Σύνδεση συνδρομητών

web only

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Ο Στέλιος Ράμφος, που πέθανε στις 10 Αυγούστου 2026, ήταν ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και ιδιοσυγκρασιακούς έλληνες στοχαστές των τελευταίων δεκαετιών. Μαρξιστής στα νεανικά του χρόνια, αργότερα βρέθηκε στην κίνηση των στοχαστών του ρεύματος της νεορθοδοξίας ενώ, τις τελευταίες δεκαετίες, διάβασε κριτικά την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας θεωρώντας απαραίτητη μια ουσιαστική εκσυγχρονιστική κατεύθυνση, πρωτίστως της παιδείας και του κράτους.

Είχε γεννηθεί στην Αθήνα το 1939. Έκανε νομικές σπουδές στην Αθήνα και, αργότερα, σπουδές φιλοσοφίας στο Παρίσι. Με θητεία στα κινήματα του γαλλικού Μάη του 1968, δίδαξε κατόπιν στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν μέχρι τη Μεταπολίτευση.

Η σχέση του με τη νεορθοδοξία (που εκφράστηκε από προσωπικότητες όπως ο Κωστής Μοσκώφ, ο Χρήστος Γιανναράς, ο Παναγιώτης Νέλλας, ο ίδιος ο Στέλιος Ράμφος, ο Κώστας Ζουράρις κ.ά.) προέκυψε από τις σπουδές του, τα πολιτικά του ενδιαφέροντα και τη μελέτη των πατερικών κειμένων. Περιγράφει ως εξής στον Σάκη Ιωαννίδη (Η Καθημερινή, 3/9/2024) τη σχέση της δικής του σκέψης με τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά:

Με κέντρο και με άξονα το εκκλησιαστικό γεγονός, προσπαθούσε να ελευθερώσει τον Θεό της θρησκείας και της θρησκευτικότητος από μια αντίληψη του Θεού στη Δύση και στα καθ’ ημάς, ως πρώτης αιτίας των πραγμάτων, και περνούσε σε μία σκέψη για τον Θεό, ως πεδίο αυθυπερβάσεως του ανθρώπου, αυτό που ονόμαζε Πρόσωπο. […] Ο Γιανναράς έβλεπε τον άνθρωπο σε ένα επίπεδο σχέσεως με τον άλλο άνθρωπο και αυτό ήταν το Πρόσωπο. Πρόσωπο –άπειρο– ο Θεός, Πρόσωπο και ο άνθρωπος. Δηλαδή, έβλεπε το Πρόσωπο ως υπέρβαση μιας ατομικότητος εγωκεντρικής, την οποία συνδύαζε με τη Δύση. Γι’ αυτό και έδινε πολύ μεγάλη σημασία στην ενορία, ως συμβολικό και πραγματικό στοιχείο και κατ’ επέκταση στην κοινότητα. Μέσα σε αυτήν την προσέγγιση υπήρχε, κατά τη γνώμη μου, ένα κενό, το οποίο αποτελούσε πολλές φορές θέμα συζητήσεως μεταξύ μας. Εκείνος θεωρούσε ότι η ατομικότητα και το ατομικό εγώ είναι η αιτία όλων των κακών στον σημερινό κόσμο, στην Ελλάδα αλλά και στη Δύση. Σκεφτόταν το εγώ ως «κλειστότητα», όχι ως δυνατότητα ανοίξεως. Αυτό έχει μία βάση και μία λογική, αλλά δεν παύει να προϋποθέτει έναν άνθρωπο, μια ατομικότητα της οποίας η εσωτερική άνοιξη πρέπει να είναι μια θεμελιώδης, υπαρξιακή δυνατότητα, κάτι το οποίο εκείνος δεν έβλεπε.

Η σχέση με τους νεορθόδοξους και η αντίληψή του για την ατομικότητα άλλαξε τις αρχικές θεωρήσεις του Στελιου Ράμφου ο οποίος, μετά τη δεκαετία του 1990, αρχίζει να στοχάζεται για τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης Ελλάδας, επιχειρώντας να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: γιατί η νεότερη Ελλάδα είναι αυτή που είναι; Οι απαντήσεις πίστευε ότι δεν υπάρχουν μόνο στην πολιτική, στους θεσμούς ή στην οικονομία, αλλά βρίσκονται πιο βαθιά, στις νοοτροπίες, στις παραδόσεις, στη θρησκευτικότητα, στο συναίσθημα, στη σχέση των Ελλήνων με τον χρόνο και με την ίδια την ιδέα της ατομικής ευθύνης. Η ερμηνεία του ελληνισμού και ιδιαίτερα της βυζαντινής κληρονομιάς στη συγκρότηση της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας βρέθηκε στο κέντρο μεγάλου μέρους του έργου του.

Δεν ήταν ένας στοχαστής που απέφευγε τις μεγάλες γενικεύσεις ούτε τις αντιπαραθέσεις. Οι απόψεις του προκάλεσαν συχνά έντονες συζητήσεις, ακριβώς επειδή επιχειρούσε να διαβάσει την ελληνική κοινωνία πέρα από τις τρέχουσες πολιτικές διαιρέσεις. Τον απασχολούσε ιδιαίτερα η δυσκολία της να αλλάξει όχι απλώς θεσμούς και συνθήκες αλλά νοοτροπίες.

Στη συζήτησή του με τον Ανδρέα Πανταζόπουλο και τον υπογράφοντα, που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 118, Απρίλιος 2021, του Books' Journal και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Κι αυτοί είναι η Ελλάδα, το έλεγε χαρακτηριστικά:

Ένας είναι ο δρόμος: να μάθουμε να αναρωτιόμαστε για μας. Να μην έχουμε την αλήθεια έξω από εμάς. Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι ότι ακολουθούμε τυφλά μια αλήθεια έξω από μας και τους μεσίτες της. Ποτέ δεν αναρωτιόμαστε για εμάς τους ίδιους.

Η συζήτηση εκείνη έκλεινε με τις ουσιαστικές προτάσεις του για την ταυτότητα μιας σύγχρονης, ευρωπαϊκής Ελλάδας, μιας χώρας όμως η εσωστρέφεια της οποίας προϋποθέτει την αυτογνωσία της. Πού συναιρούνταν αυτός ο προβληματισμός; Σε δυο έννοιες στις οποίες η χώρα οφείλει να δώσει αποτελεσματικές απαντήσεις: στην παιδεία και στο κράτος. Έλεγε:

Απαιτείται μια στροφή προς τα μέσα, όπου θα παίξουν ρόλο η παιδεία και ο πολιτισμός. Όχι ένας πολιτισμός των αναβατήρων της Ακροπόλεως, αλλά ένας πολιτισμός για τη μεγάλη ανάγκη του ανθρώπου που αναζητά τον εαυτό του έξω, αντί να τον βρίσκει μέσα του. Ταυτόχρονα, απαιτείται η συγκρότηση του κρατικού μηχανισμού, ώστε να ενισχύει τη συνοχή των πραγμάτων. Ώς τώρα έχουμε ένα κράτος το οποίο απλώς έρχεται σε ανταγωνισμό με τις οικογένειες και τις εντοπιότητες. Αλλά πρέπει να πάμε σε ένα κράτος που θα διεκδικήσει συνειδητά και με επιτυχία να είναι ο πολιτικός εγγυητής της κοινωνικής συνοχής. Έχουμε δηλαδή πρόβλημα κράτους και πρόβλημα ατόμου. Ας ρίξουμε λοιπόν το βάρος στην προσπάθεια το άτομο να μάθει την ευθύνη του και στη συνεργασία – που σημαίνει ότι το κρίσιμο δεν είναι απλώς να παρθεί αυτό ή το άλλο μέτρο στο σχολείο, αλλά πώς τα παιδιά από το σχολείο θα μάθουν να συνεργάζονται. Το βλέπετε, στην κοινωνία μας πλειοψηφούν τα ατομικά νοικοκυριά και οι ατομικές επιχειρήσεις – ο καθένας θέλει να είναι αφεντικό, δεν αντέχει τη συνεργασία. Αλλά δεν μπορεί με τέτοιου είδους διαλυτικό πνεύμα να γίνει προκοπή. Ούτε μπορεί να γίνει κράτος όταν η συνοχή είναι μόνο συναισθηματική, που σου την παρέχουν το χάδι και η θωπεία, όχι η κριτική στάση (και η αυτοκριτική στάση απέναντί σου). Επομένως, για μένα, παιδεία και κράτος είναι οι δύο μεγάλοι συντελεστές. Ακόμη δεν το έχουμε σκεφτεί σοβαρά όσο πρέπει. Γίνονται βήματα, αλλά τα υπόγεια ρεύματα κάθε τόσο ανατρέπουν τις πραγματικότητες. Κατά τα άλλα, τίποτα δεν αποκλείει το καλύτερο, αρκεί να το λέμε, να το έχουμε καταλάβει και εμείς που το λέμε καλά και να το εξηγούμε σωστά – γιατί καμιά φορά λες κάτι αλλά δεν το έχεις καταλάβει και καλά για να μπορείς να το πεις όπως πρέπει.

 

LINKQ

https://booksjournal.gr/synenteykseis/3270-tipote-den-apokleiei-to-kalytero-mia-syzitisi-me-ton-filosofo-kai-syggrafea-stelio-ramfo

 

 

10 Αυγούστου 2026

Τα τελευταία σχεδόν τρία χρόνια, λίγες μόνο μέρες μετά το Μαύρο Σάββατο της 7ης Οκτωβρίου 2023, το κύμα μίσους εναντίον των Εβραίων και του Ισραήλ έχει αυξηθεί ραγδαία και έχει οδηγήσει σε δολοφονική βία εναντίον Εβραίων στην Ευρώπη, στην Αμερική και στην Αυστραλία.     

Ταυτόχρονα όμως αναπτύσσεται ένα κύμα εβραϊκής εθνικιστικής βίας που εκδηλώνεται στα εδάφη της Δυτικής Όχθης του Ιορδάνη, με αποκορύφωμα μια δήθεν βόλτα Ισραηλινών εποίκων την Πέμπτη 23 Ιουλίου που προκάλεσε τον θάνατο 2 Εβραίων και 4 Παλαιστινίων*.

Κι αν για το μίσος εναντίον των Εβραίων και του Ισραήλ, αρκούν πλεκτάνες, συνωμοσίες και ψευδείς ειδήσεις, η δράση Ισραηλινών Εβραίων εθνικιστών ρίχνει λάδι στη φωτιά του μίσους. Δεν χρειάζεται άλλωστε να είσαι «προοδευτικός» αριστερός για να απεχθάνεσαι τον Ισραηλινό εθνικιστή που κακοποιεί Παλαιστίνιους ή βανδαλίζει τζαμιά. Η μεγάλη πλειονότητα των  Ισραηλινών πολιτών αποκηρύσσει αυτούς τους τύπους που δεν απέχουν πολύ από τους κοινούς τρομοκράτες.

