Σύνδεση συνδρομητών

Γιώργου Σεφέρη «Τα αφιερωμένα»: Γ. Π. Σαββίδης, Rex Warner

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2021 06:14
O Γ.Π. Σαββίδης, η Μαρώ Σεφέρη και ο Γιώργος Κατσίμπαλης, στο Αιγαίο, το καλοκαίρι του 1955, εν πλω από Πάτμο προς Λέρο. Τη φωτογραφία έχει τραβήξει ο Γιώργος Σεφέρης.
Γιώργος Σεφέρης / Γεννάδειος Βιβλιοθήκη
O Γ.Π. Σαββίδης, η Μαρώ Σεφέρη και ο Γιώργος Κατσίμπαλης, στο Αιγαίο, το καλοκαίρι του 1955, εν πλω από Πάτμο προς Λέρο. Τη φωτογραφία έχει τραβήξει ο Γιώργος Σεφέρης.

Δυο στενοί φίλοι του Σεφέρη, ο έλληνας φιλόλογος Γ.Π. Σαββίδης και ο άγγλος συγγραφέας και μεταφραστής Ρεξ Γουόρνερ, μοιράστηκαν πολλές εμπειρίες τους με τον ποιητή, ο οποίος έγραψε και αφιέρωσε και στους δυο στίχους του. Στον Σαββίδη, μια παιγνιώδη σύνθεση που έμοιαζε με κρητικές μαντινάδες που χαράχτηκαν σε μαχαίρια. Στον Γουόρνερ ένα ποίημα για τη φιλία τους, που την παραλληλίζει με το «τιτίβισμα των φιλέταιρων σπουργιτιών». [ΤΒJ]

Στις 4 Μαΐου 1960, ο Γιώργος Σαββίδης (ή ο Γ. Π. Σαββίδης, για να τον πω πιο επίσημα) γράφει στον Γιώργο Σεφέρη:

Χωρίς την άδειά σας ή του Warner έδωσα σ’ ένα μικρό αμερικάνικο περιοδικό που κάνει μια ανθολογία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης το «Αγιάναπα α΄».  Ελπίζω να μην έκανα κατάχρηση εμπιστοσύνης.[1]

Νομίζω πως δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να ξεκινήσω τη φετινή μου εισήγηση στο Συμπόσιο, από το απόσπασμα αυτής της επιστολής που συνδυάζει από μόνη της  τον Σεφέρη, τον τόπο που μας φιλοξενεί και τους δυο φίλους του, τον Γιώργο Σαββίδη και τον Ρεξ Γουόρνερ (Rex Warner),  στους οποίους αφιερώνει ποιήματα και με τους οποίους επέλεξα να συνεχίσω τη μελέτη που άρχισα το 2017, με την ευκαιρία του Γ΄ Συμποσίου Σεφέρη, για τα «αφιερωμένα ποιήματα» του Γιώργου Σεφέρη.

Τα αφιερωμένα  στη Λένα και τον Γιώργο Σαββίδη και στον Rex Warner  ποιήματα είναι ενταγμένα στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, το οποίο εκδόθηκε, όπως γνωρίζουμε, μετά τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη, με φιλολογική επιμέλεια του Γ.Π. Σαββίδη.

 

Στην αρχή ήταν η τζαζ

Η γνωριμία του Γιώργου Σεφέρη με τον Γιώργο Σαββίδη γίνεται την προτελευταία μέρα του 1947 και η αφορμή, όπως φαίνεται και στο πρώτο γράμμα που στέλνει στον Σεφέρη ο νεαρός φοιτητής της φιλολογίας, με ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1947, δεν είναι η λογοτεχνία, αλλά η τζαζ.  

Αξιότιμε Κύριε,

Από το «Colossus of Maroussi» έμαθα με χαρά ότι είσαστε από τους παλαιότερους Έλληνες φίλους της jazz.

Παίρνω λοιπόν το θάρρος να Σας στείλω το πρώτο φύλλο του «Δελτίου της Ρυθμικής Λέσχης», ξέροντας πως θα το δήτε μ’ επιείκεια, κ’ ίσως μ’ ευχαρίστηση.

Η επιστολή συνεχίζει με τις δυσκολίες, οικονομικές και εκδοτικές που αντιμετωπίζει η εκδοτική ομάδα του Δελτίου για να κλείσει ως εξής:

Τελειώνοντας Σας παρακαλώ να δεχτήτε τις καλλίτερες ευχές μου για τον καινούριο χρόνο που όλοι μας ελπίζομε πως θα δείξει κάποια λύπη στην τυφλή τραγωδία της πατρίδας μας.

                                Με εξαιρετική τιμή

                                  γ. π. Σαββίδης

Γιώργος Π. Σαββίδης

Φοιτητής Φιλολογίας

Λεωφ. Αλεξάνδρας 1

      Αθήνα[2]

Η επιστολική αυτή γνωριμία θα εξελιχθεί τα επόμενα σχεδόν 24 χρόνια σε μια στενή φιλία, όχι ακύμαντη –πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού μιλάμε για σχέσεις ανθρώπων;– αλλά βαθιά και ουσιαστική, που δεν έχει κατά τη γνώμη μου ανάγκη άλλης συνηγορίας από το έργο το οποίο άφησε ο Σαββίδης ως ο σημαντικότερος επιμελητής και ως ένας από τους εγκυρότερους μελετητές του σεφερικού έργου.

Η πνευματική σχέση του Σεφέρη με τον Σαββίδη δεν περιορίζεται στον χώρο της λογοτεχνίας. Τους ενώνει και το γεγονός ότι μοιράζονται την αγάπη για όλες τις μορφές της τέχνης. Τη μουσική, τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο. Ο Σαββίδης, ο οποίος από τις αρχές του 1948 συνεχίζει τις φιλολογικές του σπουδές στο King’s College του Cambridge, όσο είναι ακόμα εκεί και πριν πάει ο Σεφέρης στο Λονδίνο το 1951 και συνυπάρξουν στην Αγγλία για ένα διάστημα, καθοριστικό για τη σχέση τους, του αποστέλλει βιβλία και τον ενημερώνει για τη λογοτεχνική και καλλιτεχνική κίνηση που παρακολουθεί ακαταπόνητα.         

