Σύνδεση συνδρομητών

Δημήτρης Τζιόβας

Δημήτρης Τζιόβας

Ομότιμος καθηγητής νεοελληνικών σπουδών του Πανεπιστημίου του Birmingham. Πρόσφατα βιβλία του: Κουλτούρα και λογοτεχνία (2014), Η πολιτισμική ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας (2017), Η Ελλάδα από τη χούντα στην κρίση. Η κουλτούρα της μεταπολίτευσης (2022), Ιστορία, έθνος και μυθιστόρημα στη μεταπολίτευση (2024).

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Κάθε χρόνο βλέπουμε τις βάσεις των φιλοσοφικών σχολών να βυθίζονται και τα τμήματα φιλολογίας να απαξιώνονται. Κάποτε οι φιλολογικές σχολές είχαν βάση υψηλότερη από τις νομικές ενώ τώρα υστερούν ακόμη και των παιδαγωγικών τμημάτων. Ζούμε άραγε τον αργό θάνατο της φιλολογίας, όπως την ξέραμε, ή μπορεί η παρακμή να αντιστραφεί;  Με βάση την πολυετή ερευνητική και διδακτική μου εμπειρία σε ξένο πανεπιστήμιο και λαμβάνοντας υπόψη τον ψηφιακό εθισμό και τον νέο ρόλο των πανεπιστημίων παγκοσμίως, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες σκέψεις για το μέλλον των ανθρωπιστικών σπουδών, και ιδιαίτερα της φιλολογίας. Ήδη αρκετοί προβληματίζονται για τις τύχες της φιλολογίας και θέτουν το ερώτημα: τι καθιστά τη φιλολογία μη ελκυστική σήμερα; Το αντικείμενο σπουδών ή η έλλειψη προοπτικών; Πώς η φιλολογία θα συμβαδίσει με την εποχή της; Μπορούμε να φανταστούμε το μέλλον της φιλολογίας σε μια κοινωνία στην οποία θα κυριαρχούν η κοινωνική δικτύωση και η τεχνητή νοημοσύνη;[1] Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αν παλαιότερα οι ανθρωπιστικές επιστήμες οδηγούσαν την κοινωνία, σήμερα η κοινωνία οδηγεί τις ανθρωπιστικές επιστήμες.  

 


Θα ξεκινήσω με δύο παραδείγματα που αποτυπώνουν με διαφορετικό τρόπο το πρόβλημα. Σε πρόσφατο άρθρο σε ελληνική εφημερίδα διαβάζω τις διαπιστώσεις ελλήνων πανεπιστημιακών ότι οι φοιτητές αγοράζουν λιγότερα βιβλία από κάθε άλλη ομάδα, αποφεύγουν μεγάλα κείμενα και το βιβλίο είναι κάτι ξένο γι’ αυτούς καθώς έχουν συνηθίσει να διαβάζουν στον υπολογιστή ή στο κινητό (Βιρβιδάκη, 2024). Η κουλτούρα της σύντομης διάρκειας κυριαρχεί ενώ το ψηφιακό εκτοπίζει το έντυπο και όλα αυτά απειλούν την ενασχόληση με τα κείμενα, το κατεξοχήν αντικείμενο της φιλολογίας. Το δεύτερο παράδειγμα προέρχεται από άρθρο καθηγήτριας Νεοελληνικής Φιλολογίας που ήταν καλεσμένη σε Πειραματικό Λύκειο να παρουσιάσει το Τμήμα της. Παρά την προσπάθειά της να κεντρίσει το ενδιαφέρον των μαθητ(ρι)ών, περιγράφοντας τα νέα αντικείμενα που προσφέρουν οι διδάσκοντες, συνάντησε την παγερή τους αδιαφορία και συνειδητοποίησε, όπως γράφει, τη μεγάλη αλήθεια:

Κανείς δεν μας θέλει, η φιλολογία που ενέπνευσε κόσμο και κόσμο, με τους μεγάλους δασκάλους της, με τους παθιασμένους ερευνητές της, με τα τεράστια (κάποτε) ακροατήριά της, έχει τελειώσει! Το ξέρουμε από καιρό πως κάτι δεν πάει καλά. Οι φοιτητές μας ξαφνικά μειώθηκαν στο μισό, οι αίθουσές μας όχι μόνο επαρκούν, ενώ πριν από μερικά χρόνια ξεχείλιζαν, αλλά είναι και μεγάλες για τα φτενά μας ακροατήρια. Το προηγούμενο εξάμηνο είχα 12 φοιτητές σε μια αίθουσα των 80 – τι παγωμάρα! (Καστρινάκη, 2024 και Λακασάς, 2024).