Η βία Ισραηλινών εθνικιστών υπήρχε και στο παρελθόν. Το Ισραήλ άλλωστε είναι μια χώρα δυτικού τύπου και, όπως ακριβώς σε ολόκληρη τη Δύση, υπάρχουν και φασίστες. Η διαφορά όμως, από το παρελθόν είναι ότι όσοι ασκούσαν βία συλλαμβάνονταν και η Ισραηλινή Δικαιοσύνη επέβαλλε τις προβλεπόμενες ποινές. Η κυβέρνηση, ο στρατός, η αστυνομία λειτουργούσαν για να περιορίσουν την εθνικιστική βία. Σήμερα όμως, το πρόβλημα επιδεινώνεται, επειδή αυτή η μερίδα των Εθνικιστών Εποίκων (διότι υπάρχουν και πολλοί Εβραίοι έποικοι στη Ζώνη C  όπως διαμορφώθηκε στις συμφωνίες του Όσλο, που συμβιώνουν αρμονικά με τους Παλαιστίνιους κατοίκους) εκμεταλλεύονται την ανοχή της κυβέρνησης και την υποστήριξη που λαμβάνουν από ορισμένους υπουργούς της, παρά τις συστάσεις της στρατιωτικής διοίκησης για την αυστηροποίηση των μέτρων εναντίον τους προκειμένου να αποφεύγονται εντάσεις με τον παλαιστινιακό πληθυσμό.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, αναδεικνύεται το πνεύμα της ισραηλινής Ακροδεξιάς που ουδεμία σχέση έχει με τη σιωνιστική ιδέα όπως διατυπώθηκε από τον Θεόδωρο Έρτσελ και τους σκαπανείς του εβραϊκού κράτους. Η ηγεσία του σιωνιστικού κινήματος αποδέχθηκε πλήρως την απόφαση του ΟΗΕ του 1947 για τη δημιουργία του εβραϊκού κράτους στα προκαθορισμένα σύνορα, δίπλα σε ένα αραβικό κράτος. Το σιωνιστικό κίνημα έκτιζε κάθε σπιθαμή γης του νεοσύστατου κράτους και καλλιεργούσε την έρημο για να τη μετατρέψει σε μια εύφορη κοιλάδα. Ούτε το 1948, ούτε το 1956, ούτε το 1967,  ούτε το 1972 επιτέθηκαν οι Ισραηλινοί εναντίον των αραβικών κρατών, γιατί ακριβώς οι Ισραηλινοί δεν είχαν εδαφικές διεκδικήσεις έναντι κανενός. Το 1979, με την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης με την Αίγυπτο, οι Ισραηλινοί –με πρωθυπουργό τον Μεναχέμ Μπέγκιν, ηγέτη και ιδρυτή του κόμματος Λικούντ του οποίου σήμερα ηγείται ο Μπενιαμίν Νετανιάχου– αποχώρησαν από την Έρημο του Σινά που είχαν καταλάβει το 1967, διαλύοντας ακόμα και τους οικισμούς που είχαν κτίσει. Το 2005 οι Ισραηλινοί –υπό την πρωθυπουργία του γνωστού «γερακιού» Αριέλ Σαρόν– αποχώρησαν από τη Λωρίδα της Γάζας και παρέδωσαν τα κλειδιά της πόλης στην Παλαιστινιακή Αρχή, η οποία βέβαια το 2007 εξοστρακίστηκε από τη Χαμάς. Και το 2006 το Ισραήλ αποχώρησε από τον Λίβανο με βάση την απόφαση 1701 που προέβλεπε το τέλος του πολέμου. Το 2023 η Χαμάς προέβη στη μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα και η Χεζμπολάχ επιτέθηκε ξανά πλήττοντας στόχους στη καρδιά ισραηλινών πόλεων. Ουδέποτε λοιπόν οι Ισραηλινοί διεκήρυσσαν ότι επιδιώκουν τον εκτοπισμό η την εξόντωση γειτονικών λαών. Αντιθέτως, επέδειξαν ετοιμότητα και αποχώρησαν από εδάφη που είχαν κατακτήσει μετά από πολέμους που τους επιβλήθηκαν, προκειμένου να επιτευχθεί κάποιου είδους ηρεμία. Επέδειξαν όμως και αποφασιστικότητα για να προστατεύσουν τη ζωή και την ασφάλεια των Ισραηλινών πολιτών.   

Εξαιρείται αυτής της πορείας η Ισραηλινή Εθνικιστική Δεξιά η οποία σήμερα επιχειρεί να προσδώσει στον σιωνισμό μορφή εδαφικού επεκτατισμού, εκτοπισμού πληθυσμών και κατάργηση του δημοκρατικού χαρακτήρα του κράτους του Ισραήλ για την εκπλήρωση μιας θεοκρατικής αντίληψης, σύμφωνα με την οποία οι Εβραίοι δικαιούνται να εγκαθίστανται σε όλα εκείνα τα εδάφη όπου σύμφωνα με τις γραφές υπήρχε εβραϊκή παρουσία. Σε αγαστή συνεργασία με την Ακροδεξιά και τα θρησκευτικά κόμματα, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός δεν δίστασε να νομοθετήσει διά της κυβερνητικής πλειοψηφίας νόμο που εξαιρεί τους φοιτητές των θρησκευτικών σχολών από τη στρατιωτική θητεία και να παραβιάσει τη θεμελιώδη αρχή της ισονομίας σε ένα κράτος Δικαίου.    

Αυτή όμως είναι η μορφή του σιωνισμού που η μεγάλη πλειονότητα των Ισραηλινών και των Εβραίων της Διασποράς** αποκηρύσσει διότι το επιθυμητό είναι η περιφρούρηση των αρχών της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του κράτους του Ισραήλ, που διατυπώνει την απόφαση του εβραϊκού λαού για ένα εβραϊκό και δημοκρατικό κράτος στη γη του Ισραήλ, στη Σιών, στο οποίο θα απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα όλοι οι πολίτες του, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής η θρησκεύματος, και τον διακαή πόθο του να επιτευχθεί η ειρήνη με τους γειτονικούς λαούς.

Το περιεχόμενο που αποδίδει στον σιωνισμό η Ισραηλινή Ακροδεξιά ταυτίζεται με εκείνο που διατυπώνει η Ευρωπαϊκή Αντισιωνιστική Αριστερά προκειμένου να τεκμηριώσει την ιδεοληψία της εναντίον του κράτους του Ισραήλ, τη δαιμονοποίησή του στη παγκόσμια κοινή γνώμη και τελικά την απομόνωσή  του από τη διεθνή κοινότητα. Είναι το σημείο συνάντησης της ισραηλινής Ακροδεξιάς με την  Ευρωπαϊκή Αντισιωνιστική Αριστερά. Οι μεν ενθαρρύνουν τις ιδεοληψίες των δε. Ο αντιαραβικός φανατισμός του ακροδεξιού ηγέτη Μπεν Γκβιρ και των οπαδών του τροφοδοτεί τον αντισιωνιστικό φανατισμό της Ευρωπαϊκής Εβραιοφοβικής Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που δεν διστάζει να στοχοποιεί κάθε Ισραηλινό πολίτη ως «εγκληματία πολέμου», και να στρέφει το βλέμμα της αλλού όταν Χαμάς και Χεζμπολάχ σφάζουν και τρομοκρατούν Ισραηλινούς πολίτες, μόνο και μόνο επειδή ο φανατισμός τους αποσκοπεί στην καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Και όπως εύστοχα επεσήμανε η  Fania Oz-Salzberger*** σε πρόσφατη ομιλία της στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης,

Το κράτος του Ισραήλ υπάρχει. Και αν η ίδια η ύπαρξή του δεν αμφισβητούνταν, δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξης του σιωνισμού ως ιδεολογίας. Κανένα άλλο εθνικό κράτος δεν διαθέτει σήμερα μια ενεργό ιδεολογία που να υπερασπίζεται την ίδια του την ύπαρξη. Για τον απλό λόγο ότι η ύπαρξή του δεν αμφισβητείται…

Το Ισραήλ σήμερα έχει να αντιμετωπίσει έναν αγώνα σε δύο μέτωπα… Αγώνα ενάντια στην εκστρατεία μίσους και στις συνωμοσίες εναντίον του Ισραήλ· και αγώνα ενάντια στην ισραηλινή Ακροδεξιά, η οποία είναι ο πιο σημαντικός σύμμαχος της αντισιωνιστικής Αριστεράς.

Και ένα επίκαιρο σχόλιο:

Στις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, οι Ισραηλινοί πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για τη μορφή του κράτους του Ισραήλ ανάμεσα σε δύο συγκρουόμενες κοσμοθεωρίες: τη φιλελεύθερη που προασπίζει τον δημοκρατικό και πολυπολιτισμικό  χαρακτήρα της ισραηλινής κοινωνίας η τη θεοκρατική που θα οδηγήσει την ισραηλινή κοινωνία στο σκοτάδι του διχασμού και του φανατισμού.

https://www.timesofisrael.com/settlers-torch-mosques-scrawl-revenge-graffiti-in-overnight-west-bank-rampages/

**  https://www.worldjewishcongress.org/en/news/world-jewish-congress-lauder-condemns-smotrich-palestinian-state

*** hthttps://fathomjournal.org/pro-israel-pro-palestine-pro-peace-some-thoughts-on-squaring-the-circle/

 

 

 

 

07 Αυγούστου 2026

Ο πολιτικός λόγος στο Κοινοβούλιο δεν είναι απλώς ένα πεδίο ανταλλαγής επιχειρημάτων· είναι ο καθρέφτης των κοινωνικών ιεραρχιών και των αθέατων σχέσεων εξουσίας. Στην Ελλάδα, οι λεκτικές επιθέσεις σε γυναίκες πολιτικούς αποδεικνύουν ότι ο σεξισμός παραμένει μια ενεργή, δομική πρακτική υπονόμευσης. Τα πρόσφατα κοινοβουλευτικά περιστατικά δεν συνιστούν τυχαία «ατοπήματα» ή στιγμιαίες εντάσεις, αλλά επαναλαμβανόμενες γλωσσικές επιθέσεις που λειτουργούν ως μηχανισμοί συμβολικής περιθωριοποίησης των γυναικών από τη δημόσια σφαίρα.

 

Έμφυλη πολιτική βία: Η μητρότητα ως μηχανισμός αποκλεισμού

Οι λεκτικές επιθέσεις και οι ψυχολογικές μορφές βίας στα κοινοβούλια συνιστούν μορφές «έμφυλης πολιτικής βίας». Όπως υποστηρίζει η Mona Lena Krook στο Violence against Women in Politics (2020), πρόκειται για πρακτικές που αμφισβητούν τη νομιμότητα της γυναικείας παρουσίας στην πολιτική, αναπαράγοντας έμφυλα στερεότυπα μέσω αυτού που η Krook ονομάζει «σημειωτική βία». Στον κοινοβουλευτικό λόγο, η αμφισβήτηση αυτή συντελείται συχνά μέσω της εργαλειοποίησης της βιολογικής αναπαραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φράση «πήγαινε κάνε κάνα παιδί» που απευθύνθηκε από βουλευτή προς γυναίκα πρόεδρο κόμματος (Ολομέλεια, Συνεδρίαση ΠΘ΄, 7/3/2025). Η φράση επανήλθε αργότερα με τον ισχυρισμό εκ μέρους του ομιλητή ότι αποτελούσε «ευχή», εξέλιξη που οδήγησε στην παρέμβαση του Προεδρείου και στην παραπομπή του στην Επιτροπή Δεοντολογίας (Συνεδρίαση ΡΟΑ΄ Α΄ Μέρος, 28/7/2026).

Η συγκεκριμένη φρασεολογία λειτουργεί ως βιοπολιτικός μηχανισμός ελέγχου: η γυναίκα πολιτικός απογυμνώνεται από τη θεσμική της ιδιότητα και επαναφέρεται στον παραδοσιακό ρόλο της μητρότητας. Η δε προσπάθεια εκλογίκευσης της επίθεσης ως «ευχής» επιτείνει το πρόβλημα, αποκαλύπτοντας την εμπεδωμένη πεποίθηση ότι η πρωταρχική αποστολή της γυναίκας παραμένει αναπαραγωγική και οφείλει να προηγείται της πολιτικής. Με τον τρόπο αυτό, ο σεξιστικός λόγος ασκεί μια μορφή ελέγχου της πρόσβασης στην εξουσία, υποδηλώνοντας ότι η γυναικεία παρουσία στον θεσμικό χώρο δεν είναι αυτονόητο δημοκρατικό δικαίωμα, αλλά τελεί υπό διαρκή αξιολόγηση με όρους βιολογικού ντετερμινισμού.

 

Υποτίμηση της φωνής και αστυνόμευση της παρουσίας

Καθώς ο δημόσιος λόγος αποτελούσε ιστορικά ανδρικό προνόμιο, η γυναικεία φωνή συχνά απονομιμοποιείται με βάση τα ίδια τα χαρακτηριστικά της φωνής της, με την κριτική να επικεντρώνεται στη χροιά ή τον τόνο της. Η Beard (2018) επισημαίνει ότι ήδη από την αρχαιότητα η οξεία φωνή (high-pitched voice) συνδέθηκε με την έλλειψη κύρους, σε αντίθεση με τη βαριά ανδρική φωνή που ταυτίστηκε με την πολιτική αυθεντία. Η πίεση προσαρμογής σε αυτό το ανδρικό πρότυπο ήταν τόσο ισχυρή, ώστε ακόμη και γυναίκες ηγέτιδες, όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ, κατέφυγαν σε ειδικά μαθήματα ορθοφωνίας για να χαμηλώσουν τον τόνο της φωνής τους, προκειμένου να αποκτήσουν το ανάλογο κύρος. Ο ιστορικός αυτός αποκλεισμός συνεχίζεται σήμερα, μετατοπίζοντας την προσοχή από το περιεχόμενο των πολιτικών επιχειρημάτων στον τρόπο έκφρασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φράση «Μην τσιρίζετε κυρία μου. Εδώ είναι Βουλή κυρία μου, δεν είναι η κουζίνα σας […] να μην τσιρίζετε» (Ολομέλεια, Συνεδρίαση ΝΘ΄, 15/1/2026). Η απόδοση του χαρακτηρισμού «τσιρίζω» στις γυναίκες πολιτικούς τις χρεώνει με αδικαιολόγητο συναισθηματισμό και έλλειψη ορθολογισμού, ενώ η αναφορά στην κουζίνα λειτουργεί ως συμβολική επαναφορά στην οικιακή σφαίρα.