Στη σχέση αυτή θα ενταχθεί σταδιακά και η Λένα Λαμπράκη, η μετέπειτα σύζυγος του Σαββίδη, Λένα Σαββίδη, για να γίνουν μαζί οι Σαββίδη, οι Σαββίδηδες ή τα Σαββιδάκια της σεφερικής αλληλογραφίας και των ημερολογίων.

Στον Φάκελο 41, υποφάκελο 3, που υπάρχει κατατεθειμένος στο Αρχείο Σεφέρη στη Γεννάδειο, στα 88 γράμματα που στέλνει ο Σαββίδης στον Σεφέρη από το 1947 ώς το 1966, αλλά  και στα 13 της Λένας Σαββίδη, είναι καταγεγραμμένη όλη η πορεία αυτής της σχέσης, αλλά ταυτόχρονα και η ζωή του Σαββίδη. Οι σπουδές στο King’s College του Cambridge, οι γνωριμίες, η Λένα Λαμπράκη, ο γάμος, η επιστροφή στην Αθήνα, η στρατιωτική  θητεία, τα παιδιά,  οι επαγγελματικές ανησυχίες.

Όταν οι Σαββίδηδες ζουν πια στην Αθήνα και ο Σεφέρης υπηρετεί είτε στη Βηρυτό, είτε ξανά στο Λονδίνο, η σχέση συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο. Όταν συναντιούνται, οι επαφές είναι πυκνές, πηγαίνουν εκδρομές, τρώνε παρέα, πάνε σε παραστάσεις, συζητούν, συνταξιδεύουν

Στις 9 Ιουνίου 1960 ο Σεφέρης αναγορεύεται επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Cambridge. Τα Σαββιδάκια είναι μαζί τους, έχοντας φτάσει στο Λονδίνο την προηγουμένη.

Την Τετάρτη, 8 Ιουνίου, γράφει ο Σεφέρης στο ημερολόγιό του:

Απροσδόκητα στις 9 το πρωί: τα Σαββιδάκια. Τα εγκαταστήσαμε πάνω.

Φύγαμε για Cambridge 11.45΄. Φάγαμε sandwitch στο δρόμο. Κατά τις 2.30΄ στο King’s – (Μαρώ ξέχασε βραδινό φουστάνι της, έτσι δε βάλαμε smoking στο γεύμα – όπου Morgan Foster με τόση καρδιά και φιλία).[3]

Μπορεί η διαφορά της  ηλικίας και ο σεβασμός να διατηρούν μέχρι τέλους τον πληθυντικό στην επαφή μεταξύ τους, όπως διαπιστώνουμε στις επιστολές Σαββίδη, είναι ωστόσο βέβαιο ότι η σχέση είναι πια σχεδόν ή και ολωσδιόλου οικογενειακή. Και μόνο το ύφος των επιστολών, όπως διαφοροποιείται με τα χρόνια, ή ακόμα οι προσαγορεύσεις στις επιστολές που αποστέλλει ο Σαββίδης στα 24 σχεδόν χρόνια γνωριμίας και φιλίας, δείχνουν τον βαθμό της οικειότητας που αναπτύχθηκε μεταξύ τους. Από το «Αγαπητέ κ. Σεφεριάδη», των πρώτων ετών, πάμε στην απουσία προσαγορεύσεων που είναι μάλλον ο κανόνας, ή σ’ ένα παιγνιώδες «Εξοχώτατε» ή «Cher maître» ή  «Caro Maestro».

Το καλοκαίρι του 1961 ο Γιώργος Σεφέρης και η Μαρώ έρχονται στην Ελλάδα για διακοπές και επισκέπτονται για δεκαπέντε μέρες την Αμοργό, από τις 21 Αυγούστου ώς τις 6 Σεπτεμβρίου, όπως συνάγεται από τις σχετικές εγγραφές στις Μέρες Η΄.[4] Ο Σεφέρης συναναστρέφεται τους απλούς ανθρώπους του νησιού, όπως του αρέσει, πηγαίνει εκδρομές, κάνει μπάνια και απολαμβάνει την ησυχία και την απομόνωση που του προσφέρει το νησί. Εκεί γράφει και το ποίημα που αφιερώνει στον Γιώργο και τη Λένα «Έξι ρίμες για δώδεκα μαχαίρια»:

Έξι ρίμες για δώδεκα μαχαίρια

                                 Στη Λένα και τον Γιώργο Σαββίδη

α΄

Πάνω σε κάμα δίκοπη θα γράψω τ΄ όνομά σου

να την καρφώσω στην καρδιά με την κορμοστασιά σου

β΄

Μην τα πετάς τα λόγια σου σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι

μου ΄καμες πέτρα την καρδιά κι η κάμα σου στομώνει

γ’

Χώρισα το ροδάκινο με τούτο το μαχαίρι

πώς μ’ άνοιξες τον κόρφο σου στον ήλιο μεσημέρι.

δ΄

Κοπέλα μαυρομαντηλού, μην παίζεις με τα ψάρια

μπορεί μαχαίρια να γενούν και σφάζουν παλικάρια.

 

ε΄

Λεπίδι που με χτύπησες, ήσουν το νέο φεγγάρι

στη γέμισή του κόκκινο στη χάση του κουφάρι.

στ΄

Το δαφνόφυλλο άστραψε σαν αναμμένο βάτο,

ο εχτρός το καταράστηκε κι ο φίλος ευλογά το.

                                                   Αμοργός, 4. 9 1961

Η πρώτη δημοσίευση του ποιήματος γίνεται στο αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη στο τεύχος 499 του περιοδικού Ταχυδρόμος με ημερομηνία 2 Νοεμβρίου 1963. με αφορμή, βέβαια, το Νόμπελ. Το ποίημα δημοσιεύεται στη χειρόγραφή του μορφή  που δεν είναι η μόνη υπάρχουσα,  με την αφιέρωση, «Στον Κύριο και στην Κυρία Γ. Σαββίδη ανθ’ ου προσέφερον» και με ΥΓ. δύο παραλλαγές για το 4ο και το 5ο δίστιχο.