Αυτές οι διαπιστώσεις, που δεν είναι δικές μου αλλά συναδέλφων, μας αναγκάζουν να αναστοχαστούμε το μέλλον της φιλολογίας στα ελληνικά πανεπιστήμια και να σκεφτούμε αν οι Νεοελληνικές Σπουδές σε πανεπιστήμια του εξωτερικού μπορούν να προσφέρουν την εμπειρία τους καθώς προηγούνται στην αντιμετώπιση σχετικών προβλημάτων. Οι Νεοελληνικές Σπουδές μπορεί να παρουσιάζουν ποικιλία από χώρα σε χώρα και να διαφέρουν από τον τρόπο που διδάσκεται το αντικείμενο στην Ελλάδα και την Κύπρο, προβληματίστηκαν ωστόσο για το μέλλον, την ταυτότητα και τη σχέση τους με άλλα αντικείμενα τις τελευταίες δεκαετίες. Αγωνίστηκαν να προσελκύσουν φοιτητές, να συνομιλήσουν με άλλες επιστήμες και να αποκτήσουν νέα ακροατήρια, ιδιαίτερα στον αγγλόφωνο χώρο.

Ακολούθησαν επίσης μια ανοδική πορεία η οποία τα τελευταία χρόνια μεταβλήθηκε σε καθοδική, όπως και της φιλολογίας. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Αυστραλίας όπου στις δεκαετίες του 1980 και 1990 δημιουργήθηκαν πολλές θέσεις Νεοελληνικών Σπουδών αλλά σήμερα έχουν μείνει ελάχιστες. Άξονας πια δεν είναι τόσο η γλώσσα ή ο σχολιασμός κειμένων όσο το αν, και κατά πόσο, τα πολιτισμικά παράγωγα του παρελθόντος εξακολουθούν να μας αφορούν σήμερα. Αλλά και το εύρος των Νεοελληνικών Σπουδών άλλαξε, ακολουθώντας το παράδειγμα άλλων χωρών. Όπως έλεγε ένας συνάδελφος εξ Αμερικής, οι φοιτητές του ενδιαφέρονται περισσότερο για το μεταναστευτικό πρόβλημα στην Ελλάδα παρά για τον Παρθενώνα. Και τούτο δείχνει πώς τα ενδιαφέροντα έχουν μετατοπιστεί. Ενώ παλαιότερα το αντικείμενο περιοριζόταν στη γλώσσα και στη λογοτεχνία, τη δεκαετία του 1990 διευρύνθηκε και έγινε Σπουδές. Έτσι από Modern Greek έγινε Modern Greek Studies (ή Hellenic Studies στην Αμερική), ακολουθώντας το παράδειγμα των Γαλλικών, Ισπανικών και άλλων Ευρωπαϊκών Σπουδών. Τι σήμαινε όμως αυτή η διεύρυνση του αντικειμένου; Ίσως τη μετάβαση από τον φιλόλογο στο νεοελληνιστή. Και τούτο μας φέρνει στο άλλο ερώτημα: ποιος διεκδικεί την ταυτότητα του νεοελληνιστή ή πώς ορίζεται αυτός σήμερα;

Αν ρωτήσετε κάποιον με αντικείμενο έρευνας την ελληνική γλώσσα ή την ιστορία της νεότερης Ελλάδας θα σας συστηθούν ως γλωσσολόγοι και ιστορικοί. Αμφιβάλλω αν θα αναφερθούν καν στην ιδιότητα του νεοελληνιστή. Ποιος λοιπόν αυτοπροσδιορίζεται ως νεοελληνιστής σήμερα; Αυτός που διδάσκει γλώσσα και λογοτεχνία και προσδιορίζεται κυρίως με την ιδιότητα του φιλολόγου ή μήπως η ιδιότητα του νεοελληνιστή καλύπτει κάτι ευρύτερο από αυτή του φιλολόγου, όπως συμβαίνει και με την έννοια του κλασικιστή (classicist) ή του βυζαντινολόγου (Byzantinist);

Οι νεοελληνικές σπουδές δεν προβάλλουν μόνο τον ελληνικό πολιτισμό εκτός Ελλάδας αλλά βρίσκονται σε συνεχή εγρήγορση για το μέλλον τους και το ρόλο τους στον ακαδημαϊκό χώρο.  Δείτε πόσα άρθρα έχουν γραφτεί στα αγγλικά και στα ελληνικά για τις προοπτικές τους τα τελευταία χρόνια.[2] Από αυτή την άποψη θα μπορούσαν να αποτελέσουν μοντέλο για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, ώστε να επανεξετάζουν διαρκώς τη θέση τους στην ανώτατη εκπαίδευση. Επίσης τα Νεοελληνικά τμήματα της Αγγλίας τροφοδότησαν με διδάσκοντες/ουσες αρκετά ελλαδικά και κυπριακά πανεπιστήμια και έτσι υπήρχε ένας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των τμημάτων φιλολογίας και των Νεοελληνικών εδρών του εξωτερικού. Είναι αξιοσημείωτο ότι όλα τα τμήματα φιλολογίας στην Ελλάδα και στην Κύπρο είχαν και έχουν κάποιον ή κάποια που εκπόνησε τη διατριβή του/της σε Νεοελληνικό Τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου. Τώρα δυστυχώς αυτός ο σύνδεσμος σταδιακά εκλείπει με την άνοδο των διδάκτρων, τη συρρίκνωση των νεοελληνικών εδρών και με τη μη αντικατάσταση των διδασκόντων.