Η τακτική αυτή επεκτείνεται στη μη λεκτική συμπεριφορά και τις εκδηλώσεις του σώματος, ακόμη και σε γυναίκες με μη βουλευτική ιδιότητα. Στην επίθεση βουλευτή προς γυναίκα νομική σύμβουλο υπουργείου «μη στρίβετε τη μούρη σας κυρία μου [...] έχετε ένα μόνιμο, όχι χαμόγελο, αλλά ένα στρίψιμο του στόματος εν είδει απαξίας. Είναι εκνευριστικό» (Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων, 25/7/2024), η προσοχή διολισθαίνει από τη θεσμική διαδικασία στην πειθαρχική αξιολόγηση των μορφασμών του προσώπου. Το περιστατικό αυτό αναδεικνύει αυτό που η Nirmal Puwar (2004) ονομάζει «surveillance» και «bodily policing»: μια κατάσταση διαρκούς επιτήρησης, κατά την οποία μια γυναίκα –που συμμετέχει στη διαδικασία ακόμα και με καθαρά υπηρεσιακό ή επιστημονικό ρόλο– μετατρέπεται σε αντικείμενο ελέγχου και κριτικής για τη συμπεριφορά της.

 

 

Πατερναλιστικές προσφωνήσεις ως τακτική απαξίωσης

Στο πλαίσιο μιας ανδροκρατούμενης πολιτικής κουλτούρας, οι γυναίκες πολιτικοί υφίστανται συστηματικά υποτιμητικές πρακτικές. Όπως επισημαίνει η Joni Lovenduski (2005), οι πολιτικοί θεσμοί χαρακτηρίζονται από μια έμφυλη ανδρική μεροληψία που αναπαράγει άτυπα εμπόδια για τις γυναίκες. Η μεροληψία αυτή εκδηλώνεται συχνά και στο επίπεδο του λόγου· η χρήση υποκοριστικών και πατερναλιστικών προσφωνήσεων υποσκάπτει το κύρος τους, μετατρέποντας μια πολιτική αρχηγό από θεσμικό συνομιλητή σε αντικείμενο απαξίωσης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσφώνηση κοινοβουλευτικού εκπροσώπου προς γυναίκα αρχηγό κόμματος με τη φράση «άσε μας καλέ κουκλίτσα μου» (Ολομέλεια, Συνεδρίαση ΝΕ΄, 8.1.2026). Τέτοιοι χειρισμοί υπερβαίνουν την απλή εκτροπή από την κοινοβουλευτική δεοντολογία· λειτουργούν ως τακτική ψευδούς οικειότητας και απομείωσης του κύρους των γυναικών (Laura Bates, 2014).

 

Η αναπαραγωγή της συμβολικής βίας

Οι σχέσεις εξουσίας στον πολιτικό λόγο δεν διαμορφώνονται πάντοτε μέσα από ένα απλοϊκό σχήμα ανδρικής επικυριαρχίας. Το σύνθετο περιστατικό στην Εξεταστική Επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ (11/12/2025), όταν η φράση «σιγά μη σκίσετε κανένα καλσόν» απευθύνθηκε από γυναίκα πρόεδρο κόμματος προς τη γυναίκα προεδρεύουσα της Επιτροπής, αποκαλύπτει μια βαθύτερη διάσταση του φαινομένου. Το περιστατικό ανατρέπει τη γραμμική αντίληψη ότι ο σεξιστικός λόγος εκφέρεται αποκλειστικά από άνδρες, καθώς τόσο η ομιλήτρια όσο και η αποδέκτρια ήταν γυναίκες πολιτικοί, με τη δεύτερη να κατέχει μάλιστα τη θεσμική ισχύ της προεδρίας. Η μετέπειτα επίκληση μιας «ταξικής» ερμηνείας για το «εργατικό καλσόν» δεν αναιρεί τον έμφυλο χαρακτήρα της επίθεσης.

Οι γλωσσικές πρακτικές αποτελούν φορείς συμβολικής βίας. Τα άτομα έχουν εσωτερικεύσει τις δομές εξουσίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αναπαράγουν ασυνείδητα τις κυρίαρχες κατηγορίες σκέψης. Έτσι, ο σεξιστικός λόγος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμη και από γυναίκες ως εργαλείο απαξίωσης, αποδεικνύοντας ότι η έμφυλη υπονόμευση δεν είναι απλώς ζήτημα ατομικής πρόθεσης, αλλά αποτέλεσμα βαθιά εμπεδωμένων κοινωνικών και γλωσσικών στερεοτύπων (Bourdieu, 1999).

 

 

Η ανάγκη για θεσμική θωράκιση

Τα περιστατικά αυτά στην ελληνική Βουλή δεν αποτελούν εξαίρεση. Η ανάλυση της κοινοβουλευτικής ρητορικής επιβεβαιώνει τα πορίσματα της πανευρωπαϊκής έκθεσης της Διακοινοβουλευτικής Ένωσης (IPU, 2018), σύμφωνα με τα οποία το 85,2% των βουλευτριών έχει υποστεί ψυχολογική βία, ενώ το 67,9% έχει γίνει στόχος σεξιστικών σχολίων εντός του κοινοβουλίου.

Ο σεξιστικός λόγος στη Βουλή δεν είναι προσωπική αντιπαράθεση· είναι δομικό πρόβλημα. Η συστηματική στοχοποίηση των γυναικών πολιτικών λόγω του φύλου τους υπονομεύει την ισότιμη συμμετοχή τους στα κοινά και τραυματίζει την ίδια τη δημοκρατία. Η θεσμική θωράκιση και η μηδενική ανοχή σε τέτοιες συμπεριφορές είναι πλέον ζήτημα δημοκρατικής τάξης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

·       Bates, L. (2014). Everyday Sexism. Simon & Schuster.

·       Beard, M. (2018). Γυναίκες & εξουσία: Ένα μανιφέστο (Μτφρ. Κ. Σχινά). Εκδόσεις Μεταίχμιο.

·       Bourdieu, P. (1999). Γλώσσα και συμβολική εξουσία (Μτφρ. Κ. Καψαμπέλη). Εκδόσεις Καρδαμίτσα.

·       Inter-Parliamentary Union & Parliamentary Assembly of the Council of Europe (2018). Sexism, harassment and violence against women in parliaments in Europe.

·       Krook, M. L. (2020). Violence against Women in Politics. Oxford University Press.

·       Lovenduski, J. (2005). Feminizing Politics. Polity Press.

·       Puwar, N. (2004). Space Invaders: Race, Gender and Bodies Out of Place. Berg.

·       Βουλή των Ελλήνων. Οπτικοακουστικό Υλικό Συνεδριάσεων Ολομέλειας & Κοινοβουλευτικών Επιτροπών.

07 Αυγούστου 2026

Τον Μάιο του 2014, ένα ουκρανικό όχημα μάχης  κατευθύνθηκε προς ένα οδόφραγμα στο Μαριούπολη. «Πάτα το γκάζι!» διέταξε ο διοικητής του τάγματος Μιχαΐλο Ντραπάτι τον οδηγό, και το όχημα έσπασε το οδόφραγμα. Αυτό το επεισόδιο αναφέρεται συχνά για να καταδείξει την αποφασιστικότητα του νέου διοικητή των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Ντραπάτι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα θεσμικά προβλήματα του στρατού σαν να ήταν απλώς ένα ακόμη οδόφραγμα.

 

Κύριο καθήκον του είναι να βελτιώσει την κουλτούρα ηγεσίας, ανάθεσης καθηκόντων και της λογοδοσίας εντός των ενόπλων δυνάμεων, ενώ οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν την επιστράτευση νεοσυλλέκτων, τις διαδικασίες προμηθειών και την ανάπτυξη μαχητικής ικανότητας πρέπει να υλοποιηθούν σε συνεργασία με το Υπουργείο Άμυνας και τον Πρόεδρο. Ο Μιχαΐλο Ντραπάτι μπορεί να μεταρρυθμίσει τη νοοτροπία του στρατού, αλλά όχι τις θεμελιώδεις κοινωνικές δομές που τον περιορίζουν. Ο διορισμός του μπορεί να ικανοποιήσει τους επικριτές στους τομείς όπου έχει εξουσία, αλλά αφήνει ανέγγιχτη την πολιτική οικονομία της εθνικής άμυνας, όπου εντοπίζονται τα περισσότερα προβλήματα.

Ο πόλεμος που κληρονομεί ο Ντραπάτι

Στην Ουκρανία και μεταξύ των εταίρων της, υπάρχει ο πειρασμός να θεωρηθεί ο διορισμός του Μιχαΐλο Ντραπάτι ως ρήξη με την εποχή του πλέον πρώην Αρχιστράτηγου των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων, Ολεξάντρ Σίρσκι, η οποία χαρακτηριζόταν από καταπνιγμένες πρωτοβουλίες και προαγωγές βασισμένες στην υπακοή και την αφοσίωση. Όμως, ένας αρχιστράτηγος δεν μπορεί να διαμορφώσει σύμφωνα με το δικό του όραμα τον πόλεμο που κληρονομεί. Ο Ντραπάτι θα αντιμετωπίσει την ίδια έλλειψη προσωπικού, την ίδια εξάρτηση από δυτικές προμήθειες και την ίδια ρωσική υπεροχή όσον αφορά τη δύναμη των στρατευμάτων και τη δύναμη πυρός. Κάθε Ουκρανός διοικητής πρέπει, πρώτα απ’ όλα, να διατηρήσει τις πρώτες γραμμές, επιτιθέμενος ταυτόχρονα σε ρωσικούς στόχους πέρα από τη γραμμή επαφής.

Οι πρώτοι μήνες, επομένως, είναι πιθανό να χαρακτηριστούν από συνέχεια παρά από αλλαγή. Υπό τον πρώην υπουργό Άμυνας Μιχαήλ Φεντόροφ, οι επιθέσεις με drones μεσαίου βεληνεκούς εξελίχθηκαν σε κάτι που μοιάζει με αεροπορική παρεμπόδιση στο πεδίο της μάχης: επιθέσεις σε δρόμους, αποθήκες, θέσεις διοίκησης, θέσεις αεροπορικής άμυνας και εφεδρείες, με στόχο την απομόνωση των ρωσικών δυνάμεων μέσα στο επιχειρησιακό τους βάθος. Χωρίς αεροπορική υπεροχή και ανίκανη να επιτύχει σημαντική διάσπαση των εχθρικών γραμμών στο έδαφος υπό συνεχή παρακολούθηση από ρωσικούς δορυφόρους, η Ουκρανία έχει στραφεί στην ανάπτυξη μεγάλου αριθμού σχετικά χαμηλού κόστους drones. Αυτά εκτελούν πλέον πολεμικές αποστολές που οι δυτικές δυνάμεις θα διεξήγαγαν σε κανονικές συνθήκες χρησιμοποιώντας αεροσκάφη και πυραύλους ακριβείας.

Αυτή η προσέγγιση του Κιέβου εκμεταλλεύεται μια αδυναμία στην αρχιτεκτονική της ρωσικής αεροπορικής άμυνας. Τα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα, τα οποία είναι από μόνα τους ισχυρά, σχεδιάστηκαν πρωτίστως για να αντιμετωπίζουν έναν περιορισμένο αριθμό ακριβών αεροσκαφών και πυραύλων, όχι για να σταματήσουν μια συνεχή ροή διάσπαρτων και φθηνών μη επανδρωμένων αεροσκαφών που κυνηγούν όλους τους κινούμενους στόχους κοντά στις γραμμές του μετώπου. Για τον Ντραπάτι, όπως και για τον προκάτοχό του, αυτή είναι η βασική στρατηγική για την άμυνα της Ουκρανίας και την επίτευξη σημαντικών επιχειρησιακών επιτυχιών χωρίς την ανάγκη διάσπασης των εχθρικών γραμμών στο έδαφος.

Μπορεί το Ουκρανικό Γενικό Επιτελείο να μάθει;

Στο βαθμό που αυτή η επιχειρησιακή στρατηγική παραμένει κυρίαρχη, οι πιο σημαντικές αλλαγές υπό τον Ντραπάτι πιθανότατα θα αφορούν τον τρόπο λήψης αποφάσεων. Διοικητές ταξιαρχιών που υπηρέτησαν στο παρελθόν υπό τον Ντραπάτι δήλωσαν στον Ρομπ Λι του Ινστιτούτου Έρευνας Εξωτερικής Πολιτικής ότι ο νέος διοικητής των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων τους ρώτησε τι υποστήριξη χρειάζονταν και άκουσε την εκτίμησή τους για την κατάσταση στους τομείς ευθύνης τους. Αυτό ακούγεται σαν ικανή ηγεσία.

Ωστόσο, αυτός ο τρόπος διοίκησης απαιτεί, μεταξύ άλλων, να επιτρέπεται στους υφισταμένους —και να είναι σε θέση— να λένε όλη την αλήθεια. Εάν το αρχηγείο τιμωρεί τις κακές ειδήσεις, οι στρατοί λειτουργούν με βάση παραποιημένες πληροφορίες. Ο Ντραπάτι πρέπει να επιβραβεύει την ειλικρινή αναφορά και, έτσι, να δημιουργήσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι διοικητές μπορούν να αναφέρουν με ασφάλεια τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μονάδες τους.