Η σημείωση που συνοδεύει το ποίημα λέει ότι «οι ρίμες αυτές γράφτηκαν για παιχνίδι τον Σεπτέμβριο 1961, στην Αμοργό, κατά παραγγελία ενός φίλου του Σεφέρη, ο οποίος του ζήτησε μερικά στιχάκια ανάλογα με κείνα που χαράζονται στις κόψεις των νησιώτικων μαχαιριών. Η χάραξη έγινε από τον φημισμένο τεχνίτη της Σκοπέλου κ. Ι. Λεμονή, 120 μαυρομάνικα μαχαίρια – 20 για κάθε ρίμα – αριθμημένα».  Το κείμενο που έχει αποκάτω τη δίκλωνη γοργόνα, είναι ανυπόγραφο, είναι όμως νομίζω καθαρό ότι ο συγγραφέας του είναι ο Σαββίδης και ότι ο ίδιος είναι και ο φίλος, κατά παραγγελία του οποίου, γράφτηκαν οι ρίμες.

Η επιβεβαίωση έρχεται αρκετά αργότερα. με την έντυπη δημοσίευση του ποιήματος στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης Τραμ, τον Οκτώβριο του 1971, με αφορμή, προφανώς, τον θάνατο του Σεφέρη, τον Σεπτέμβρη εκείνης της χρονιάς. Το ποίημα δημοσιεύεται χωρίς την αφιέρωση, και το ενυπόγραφο υπόμνημα του Γ.Π. Σαββίδη προσθέτει τις ακόλουθες πληροφορίες:

[…] ξεκινώντας από τις απωανατολίζουσες «Εκατό φράσεις για βεντάλιες» του Κλωντέλ, του είχα προτείνει να φτιάξει δίστιχα ανάλογα με εκείνα που χαράζονται στις λεπίδες των μαχαιριών στην Κρήτη, στην Σκόπελο και αλλού. Η χάραξή τους έγινε από τον Σκοπελίτη μαχαιρά Ι. Λεμονή, σε 120 μαυρομάνικα μαχαίρια (20 για κάθε ρίμα) αριθμημένα οι αριθμοί 1-10 κάθε ρίμας δεν βγήκαν στο εμπόριο, ενώ οι 11-20 διατέθηκαν αποκλειστικά από φιλικό κατάστημα της  Θεσσαλονίκης. Αυτή, από όσο ξέρω, ήταν η πρώτη και μόνη «έκδοσή» τους – που, λογικά, υποχρεώνει τον βιβλιογράφο του ποιητή να γίνει και «μαχαιρογράφος»![5]

Γιατί στη Σκόπελο; Γιατί οι Σαββίδηδες τη γνωρίζουν καλά, καθώς εκεί έχει σπίτι η νύφη του Γιώργου Σαββίδη, Γιάννα Σαββίδη, με καταγωγή από τον Βόλο. Ο Γιάννης Λεμονής, ο φημισμένος μαχαιράς της Σκοπέλου, όπως μου είπε η κόρη του, κ. Λίλη Λεμονή, μέχρι το 1986 που πέθανε, έφτιαχνε και σκάλιζε τα περίφημα μαχαίρια του για  71 χρόνια στο ίδιο εργαστήριο. Από 12 ετών.

Δεν ξέρω ποιοι είναι οι τυχεροί που απέκτησαν αυτά τα υπέροχα, σκαλισμένα με ρίμες  μαχαίρια,  εγώ τουλάχιστον τα είδα και τα έπιασα στα χέρια μου, επειδή ο Μανόλης Σαββίδης, ο οποίος μου πρόσφερε με απέραντη γενναιοδωρία κάθε δυνατή βοήθεια σ’ αυτή την έρευνα, είχε την καλοσύνη να τα θέσει στη διάθεσή μου για να τα δω, μαζί με άλλο πολύτιμο αρχειακό υλικό. 

 

Πατρική σχέση

Ο Σεφέρης με τη Μαρώ επιστρέφουν οριστικά στην Αθήνα από το Λονδίνο οδικώς, τον Αύγουστο του 1962. Στις 23 του μήνα ο Σαββίδης πάει να τους συναντήσει στη Μασσαλία. «Μεγάλη χειρονομία», σημειώνει ο Σεφέρης.[6]

Στις 25 Οκτωβρίου του 1963 αναγγέλλεται η απονομή του βραβείου Νόμπελ. Οι Σαββίδηδες, όπως είναι φυσικό, είναι εκεί, μαζί τους, και μοιράζονται τα πάντα. Αυτοί, όπως είναι γνωστό, θα τους συνοδεύσουν και στη Στοκχόλμη, όπου γίνεται στις 10 Δεκεμβρίου η απονομή του βραβείου. Τα γεγονότα είναι γνωστά, εκείνο που δεν είναι, ίσως, γνωστό είναι ότι αυτή η  μεγάλη διεθνής αναγνώριση, με ό,τι αυτή συνεπάγεται, οδηγεί τον Γιώργο Σαββίδη σε κάποιου είδους «απομάκρυνση», η οποία δεν περνά απαρατήρητη από τον Σεφέρη. Ο Σαββίδης απαντά στις αιτιάσεις του Σεφέρη με μια πολύ σημαντική, κατά τη γνώμη μου επιστολή με ημερομηνία  28/29 Νοεμβρίου 1965, λέγοντας, ανάμεσα σε άλλα και τα εξής:[7]

Έως σήμερα το μεσημέρι ποτέ δε μου δώσατε ούτε στιγμή να νοιώσω πως είχατε το αίσθημα ότι, μετά τη Στοκχόλμη, η συμπεριφορά μου απέναντί σας έγινε χλιαρότερη […] φτάνω στο συμπέρασμα πως θα φταίει η τοτινή μου απόφαση να πάρω εξωτερικά μιαν απόσταση αντικρύ σας, για να μη δώσω την εντύπωση ότι καρπώνομαι και τη δόξα σας […].

