύντομο αλλά περιεκτικό σχολιασμό, να μας δώσει μια εικόνα τού πώς εξελίχθηκε η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της πόλης κατά τον 20ό αιώνα.
Όσον αφορά την ίδια την αφήγηση, όποιος έχει διαβάσει οποιοδήποτε άλλο βιβλίο του συγγραφέα είναι βέβαιος πως αυτή η πολυεπίπεδη και τεκμηριωμένη περιδιάβαση δεν θα καταλήγει σε ένα βιβλίο κουραστικό, αλλά σε έναν οδηγό συνοπτικό και ευανάγνωστο, που θα χαρακτηρίζεται από την ίδια ακριβολογία, την ίδια γλαφυρότητα και την ίδια ευρύτητα θεώρησης του αντικειμένου που χαρακτηρίζουν και τα άλλα βιβλία του.
Εντέλει, θα έλεγα πως τα δεδομένα αυτά, χωρίς άλλες επιπλέον λεπτομέρειες, είναι αρκετά για να πεισθεί ο αναγνώστης του βιβλίου ότι Η Θεσσαλονίκη του 20ού αιώνα του Χρίστου Ζαφείρη αξίζει όχι μόνο απλώς να διαβαστεί, αλλά να γίνει κτήμα κάθε κατοίκου και φίλου της Θεσσαλονίκης που ενδιαφέρεται για τη σύγχρονη ταυτότητά της.