Ο Ντραπάτι αναμένεται επίσης να περιορίσει τη μικροδιαχείριση του Γενικού Επιτελείου και να παραχωρήσει μεγαλύτερη αυτονομία στους διοικητές σωμάτων και ταξιαρχιών. Θα μπορούσε επίσης να επανεξετάσει το σύστημα προαγωγών και να επιβραβεύει αξιωματικούς που διατηρούν τις μονάδες τους σε καλή κατάσταση και επιλύουν προβλήματα, αντί να προάγει εκείνους που αποφεύγουν να αντιταχθούν στους ανωτέρους τους. Τίποτα από αυτά δεν εγγυάται από μόνο του καλύτερη λήψη αποφάσεων, αλλά βελτιώνει τις πιθανότητες του στρατού να εντοπίσει λάθη και προκλήσεις πριν μετατραπούν σε επιχειρησιακές αποτυχίες.

Η τεχνολογία είναι ο δεύτερος τομέας η ανάπτυξη του οποίου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Ο Ντραπάτι υποστήριξε δημοσίως τις μεταρρυθμίσεις του Φεντόροφ και ανέδειξε το «Drone Line» —ένα πρόγραμμα που συγκεντρώνει εξειδικευμένες μονάδες και πόρους μη επανδρωμένων αεροσκαφών σε τομείς προτεραιότητας του μετώπου— ως παράδειγμα του πώς μια κυβερνητική απόφαση μπορεί να αλλάξει ραγδαία την κατάσταση στις πρώτες γραμμές. Αναγνώρισε επίσης ότι πολλές αξιόλογες πρωτοβουλίες πετυχαίνουν «παρά το σύστημα» και όχι επειδή το παλιό σύστημα ήξερε πώς να τις ενσωματώσει.

Ο Φεντόροφ επιτάχυνε την καινοτομία στο πεδίο της μάχης, αντικαθιστώντας τα κλειστά δίκτυα προμηθειών με ανταγωνιστικές διαδικασίες υποβολής προσφορών. Το μοντέλο αυτό απέφερε αποτελέσματα, αλλά δημιούργησε επίσης ισχυρούς αντιπάλους εντός του στρατιωτικο-βιομηχανικού κατεστημένου. Η δημόσια υποστήριξη του Ντραπάτι σηματοδοτεί ότι θα υπερασπιστεί αυτή την προσέγγιση ενάντια στη θεσμική αντίσταση — όχι μόνο τις ίδιες τις τεχνολογικές καινοτομίες, αλλά και τη μεταρρύθμιση του συστήματος προμηθειών που τις κατέστησε δυνατές εξαρχής.

Ως αρχηγός του στρατού, θα βρίσκεται σε καλύτερη θέση να συνδέσει τις καινοτομίες που αναπτύσσονται σε μεμονωμένες μονάδες με τον επιχειρησιακό σχεδιασμό σε ολόκληρο το μέτωπο. Τα χερσαία ρομπότ και τα βαρέα drones μπορούν να μεταφέρουν προμήθειες σε περιοχές όπου η αποστολή οχήματος ή ομάδας στρατιωτών έχει καταστεί αδικαιολόγητα επικίνδυνη.

Ο γενικός στόχος είναι σαφής: να θυσιάζονται drones και ρομπότ αντί για στρατιώτες. Αυτό επαναπροσδιορίζει την έννοια της «φθοράς». Η Ουκρανία δεν μπορεί να κερδίσει μια αναμέτρηση με τη Ρωσία με βάση τον καθαρό αριθμό στρατιωτών, αλλά μπορεί να απορροφήσει απώλειες όταν χρησιμοποιεί οικονομικά αποδοτικά, κατανεμημένα συστήματα.

Μεταρρυθμίσεις υπό το άγρυπνο βλέμμα του Προέδρου

Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις δεν θα πραγματοποιηθούν σε πολιτικό κενό. Από πολιτική άποψη, ο Ντραπάτι ενδέχεται να βρει πως το έργο του, από ορισμένες απόψεις, είναι πιο δύσκολο από ό, τι του Σίρσκι. Ανέβηκε στη θέση του Αρχηγού του Στρατού χάρη στις πρόσφατες «χαρτονένιες πινακίδες» των διαδηλωτών. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει τμήματα του στρατιωτικού και πολιτικού κατεστημένου να τον θεωρήσουν ως μια προσωπικότητα που επιβλήθηκε από το πεζοδρόμιο. Στην πραγματικότητα, είναι ένας αξιωματικός καριέρας που υπηρετεί για πάνω από είκοσι χρόνια, όχι ένας ξένος.

Η δημοτικότητά του, ωστόσο, αποτελεί σημείο ευπάθειας. Η εμπειρία του Βαλέρι Ζαλούζνι έχει δείξει πόσο γρήγορα ένας θαυμαστός διοικητής μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό βάρος, αν η δημόσια εικόνα του ξεπεράσει ένα επίπεδο που είναι άνετο για τον Πρόεδρο. Ο λιγότερο δημοφιλής Σίρσκι απολάμβανε ισχυρότερη προστασία από τον Πρόεδρο, αλλά παρεμποδιζόταν από τον σκεπτικισμό του κοινού. Ο Ντραπάτι, από την άλλη πλευρά, ξεκινά με υψηλές προσδοκίες από το κοινό, αλλά αυτή η δημοτικότητα θα μπορούσε να αποτελέσει πρόβλημα αν συνεχίσει να αυξάνεται.

Οι συνθήκες του διορισμού του επιδεινώνουν αυτό το ευάλωτο σημείο. Ο Ντραπάτι δεν επιλέχθηκε μέσω της κανονικής διαδικασίας για να διαδεχθεί τον Σίρσκι, αλλά μάλλον για να κατευνάσει την αντίδραση που ακολούθησε την απομάκρυνση του Φεντόροφ. Όπως υποστηρίζει το Chatham House, ο διορισμός του ερμηνεύτηκε ευρέως ως μέσο διατήρησης του προσανατολισμού «πρώτα η τεχνολογία» που συνδέεται με τον πρώην υπουργό. Αυτό δίνει στον Ντραπάτι μια ασυνήθιστη αρχική εντολή, αλλά περιορίζει επίσης το περιθώριο λάθους του. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην ενσωμάτωση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, στην αναμόρφωση των διαδικασιών προμηθειών ή στην αναδιοργάνωση της προστασίας των στρατευμάτων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απόδειξη ότι το παλιό σύστημα εξακολουθεί να υφίσταται.

Η πρώτη απόδειξη της επιτυχίας του Ντραπάτι πιθανότατα δεν θα είναι ορατή σε χάρτη. Θα καταστεί εμφανής και θα εξαρτηθεί από το αν θα παραχωρηθεί πραγματική εξουσία στα επιτελεία των σωμάτων, από το αν οι διοικητές θα μπορούν να αναφέρουν ότι μια αποστολή είναι ανέφικτη χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την καριέρα τους, και από το αν οι προαγωγές και οι απολύσεις θα αντανακλούν την υψηλή απόδοση και όχι την εγγύτητα με την ηγεσία του Στρατού. Ένας άλλος δείκτης θα είναι η ετοιμότητα για μάχη και η εσωτερική λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων: πιο προβλέψιμες εναλλαγές, καλύτερη προετοιμασία των διαδόχων και λιγότεροι στρατιώτες που θα αναλαμβάνουν καθήκοντα τα οποία θα μπορούσαν να εκτελέσουν drones ή επίγεια ρομπότ.

Η πρόοδος σε αυτούς τους τομείς εξαρτάται επίσης από την επιτυχία της εν εξελίξει μεταρρύθμισης της επιστράτευσης. Εάν αυτοί οι δείκτες εξελιχθούν θετικά, ο διορισμός του Ντραπάτι θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια πραγματική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο πολεμά η Ουκρανία. Σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσε να κληρονομήσει όχι μόνο τον στρατό του Σίρσκι, αλλά τελικά και την ευθύνη που απορρέει από το ίδιο αυτό σύστημα.

Τι θα ακολουθήσει;

Οι επιχειρησιακές βελτιώσεις του Ντραπάτι θα μπορούσαν να μειώσουν τις απώλειες μέσω καλύτερου συντονισμού. Οι πληροφορίες θα μπορούσαν να διαβιβάζονται με μεγαλύτερη ειλικρίνεια προς τα ανώτερα κλιμάκια της ιεραρχίας, ενώ οι νεαροί αξιωματικοί ενδέχεται να προάγονται με μεγαλύτερη αυστηρότητα με βάση την απόδοσή τους. Αυτό ασκεί επίσης πίεση στον Ζελένσκι να αντιμετωπίσει το υψηλό ποσοστό εναλλαγής προσωπικού στο Υπουργείο Άμυνας.

Ακόμη και αν ο Ντραπάτι βελτιώσει τις επιχειρήσεις, θα μπορούσε να προσκρούσει σε εμπόδια αν οι διαδικασίες επιστράτευσης και προμηθειών δεν αλλάξουν επαρκώς. Θα μπορούσε να δεχθεί κριτική ότι «δεν προχωρά αρκετά στις μεταρρυθμίσεις», ενόσω ο Ζελένσκι ενοποιεί τις εξουσίες του Υπουργείου Άμυνας υπό τον έλεγχο της Προεδρίας. Αν συμβεί αυτό, η αναδιάρθρωση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων θα έχει μεταβιβάσει την ευθύνη χωρίς να μεταβιβάσει την εξουσία. Η Ουκρανία θα έχει αλλάξει τον διοικητή της, αλλά όχι το σύστημα το οποίο εκείνος ορίστηκε να μεταρρυθμίσει.

*Το παρόν άρθρο βασίζεται σε πρόσφατο σχόλιο του EPIK (Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο).

μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής

01 Αυγούστου 2026

13η σύνταξη; Σοβαρά;

Ρωμανός Οικονομίδης

Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρώ, με μεγάλη μου έκπληξη, να επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα της 13ης σύνταξης, και μάλιστα ως οριζόντιο μέτρο. Και λέω «με μεγάλη μου έκπληξη», γιατί ίσως διατηρούσα κι εγώ κάποιες φρούδες ελπίδες ότι κάτι μάθαμε από την εμπειρία της κρίσης. Κυρίως, ότι μάθαμε από τα αίτιά της.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Οι συνταξιούχοι δεν αποτελούν την πιο αδικημένη κοινωνική ομάδα της χώρας. Αντιθέτως, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι η χώρα που δαπανά το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της για συντάξεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου το 16% του ΑΕΠ, ποσοστό που παραμένει και από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Για δεκαετίες, το ασφαλιστικό αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες της δημοσιονομικής εκτροπής, με το Δημόσιο να διοχετεύει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο για τη χρηματοδότησή του. Η εικόνα σήμερα είναι σαφώς καλύτερη σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση, όμως οι συντάξεις εξακολουθούν να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δαπανών του κράτους.

Και πάλι, όμως, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι μια 13η σύνταξη «βγαίνει» δημοσιονομικά, ποια ακριβώς κοινωνική πολιτική περί μείωσης των ανισοτήτων δικαιολογεί τον οριζόντιο χαρακτήρα ενός τέτοιου μέτρου; Με ποια λογική θα λάβει την ίδια επιπλέον παροχή ένας χαμηλοσυνταξιούχος και ένας συνταξιούχος των 2.000; Και πώς συμβιβάζεται αυτή η πρόταση με την ιδεολογία και τις αρχές των δήθεν προοδευτικών κομμάτων που δηλώνουν ότι έχουν προτεραιότητα την κοινωνική δικαιοσύνη;

Αλλά μια που μιλήσαμε για κοινωνική δικαιοσύνη, αλήθεια, η διαγενεακή δικαιοσύνη απασχολεί κανέναν από όσους καταθέτουν αυτή την πρόταση; Υπάρχει έστω ως έννοια στον δημόσιο διάλογο;

Σε μια χώρα που γερνάει ταχύτερα από σχεδόν κάθε άλλη στην Ευρώπη, όπου οι γεννήσεις καταγράφουν ιστορικά χαμηλά και οι εργαζόμενοι που καλούνται να χρηματοδοτήσουν το ασφαλιστικό γίνονται αναλογικά όλο και λιγότεροι, κάθε νέα μόνιμη συνταξιοδοτική δαπάνη δεν αφορά μόνο το σήμερα. Αφορά πρωτίστως το ποιος θα την πληρώσει αύριο. Το πληρώσαμε μια φορά στο παρελθόν, είμαστε έτοιμοι να το επαναλάβουμε;

Ακόμη πιο απογοητευτικό είναι ότι δεν ακούστηκε σχεδόν καμία διαφορετική φωνή. Κανένας νέος πολιτικός, κανένα νέο πρόσωπο με δημόσιο βήμα δεν βρέθηκε να εκφράσει έστω έναν προβληματισμό. Ούτε μία αμφιβολία. Κι όμως, οι ίδιοι άνθρωποι συχνά εμφανίζονται ως εκπρόσωποι μιας νέας γενιάς και μιας διαφορετικής πολιτικής αντίληψης.