Περνούμε πλέον σε μια νέα φάση καθώς η τάση στον αγγλοσαξονικό πανεπιστημιακό χώρο είναι προς ευρύτερα αντικείμενα και οι προκηρύξεις θέσεων ακολουθούν ανάλογες τάσεις. Η διαπίδυση μεταξύ αντικειμένων είναι επίσης όλο και πιο συχνή με πολιτικούς επιστήμονες και ανθρωπολόγους να διεκδικούν θέσεις σε τμήματα ιστορίας, ενώ τα όρια φιλολογίας και ιστορίας στις κλασικές και τις βυζαντινές σπουδές έχουν σχεδόν καταργηθεί. Οι Νεοελληνικές Σπουδές επίσης θεωρούνται ένα στενό αντικείμενο, που δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί και να συμπράξει με κάτι άλλο (όπως για παράδειγμα οι Βυζαντινές με τις Μεσαιωνικές Σπουδές), και έχει ανάγκη να διευρύνει τους ορίζοντές του πέραν της φιλολογίας. Αλλά ούτε οι ευρωπαϊκές σπουδές προσφέρουν ασφαλέστερο καταφύγιο, γιατί και εκεί ισχύει η ιεραρχία ισχυρών και μικρών γλωσσών, ενώ η δυναμική στροφή προς την Κίνα και την Ινδία καθιστούν και τις Ευρωπαϊκές σπουδές ευάλωτες στην ακαδημαϊκή παγκοσμιοποίηση.

Από την άλλη πλευρά βλέπουμε αξιόλογες μελέτες για τη σύγχρονη Ελλάδα από ανθρωπολόγους, αρχαιολόγους, θεατρολόγους, κλασικιστές, μουσικολόγους, ειδικούς στον κινηματογράφο ή τη μετάφραση που δεν ανήκουν σε τμήματα ή κέντρα Νεοελληνικών Σπουδών αλλά είναι ενταγμένοι σε άλλα τμήματα. Προβλέπω ότι στο μέλλον η μελέτη της νεότερης Ελλάδας στο εξωτερικό δεν θα είναι επικεντρωμένη σε τμήματα ή έδρες Νεοελληνικών Σπουδών αλλά θα είναι διασκορπισμένη και θα ασκείται κυρίως από μεμονωμένους επιστήμονες που θα ανήκουν σε διαφορετικά τμήματα και γνωστικά αντικείμενα. Αυτό σημαίνει το τέλος της φιλολογίας ή το άνοιγμά της σε άλλους χώρους;

Η εμπειρία των Νεοελληνικών Σπουδών ανά τον κόσμο θα πρέπει να μας προβληματίσει για το μέλλον της φιλολογίας στην Ελλάδα και να δείξει νέους δρόμους σε πολλούς τομείς. Για παράδειγμα, ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν Εταιρείες Νεοελληνικών Σπουδών, οι οποίες συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή που έχει ομοσπονδιακό χαρακτήρα, ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος διαθέτουν εθνικές εταιρείες. Αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν τα fora για να συζητηθούν οι μελλοντικές τύχες της φιλολογίας και να προσφέρουν μια οργανωτική βάση για συντονισμένες δράσεις ή επιστημονικά συνέδρια. Επίσης διεθνή peer-review περιοδικά δεν κυκλοφορούν για τη Νεοελληνική Φιλολογία ενώ στα αγγλικά κυκλοφορούν τρία έγκυρα με ευρύτατη γκάμα άρθρων: Journal of Modern Greek Studies, Byzantine and Modern Greek Studies, Journal of Greek Media & Culture. 

Αυτά όμως δεν αρκούν για να προσελκύσουν μη ελληνικής καταγωγής νέους μελετητές στο αντικείμενο. Οι ξένοι νεοελληνιστές προσκόμιζαν μια άλλη παιδεία και διαφορετική ματιά πάνω στον ελληνικό κόσμο που βαθμιαία εκλείπει. Ας μην ξεχνούμε ότι σε ξένους μελετητές οφείλουμε δύο από τις τέσσερις ιστορίες της ελληνικής λογοτεχνίας, γραμματικές της νεοελληνικής γλώσσας, βιογραφίες του Σεφέρη, του Καζαντζάκη και του Καβάφη (ένα είδος μέχρι πρόσφατα παραμελημένο στην Ελλάδα). Από δύο αγγλόφωνες εκδόσεις τη δεκαετία του 1990 ξεκίνησε και στην Ελλάδα η συζήτηση περί μοντερνισμού με βάση τα αγγλοσαξονικά δεδομένα (Layoun 1990, Tziovas 1997). Ας σημειωθεί ακόμη ότι τα πρώτα συνέδρια για τη δεκαετία του 1940 έγιναν το 1978 στην Ουάσιγκτον και στο Λονδίνο και το πρώτο συνέδριο αποκλειστικά για τον εμφύλιο στη Δανία το 1984, ενώ έπρεπε να περάσει πάνω από μια δεκαετία για να γίνει κάτι αντίστοιχο στην Αθήνα το 1995.[3] Επίσης αρκετά νέα θεωρητικά ρεύματα δεξιώθηκαν στην Ελλάδα με τη συμβολή νεοελληνιστών του εξωτερικού. Τώρα με την αποδυνάμωση των Νεοελληνικών Σπουδών εκτός Ελλάδος, η εγχώρια φιλολογία στερείται ενός ανατροφοδοτικού διαύλου που έφερνε νέες προσεγγίσεις, προκαλούσε διαμάχες ή οργάνωνε διαφορετικού τύπου διεθνή συνέδρια. Η νεοελληνική φιλολογία στερείται σταδιακά ενός αρωγού και συνομιλητή.

