Σύνδεση συνδρομητών

Μάρκος Μέσκος

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Ληστές και δημοτική παράδοση

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

Μάρκος Μέσκος, Ποιήματα Ι: 1958-1986, Ποιήματα ΙΙ: 1995-2018, επιμέλεια σειράς: Ιωάννα Καραμαλή, Μετρονόμος, Αθήνα 2026, 2 τόμοι, 334+443 σελ.

Όσοι έχουν προσέξει έστω και φευγαλέα το έργο του Μάρκου Μέσκου ξέρουν καλά ότι ο ποιητής παρακολουθεί από πολύ κοντά τη δημοτική παράδοση. Η στάση του, ωστόσο, απέναντί της δεν είναι η υποταγή –η μηχανική αναπαραγωγή των μετρικών και των θεματικών της στερεοτύπων– αλλά η δημιουργική αφομοίωση: η ένταξη των παραδεδομένων μοτίβων και ηθικών αξιών στις αναζητήσεις της σύγχρονης ποίησης.




Η στάση του Μάρκου Μέσκου απέναντι στην παράδοση δεν είναι η υποταγή –η μηχανική αναπαραγωγή των μετρικών και των θεματικών της στερεοτύπων– αλλά η δημιουργική αφομοίωση: η ένταξη των παραδεδομένων μοτίβων και ηθικών αξιών στις αναζητήσεις της σύγχρονης ποίησης. Το αγροτικό τοπίο διατηρεί τη δύναμή του ως πηγή αθωότητας και πνευματικής υγείας ενώ ταυτόχρονα γίνεται πεδίο προβολής του άγχους και της σύγχυσης που βασανίζουν τη συνείδηση του ποιητικού εγώ. Οι περιγραφές της φύσης είναι ρεαλιστικές ή ανάγονται σε σύμβολα, χωρίς να χάνουν το ειδυλλιακό, αρκαδικό τους στοιχείο. Τέλος, ο γενέθλιος χώρος, μολονότι παραμένει πολύτιμη παρακαταθήκη μνήμης, παραμορφώνεται από τα αιματηρά γεγονότα της Ιστορίας και, αν μπορώ να το πω έτσι, από τις αλλοτριωμένες σχέσεις της αστικής κοινωνίας.

Από το γενικό αυτό πλαίσιο, το οποίο ανέπτυξα προ πολλών ετών και στο οποίο επανέρχομαι τώρα με χρυσή ευκαιρία την εκδοτική πρωτοβουλία του Μετρονόμου, αποσπώ ένα χαρακτηριστικό που προσδιορίζει με σαφή τρόπο τη δίβουλη σχέση του Μέσκου με την παράδοση. Το 1971, ο Γιάννης Δάλλας, γράφοντας για τα Ανώνυμα, χρησιμοποίησε έναν περίεργο εκ πρώτης όψεως όρο προκειμένου να αποδελτιώσει κάποιες από τις σταθερές παραμέτρους της συλλογής. Έκανε λόγο για μια «απωθημένη λεβεντιά» που διακρίνεται ως ήθος κάτω από την εξωτερική επιφάνεια των ποιημάτων, συμπληρώνοντας ότι το πρότυπό της πρέπει να βρίσκεται στη μορφή του ληστή-αντάρτη της δημοτικής φιλολογίας. Ο κριτικός δεν είχε καθόλου άδικο στην επισήμανσή του, αν και δεν φρόντισε να της δώσει συνέχεια. Πράγματι. Αρχηγός ληστών ή επαναστάτης, γενναίος στρατιώτης ή στρατηγός, Διγενής ή Προφήτης, μαντρόσκυλο που διαφεντεύει  άφοβα το κοπάδι του ή ιερωμένος που δεξιώνεται με αγάπη το ποίμνιό του, ο ποιητικός ήρωας του Μέσκου παραπέμπει, όχι μόνο στα Ανώνυμα αλλά και σε αρκετά από τα υπόλοιπα βιβλία του, στον αντρειωμένο κλέφτη του δημοτικού τραγουδιού ή, συχνότερα, στο προικισμένο παλικάρι-βασιλόπουλο των ελληνικών λαϊκών παραμυθιών.