Εντέλει, θεωρώ προκλητικό –και σε έναν βαθμό ανήθικο– να ανοίγει σήμερα η συζήτηση για μια οριζόντια 13η σύνταξη, όταν η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πολύ πιο πιεστικά και υπαρξιακά προβλήματα. Το δημογραφικό, που απειλεί την ίδια τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού. Τη στεγαστική κρίση, που αποκλείει μια ολόκληρη γενιά από την απόκτηση κατοικίας. Την ακρίβεια, που συμπιέζει κυρίως τα εισοδήματα των νέων εργαζομένων και των οικογενειών. Και σίγουρα την παραγωγικότητα της οικονομίας, που εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Αν υπάρχουν διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι, η πρώτη προτεραιότητα δεν μπορεί να είναι η οριζόντια ενίσχυση μιας ομάδας που ήδη απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δαπανών. Θα έπρεπε να είναι η επένδυση στο μέλλον της χώρας. Γιατί, αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε πολιτικό ζήτημα αποκλειστικά με όρους εκλογικής πελατείας περασμένων δεκαετιών, τότε μάλλον δεν μάθαμε τίποτα από την κρίση.

31 Ιουλίου 2026

Ο θάνατος του Ραούλ Βανεγκέμ, στις 28 Ιουλίου 2026, στη Βαρκελώνη, σε ηλικία 92 χρόνων, κλείνει έναν κύκλο. Έναν από τους τελευταίους μεγάλους κύκλους της ευρωπαϊκής διανόησης του εικοστού αιώνα, που επαγγέλθηκε την επανάσταση.

Μαζί με τον Γκυ Ντεμπόρ, ο βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος ήταν σημαντικός θεωρητικός της Καταστασιακής Διεθνούς (Situationist International, γι’ αυτό στην Ελλάδα τους αποκαλούσαμε και Σιτουασιονιστές), της μικρής εκείνης ομάδας που επηρέασε το πνεύμα του γαλλικού Μάη του 1968 κι επηρεάστηκε απ’ αυτό, διεκδικώντας ελευθερία, αποστάσεις από την κοινωνία του θεάματος και μόνιμη πολεμική στον καταναλωτισμό – μετά τον Μάη, η κριτική αυτή εξελίχθηκε σε συνολικότερη κριτική στον καταναλωτικό καπιταλισμό

Ο θεωρητικός της ιδεολογικοπολιτικής πάλης κατά της «κοινωνίας του θεάματος», βεβαίως, ήταν ο Γκυ Ντεμπόρ. Ο Ραούλ Βανεγκέμ ήταν ο θεωρητικός μιας ελεύθερης, αντικαταναλωτικής καθημερινότητας. Το βιβλίο του Η επανάσταση της καθημερινής ζωής (Traité de savoir-vivre à l'usage des jeunes générations, 1967), που εκδόθηκε περίπου το ίδιο διάστημα με το έργο του Ντεμπόρ, Ενάντια στην κοινωνία του θεάματος, δεν ήταν μια πολιτική διακήρυξη. Ήταν επίθεση εναντίον κάθε μορφής αλλοτρίωσης: κατά της αλλοτρίωσης της εργασίας, της οικογένειας, της κατανάλωσης, της πειθαρχίας, ακόμη και εναντίον της αλλοτρίωσης στην οποία οδηγούσαν τα μέλη τους οι παραδοσιακές αριστερές επαναστατικές οργανώσεις. Η ελευθερία, υποστήριζε ο Ραούλ Βανεγκέμ, δεν προϋπέθετε την κατάκτηση της εξουσίας από τα κινήματα αλλά την απελευθέρωση της επιθυμίας των ανθρώπων.

Ο Βανεγκέμ, τα χρόνια μετά τον γαλλικό Μάη, θεωρούνταν ότι εξέφραζε το απελεύθερο πνεύμα της παρισινής εξέγερσης. Συνθήματα όπως «Να είστε ρεαλιστές, απαιτήστε το αδύνατο», «Η πλήξη είναι αντεπαναστατική» αποδίδονται, άμεσα ή έμμεσα, στο πνεύμα της σκέψης του. Εκείνος, πάντως, δεν προσπάθησε να προσεταιριστεί το νόημα της εξέγερσης ή κάποιες από τις πράξεις της. Δεν ήταν στην ιδιοσυγκρασία του η προσωπική προβολή του ούτε είχε φαντασιωθεί ηγετικό ρόλο σε κάποιο οργανωμένο κίνημα. Πολύ νωρίς μάλιστα, το 1970, η σχέση του με τον Γκυ Ντεμπόρ διαταράχθηκε κι εκείνος αποχώρησε από την Καταστασιακή Διεθνή, διαφωνώντας με τον ολοένα και πιο συγκεντρωτικό τρόπο λειτουργίας της.

Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε, δεν έκαναν τα βιβλία του μπεστ σέλερ – συνήθως εκδίδονταν από μικρά εκδοτικά σχήματα ή από στενού προσανατολισμού ιδεολογικές κοινότητες (στην Ελλάδα πρωτοκυκλοφόρησε, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, από τις εκδόσεις Άκμων του Ευγένιου Αρανίτση, ενώ τα τελευταία του κείμενα μεταφράζονταν και κυκλοφορούν στις εκδόσεις Πανοπτικόν). Οι ιδέες του πάντως πέρασαν σχεδόν αθόρυβα στη γλώσσα των κινημάτων, της αντικουλτούρας, της οικολογίας.

Ο Βανεγκέμ συνέχισε να παρεμβαίνει στον δημόσιο λόγο, με κείμενα που προφανώς εξέλιξαν τις αρχικές του προσεγγίσεις. Συνέχισε να δημοσιεύει δοκίμια, πολιτικά και φιλοσοφικά κείμενα, επιμένοντας ότι η χειραφέτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην οικονομία ή στους θεσμούς, αλλά αφορά πρωτίστως τον τρόπο με τον οποίο ζει κανείς. Σε μια εποχή όπου η πολιτική συχνά περιορίζεται στη διαχείριση, εκείνος επέμενε ότι το ερώτημα είναι υπαρξιακό: με ποιον τρόπο δηλαδή θα μπορούσε μια ζωή να είναι πραγματικά ελεύθερη.

Η ιδέα της ελευθερίας ήταν η βασική κληρονομιά του γαλλικού Μάη στη σκέψη του Ραούλ Βανεγκέμ. Διεκδίκησε την ελευθερία της έκφρασης, ιδίως στη συνθήκη που επέβαλλε στον δυτικό κόσμο η πολιτική ορθότητα. «Δεν υπάρχει ούτε καλή ούτε κακή χρήση της ελεύθερης έκφρασης, υπάρχει μονάχα ανεπαρκής χρήση της», γράφει στο σημαντικό βιβλίο του, Τίποτα δεν είναι ιερό, όλα μπορούν να λεχθούν, που κυκλοφόρησε το 2003 (στα ελληνικά μεταφράστηκε το 2005, εκδ. Σαββάλα). Για τον Βανεγκέμ, η λογοκρισία δεν θεραπεύει τον φανατισμό, τον ρατσισμό ή το μίσος. Αντίθετα, τα μετατρέπει σε απαγορευμένο καρπό, κρύβοντας τις κοινωνικές συνθήκες που τα γεννούν. Θεωρεί την ελεύθερη έκφραση προϋπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης: όσο υπάρχουν απαγορευμένες λέξεις, απαγορευμένες εικόνες ή απαγορευμένες ιδέες, υποστηρίζει, η κοινωνία εξακολουθεί να αναπαράγει σχέσεις κυριαρχίας. Κι η απάντηση στο λόγο που θεωρείται επικίνδυνος δεν είναι η απαγόρευση αλλά ο αντίλογος, η κριτική και η αποδόμησή του.

Το βιβλίο επιτίθεται σε κάθε μορφή «ιερού»: καταρχήν στη θρησκεία, αλλά και στα εθνικά σύμβολα, στις ιδεολογίες, στα κρατικά μυστικά και σε κάθε αξίωση ότι κάτι βρίσκεται υπεράνω αμφισβήτησης. Ο τίτλος είναι κυριολεκτικός: αν κάτι ανακηρύσσεται ιερό, παύει να υπόκειται στην ελεύθερη κρίση και έτσι ανοίγει ο δρόμος για την εξουσία και τον δογματισμό.

Δεν είναι τυχαίο ότι, μετά την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών στο Charlie Hebdo, το 2015 στο Παρίσι, ο τίτλος του βιβλίου χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα ως σημείο αναφοράς στη δημόσια συζήτηση γύρω από τα όρια της ελευθερίας του λόγου. Μάλιστα, το συλλογικό βιβλίο Όλα μπορούν να λεχθούν ή υπάρχουν εκείνα που δεν λέγονται; (Βιβλιόραμα, 2015), που κυκλοφόρησε στον απόηχο του τρομοκρατικού εκείνου συμβάντος, δανείζεται συνειδητά τη φράση του Βανεγκέμ για να ανοίξει ακριβώς αυτή τη συζήτηση[1].

Τις απόψεις αυτές είχε υποστηρίξει και σε μια σύντομη συνάντηση που είχαμε στο γραφείο του ΒοοksJournal, πριν από μερικά χρόνια, όταν ο Ραούλ Βανεγκέμ μας επισκέφτηκε, κυρίως για να συναντήσει τον παλιό του φίλο από το Παρίσι, Σταύρο Καπλανίδη. Ανησυχούσε πολύ για την ενίσχυση των ιδεών της λογοκρισίας, στο όνομα της προστασίας της κοινωνίας από τη ρητορική μίσους, την παραπληροφόρηση και την υποκίνηση βίας. Θεωρούσε την απεριόριστη ελευθερία της έκφρασης τη μεγαλύτερη κατάκτηση του δυτικού πολιτισμού και ανησυχούσε ότι η σχετικοποίησή της μπορούσε να επιφέρει φαλκίδευση των ιδεών της ελευθερίας – και στην ουσία παραχάραξη του πνεύματος του δυτικού κόσμου.

Η εκδημία του συμπίπτει με την υποχώρηση όχι πλέον του ελευθεριακού πνεύματος του Γαλλικού Μάη αλλά ακόμα και της ιδέας της ελευθερίας, όπως την εννοεί και την προασπίζει η δυτική δημοκρατία.

 

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 07 30 6.39.38 μμ

O Ραούλ Βανεγκέμ σε πιο πρόσφατη φωτογραφία του. 

 



[1] Δεν ξέρω αν πολλά από τα πρόσωπα που υπέγραφαν κείμενα σε εκείνη την έκδοση συνεχίζουν να υπερασπίζουν την άνευ όρων ελευθερία του λόγου.

30 Ιουλίου 2026

Τελευταίο επεισόδιο στο μειοψηφικό αντιισραηλινό κρεσέντο της ελληνικής Αριστεράς υπήρξε η δήλωση της Θεώνης Κουφονικολάκου, εκπροσώπου του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα.

Ερωτηθείσα ποια στάση θα τηρούσε μια κυβέρνηση της ΕΛΑΣ απέναντι στον Μπενιαμίν Νετανιάχου, απάντησε χωρίς περιστροφές:

Υπάρχει ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Εφαρμόζουμε το ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Είναι πάρα πολύ σαφή τα πράγματα για εμάς. Εμείς, από το πρώτο δευτερόλεπτο, έχουμε μιλήσει για γενοκτονία της κυβέρνησης του Ισραήλ στη Γάζα.

Ακολούθησαν η απαίτηση για αναστολή της οικονομικής και εμπορικής σύνδεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Ισραήλ, η άμεση αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους και ο χαρακτηρισμός των σχέσεων της ελληνικής κυβέρνησης με τον ισραηλινό πρωθυπουργό «ντροπιαστικών». Ένα πλήρες πακέτο εξωτερικής πολιτικής παραδόθηκε μέσα σε λίγες τηλεοπτικές φράσεις: σύλληψη, καταγγελία, αναγνώριση, ρήξη. Όλα τα μεγάλα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου διευθετήθηκαν με την ταχύτητα και τη βεβαιότητα μιας κομματικής ανακοίνωσης.

Το ένταλμα υπάρχει και η Ελλάδα, ως συμβαλλόμενο μέρος στο Καταστατικό της Ρώμης, έχει υποχρέωση συνεργασίας με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Αυτό όμως δεν μετατρέπει το ένταλμα σε καταδικαστική απόφαση ούτε αποδεικνύει γενοκτονία. Η Κουφονικολάκου συγχωνεύει έτσι τρία διαφορετικά πράγματα: την κατηγορία, το ένταλμα και την ενοχή, για να εμφανίσει ως δικαστικά τετελεσμένο ένα πολιτικό συμπέρασμα που το κόμμα της έχει ήδη προεξοφλήσει.