Φαίνεται λοιπόν πως πραγματοποίησα εκείνη την απόφαση τόσο αδέξια, ώστε δεν κατάφερα η απόσταση αυτή να μην επηρεάσει και την ιδιωτική συμπεριφορά μου. Ανίσως αυτό να είναι ένα αναπόφευκτο στάδιο των σχέσεων γιου προς πατέρα – και τούτο με αξιώσατε να είναι η σχέση. […]

Είναι αλήθεια πως ο Σεφέρης είναι για μένα ένας τρόπος ζωής: ο καλύτερος που γνωρίζω (ή, από τους καλύτερους που γνωρίζω εκείνος που νομίζω πως μου πάει καλύτερα)⸱ δεν είναι όμως ούτε τρόπος βιοπορισμού, ούτε μονάχα μέσο κοινωνικής προβολής και επιβολής μου. […]

Ο Γ.Π. Σαββίδης απέδειξε ότι εννοούσε όσα έλεγε. Όπως με στοιχεία καταδεικνύει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στην ανακοίνωση που έκανε στην Ημερίδα Γιώργος Σεφέρης-Γιώργος Σαββίδης μια εικοσάχρονη φιλία, τον Φεβρουάριο του 2001, η ενασχόληση του Σαββίδη με το έργο του Σεφέρη, παράλληλα με το έργο του Καβάφη, ήταν συνεχής και αδιάκοπη, «στη δεκαετία», μάλιστα, «του 1970 η ζυγαριά γέρνει προς το μέρος του Σεφέρη».[8]

Εις επίρρωσιν όλων αυτών και τα παρακάτω λόγια που λέει  ο Γιώργος Σαββίδης για τον Σεφέρη, το 1979, στα 50 του χρόνια, σε επιστολή προς τον γιο του Μανόλη Σαββίδη που βρίσκεται την εποχή εκείνη στην Αμερική:

[…] ο άνθρωπος αυτός σε μεγάλο βαθμό υποκατέστησε από το 1951 ώς το 1971 τον πατέρα-μου: τον διάλεξα και με διάλεξε, και θα είμαι τυχερός αν εσύ, στα 50-σου, κάνεις εξίσου θετικό απολογισμό για τον πατέρα-σου.

Τώρα ξέρω […] πως είναι ο πιο σημαντικός (όχι «ένδοξος») άνθρωπος που αξιώθηκα να γνωρίσω.

Η πολυσήμαντη προσφορά του Γ.Π. Σαββίδη στη γνωστοποίηση και την πρόσληψη του σεφερικού έργου είναι γνωστή. Ως προς τον Σεφέρη όμως και την Κύπρο ειδικά, παρ’ όλο που και εδώ η συνεισφορά του Γιώργου Σαββίδη είναι εν πολλοίς γνωστή, θα ήθελα να επισημάνω τρεις σταθμούς που την  κάνουν, κατά τη γνώμη μου, ανεκτίμητη. Πρώτον, η ουσιαστική συνδρομή του στην πορεία της έκδοσης και της διάθεσης της συλλογής Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν. Δεύτερον, η γνωστή πολυσέλιδη μελέτη του Σαββίδη με τα σχόλια για τα κυπριακά ποιήματα, με τίτλο «Μια περιδιάβαση», στον  τόμο που κυκλοφόρησε το 1962 για τα τριάντα χρόνια της Στροφής που, όπως λέει και ο Ρόντρικ Μπήτον, δικαίωσε τη συλλογή[9]. Και τρίτον, η καθοριστική συμβολή του στην επιλογή των ποιημάτων και η βοήθεια που προσέφερε, με προτροπή Σεφέρη, στον Rex Warner, στη διάρκεια που εκείνος μεταφράζει τα ποιήματα που θα περιληφθούν στην έκδοση του τόμου με ποιήματα του Σεφέρη στα αγγλικά. Το τυπογραφικό δοκίμιο των ποιημάτων, σταλμένο από το Λονδίνο με την ένδειξη «Uncorrected proof copy», που βρίσκεται στο Αρχείο Σαββίδη με τις δικές του διορθώσεις, καθώς και οι διορθώσεις, οι πραγματολογικές πληροφορίες και οι υφολογικές παρατηρήσεις που υπάρχουν στο Αρχείο Σεφέρη στη Γεννάδειο, είναι αδιάψευστοι μάρτυρες.

Τα ποιήματα του Σεφέρη, σε μετάφραση Rex Warner, εκδόθηκαν στο Λονδίνο το 1960, με τον τίτλο George Seferis / Poems. Η δουλειά του Σαββίδη, μεγάλη δουλειά, ήταν μια ουσιαστική συμβολή στην έκδοση αυτή και κατά συνέπεια στην επαφή του αγγλόφωνου κοινού με τα ποιήματα του τόμου,  ανάμεσα στα οποία  η «Αγιάναπα Α΄», η «Σαλαμίνα της Κύπρος», η «Ελένη», η «Έγκωμη» και άλλα, είτε με την έντυπή τους μορφή είτε και με τις δημόσιες αναγνώσεις.  Σε μια εποχή μάλιστα, ως προς την Κύπρο, από τις πιο κρίσιμες της σύγχρονης ιστορίας της, στην οποία ο ρόλος της Βρετανίας ήταν απόλυτα καθοριστικός.

Βέβαια, «κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα»,[10] όπως μας λέει ο Τίτος Πατρίκιος, ούτε μπορούν οι στίχοι να αλλάξουν την κοινή γνώμη, συμπληρώνω. Ωστόσο, όπως και πάλι μας λέει ο Τίτος Πατρίκιος, «οι στίχοι κάνουν τη δουλειά τους, δεν ανατρέπουν καθεστώτα, μα σίγουρα ζούνε πιο πολύ απ’ όλες τις καθεστωτικές αφίσες».[11]

Στο αντίτυπο του βιβλίου που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Σαββίδη, υπάρχει η εξής αφιέρωση: “To George Savides with gratitude from the follower in his footsteps / Rex” και από κάτω “and with my love / Seferis”, «Στον Γιώργο Σαββίδη με ευγνωμοσύνη από εκείνον που ακολούθησε τα χνάρια του / Rex», «με την αγάπη μου / Σεφέρης». Η αφιέρωση είναι αυτόδηλη, θα άξιζε όμως ίσως να σταθούμε στην έκφραση “the follower in his footsteps” που απηχεί, κατά πάσα πιθανότητα, την αγγλική απόδοση της βιβλικής ρήσης, «(εις τούτο εκλήθητε) ίνα επακολουθήσητε τοις ίχνεσιν αυτού». [12]

 

O Rex Warner

Με αυτή την αναφορά ως κρατούμενο, περνάμε τώρα στον Rex Warner, ακόμα έναν φίλο ζωής για τον Γιώργο Σεφέρη.