Ενώ γράφτηκαν και γράφονται, όπως ανέφερα, πολλά άρθρα για τις τύχες και την πορεία των Νεοελληνικών Σπουδών ανά τον κόσμο, για το μέλλον της φιλολογίας εν Ελλάδι δεν γίνεται κάποια δημόσια συζήτηση. Απουσιάζει η αναστοχαστική διάθεση και η επανεξέταση των στόχων των Φιλοσοφικών Σχολών. Εκτός από μια ημερίδα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με θέμα «Η Νεοελληνική Φιλολογία και οι προσκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος» (9 Δεκεμβρίου 2022), δεν γνωρίζω άλλες προσπάθειες που να θέτουν το ζήτημα ή να κάνουν κάποιες προτάσεις για να αντιστραφεί το αρνητικό κλίμα. Σχεδόν όλοι περιορίζονται στη θλιβερή διαπίστωση ότι κάποτε η Φιλοσοφική Σχολή ήταν η πρώτη στις προτιμήσεις των φοιτητών και τώρα είναι σχεδόν τελευταία. Για να προχωρήσουμε όμως θα πρέπει να εντάξουμε τη συζήτηση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σχετικά με την εξέλιξη του Πανεπιστημίου στον δυτικό κόσμο.

Συνηθίσαμε να θεωρούμε το Πανεπιστήμιο ως κάτι ενιαίο και να μην τονίζουμε τις διαφορετικές κατευθύνσεις του. Πέρα από την κλασική διάκριση θετικών και ανθρωπιστικών/κοινωνικών επιστημών, στο σύγχρονο πανεπιστήμιο θα διέκρινα τρεις τάσεις: την ανθρωπιστική, τη χρησιμοθηρική/ωφελιμιστική και τη ριζοσπαστική. Η πρώτη επιμένει στην αυτοτέλεια και την αναπαραγωγή της γνώσης και είναι στραμμένη στο παρελθόν, η δεύτερη στη διαχείριση και την κοινωνική απήχηση της γνώσης και η τρίτη στην αμφισβήτηση και στον ακτιβισμό της γνώσης. Οι λέξεις κλειδιά για τη χρησιμοθηρική είναι impact, δεξιότητες και διασύνδεση, ενώ η τρίτη τάση εκδηλώνεται κυρίως σε αμερικανικά πανεπιστήμια με άξονα το κίνημα black lives matter, τη woke ατζέντα και ζητήματα αποικιοκρατίας, φύλου και τάξης (Λαμπρόπουλος, 2024). Ο ακτιβισμός της τρίτης τάσης εξωθεί συχνά προέδρους αμερικανικών πανεπιστημίων σε παραίτηση και ευνοεί μεγάλα ερευνητικά προγράμματα με αντικείμενο τον φυλετισμό στις κλασικές σπουδές.[4] Πρόσφατα, σάλος προκλήθηκε στη Βρετανία όταν φοιτητές/τριες που παρακολουθούσαν το μάθημα για τις «Γυναίκες στον Όμηρο» ενημερώθηκαν ότι μπορεί να βρουν το περιεχόμενο του μαθήματος «άβολο και προκλητικό» λόγω των αναφορών στη βρεφική θνησιμότητα, το βιασμό και τη σεξουαλική βία.[5]

Η φιλολογία αντιμετωπίζει έναν διχασμό ανάλογο με αυτόν της ποίησης, που ανέδειξε η συζήτηση περί αριστερής μελαγχολίας, δηλαδή το δίλημμα μεταξύ αισθητικής φόρμας και εξεγερσιακής ή αμφισβητησιακής πράξης. Στην περίπτωση της φιλολογίας τι προέχει; Ο γραμματολογικός φορμαλισμός ή ο πολιτισμικός συγχρονισμός; Όπως η αισθητική απόλαυση της τέχνης και της λογοτεχνίας αφενός βάλλεται από τις χρησιμοθηρικές εφαρμογές και αφετέρου αναιρείται από τον ριζοσπαστικό ακτιβισμό, κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την έρευνα και τη γνώση.[6] Είναι γνωστό ότι όλα τα ερευνητικά προγράμματα πρέπει να αποδεικνύουν τον κοινωνικό τους αντίκτυπο και με βάση αυτό αξιολογούνται. Όλα είναι impact! Αφετηρία πια δεν είναι το παρελθόν αλλά το κοινωνικό παρόν. Διατυμπανίζουμε την αποσύνδεση των ανθρωπιστικών σπουδών από τον ωφελιμισμό αλλά μήπως θα πρέπει να ξανασκεφτούμε αυτή την αποσύνδεση; Να συμφιλιώσουμε δηλαδή την επιστήμη με την κατάρτιση; Να κάνουμε τους φοιτητές να πιστέψουν ότι το πανεπιστήμιο θα βελτιώσει δραστικά τη ζωή τους;