Με την ίδια ευκολία κατατίθεται η απαίτηση για αναστολή των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων, χωρίς ούτε μία λέξη για τον επιδιωκόμενο σκοπό, το κόστος ή το στρατηγικό κενό που θα δημιουργούσε. Η άμεση αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους, ύψιστη προτεραιότητα των «συντρόφων και αλληλέγγυων», δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα που υποτίθεται ότι διευθετεί. Τα οριστικά σύνορα παραμένουν μη συμφωνημένα, η πολιτική εκπροσώπηση είναι διχασμένη ανάμεσα στην Παλαιστινιακή Αρχή και τη Χαμάς και οι εγγυήσεις ασφαλείας για Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους εξακολουθούν να αποτελούν ανοιχτό ζήτημα. Αν ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να μετατρέψει το σύνθημα σε εξωτερική πολιτική οφείλει να απαντήσει ποια σύνορα αναγνωρίζει, ποιος θα κυβερνά, ποια θα είναι η θέση της Χαμάς και με ποιον τρόπο η μονομερής αναγνώριση θα οδηγήσει σε βιώσιμη ειρήνη.

Χωρίς απαντήσεις, παραμένει μια ταιριαστή συνέχεια για τον πολιτικό που κάποτε αναρωτήθηκε δημοσίως: «Μας κατηγορούν ότι ανοίξαμε τα σύνορα. Ποια σύνορα; Έχει η θάλασσα σύνορα και δεν το ξέραμε;»

Η θέση της ευρύτερης Αριστεράς απέναντι στο Ισραήλ είναι γνωστή και διατυπώνεται πλέον χωρίς επιφυλάξεις. Ακούγεται στη Βουλή, επαναλαμβάνεται στις πορείες, εκφράζεται με ψηφίσματα, καταλήψεις και οργανωμένους ακτιβισμούς. Είναι γνωστές οι  περιπτώσεις όπου οργανωμένες κομματικές οργανώσεις στρέφονται εναντίον Ισραηλινών πολιτών που επισκέπτονται την Ελλάδα, σαν κάθε τουρίστας που κρατά ισραηλινό διαβατήριο να φέρει προσωπική ευθύνη για τις αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας του. Αυτές οι δήθεν διαμαρτυρίες αναβιώνουν ανατριχιαστικές  ναζιστικές μεθόδους.  

Εδώ η πολιτική διαμαρτυρία παύει να αφορά τον Νετανιάχου. Η ενοχή μεταφέρεται από την κυβέρνηση στο λαό, από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην εθνική ταυτότητα και στη συλλογική καταδίκη. Και η συλλογική ενοχοποίηση των Εβραίων ή των Ισραηλινών δεν εξαγνίζεται επειδή εκφέρεται στο όνομα ενός «δίκαιου αγώνα» του παλαιστινιακού λαού, τον οποίο «δίκαιο αγώνα», στο μεταξύ, διεξάγουν οι σφαγείς της Χαμάς και τα ενεργούμενα του θεοκρατικού Ιράν και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας που χρηματοδοτείται από το Κατάρ και την Τουρκία. 

Η ελληνική Αριστερά διατηρεί μια παλαιά και βαθιά ριζωμένη πεποίθηση: ότι οι δικές της μειοψηφικές θέσεις αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, την αυθεντική βούληση του λαού. Οι εκλογικοί συσχετισμοί, οι κοινωνικές πλειοψηφίες και οι στρατηγικές επιλογές της χώρας αντιμετωπίζονται ως προσωρινά εμπόδια μπροστά σε μια ανώτερη ιδεολογική νομιμότητα. Μπορεί να εκπροσωπεί ένα περιορισμένο τμήμα της κοινωνίας, εξακολουθεί όμως να μιλά σαν να διαθέτει το ηθικό πληρεξούσιο ολόκληρου του έθνους.

Αυτή είναι μια παλαιότερη και πονεμένη ιστορία. Η δήλωση της Κουφονικολάκου θέτει ένα ακόμη σοβαρότερο ζήτημα. Αφορά την εξωτερική πολιτική μιας χώρας η οποία βρίσκεται σε εξαιρετικά ασταθή περιοχή, αντιμετωπίζει καθημερινά αναθεωρητικές απειλές και έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κεφάλαιο σε συγκεκριμένες διεθνείς συμμαχίες.

Η Ελλάδα δεν συζητά τη σχέση της με το Ισραήλ σε ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο. Τη συζητά στην Ανατολική Μεσόγειο, απέναντι σε μια Τουρκία που αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα, διατηρεί το casus belli, προβάλλει τη «Γαλάζια Πατρίδα», εργαλειοποιεί τη μουσουλμανική αλληλεγγύη και επιχειρεί να αναδειχθεί σε ηγεμονική δύναμη του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η συμμαχία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δεν αποτελεί συναισθηματική επιλογή ούτε προσωπική προσκόλληση στον εκάστοτε ισραηλινό πρωθυπουργό. Αποτελεί στρατηγική σύγκλιση κρατών που έχουν κοινά συμφέροντα στην άμυνα, στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στις θαλάσσιες ζώνες και στη συγκράτηση του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο επειδή η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μια θεωρητική ή μακρινή απειλή. Η Τουρκία αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία, διατηρεί το casus belli, διεκδικεί ελληνικά νησιά, αρνείται την επήρεια νησιών στις θαλάσσιες ζώνες και επιχειρεί να μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε χώρο αποκλειστικής τουρκικής επιρροής. Απέναντι σε αυτή την απροκάλυπτη αναθεωρητική στρατηγική, η ελληνική Αριστερά δεν περιορίζεται σε μια γενική δυσπιστία προς την εθνική πολιτική. Καταγγέλλει τους εξοπλισμούς που ενισχύουν την αποτροπή, υπονομεύει τις συμμαχίες που περιορίζουν την τουρκική ισχύ και υιοθετεί, σχεδόν αυτούσιες, τις αιτιάσεις της Άγκυρας για την Κύπρο, το Αιγαίο, το Ισραήλ και την Ανατολική Μεσόγειο.

Το αποτέλεσμα είναι συγκεκριμένο και δεν επιδέχεται εξωραϊσμούς: το ελληνικό εθνικό συμφέρον θυσιάζεται για ακόμη μία φορά στο βωμό μιας ιδεολογίας, ενώ οι πολιτικές επιλογές που παρουσιάζονται ως φιλειρηνικές και διεθνιστικές καταλήγουν να λειτουργούν ως εσωτερικός πολλαπλασιαστής της τουρκικής στρατηγικής.

Όταν η Ελλάδα ενισχύει την άμυνά της, η Αριστερά διαμαρτύρεται. Όταν συγκροτεί συμμαχίες που αναχαιτίζουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό, ζητά τη διάλυσή τους. Όταν η Άγκυρα απειλεί, αναζητά συνήθως την ευθύνη στην Αθήνα. Έτσι η ιδεολογική της καθαρότητα εξασφαλίζεται με το πραγματικό κόστος να μεταφέρεται στην εθνική κυριαρχία της χώρας.

Η Κουφονικολάκου δεν μίλησε για κανένα απ’ αυτά. Δεν εξήγησε τι θα σήμαινε για την ελληνική ασφάλεια μια βαθιά ρήξη με το Ισραήλ. Δεν ανέφερε ποιος θα αντικαθιστούσε την αμυντική, πληροφοριακή και τεχνολογική συνεργασία των δύο κρατών. Δεν είπε με ποιον τρόπο θα προστατεύονταν τα ελληνικά συμφέροντα μετά την αποδόμηση μιας από τις σημαντικότερες περιφερειακές συμμαχίες της χώρας.

Της αρκούσε η βεβαιότητα ότι βρισκόταν στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας». Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται για να επιβεβαιώνει την ηθική αυτοεικόνα ενός κόμματος. Ασκείται για να εξασφαλίζει την επιβίωση, την κυριαρχία και την ασφάλεια ενός κράτους.

Στο μεταξύ ο Αλέξης Τσίπρας, του οποίου η Θεώνη Κουφονικολάκου είναι σήμερα εκπρόσωπος, υπήρξε ένας από τους πρωθυπουργούς που εμβάθυναν αποφασιστικά τη σχέση Ελλάδας και Ισραήλ. Τον Δεκέμβριο του 2016, έχοντας δίπλα του τον ίδιο τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, δήλωνε πεπεισμένος ότι η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ είχε «μεγίστη στρατηγική αξία» για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την ευημερία της Ανατολικής Μεσογείου.

Η συνεργασία που σήμερα περιγράφεται ως «ντροπιαστική» δεν γεννήθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οικοδομήθηκε με τη συμμετοχή και την υπογραφή του Αλέξη Τσίπρα. Η σημερινή ΕΛΑΣ οφείλει επομένως να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ήταν λανθασμένη και επαίσχυντη η στρατηγική που ακολούθησε ο αρχηγός της ως πρωθυπουργός, ήταν μια ακόμα από τις περίφημες αυταπάτες που τόσο μας στοίχησαν ή είναι σήμερα βολική η αποκήρυξή της επειδή το εκλογικό του ακροατήριο απαιτεί υψηλότερες δόσεις αντιισραηλινής ρητορικής;

Και τα δύο μαζί δεν γίνεται να ισχύουν.  

30 Ιουλίου 2026

Με την υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τη διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, συστήνεται Ανώνυμη Εταιρεία με επωνυμία «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.» (ΟΔΑΠ). Η αντιπολίτευση μιλά για «ξεπούλημα στο κεφάλαιο» των μνημείων. Ποια είναι η πραγματικότητα; Το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά 90% στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά 10% στον ΟΔΑΠ, που δεν είναι ιδιωτικός φορέας, αλλά δημόσιος οργανισμός υπό το υπουργείο Πολιτισμού. Ποια είναι τα 9 μεγάλα ψέματα με τα οποία αντιπολιτεύτηκε την κυβέρνηση η, δεξιά κι αριστερή, αντιπολίτευση. 

 

1.

Κατά την κρίση στον Έβρο του 2020, όταν η Τουρκία ωθούσε χιλιάδες μεταναστών στα σύνορα, η Αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση για συστηματική παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ξυλοδαρμούς από την ΕΛΑΣ και το Λιμενικό.

- Η πραγματικότητα; Τον Μάιο του  ίδιου έτους επιβεβαιώθηκε διεθνώς ότι η Ελλάδα αντιμετώπιζε μια υβριδική επίθεση αμφισβήτησης των συνόρων της και έτυχε πλήρους στήριξης από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς με την παρουσία της Frontex στον Έβρο.

2.

Το καλοκαίρι του 2022, στελέχη της αντιπολίτευσης και δημοσιεύματα υποστήριξαν ότι μια ομάδα 38 μεταναστών είχε εγκαταλειφθεί αβοήθητη από τις ελληνικές αρχές σε νησίδα του Έβρου, με αποτέλεσμα να πεθάνει από τσίμπημα σκορπιού ένα 5χρονο κορίτσι, η «μικρή Μαρία».

- Η πραγματικότητα;  Η έρευνα της Ελληνικής Αστυνομίας, οι καταθέσεις των ίδιων των μεταναστών όταν περισυνελέγησαν, αλλά και μεταγενέστερα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ (όπως του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel, το οποίο απέσυρε τα σχετικά άρθρα του) απέδειξαν ότι το περιστατικό με το νεκρό παιδί ήταν σκηνοθετημένο και δεν υπήρξε ποτέ ούτε θάνατος ούτε ταφή.

3.

Κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου για τη δημιουργία της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι μεθοδεύει την ιδιωτικοποίηση του νερού και των εταιρειών ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ.

- Η πραγματικότητα; Λίγο αργότερα, με απόφαση της κυβέρνησης, οι μετοχές της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ μεταβιβάστηκαν εκ νέου απευθείας στο Δημόσιο (από το Υπερταμείο), ενώ η παροχή νερού παρέμεινε υπό αμιγώς δημόσιο έλεγχο, καταρρίπτοντας στην πράξη τα περί ιδιωτικοποίησης.

4.

Με την ψήφιση του εργασιακού νόμου το 2023, κόμματα της αντιπολίτευσης και συνδικαλιστικοί φορείς υποστήριξαν ότι η κυβέρνηση καταργεί το 8ωρο και καθιερώνει υποχρεωτική 13ωρη εργασία την ημέρα για όλους τους εργαζόμενους.