Η πρώτη πρώτη επαφή του Σεφέρη με τον Rex Warner, που από το 1945 βρίσκεται στην Αθήνα και μαζί με τον Maurice Cardiff υπηρετούν στο Βρετανικό Συμβούλιο, δεν μνημονεύεται στις  Μέρες. Η πρώτη εγγραφή που τον αφορά  βρίσκεται, αν δεν κάνω λάθος, στις Μέρες Ε’, κάτω από την  ημερομηνία, Κυριακή, 13 Οκτώβρη 1946:

Δειπνούσαμε […] στου Βασίλαινα στον Πειραιά. Rex, Maurice Cardiff, Κατσίμπαλης.[13]

Έχουμε όμως λεπτομέρειες γι’ αυτή τη γνωριμία από τον ίδιο τον Rex Warner, ο οποίος μας πληροφορεί ότι γνωρίστηκαν το 1945 στην Αθήνα. Η φιλία πρέπει να ήταν ακαριαία. Προσέχω πως στην πρώτη εγγραφή του, στις Μέρες Ε,΄ ο Σεφέρης αποκαλεί τον Rex Warner με το μικρό του μόνο όνομα: Rex. Αυτό θα το κάνει τις περισσότερες φορές, όταν αναφέρεται σ’ αυτόν τα επόμενα χρόνια, κάτι που νομίζω δεν κάνει για κανένα άλλο άγγλο φίλο του.  

Θυμάται ο Rex Warner, χρόνια μετά, όταν του ζητούν από το γνωστό περιοδικό  Life, ένα άρθρο για το αφιέρωμα στον Σεφέρη με αφορμή το Νόμπελ:[14]

Η πρώτη μας συνάντηση ήταν το 1945 στην Αθήνα σε ένα γεύμα προς τιμήν Ελλήνων συγγραφέων. Ο Σεφέρης, απορροφημένος από τη δουλειά του στο Γραφείο του Αντιβασιλέα, στην αρχή μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν ένας βαρύς και αυστηρός κυβερνητικός αξιωματούχος. Γρήγορα όμως αποκαλύφθηκε η ευστροφία και η σπιρτάδα του μυαλού του […]. Γίναμε φίλοι και περάσαμε πολλά βράδια με συζητήσεις για την ποίηση που συμπεριελάμβαναν και τη γραφή λίμερικς σε διάφορες γλώσσες .

Αυτός και ο γιος μου περνούσαν πολλές απογευματινές ώρες πετώντας χαρταετούς σε ανεμόδαρτους λόφους έξω από την Αθήνα. […][15]

Το άρθρο έχει τίτλο: “A Love of Kites and Remote Places”, «Η αγάπη για τους χαρταετούς και τα απομονωμένα μέρη».

Το 1946, στην Αθήνα, ο Rex Warner, θα γράψει και την εισαγωγή για την πρώτη μετάφραση ποιημάτων του Σεφέρη στα αγγλικά από τον Bernard Spencer, τον Νάνο Βαλαωρίτη και τον Laurence Durrell, που κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1948 με τίτλο, The king of Asine and other poems.

O Rex μεταφράζει και την Κίχλη. Τη Δευτέρα, 20 Γενάρη του 1947, γράφει ο Σεφέρης στο ημερολόγιό του: «Το μεσημέρι τηλεφώνησε ο Rex για να μου πει πως τέλειωσε τη μετάφραση της Κίχλης. Το πήρε το πράμα με κέφι. Αρχίσαμε την περασμένη Τετάρτη στο σπίτι του στο Ψυχικό».[16] Και στις 25 του ίδιου μήνα: «Χτες μεσημέρι έφαγα με τον Rex στο Ψυχικό. Νωρίς τ’ απομεσήμερο, περίπατος περ’ απ’ τα Τουρκοβούνια, ώς την Όμορφη Εκκλησιά. Μου μίλησε για το ξεκίνημά του: δυσκολεύτηκε να τυπώσει το πρώτο του βιβλίο […]. Έχει κάτι στερεό αυτός ο άνθρωπος. Αισθάνομαι γι’ αυτόν ολοένα μεγαλύτερη φιλία».

Το 1953, κυκλοφορεί στο Λονδίνο, με αρκετές  επανεκδόσεις τα επόμενα χρόνια, το λεύκωμα Eternal Greece (Αιώνια Ελλάδα), σε κείμενα του  Rex Warner και φωτογραφίες του Martin Hűrlimann. Πρόκειται για μια αρχαιολογική περιδιάβαση στα πιο γνωστά μνημεία της ελληνικής αρχαιότητας, με έκδηλο το θαυμασμό του ανθρώπου που τα περιγράφει. To λήμμα «Μυκήνες» έχει ως κατακλείδα το ομώνυμο ποίημα του Σεφέρη.         

rex warner

Alchetron

O Ρεξ Γουόρνερ, ο άγγλος κλασικιστής, συγγραφέας και μεταφραστής ήταν στενός φίλος του Γιώργου Σεφέρη, αδιατάρακτα, από το 1945 οπότε και γνωρίστηκαν.

 

Η φιλία του Γιώργου Σεφέρη με τον Rex Warner θα διατηρηθεί αλώβητη ακόμα κι όταν το Κυπριακό θα διασαλεύσει τις σχέσεις του με πολλούς από τους άγγλους φίλους του. Αυτό φαίνεται και από τις εγγραφές στις Μέρες και από την εγκάρδια αλληλογραφία τους.    