Ανήκοντας στην πρώτη τάση η φιλολογία τονίζει την αυτοτέλεια της γνώσης και την αισθητική αυτοαναφορικότητα αλλά καλείται να κάνει το άλμα προς τις δύο άλλες τάσεις. Δηλαδή να αναδείξει την κοινωνική της χρησιμότητα και τη στροφή της στο παρόν. Και αυτό μπορεί να το κάνει με διάφορους τρόπους: με την ψηφιακή τεχνολογία, με την κριτική θεωρία ή με τον νέο κλάδο της κλασικής πρόσληψης (classical reception), που αναζωογόνησε τις Κλασικές Σπουδές. Η πρόσληψη του αρχαίου κόσμου στον σύγχρονο προσφέρει κάποια δυνατότητα επανασύνδεσης Νεοελληνικών, Βυζαντινών και Κλασικών Σπουδών, αλλά μπορεί και να δείξει τη σημασία του αρχαίου κόσμου στη σύγχρονη εποχή. Το ζητούμενο είναι πώς η φιλολογία από ανθρωπιστική θα γίνει και κοινωνική επιστήμη και από κειμενοκεντρική θα γίνει πολιτισμοκεντρική. Πώς δηλαδή θα κάνει ένα βήμα ανάλογο με αυτό που έγινε από τη στενότητα και την προσκόλληση στο παρελθόν του Modern Greek στην ευρύτητα και την παροντικότητα του Modern Greek Studies.

Πέρα από αυτό το γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο, πρέπει να δούμε το ζήτημα και πιο πρακτικά. Έως τώρα η προσοχή στρεφόταν στο πώς διοικείται το ελληνικό πανεπιστήμιο ή στις βάσεις εισαγωγής και όχι τόσο στο αν και πώς αλλάζει το αντικείμενο της φιλολογίας ή άλλα προγράμματα σπουδών. Η προσέγγιση ήταν από πάνω προς τα κάτω και όχι το αντίστροφο. Να δούμε δηλαδή τι και πώς διδάσκεται. Από την εμπειρία μου με έλληνες μεταπτυχιακούς από διάφορα τμήματα φιλολογίας, αυτοί δεν υστερούν σε γνώσεις όσο στην ανάπτυξη κριτικού και δομημένου λόγου. Η από καθέδρας διδασκαλία και τα τρίωρα μαθήματα σε αχανή ακροατήρια είναι απαραίτητο να παραχωρήσουν τη θέση τους σε μικρότερης διάρκειας σεμιναριακά μαθήματα με μικρές ομάδες φοιτητών. Αυτές θα ερευνούν και θα παρουσιάζουν συγκεκριμένα θέματα, έχοντας προηγουμένως κάνει επισταμένη βιβλιογραφική έρευνα και συνεργατική συζήτηση.

Το μέλλον της φιλολογίας και των συναφών πανεπιστημιακών τμημάτων βρίσκεται αφενός στην ανάπτυξη μεταβιβάσιμων δεξιοτήτων (transferable skills), μαθαίνοντας τους φοιτητές να σκέφτονται και να γράφουν τεκμηριωμένα και επιχειρηματολογημένα, αφετέρου στο συνδυασμό της με άλλα αντικείμενα (γλώσσες, τέχνη, δημιουργική γραφή, μουσική, τεχνολογία και –φυσικά– ιστορία, αρχαιολογία και φιλοσοφία).[7] Σε αυτό βέβαια μειονεκτούν τα περιφερειακά πανεπιστήμια καθώς δεν διαθέτουν τμήματα ξένων γλωσσών, ενώ η χώρα δυστυχώς έχει μόνο δύο τμήματα αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας και όχι αγγλικών ή αμερικανικών σπουδών (κενό που μάλλον θα καλύψουν τα μη κρατικά πανεπιστήμια).[8]

Δεδομένου ότι σήμερα δεν ευσταθεί πλέον ο ισχυρισμός «ολοκλήρωσε τις σπουδές της/του», πιθανόν πρέπει να σκεφτούμε ένα τριετές προπτυχιακό και ένα διετές μεταπτυχιακό, κάτι βέβαια που προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση. Έξι χρόνια είναι πολλά σε μια εποχή που απαιτεί συνεχή εκπαίδευση, ενώ σε άλλες χώρες τα προγράμματά τους διαρκούν συνολικά τέσσερα (Κιντή, 2025). Σκέφτομαι ότι το προπτυχιακό θα μπορούσε να μην είναι αμιγώς φιλολογικό αλλά θα επέτρεπε την επιλογή και τον συνδυασμό διαφόρων μαθημάτων και θα ήταν περισσότερο ένα ευέλικτο πρόγραμμα πολιτισμού, ιστορίας και επικοινωνίας.[9] Οι απόφοιτοί του θα μπορούσαν να απασχοληθούν σε ποικίλες θέσεις εργασίας και θα ήταν βασισμένο στην ελευθερία της δημιουργικότητας και στην κριτική σκέψη παρά στη γνώση. Αντίθετα, το διετές μεταπτυχιακό, βασισμένο στην εξειδικευμένη φιλολογική, ιστορική ή γλωσσολογική γνώση ανάλογα με την κατεύθυνση, θα προετοίμαζε εκπαιδευτικούς και θα οδηγούσε σε διορισμό χωρίς εξετάσεις αλλά με βάση την επίδοση. Κάτι τέτοιο θα αντιμετώπιζε την πληθώρα και την ανεργία των αποφοίτων των τμημάτων φιλολογίας, δίνοντας τη δυνατότητα στους αποφοίτους του προπτυχιακού να αναζητούν ποικίλου τύπου απασχόληση και στους αποφοίτους του μεταπτυχιακού ευκολότερη και πιο αξιοκρατική πρόσβαση στην εκπαίδευση. Αυτό το σύστημα θα βελτίωνε την ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού, προσελκύοντας καλύτερους μεταπτυχιακούς φοιτητές με υψηλότερη βαθμολογία εισαγωγής. Κάπως έτσι η φιλολογία θα μπορέσει να ανταγωνιστεί την ψυχολογία ή άλλα αντικείμενα στις προτιμήσεις των υποψηφίων φοιτητών. Ας μην ξεχνούμε ότι λόγω του δημογραφικού ο αριθμός των διοριζόμενων καθηγητών θα βαίνει στο μέλλον μειούμενος.