- Η πραγματικότητα; Το 8ωρο και το 5ήμερο/6ήμερο παραμένουν ο κανόνας. Η διάταξη αφορούσε αποκλειστικά τη δυνατότητα παράλληλης απασχόλησης σε δεύτερο εργοδότη (βάσει ευρωπαϊκής οδηγίας), διατηρώντας το ανώτατο όριο ημερήσιας ανάπαυσης σε 11 συνεχόμενες ώρες.

5.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας και εξαιτίας των μέτρων που ελήφθησαν κατά τη διάρκειά της, η αντιπολίτευση προέβλεψε ότι η χώρα θα οδηγηθεί τον επόμενο χειμώνα σε χρεοκοπία και νέα μνημόνια.

- Η πραγματικότητα; Η Ελλάδα τα χρόνια που ακολούθησαν πέτυχε ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η ανεργία υποχώρησε σε μονοψήφια ποσοστά (χαμηλό 15ετίας), τα δημόσια έσοδα αυξήθηκαν και η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα από όλους τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης.

6.

Μετά την τραγωδία των Τεμπών, η αντιπολίτευση υιοθέτησε  την κατηγορία ότι η εμπορική αμαξοστοιχία μετέφερε παράνομα χημικά/εύφλεκτα υλικά (όπως ξυλόλιο, τολουόλιο κ.ά.) που προκάλεσαν την έκρηξη, και ότι η κυβέρνηση προχώρησε σε εσπευσμένο «μπάζωμα» του χώρου για να εξαφανίσει τα στοιχεία και να συγκαλύψει το έγκλημα.

- Η πραγματικότητα; Η δικαστική έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη περιέλαβε πραγματογνωμοσύνες από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και το Γενικό Χημείο του Κράτους, στις οποίες, μετά την ανάλυση δειγμάτων, αποκλείεται η μεταφορά παράνομων υλικών. Και η υπόθεση εκδικάζεται, παρά τη συστηματική προσπάθεια να καθυστερήσει η έναρξη της δίκης.

7.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν κατασκευάστηκαν νέες διαδρομές πρόσβασης στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, η αντιπολίτευση έκανε λόγο για «καταστροφή» και «τσιμέντωμα» του μνημείου με οπλισμένο σκυρόδεμα, κατηγορώντας το υπουργείο Πολιτισμού για αλλοίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς.

- Η πραγματικότητα; Οι εργασίες έγιναν βάσει μελετών εγκεκριμένων ομόφωνα από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) και υπό την επίβλεψη του διακεκριμένου ακαδημαϊκού και αρχιτέκτονα Μανόλη Κορρέ. Το υλικό που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν κοινό τσιμέντο, αλλά ειδικό τεχνητό μείγμα που είναι πλήρως αναστρέψιμο. Η UNESCO και διεθνείς εμπειρογνώμονες που επισκέφθηκαν το μνημείο αξιολόγησαν θετικά τις παρεμβάσεις για την ασφάλεια και την προσβασιμότητα.

8.

Η απόφαση της κυβέρνησης για την απόσπαση και επανατοποθέτηση των σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων στον σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης καταγγέλθηκε από την αντιπολίτευση ως «καταστροφή και τεμαχισμός της ιστορίας» της πόλης. Υποστηρίχθηκε ότι τα αρχαία έπρεπε να μείνουν στη θέση τους και ότι η μέθοδος της κυβέρνησης θα κατέστρεφε τα ευρήματα.

- Η πραγματικότητα; Η μέθοδος της απόσπασης και επανατοποθέτησης εγκρίθηκε από το ΚΑΣ και κρίθηκε απόλυτα νόμιμη και ασφαλής από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) έπειτα από προσφυγές. Τα αρχαία αποσπάστηκαν με συντηρητικές μεθόδους, συντηρήθηκαν και επανατοποθετήθηκαν στο ακέραιο στο σταθμό Βενιζέλου, δημιουργώντας τον μοναδικό στον κόσμο ανοιχτό αρχαιολογικό χώρο εντός μητροπολιτικού σιδηροδρόμου.

9.

Με την υπερψήφιση του νομοσχεδίου για τη διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, συστήνεται Ανώνυμη Εταιρεία με επωνυμία «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.» (ΟΔΑΠ). Η αντιπολίτευση μιλά για «ξεπούλημα στο κεφάλαιο» των μνημείων. 

- Η πραγματικότητα; Το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά 90% στο Ελληνικό Δημόσιο και κατά 10% στον ΟΔΑΠ, που δεν είναι ιδιωτικός φορέας, αλλά δημόσιος οργανισμός υπό το υπουργείο Πολιτισμού.

***

Αν έπειτα από όλα αυτά τα ψέματα, έπειτα από όλες αυτές τις προβλέψεις που αστόχησαν εξακολουθείς να εμπιστεύεσαι αυτή την αντιπολίτευση, τότε μια εξήγηση υπάρχει: έχεις ροπή προς την εθελούσια εξαπάτηση. Δεν πρέπει να κάνεις κάτι γι’ αυτή;

30 Ιουλίου 2026

Μια πρωτοβουλία για τη νέα ελληνική δραματουργία στο πλαίσιο της Εταιρικής Υπευθυνότητας EQUALL

Σήμερα, η νέα γενιά συγγραφέων και καλλιτεχνών διαθέτει ταλέντο, φαντασία και δημιουργική τόλμη. Εκείνο που συχνά της λείπει δεν είναι η έμπνευση, αλλά ο χώρος για να ακουστεί, να δοκιμαστεί και να εξελιχθεί. Η διαδρομή από το χειρόγραφο έως τη σκηνή παραμένει δύσκολη, ιδιαίτερα για όσους κάνουν τα πρώτα τους βήματα. Με αυτή την πεποίθηση, η Τράπεζα Πειραιώς δημιουργεί την «Πράξη Πρώτη», μια νέα πρωτοβουλία στο πλαίσιο της Εταιρικής Υπευθυνότητας EQUALL, αφιερωμένη στη νέα ελληνική δραματουργία και στη νέα γενιά δημιουργών. Ακολουθεί το κείμενο της Τράπεζας Πειραιώς, που εξηγεί το λόγο για τον οποίο προκηρύσσεται αυτός ο διαγωνισμός και τους όρους του.

[…] Πιστεύουμε ότι ο Πολιτισμός δεν διατηρείται μόνο μέσα από τη στήριξη του ήδη καταξιωμένου έργου. Ανανεώνεται όταν δημιουργούνται οι συνθήκες ώστε να γεννηθούν νέες φωνές. Η «Πράξη Πρώτη» δημιουργήθηκε ακριβώς γι' αυτό. Για να προσφέρει σε νέους/νέες συγγραφείς και δημιουργούς την πρώτη ουσιαστική ευκαιρία να μετατρέψουν μια ιδέα σε θεατρικό έργο και ένα θεατρικό έργο σε ζωντανή θεατρική εμπειρία.

Η πρωτοβουλία εντάσσεται στον πυλώνα του Πολιτισμού της Εταιρικής Υπευθυνότητας EQUALL, με την πεποίθηση ότι ο Πολιτισμός δεν αποτελεί μόνο δημόσιο αγαθό, αλλά βασική προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής, δημιουργικής έκφρασης και βιώσιμης ανάπτυξης.

H Τράπεζα Πειραιώς προσκαλεί νέους/νέες συγγραφείς και δημιουργούς να συμμετάσχουν στην «Πράξη Πρώτη», καταθέτοντας πρωτότυπα θεατρικά έργα και καλλιτεχνικές προτάσεις βασισμένα στην εξής θεματική:

«Πόλη του σήμερα

Αυθεντικότητα και αυθορμητισμός, συνύπαρξη και ελευθερία στις σύγχρονες ελληνικές πόλεις. Η ιδιαιτερότητα της πολυδιάστατης δυναμικής της Αθήνας και άλλων ελληνικών πόλεων ως ενός εναλλακτικού τρόπου ζωής και δημιουργικού μοντέλου, απέναντι σε εκδοχές άλλων πόλεων».

Η πρώτη διοργάνωση καλεί τους/τις νέους/νέες δημιουργούς να αφηγηθούν την πόλη όπως τη βιώνουν οι ίδιοι/ίδιες.

Την πόλη ως τόπο συνάντησης, διαφορετικότητας, δημιουργικής συνύπαρξης και ελευθερίας.

Την πόλη ως χώρο καθημερινών ιστοριών, μικρών προσωπικών διαδρομών, συγκρούσεων, ονείρων και νέων τρόπων ζωής.

Την Αθήνα, αλλά και κάθε ελληνική πόλη, όχι ως σκηνικό, αλλά ως ζωντανό οργανισμό που διαμορφώνει τις ζωές των ανθρώπων και εμπνέει νέες αφηγήσεις.

Η «Πράξη Πρώτη» δεν περιορίζεται στην απονομή ενός βραβείου.

Δημιουργεί μια ολοκληρωμένη διαδρομή υποστήριξης της νέας δραματουργίας.

Από τη συγγραφή...στη σκηνοθετική προσέγγιση...και από εκεί στην επαγγελματική θεατρική παραγωγή.

Η δράση αναπτύσσεται σε τρεις διαδοχικές φάσεις.

Φάση Α

Συγγραφή και Βράβευση

Σεπτέμβριος – Νοέμβριος 2026

Νέοι/νέες συγγραφείς έως 30 ετών καλούνται να υποβάλουν πρωτότυπα θεατρικά έργα εμπνευσμένα από τη θεματική της δράσης.

Η υποβολή των έργων θα πραγματοποιηθεί από τις 15 Σεπτεμβρίου 2026 έως τις 15 Νοεμβρίου 2026, σε ειδικά διαμορφωμένη σελίδα της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία θα ανακοινωθεί προσεχώς.

Κάθε θεατρικό έργο θα πρέπει να πληροί τις εξής προδιαγραφές:

• να είναι απολύτως πρωτότυπο,

• να μην έχει δημιουργηθεί με τη χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ),

• να μην έχει παρουσιαστεί δημόσια, εν όλω ή εν μέρει, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό,

• να μην έχει εκδοθεί ή δημοσιευθεί, εν όλω ή εν μέρει,

• να μην έχει υποβληθεί παράλληλα σε άλλο διαγωνισμό ή διαδικασία αξιολόγησης.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκυρη υποβολή συμμετοχής αποτελεί η συμπλήρωση και αποδοχή υπεύθυνης δήλωσης περί πρωτοτυπίας του θεατρικού έργου.

Τα έργα θα αξιολογηθούν από ανεξάρτητη Ειδική Κριτική Επιτροπή, αποτελούμενη από προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους από τον χώρο του Πολιτισμού και του Θεάτρου.

Οι συνεδριάσεις και οι αποφάσεις της Ειδικής Κριτικής Επιτροπής θα πραγματοποιηθούν κατά το διάστημα Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 2026.

Τα τρία καλύτερα έργα θα βραβευθούν με χρηματικά έπαθλα:

• 1ο Βραβείο: 8.000 €

• 2ο Βραβείο: 5.000 €

• 3ο Βραβείο: 2.500 €

Τα τρία βραβευμένα έργα θα ανακοινωθούν τον Δεκέμβριο 2026.

Το έργο που θα διακριθεί με το πρώτο βραβείο, θα αποτελέσει το σημείο εκκίνησης της επόμενης φάσης.

Φάση Β

Σκηνοθετική Ανάπτυξη

Ιανουάριος – Μάρτιος 2027

Νέοι/νέες σκηνοθέτες και καλλιτεχνικές ομάδες έως 32 ετών θα κληθούν να καταθέσουν τις δημιουργικές τους προτάσεις για τη σκηνική παρουσίαση του έργου που απέσπασε το πρώτο βραβείο.

Η πρόταση που θα επιλεγεί από την Ειδική Κριτική Επιτροπή θα χρηματοδοτηθεί από την Τράπεζα Πειραιώς.

Η Τράπεζα Πειραιώς και η Ειδική Κριτική Επιτροπή διατηρούν την αποκλειστική αρμοδιότητα αξιολόγησης των υποψηφιοτήτων και στις δύο Φάσεις (Α και Β) και δεν υποχρεούνται σε αιτιολόγηση των αποφάσεών τους.

Φάση Γ

Η Πρώτη Παράσταση

Καλοκαίρι 2027

Το καλοκαίρι του 2027 η Τράπεζα Πειραιώς θα παρουσιάσει σε επαγγελματική θεατρική σκηνή την πρώτη ολοκληρωμένη παραγωγή του βραβευμένου έργου.

Έτσι, μια νέα θεατρική φωνή θα αποκτήσει τη δυνατότητα να συναντήσει για πρώτη φορά το κοινό της.

Αναλυτικές οδηγίες υποβολής των θεατρικών έργων θα ανακοινωθούν το προσεχές διάστημα μέσω των επίσημων καναλιών επικοινωνίας της Τράπεζας Πειραιώς.

 

«Πράξη Πρώτη» έχει σχεδιασθεί για να αποτελέσει έναν σταθερό θεσμό για τη νέα ελληνική δραματουργία.