Τον Μάιο του 1960, λίγους μόλις μήνες πριν κυκλοφορήσει ο τόμος George Seferis / Poems, σε ένα αποχαιρετιστήριο ταξίδι στη Σκωτία, καθώς δεν είναι πολύ μακριά η οριστική επιστροφή στην Αθήνα, ο Γιώργος και η Μαρώ Σεφέρη μένουν στο σπίτι του Rex, από τις 23 ώς τις 27 Μαΐου. Περνούν ωραία. Ο Σεφέρης, θυμάται ο Rex στο Life, ζηλεύει τη σκωτσέζικη γκλίτσα και το κυνηγετικό του καπέλο, σε στυλ Σέρλοκ Χολμς, και δεν ησυχάζει, μέχρι να πάρει τα ίδια.

Ο τόμος George Seferis / Poems κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1960, από τον σημαντικό εκδοτικό οίκο The Bodley Head. Με την ευκαιρία της έκδοσης, στις 10 Νοεμβρίου 1960, ο εκδότης Max Reinhardt οργάνωσε προς τιμήν του Γιώργου Σεφέρη και του Rex Warner ένα πάρτυ στο σπίτι του. Στην πρόσκληση που υπάρχει στο Αρχείο Σεφέρη, στη Γεννάδειο, ο Σεφέρης αναφέρεται σε παρένθεση και ως «κ. Γιώργος Σεφεριάδης, Πρέσβης της Ελλάδας». Στο πάρτυ αυτό παρευρίσκεται και ο Έλιοτ, όπως μας πληροφορεί στις Μέρες Ζ΄ ο Σεφέρης.[17]

 Στις 3 Μαρτίου 1961 απονεμήθηκε στον Γιώργο Σεφέρη, για το βιβλίο αυτό, το βραβείο Foyls, για πρώτη φορά σε μη άγγλο ποιητή, και στις 31 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς ο Rex Warner παίρνει ένα από τα ποιητικά βραβεία Guinness, ειδικά για τη μετάφραση του «Βασιλά της Ασίνης».

Το 1966 θα κυκλοφορήσει  στις Ηνωμένες Πολιτείες με τίτλο On the Greek Style (Πάνω στο ελληνικό ύφος), ο τόμος με επιλογή κειμένων από τις Δοκιμές  του Σεφέρη, σε μετάφραση του Rex Warner και του Θ. Φραγκόπουλου. Την εισαγωγή υπογράφει και πάλι ο Rex Warner, ο οποίος από το 1961 βρίσκεται στην Αμερική, και από το 1962 διδάσκει ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Connecticut. Εξ ου και το ποίημα που του αφιερώνει ο Σεφέρης τιτλοφορείται:

Γράμμα στον Rex Warner

          Πάροικο του Storrs, Connecticut, U.S.A

          Για τα εξήντα του χρόνια

 

          Τον καιρό που συναντηθήκαμε

          έλεγες το κυνήγι της αγριόχηνας

          στο Δεσποτάτο των ερμαφροδίτων⸱

          εκεί το γήπεδο του ποδόσφαιρου είχε γνωρίσει την αδιάντροπη σφαγή.

          Γύριζα από ένα καλλιμάρμαρο στάδιο

όπου ο θεληματικός μαραθωνοδρόμος λαβωμένος

έβλεπε τη σφενδόνη ν’ αρμενίζει στο αίμα.

Έτσι σ’ ένιωσα και γίναμε φίλοι.

Πηγαίναμε  σ’ έναν τόπο ρημαγμένο από τον πόλεμο

ώς και τις κούκλες των παιδιών τις είχαν σακατέψει.

Το φως ταχύ και δυνατό

δάγκωνε κι απολίθωνε τα πάντα.

Περπατούσαμε ανάμεσα σε ποδήλατα και χαρταετούς

βλέπαμε τα χρώματα μα η κουβέντα μας

παραστρατούσε σ’ εκείνη την ανεπούλωτη φρίκη.

Πέρασαν χρόνια και σε ξαναβρήκα

στα χώματα με την πλούσια βλάστηση

όπου παραμονεύει κάποτε ο φαρμακερός κισσός

και τα μελετηρά παιδιά μαθαίνουν

να συλλαβίζουν τα σοφά βιβλία

και το λαβύρινθο του έρωτα.

Πάντα μνημόνευες τον Όμηρο και τη γενιά του.

Σ’ ένα τεράστιο δέντρο ο σκίουρος,

σπασμωδική περισπωμένη, σκαρφάλωνε

ολοένα πιο ψηλά και τον εκοίταζες γελώντας.

 

Ζωή μας είναι πάντα ο αποχωρισμός

κι η πιο δύσκολη παρουσία.

Τώρα σε ξανασυλλογίζομαι εδώ

στην πολυπλόκαμη μητρόπολη.

Όλα τηλεόραση

δύσκολα ’γγίζεις κάτι από κοντά.

Μέσα στη ζέστη της ηλεκτρικής νύχτας

          σε μιαν αράγιστη μοναξιά βυθού

οι φωταγωγημένοι ουρανοξύστες

δείχνουν τα τζάμια τους γυαλιστερά

σαν το πετσί μεγάλου κήτους

καθώς τινάχτηκε στον αφρό.

Ο πολύχρωμος λαός που τους γέμιζε

ο άμετρος συνωστισμένος λαός

έφυγε τέτοιαν ώρα

γι’ άλλες χαρές και γι’ άλλα καρδιοχτύπια.

Τους άδειασε, δεν απόμεινε ψυχή

σαν τις φωλιές εκείνου του σπουργίτη

που ονομάζεται φιλέταιρος

 –Philetaerus Socius–, τις πολυκύτταρες⸱

τις βλέπεις στην αγκαθερή ακακία

ή στο μουσείο, αν τις γυρέψεις.

«Λελύπημαι επί τη κολοκύνθη»

μουρμούριζε ο προφήτης Ιωνάς

κοιτάζοντας τη μεγάλη Νινευή.

