Όσα ειπώθηκαν στη συζήτηση του ποιητή με τον Ηλία Κανέλλη στο Ωδείο Αθηνών
«Η ζωή είναι στο παρόν. Και το μέλλον χρειάζεται ένα δραστήριο παρόν. Δεν έχει καμία αξία να προσπαθεί κανείς να προβλέψει το μέλλον. Δεν έχει καμία αξία η αφηρημένη προσδοκία ενός προκαθορισμένου μέλλοντος που πιστεύεις ότι θα έρθει μόνο και μόνο επειδή εσύ το προέβλεψες».
Λόγια του ποιητή Τίτου Πατρίκιου, από τη δημόσια συνέντευξη που παραχώρησε στον Ηλία Κανέλλη την 1η Οκτωβρίου 2026, στο πλαίσιο του δεύτερου κύκλου των εκδηλώσεων/συζητήσεων «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα. Συζητήσεις στο Ωδείο Αθηνών».
Η εκδήλωση ήταν η πρώτη της φετινής σεζόν, με μεγάλη προσέλευση κοινού, μέρος του οποίου παρακολούθησε όρθιο από το διάδρομο τον ποιητή να περιγράφει επεισόδια της περιπετειώδους ζωής του, σκιαγραφώντας τον εαυτό του, τις ιδέες του και την ποιητική του. Ο Τίτος Πατρίκιος περιέγραψε τα παιδικά του χρόνια, τη μύησή του στους ποιητικούς τρόπους και τις βασικές επιρροές του, τη σκληρή εμπειρία της Κατοχής και τις πρώτες αντιστασιακές δράσεις του, την ανάμνηση της συνάντησής του με τον Παλαμά και την ποιητική συγκίνηση που του μετέδωσε ο Άγγελος Σικελιανός στην κηδεία του ποιητή. Μίλησε ακόμα για τη στράτευσή του στην κομμουνιστική Αριστερά ως συνέχεια της ένταξής του στο ΕΑΜ Νέων και κατόπιν στην ΕΠΟΝ, κι αργότερα τις διώξεις και τις εξορίες στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη – σε μια δύσκολη συνθήκη, που κατάφερε να μη λυγίσει και να μην υπογράψει δήλωση, όπως έκανε η μεγάλη πλειονότητα όσων πήγαιναν εκεί. Αναφέρθηκε στην περιπέτεια της Επιθεώρησης Τέχνης, του ιστορικού περιοδικού ιδεών της Αριστεράς που το έκλεισε η χούντα, μίλησε για τη φυγή του στο Παρίσι και τη ζωή του εκεί τα χρόνια της χούντας και για τη γνωριμία του με τη μετέπειτα σύζυγό του, τη Ρένα Σταυρίδη. Αλλά και για τα μεταπολιτευτικά χρόνια στην Ελλάδα, το ΚΚΕ εσωτερικού, την αποστασιοποίηση από την πολιτική ένταξη.
Ανάμεσα στις ιστορίες που αφηγήθηκε, ο Τίτος Πατρίκιος εξομολογήθηκε και δύο σοβαρά περιστατικά της ζωής του. Το πρώτο, η παρ’ ολίγον εκτέλεσή του από παρακρατικούς λίγο πριν την Απελευθέρωση, από την οποία σώθηκε την τελευταία στιγμή. Στην ερώτηση, τι σκεπτόταν το δραματικό πεντάλεπτο όπου αποφασιζόταν η τύχη του, απάντησε: τον Ντοστογιέφσκι: ταυτιζόταν με τον μεγάλο συγγραφέα, ο οποίος επίσης είχε γλιτώσει την εκτέλεση την τελευταία στιγμή, όπως αναφέρει στο μυθιστόρημά του Ο ηλίθιος. Το δεύτερο περιστατικό ήταν στον Άη Στράτη, όταν καθοδηγητές κομμουνιστές απέσυραν και στη συνέχεια έκαψαν βιβλία του Ντοστογιέφσκι που βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη του στρατοπέδου, επειδή ο συγγραφέας είχε πέσει σε δυσμένεια στη Σοβιετική Ένωση. «Είδα να καίνε βιβλία και οι δικοί μας, και όχι μόνο οι χιτλερικοί», είπε ο Τίτος Πατρίκιος με πικρό χαμόγελο.
Ήταν μια βραδιά γεμάτη αναμνήσεις, ιδεολογικές αναφορές, επίκληση προσωπικοτήτων από τις πολλές που ο ποιητής συνάντησε στη διαδρομή του, χιούμορ και, βέβαια, ποίηση – αφού ο Τίτος Πατρίκιος απήγγειλε από στήθους ξένους και δικούς του στίχους.
Ο Τίτος Πατρίκιος, σε ένα ακροατήριο παλιών και πολλών νεότερων που τον άκουγαν επί μιάμιση ώρα σιωπηλοί διακόπτοντας μόνο για να τον χειροκροτήσουν, ξεχώρισε επειδή επέδειξε ταυτόχρονα με την ποιητική ευαισθησία του και τη δεξιοτεχνική της λιτότητα την ηθική συγκρότηση ενός μεγάλο ποιητή. Αναφερόμενος στο περιστατικό της παρ’ ολίγον εκτέλεσής του στην Κατοχή, αυτός που θυμήθηκε πρόσωπα και πράγματα για όλες τις πτυχές του βίου του που αφηγήθηκε, δήλωσε ότι δεν θυμόταν ποιος ήταν ο άνθρωπος που το κατέδωσε. Και πρόσθεσε: «Χαίρομαι που δεν θυμάμαι το όνομα του συμμαθητή μου στο Βαρβάκειο που έμενε στην ίδια πολυκατοικία με μένα και με κατέδωσε. Έτσι δεν έχω να μισήσω κάποιον άνθρωπο».
Το πλήρες κείμενο της συνομιλίας του Τίτου Πατρίκιου με τον Ηλία Κανέλλη θα δημοσιευτεί στο επόμενο τεύχος του Βοοks’ Journal.