Αλλά κάτι τέτοιο δεν αρκεί. Πρέπει να αλλάξουν νοοτροπία και οι εργοδότες και να  εκπαιδεύουν τους αποφοίτους. Στην Αγγλία πολλοί απόφοιτοι Νεοελληνικών Σπουδών εύρισκαν εργασία σε θέσεις άσχετες με τα ελληνικά. Απλώς οι εργοδότες θεωρούσαν ότι έχουν τις δεξιότητες και με ολιγόμηνη κατάρτιση θα μπορούσαν να απασχοληθούν σε διάφορες εργασίες. Έτσι αρκετοί απόφοιτοι ανθρωπιστικών σπουδών, ακόμη και Έλληνες, βρήκαν εργασία σε διάφορους τομείς από τράπεζες μέχρι κοινωνικές υπηρεσίες. Τέτοια εργοδοτική νοοτροπία δεν υπάρχει στην Ελλάδα και επομένως τα Πανεπιστήμια και τα τμήματα φιλολογίας θα χρειαστεί να την απαιτήσουν από την αγορά και να την προωθήσουν.

Οφείλω δύο λόγια και για την έρευνα και τη διεθνοποίηση των πανεπιστημίων. Στον τομέα της φιλολογίας και των ανθρωπιστικών σπουδών, το ασφαλέστερο κριτήριο αξιολόγησης είναι οι βιβλιοθήκες. Μπορεί στις θετικές επιστήμες να προέχουν τα εργαστήρια, τα ηλεκτρονικά περιοδικά και τα citation indexes, αλλά για τις ανθρωπιστικές απαιτούνται ενημερωμένες βιβλιοθήκες. Δυστυχώς, οι βιβλιοθήκες πολλών ελληνικών πανεπιστημίων δεν επαρκούν για σοβαρή έρευνα, ενώ κάποιες του εξωτερικού είναι πιο ενημερωμένες ακόμη και σε ελληνικά βιβλία. Χωρίς βιβλιοθήκη, πλούσια ακόμη και σε ελληνικά βιβλία, δεν θα μπορούσαν να εκπονηθούν τόσες διατριβές στο Πανεπιστήμιό μου.

Αν, για παράδειγμα, συμβουλευτεί κανείς το Worldcat catalogue, που δείχνει σε ποιες βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο υπάρχει κάποιο βιβλίο, θα διαπιστώσει ότι βιβλία που αφορούν την Ελλάδα και έχουν δημοσιευτεί από ξένους εκδοτικούς οίκους υπάρχουν σε βιβλιοθήκες από τη Σουηδία μέχρι την Τουρκία αλλά όχι σε ελληνικές. Η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας, κατά ομολογία του Προέδρου του Εφορευτικού της Συμβουλίου, έχει να παραγγείλει νέα βιβλία εδώ και πολλά χρόνια ενώ ο προϋπολογισμός των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών είναι απαράδεκτα περιορισμένος (Ζουμπουλάκης, 2024). Πώς με αυτές τις βιβλιοθήκες μπορεί να γίνει έρευνα διεθνούς επιπέδου; Πώς η φιλολογία θα είναι σε θέση να πληροί τα διεθνή κριτήρια αξιολόγησης όπως η ακαδημαϊκή φήμη, η έρευνα, οι δημοσιεύσεις, οι αναφορές, η ποιότητα διδασκαλίας και η απασχολησιμότητα των αποφοίτων;