Τούτος ο λόγος φέρνει το μυαλό

σε ξυπνημένα ονείρατα που μάζεψε

στο μεροκάματό του:

Ταύροι και άλογα μ’ ορθάνοιχτο στόμα

και γλώσσα ξαφνικό πουνιάλο.

Ένας απόδημος Θεοτοκόπουλος ωσάν το βάραθρο

       της ανάστασης

μιλώντας μια λαλιά

ακατάληπτη για όλους.

Κι αυτός ο γλύπτης

που έβλεπε κόκκινο τον ουρανό

και πάλευε με τον αδηφάγο χώρο

που γριτσάνιζε το άγαλμα μέσα στα χέρια του

μικρό κι ακόμη πιο μικρό και πιο λιγνό

ώς το τίποτε.

Βουλιάξανε βαθιά τα χρόνια που το παλικάρι ο Μεγακλής

με το παγουράκι του αθλητή κρεμασμένο στο ζερβί του

       χέρι

κρατώντας στα τρία του δάχτυλα

έναν καρπό της ροδιάς

πήγε να τον προσφέρει τρυφερά

στην Περσεφόνη.

Τώρα τα εξήντα σου και δεν μπορώ

να σου προσφέρω τίποτε

παρά τούτο τ’ ανώφελο τιτίβισμα.

Ωστόσο λέω πως μ’ έζωσαν και με παρακινούν

πυκνό κοπάδι τα φιλέταιρα σπουργίτια.

                                                                  Νέα Υόρκη, Ν. Υ., Ιούνιος 1965-Princeton, N. J., χειμώνας 1968.

Το ποίημα ξεκινά με την υπόμνηση της γνωριμίας του Σεφέρη με τον Rex Warner,  με αναφορά στο μυθιστόρημα του Rex Warner, The Wild Goose Chase (Το Kυνήγι της Αγριόχηνας), που είχε κυκλοφορήσει το 1937, αλλά και στη σεφερική Κίχλη. Οι αναφορές στο δυστοπικό, αλληγορικό, πολιτικού περιεχομένου μυθιστόρημα του Warner για την επιδίωξη της απελευθέρωσης από ένα δικτατορικό, τυραννικό καθεστώς, αλλά και στην Κίχλη, δεδομένης της εποχής που γράφεται το ποίημα, οδηγούν πιστεύω στην αναγωγή και τη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν του ποιήματος. Η πορεία της φιλίας των δύο ανδρών, όπως δείχνει το ποίημα, διατρέχει τόπους και χρόνους και φθάνει στο σήμερα του ποιήματος σε μια πόλη, τη Νέα Υόρκη, όπου η απώλεια του μέτρου οδηγεί τον «συνωστισμένο πολύχρωμο λαό της» στην «αράγιστη μοναξιά του βυθού», καθώς η τηλεόραση, όπως από τόσο νωρίς διαπιστώνει ο Σεφέρης, απομακρύνει τους ανθρώπους ολοένα και πιο πολύ από τον κόσμο των απτών πραγμάτων. Ακόμα και τα έργα της τέχνης που μνημονεύονται και συγκεκριμενοποιούνται από τη σημείωση που συνοδεύει το ποίημα, δεν μπορούν να προσφέρουν την παραμυθία, καθώς ο λόγος τους είναι πλέον ακατάληπτος. Μόνο τη θλίψη μπορούν να περιγράψουν γι’ αυτό που χάνεται ή την περιγραφή  της φρίκης για ό,τι μπορεί να σημαίνει ο ταύρος και το άλογο με τα ορθάνοιχτα στόματα, ευθεία παραπομπή στην Γκερνίκα του Πάμπλο Πικάσσο.

Το ποίημα καταλήγει ότι στα εξήντα χρόνια του φίλου του, Rex, ο Σεφέρης εκείνο που μπορεί, ως αντίδωρο, να του προσφέρει σ’ έναν κόσμο που «δύσκολα ΄γγίζεις κάτι από κοντά», είναι το «τιτίβισμα των φιλέταιρων σπουργιτιών» που τον παρακινούν να κάνει τη φιλία λόγο και ποίημα. Να θεωρήσουμε, άραγε, ότι ο Σεφέρης, ως σοφός, διείδε όχι μόνο την επέλαση της εικονικής πραγματικότητας, αλλά και τη μελλοντική δύναμη και την αξία του τιτιβίσματος ή tweet όπως το ξέρουμε σήμερα; Όπως και να ’χει, το δώρο αυτό δεν παύει να είναι ένα βαθιά ανθρώπινο, βαθιά πολιτικό και γενναίο ποίημα.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1971, ο Γιώργος Σεφέρης πέθανε. Ο Rex Warner έγραψε στη Μαρώ για να τη συλλυπηθεί για τη μεγάλη απώλεια στις 22 Σεπτεμβρίου. Στις 20 Νοεμβρίου του επόμενου χρόνου, του 1972 δηλαδή, έδωσε μια διάλεξη  στο Βρετανικό Συμβούλιο με θέμα: «Ο φίλος μας Γιώργος Σεφέρης». Την ίδια ημερομηνία κυκλοφόρησε στην Αθήνα, σε δίγλωσση έκδοση και σε μετάφραση του Edmund Keeley, το αφιερωμένο ποίημα του Σεφέρη στον Rex Warner, σε πεντακόσια αντίτυπα σε χαρτόνι, προσφορά της Μαρώς και των εκδόσεων Ερμής,  για τους  φίλους του Rex Warner.

Στις 26 Νοεμβρίου 1972, δικτατορία ακόμα στην Ελλάδα θυμίζω, στο Βήμα της Κυριακής δημοσιεύτηκαν τα κυριότερα σημεία της διάλεξης του Rex Warner. Αξίζει κανείς να τη διαβάσει. Πολλά θα μπορέσει να καταλάβει για την ποιότητα και τη στάση ζωής και των τριών φίλων. Του Rex που μιλά, του γεμάτου γνώση, σοφία, ανθρωπιά, ευφρόσυνη ανεκτικότητα και χιούμορ Σεφέρη που περιγράφεται, αλλά και του Σαββίδη, που σίγουρα είναι πίσω από εκείνη τη δημοσίευση.