Να δημιουργεί κάθε χρόνο νέες ευκαιρίες. Να ενθαρρύνει τη σύγχρονη θεατρική δημιουργία.

Να υποστηρίζει  τους ανθρώπους που θα διαμορφώσουν το πολιτιστικό αποτύπωμα της επόμενης γενιάς.

Γιατί κάθε μεγάλη θεατρική διαδρομή ξεκινά από μια πρώτη πράξη. Και κάθε νέα φωνή αξίζει την πρώτη της ευκαιρία.

30 Ιουλίου 2026

Το μέλλον δεν έρχεται μόνον ελπιδοφόρο αλλά και με εξαιρετικά μεγάλους κινδύνους και προκλήσεις για τα συστήματα υγείας διεθνώς. Η χώρα μας ειδικά, περισσότερο από άλλες, βρίσκεται στο σταυροδρόμι δυο μεγάλων γεωπολιτικών κρίσεων, του πολέμου στην Ουκρανία και της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Απ’ αυτές τις δύο μεγάλες συγκρούσεις, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει λειτουργήσει ως το μεγαλύτερο μοντέλο για να καταλάβουμε πώς θα μοιάζει ο ολοκληρωτικός πόλεμος του άμεσου μέλλοντος. Από τις 22 Φεβρουαρίου 2022 που ξεκίνησε η πλήρης ρωσική εισβολή, οι ουκρανικές  πολιτικές υγειονομικές μονάδες, το προσωπικό τους, οι τραυματιοφορείς, οι στρατιώτες, οι πολίτες και οι διασώστες βρέθηκαν στο στόχαστρο των ρωσικών βομβαρδισμών.

 

Τα στοιχεία του ΠΟΥ είναι ενδεικτικά:

Κατά τα πρώτα 3,5 χρόνια του πολέμου έχουν καταγραφεί 1.540 επιθέσεις σε νοσοκομεία και λοιπές μονάδες υγείας. Ενώ, σύμφωνα με τις ουκρανικές αρχές, από την αρχή του πολέμου έχουν καταστραφεί 219 ιατρικές εγκαταστάσεις σε 55 ιδρύματα (νοσοκομεία, ιδιωτικές κλινικές). Στην πρόσφατη έκθεση (Ιούλιος 2026) με τίτλο «No safe place to Heal», οι Γιατροί χωρίς Σύνορα κάνουν μια αναλυτική καταγραφή των μεγαλύτερων νοσοκομείων που επλήγησαν από την αρχή του πολέμου ώς σήμερα. Την παραθέτουμε επιγραμματικά για να κατανοήσουμε το μέγεθος της σφοδρότητας με την οποία βάλλονται οι μονάδες υγείας στον σύγχρονο πόλεμο:

·      Στις 4 Απριλίου 2022, επλήγη το ογκολογικό και παιδιατρικό νοσοκομείο της πόλης Μικολάιβ.

·      Στις 15 Ιουνίου 2022, βομβαρδίστηκε το νοσοκομείο της πόλης Αποστόλοβε.

·      Στις 8, 11 και 15 Οκτωβρίου 2022, βλήθηκαν εγκαταστάσεις των Γιατρών χωρίς Σύνορα στις πόλεις Χερσόνα, Ντόνετσκ και Ιζιούμ.

·      Στις 26 Μαΐου 2023, ρωσικός πύραυλος έπληξε υγειονομικές εγκαταστάσεις του Δνίπρο.

·      Την 1η Αυγούστου 2023, βομβαρδίστηκε το νοσοκομείο της Χερσόνας από ρωσικό πύραυλο.

·      Στις 5 Οκτωβρίου και στις 13 Νοεμβρίου 2023 σημειώθηκαν επιθέσεις στο νοσοκομείο της πόλης Μπερισλάβ, στην περιοχή της Χερσόνας.

·      Στις 20 Νοεμβρίου 2023, σημειώθηκε επίθεση στο νοσοκομείο στην πόλη Σελιντόβε, περιοχή Ντονέτσκ.

·      Στις 14 Φεβρουαρίου 2024, σημειώθηκαν εκτεταμένες ζημιές σε τμήματα του νοσοκομείου της πόλης Σελιντόβε.

·      Στις 14 Μαρτίου 2024, βλήθηκε το νοσοκομείο της πόλης Τροστιανέτς στην περιοχή Σούμι.

·      Στις 8 Ιουλίου 2024, κατά τη διάρκεια μαζικού ρωσικού βομβαρδισμού στην ουκρανική επικράτεια, επλήγη στο Κίεβο παιδιατρικό νοσοκομείο. 

·      Στις 6 Σεπτεμβρίου 2024, το τελευταίο πολιτικό νοσοκομείο της πόλης Ποκρόβσκ αναγκάστηκε να κλείσει λόγω εκτεταμένων ζημιών.

·      Στις 25 Οκτωβρίου 2024, κατά τη διάρκεια βιαιότατων πολύνεκρων αεροπορικών βομβαρδισμών στην περιοχή του Δνίπρο, επλήγη ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία στην Ουκρανία.

·      Στις 7 Νοεμβρίου 2024, επλήγη το αντικαρκινικό νοσοκομείο της Ζαπορίζια.

·      Την 1η Μαρτίου 2025, ρωσική επίθεση κατέστρεψε μεγάλο μέρος του νοσοκομείου στο Χάρκοβο.

·      Στις 14 Μαρτίου 2025, επίθεση σημειώθηκε στο νοσοκομείο της πόλης Ζολοτσίβ στην περιοχή του Χάρκοβο.

·      Την 1η Ιουλίου 2025, νοσοκομείο υποστηριζόμενο από τους Γιτρούς χωρίς Σύνορα στη Χερσόνα δέχθηκε επίθεση.

·      Την 9η Σεπτεμβρίου 2025, το νοσοκομείο στην πόλη Κοστιαντινίβκα στην περιοχή του Ντονέτσκ αναγκάστηκε να αναστείλει τη λειτουργία του, έπειτα από μήνες βομβαρδισμών.

·      Στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, έπειτα από επαναλαμβανόμενους βομβαρδισμούς, υποχρεώθηκε σε κλείσιμο το νοσοκομείο της κωμόπολης Μεζόβα στην περιφέρεια Ντνιπροπετρόβσκ, αφήνοντας τους κατοίκους της περιοχής αυτής χωρίς καθόλου πρόσβαση σε τριτοβάθμια δομή υγείας.

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι, παρά τις διεθνείς συνθήκες που τα προστατεύουν από βομβαρδισμούς, τα νοσοκομεία στον σύγχρονο πόλεμο αποτελούν πρώτης τάξεως στόχους. Υπάρχουν δύο αιτίες που συμβαίνει αυτό. Βάλλοντας κατά υγειονομικών στόχων, απογυμνώνεις τα αντίπαλα στρατεύματα από το σημαντικότερο στοιχείο της επιμελητείας –μετά την τροφοδοσία– που είναι η υγειονομική κάλυψη. Η δεύτερη αιτία είναι πιο αθέατη και αφορά την ψυχολογική πίεση που ασκείται στον άμαχο πληθυσμό, ο οποίος υποφέρει ήδη από την καθημερινή τρομοκρατία των μαζικών εχθρικών βομβαρδισμών και το άγχος και η ταλαιπωρία κλιμακώνονται όταν αυτός μένει χωρίς υγειονομική περίθαλψη λόγω της απώλειας του κοντινού νοσοκομείου του.

Οι περισσότερες από τις επιθέσεις που περιγράφηκαν έγιναν από drone. Αυτό το νέο όπλο ήρθε για να αλλάξει την μορφή του πολέμου μια για πάντα. Φθηνό, αναλώσιμο, ακριβές στις βολές του, κάνει δυνατές τις μαζικές επιθέσεις και είναι αποτελεσματικά καταστρεπτικό όταν εκρήγνυται. Οι χωρίς υψηλό κόστος τεχνικές δυνατότητες των drone κατέστησαν δυνατή την εφαρμογή της απάνθρωπα τρομοκρατικής πρακτικής του «διπλού χτυπήματος». Σύμφωνα με αυτή την πρακτική, την πρώτη επίθεση με drone κατά των πολιτικών στόχων ακολουθεί μια δεύτερη η οποία αποσκοπεί όχι να πλήξει αθώους πολίτες αλλά κυρίως τα διασωστικά συνεργεία, τους διασώστες, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που επιχειρούν στο σημείο. Προκαλώντας δυνητική εξασθένηση στην ιατρική και διασωστική επιμελητεία του αμυνόμενου. Επιπλέον, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες, χάρη στην υψηλή ακρίβεια των drone, στόχος των επιθέσεων ήσαν τα ασθενοφόρα.

 

 

Τα ανοχύρωτα νοσοκομεία στους πολέμους

Το 2022 και το 2023, στα ουκρανικά νοσοκομεία που υποστηρίζονταν από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα, θα παρατηρούσαμε πολεμικά τραύματα που προέρχονται από πυροβόλα όπλα. Σήμερα, τα περισσότερα πολεμικά τραύματα προέρχονται από drone. Τα τραύματα αυτά δεν διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνα που προκαλούνται από άλλα εκρηκτικά όπλα, η διαφορά είναι ότι τα drone μπορούν να πλήξουν στόχους με μεγάλη ακρίβεια σε μεγάλες αποστάσεις και συχνά χωρίς προειδοποίηση. Γενικά δεν υπάρχει ένα μοναδικό «πρότυπο τραυματισμού» για όλα τα είδη των πολεμικών drone, καθώς χρησιμοποιούνται διαφορετικοί τύποι πυρομαχικών και σε διαφορετικές συνθήκες κάθε φορά. Όμως η ουκρανική εμπειρία μάς δίνει εικόνες τόσο των τραυμάτων και της αντιμετώπισής τους, αλλά και της συμπεριφοράς των βαλλομένων  που μπορεί να χειροτερεύσει τον μηχανισμό κάκωσης. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι ενστικτωδώς σηκώνουν τα χέρια τους για να προστατεύσουν το κεφάλι τους, πράγμα που οδηγεί σε σοβαρά τραύματα στα άνω άκρα. Επιπλέον, τα θραύσματα από τον εκρηκτικό μηχανισμό προκαλούν πολλαπλούς μικρούς τραυματισμούς σε όλο το σώμα, διεισδύοντας προς διαφορετικές κατευθύνσεις, δημιουργώντας έτσι βαθιά και ακανόνιστα τραύματα. Γεγονός που οδηγεί σε υψηλό κίνδυνο θανατηφόρας σήψης λόγω του δύσκολου καθαρισμού των τραυμάτων. Παρακάτω, από έκθεση των Γιατρών χωρίς Σύνορα, περιγράφεται μια τυπική κλινική εικόνα ασθενούς που έχει επιβιώσει από επίθεση drone:

Νεαρός ασθενής με ακρωτηριασμένο το δεξιό του κάτω άκρο, με ανοιχτό κάταγμα στο δεξιό βραχιόνιο, πολλά μικρά θραύσματα στον αριστερό άνω άκρο και πολλαπλά τραύματα στο θώρακα, την κοιλιά και το κεφάλι.

Από τραυματιολογικής πλευράς, οι κακώσεις που προκαλούνται αντιμετωπίζονται με τις ίδιες αρχές που εφαρμόζονταν και για τα υπόλοιπα τραύματα από εκρήξεις: έλεγχος της αιμορραγίας, διασφάλιση αεραγωγών και αναπνοής, ταχεία μεταφορά σε κατάλληλη νοσοκομειακή μονάδα και αντιμετώπιση των τραυμάτων ανάλογα με τη βαρύτητά τους.

Αυτό είναι το μέλλον του πολέμου! Μαζικά, φθηνά και αποτελεσματικότατα στους θανατηφόρους σκοπούς τους όπλα. Ποια μπορεί να είναι η άμυνα ενός συστήματος υγείας απέναντι στα drone; Πώς θα μπορούν να προστατεύονται οι υγειονομικές εγκαταστάσεις για να συνεχιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της; Πάλι καταφεύγουμε στην ουκρανική εμπειρία όπου τα νοσοκομεία, οι πρωτοβάθμιες μονάδες καθώς και τα ασθενοφόρα εξοπλίζονται με αντι-drone συστήματα τα οποία εντοπίζουν, προειδοποιούν και κάνουν χρήση ηλεκτρονικών παρεμβολών που διακόπτουν το σήμα επικοινωνίας και το GPS του drone για να το αποπροσανατολίσουν.

Η Ελλάδα έχει παραγάγει ένα αξιόλογο αντι-drone σύστημα, τον Κένταυρο, που έχει εφαρμοστεί με επιτυχία. Το ιδανικό θα ήταν να υπάρξει σχεδιασμός για τον δυνητικό εξοπλισμό του ΕΣΥ με το εν λόγω σύστημα.

28 Ιουλίου 2026
Σελίδα 1 από 226