Τέλος, οι νεοελληνικές σπουδές στο εξωτερικό συχνά στηρίχτηκαν σε χορηγίες για να δημιουργηθούν νέες έδρες, να προσφερθούν υποτροφίες και να προωθηθεί η έρευνα. Έτσι έχουμε έδρες Κοραή, Καβάφη, Σεφέρη, που ιδρύθηκαν από χορηγίες· καλό θα ήταν και οι φιλοσοφικές σχολές στην Ελλάδα να επιδιώξουν τη στήριξη του έργου τους με μεταπτυχιακές και μεταδιδακτορικές υποτροφίες από χορηγούς και Ιδρύματα, ενισχύοντας έτσι την απήχησή τους και την προσέλκυση λαμπρών ερευνητών. Για παράδειγμα, στο Πανεπιστήμιό μου είχαμε ιδρύσει πανεπιστημιακή θέση για Κυπριακές Σπουδές για τρία χρόνια με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Λεβέντη, το οποίο μας χορήγησε για αρκετά χρόνια και υποτροφίες για μεταπτυχιακές σπουδές, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε πολλούς Έλληνες/ίδες και Κύπριους/ες φοιτητές/τριες να συνεχίσουν τις σπουδές τους και να εκπονήσουν διδακτορικές διατριβές. Γιατί να μην υπάρχουν υποτροφίες ή έδρες που να φέρουν το όνομα ελλήνων λογίων και λογοτεχνών με fundraising από Ιδρύματα και αποφοίτους, οι οποίες μπορούν να προσελκύσουν αξιόλογους νέους επιστήμονες και φοιτητές;

Φυσικά υπάρχουν διαφορές μεταξύ των Νεοελληνικών Σπουδών του εξωτερικού και των φιλολογικών τμημάτων στην Ελλάδα, ο διάλογός τους όμως μπορεί να συμβάλει να επιβιώσουν σε ένα απαιτητικό και ανταγωνιστικό ακαδημαϊκό περιβάλλον. Οι Νεοελληνικές Σπουδές μπορούν να δείξουν το δρόμο για τη διεθνοποίηση  της ελληνικής φιλολογίας (ιδιαίτερα της νεότερης) καθώς το μέλλον της θα εξαρτηθεί και από το αν τα καταφέρει να ξεφύγει από τα στενά της όρια και να κάνει και άλλες επιστήμες να ενδιαφερθούν για τα πορίσματά της. Να γίνει όσο το δυνατόν διεπιστημονική, να αξιοποιήσει τις διεθνείς θεωρητικές εξελίξεις και να εκφράσει σύγχρονους προβληματισμούς, διεκδικώντας το χώρο του πολιτισμού και της πολιτισμικής ανάλυσης και μη περιοριζόμενη στην επικράτεια των κειμένων.[10] Για να αναζωογονηθεί η φιλολογία πρέπει να προέχει η μέθοδος και όχι η γνώση, η θεωρία και όχι η γραμματολογία, η πολιτισμική ανάλυση και όχι η κειμενική λεπτομέρεια. Έχω επίγνωση ότι μια τέτοια πρόταση μπορεί να ενοχλεί αλλά πρέπει να σκεφτούμε εκτός πλαισίου, αν θέλουμε να αποφύγουμε τον αργό θάνατο της φιλολογίας ως διδακτικού αντικειμένου. Αντί δηλαδή να θρηνούμε το τέλος των ανθρωπιστικών σπουδών ας αναζητήσουμε νέους δρόμους και ας δούμε τις Νεοελληνικές Σπουδές ως οδοδείκτη για το πώς η φιλολογία θα περάσει από τη γραμματολογία στην πολιτισμολογία.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνόγλωσση

Ιφιγένεια Βιρβιδάκη (2024),  «650 σελίδες; Αποκλείεται…», Το Βήμα, 20 Οκτωβρίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4n2AtUM

Αρίστος Δοξιάδης (2024), «Έχουν μέλλον οι φιλόλογοι;», Η Καθημερινή, 14 Ιουλίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: bit.ly/3JDou1z

Σταύρος Ζουμπουλάκης (2024), «Τριάντα χρόνια η Εθνική Βιβλιοθήκη δεν είχε αγοράσει ένα βιβλίο», συνέντευξη στη Μαριλένα Αστραπέλλου, ΒΗΜΑgazino, 8 Φεβρουαρίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4i1zdiQ

Αγγέλα Καστρινάκη (2024), «Αιχμάλωτα ακροατήρια και ιδιωτικά πανεπιστήμια», Τα Νέα, 9 Μαρτίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/3JDQXEw
Βάσω Κιντή (2025), «Βαρέα προγράμματα, ακίνητα ΑΕΙ», Η Καθημερινή, 8 Ιουνίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο:
https://bit.ly/41IpR5j

Απόστολος Λακασάς (2023), «Ο νεοελληνικός μύθος ξεθωριάζει διεθνώς» , Η Καθημερινή, 13 Οκτωβρίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4ndz5il

Απόστολος Λακασάς (2024), «Μήπως είναι τραγουδιστής ο Ευριπίδης;» Η Καθημερινή, 31 Μαΐου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4lYGRvt

Απόστολος Λακασάς (2025), «Πληθωρισμός και υποτίμηση για φιλολόγους», Η Καθημερινή, 3 Αυγούστου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4mA3NlG

Βασίλης Λαμπρόπουλος (2024), «Στόχος το ριζοσπαστικό πανεπιστήμιο», Το Βήμα, 5 Μαΐου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/3I0pQmu

Μαρία Α. Στασινοπούλου (2024), «Οι Νεοελληνικές Σπουδές σε σταυροδρόμι», Το Βήμα, 10 Νοεμβρίου, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/41uatJH

Βασιλική Χρυσοστομίδου (2025), «Η παρακμή των σχολών Φιλολογίας: Οι νέοι γυρνούν την πλάτη στις θεωρητικές σχολές», Πρώτο Θέμα, 25 Αυγούστου διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/47gR6HL