Αυτή είναι η ιστορία της φιλίας του Γιώργου Σεφέρη με τον Rex Warner. Ενός ευρυμαθούς, ανήσυχου, πνευματικού ανθρώπου, απόφοιτου της Οξφόρδης, μεταφραστή του Θουκυδίδη, του Αισχύλου και του Ευριπίδη, αλλά και σημαντικού πεζογράφου που πέρασε από διάφορες φάσεις αναζήτησης, από τον μαρξισμό ώς τον χριστιανισμό, αλλά το σημαντικό είναι ότι στην πορεία της ζωής του παρέμεινε ένας αληθινός δημοκράτης και ένας γνήσιος φιλέλληνας. Σε όλες τις φάσεις της πολυκύμαντης δημόσιας και ιδιωτικής  ζωής του, παντρεμένος τρεις φορές, τις δύο με την ίδια γυναίκα (η δεύτερή του γυναίκα ήταν  η Barbara Rothshild, κατοπινή σύζυγος του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα), με οικογενειακά δράματα, προβλήματα υγείας, μετακινήσεις, ο Σεφέρης παρέμεινε αδιαπραγμάτευτα φίλος του. Και αυτό κάτι δείχνει  και για τον ποιητή και για τον διπλωμάτη.

Ας μου επιτραπεί να μην τελειώσω με δικά μου λόγια, αλλά με λόγια του άλλου φίλου του, του Γιώργου Σαββίδη, που το 1988, ήταν και εκείνος στην Αγία Νάπα, για να λάβει μέρος στο Α΄ Συμπόσιο Σεφέρη.

Σε μια γραπτή συνέντευξη που έδωσε τότε ο Σαββίδης στη δημοσιογράφο Νίκη Μασούρα στις 26 Απριλίου 1988, στην ερώτηση αν υπάρχει ακόμα παρθένο έδαφος στο έργο του Σεφέρη, απάντησε ως εξής:

Σε κάθε μεγάλο ποιητή θα υπάρχει πάντα παρθένο έδαφος, ακόμα και αφού δημοσιέψουμε και σχολιάσουμε και την παραμικρή αράδα που έγραψε. Το ίδιο το έργο, καθαυτό δεν αλλάζει, αλλάζουνε όμως συνεχώς οι αναγνώστες του. Έτσι το έδαφος ξαναγίνεται παρθένο για όλους, κάθε φορά που το κοιτάζει μια παρθενική ματιά.[18]

Και στην ερώτηση αν συμφωνεί να επαναληφθεί το Συμπόσιο σε δύο χρόνια, είπε τότε:

Όχι μόνο συμφωνώ, αλλά υπερθεματίζω λέγοντας: Μακάρι και στην Ελλάδα να καθιερώναμε τέτοιες τακτές, διετείς ή τριετείς συναντήσεις με αποκλειστικό στόχο έναν από τους μεγάλους μας ποιητές ή πεζογράφους.[19]

Ο Δήμος Αγίας Νάπας, με τη συνέργεια του Πανεπιστημίου Νεάπολης Πάφου και του Πανεπιστημίου Κύπρου, ικανοποίησε αυτήν την επιθυμία του Γιώργου Σαββίδη – και ας είναι ο πρέπων έπαινος γι’ αυτή τη σημαντική διοργάνωση.  

---------

Κείμενο εισήγησης στο Δ΄ Συμπόσιο Σεφέρη, στην Αγία Νάπα, 1-3 Νοεμβρίου 2019. Από καρδιάς ευχαριστώ τον Μανόλη Σαββίδη, τη Λένα Σαββίδη, την  Άννα Λόντου, την Κατερίνα Γκίκα από την Πολιτιστική Εταιρεία Ιστός και την Ελευθερία Δαλέζιου από τα Αρχεία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης για την πολύτιμη βοήθειά τους. 

 

 

[1] Αρχείο Σεφέρη, Γεννάδειος, Φακ. 41 / Υποφ. 3.

[2] Κατερίνα Κωστίου, «Γ. Π. Σαββίδης - Γιώργος Σεφέρης: Τα πρώτα γράμματα», Κονδυλοφόρος, Τόμος 1, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 316.

[3] Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Ζ΄. 1 Οκτωβρίου 1956-17 Δεκέμβρη 1960, Φιλ. επιμ.: Θεανώ Ν. Μιχαηλίδου, Ίκαρος, Αθήνα 1990, σ. 213.

[4] Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Η΄. 2 Γενάρη 1961 - 16 Δεκέμβρη 1963, Φιλ. επιμ.: Κατερίνα Κρίκου-Davis, Ίκαρος, Αθήνα 2018, σ. 174-191.  

[5] Τραμ, ένα όχημα, πρώτο τεύχος, Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης 1971, σ. 5.

[6] Ό. π. Μέρες Η΄ σ. σ.276-277. 

[7] Ό π. Αρχείο Σεφέρη.

[8] Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ο Γ. Π. Σαββίδης ανάμεσα στον Καβάφη και τον Σεφέρη», Κονδυλοφόρος, Τόμος 1, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 309-314.

[9] Ρόντρικ Μπήτον, Γιώργος Σεφέρης / Περιμένοντας τον Άγγελο. Βιογραφία, Ωκεανίδα, Αθήνα 2003, σ. 551.

[10] Τίτος Πατρίκιος, «Στίχοι 2», Μαθητεία.

[11] Τίτος Πατρίκιος, «Στίχοι 3», Αντικριστοί καθρέφτες.

[12] Πέτρου, Επιστολή Α΄, 2:21.

[13] Μέρες Ε΄. 1 Γενάρη 1945-19 Απρίλη 1951, Ίκαρος, Αθήνα 1973, σ. 62.

[14] Life Magazine, January 17, 1964, σ. 78-80.

[15] Σε δική μου μετάφραση.

[16] Ό.π., Μέρες Ε΄, σ. 86-87.

[17] Μέρες Ζ΄, ό.π., σ. 262.

[18] Το Σπίτι της Μνήμης, Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1997, σ. 146.

[19] Ό.π., Το Σπίτι της Μνήμης, σ. 145.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.