Ξενόγλωσση

Lars Baerentzen, John O. Iatrides, Ole L. Smith (επιμ.) (1987), Studies in the history of the Greek Civil War 1945-1949, Museum Tusculanum Press, Κοπεγχάγη

Maria Boletsi & Dimitris Papanikolaou (2020), ‘Why Rethink Modern Greek Studies Today: Notes from the Front of Cultural Analysis’, 5 June, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/3JyNzLc

Yannis Hamilakis (2015), ‘Response: Politicizing Modern Greek Studies’, Journal of Modern Greek Studies, 33 (1) 67-72

John Ο. Iatrides (επιμ.) (1981), Greece in the 1940s: a nation in crisis, University Press of New England, Hanover

Mary N. Layoun (επιμ.) (1990), Modernism in Greece?: essays on the critical and literary margins of a movement, Pella, Νέα Υόρκη

Marion Sarafis (επιμ.) (1980), Greece: From Resistance to Civil War, Spokesman, Nottingham

Dimitris Tziovas (επιμ.), (1997), Greek Modernism and Beyond, Rowman & Littlefield, Lanham, MD, Οξφόρδη

Tziovas Dimitris (2016), ‘The study of modern Greece in a changing world: fading allure or potential for reinvention?’, Byzantine and Modern Greek Studies, 40 (1) 114-125

 Εκδοχές αυτού του κειμένου εκφωνήθηκαν κατά την αναγόρευσή μου σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (5 Μαρτίου 2025) και στο συνέδριο «Ανθρωπιστικές σπουδές και εκπαίδευση στον 21ο αιώνα», 26-27 Σεπτεμβρίου 2025, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

[1] Βλ. Δοξιάδης (2024), Λακασάς (2025), Χρυσοστομίδου (2025) και το αφιέρωμα των Νέων Εποχών με θέμα «Η κρίση των φιλολογικών σπουδών» με κείμενα Αναστασίας Νάτσινα, Κατερίνας Κωστίου και Ιωάννας Καραμάνου (Το Βήμα, 14 Σεπτεμβρίου 2025).

[2] Tziovas (2016), Boletsi & Papanikolaou (2020), Λακασάς (2023), Στασινοπούλου (2024), και «Οι ελληνικές σπουδές σήμερα στον κόσμο», Τα Νέα-Σαββατοκύριακο, 24-25 Μαΐου 2025.

[3]  Βλ. Sarafis (1980), Iatrides (1981), Baerentzen et. al. (1987).

[4] Το Mellon Foundation χορήγησε ένα εκατομμύριο δολάρια σε δύο πανεπιστημιακούς από το Princeton και το Brown για ερευνητικό πρόγραμμα με θέμα «Racing the Classics». Βλ. σχετικά https://bit.ly/3V8kwAE.

[5] Βλ. “Homer’s Iliad and Odyssey hit with trigger warnings by university for ‘distressing’ content”, The Telegraph, 29 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στο: https://bit.ly/4gfZGsx.

[6] Μια εκδήλωση ριζοσπαστικού ακτιβισμού στο χώρο των Νεοελληνικών Σπουδών αποτελεί το σύντομο άρθρο του Γ. Χαμηλάκη: Hamilakis (2015).

[7] Σύμφωνα με έρευνες, ένας στους πέντε πρόσφατους αποφοίτους ελληνικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα θεωρούνται λειτουργικά αναλφάβητοι.

[8] Μόνο το Πανεπιστήμιο Κύπρου διαθέτει Τμήμα Αγγλικών Σπουδών.

[9] Τα Λατινικά, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να περιοριστούν σε μεταπτυχιακό επίπεδο και σε προπτυχιακό να αντικατασταθούν από μία ή δύο σύγχρονες γλώσσες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο καθηγητής κλασικής φιλολογίας και ακαδημαϊκός Αντώνης Ρεγκάκος σε συνέντευξή του επισημαίνει: «Πρέπει να σταματήσουν να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά στα σχολεία ως γλώσσα και πλέον να διδάσκονται στον κύριο όγκο των μαθητών ως πολιτισμός, λογοτεχνία, φιλοσοφία, ρητορική, ιστοριογραφία. Όλα τα σημαντικά αρχαία κείμενα, αλλά όχι στην πρωτότυπη γλώσσα, την οποία, ας μην κρυβόμαστε, λίγοι μπορούν και θέλουν να καταλάβουν», Η Καθημερινή, 9 Νοεμβρίου 2025, 41, διαθέσιμο διαδικτυακά στο: https://bit.ly/4u6M1Kf.

[10] Υπάρχει βέβαια και ο κίνδυνος η διεπιστημονική εξάπλωση σε διάφορα πεδία να οδηγήσει στην απώλεια διακριτής ταυτότητας. Να είναι δηλαδή λίγο από όλα αλλά και τίποτε ξεχωριστό, καθιστώντας το αντικείμενο μη εύκολα υπερασπίσιμο και ανανεώσιμο όσον αφορά νέες θέσεις εργασίας, γιατί έχει διαχυθεί προς πολλές κατευθύνσεις.