Προσοχή, όμως. Το τραγούδι και τα παραμύθι  δεν εξαφανίζουν  το ατομικό στίγμα του ποιητή. Αποτελούν μόνο ένα είδος πρώτης ύλης η οποία μέσω μιας περίπλοκης επεξεργασίας καταλήγει σε εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα. Η ιδιότητα του ληστή είτε υπονομεύεται εσωτερικά, με την παρείσφρηση ενός αντι-ηρωικού δεδομένου, είτε προβάλλεται εξαρχής παρατονισμένη, εγκαταλείποντας τη θέση που κατέχει στη δημοτική παράδοση. Ο αλύγιστος αντάρτης μεταμορφώνεται σε μάνα που κλαίει τα παιδιά της ή σε αλαφροΐσκιωτο που πάσχει από αγοραφοβία. Η κατάσταση αυτή σημαίνει κάτι περισσότερο από την αδυναμία, την ανημπόρια και την κατάρα που ταλαιπωρούν τους παραδοσιακούς αμαρτωλούς και τους μυθικούς βασιλιάδες. Στη δική τους περίπτωση τα εμπόδια και οι δυσκολίες τίθενται για να αρθούν: το σκήπτρο της ανδρείας κάποια στιγμή επιστρέφει αλώβητο στα χέρια τους. Στα ποιήματα του Μέσκου οι ήρωες δεν βρίσκουν ποτέ διέξοδο. Απομένουν μικροί, καθημερινοί και αβοήθητοι – ωχρά αντίγραφα των προγόνων τους, «απωθημένοι» της λεβεντιάς και του θάρρους για να παραλλάξω τα λόγια του Δάλλα.

Το μοτίβο του ανάπηρου, παροπλισμένου αντάρτη εμφανίζεται από την πρώτη κιόλας συλλογή του ποιητή, μολονότι κάπως θολά ακόμη. Η φυσιογνωμία του ήρωα δεν έχει ξεκαθαρίσει, αλλά οι πράξεις του είναι εύγλωττες:

[…]
και να σκοτώνω αδέρφια, εχτρούς κι αρνιά,
να τυραννιέμαι και να βασανίζομαι ψάχνοντας
την καρδιά μου στις πολιτείες με τριάντα δραχμές
                                                        […]

Ο ήρωας έχει παλικάρια και θρηνεί σαν μικρό παιδί για το χαμό τους ή πολεμάει  στα βουνά και το όπλο βαραίνει την καρδιά του. Είναι περήφανος για τη μοναξιά του, δεν φοβάται θεό και διάβολο, περιφρονεί το θάνατο, η ζωή του, ωστόσο, μοιάζει φτενή και ασήμαντη: ένα καβούκι που δεν μπορεί να κρύψει τον πανικό του.

Το πρότυπο του ληστή-μάρτυρα, που δεν θα κατορθώσει ποτέ να χρησιμοποιήσει όπως θέλει το σπαθί του, αλλά και που ουδέποτε θα ενδώσει στο εχθρό, αποσαφηνίζεται στο Μαυροβούνι (1963):

[…]

Αυτός δεν ήταν ληστής, (είχε μαντίλι ιδρωμένο στο λαιμό

άταχτα μαλλιά, ένα μέτριο μπόι) τους κοίταξεν όλους

έναν έναν στα μάτια

τόση ήσυχη σκλαβιά, σκέφτηκε, τόση φυλακισμένη 

                                                                         θάλασσα
γύρισε πίσω του και με δυσφορία είπε:
– Δεν έχει αέρα εδώ, πάμε.

Πήρε τα παλικάρια του κι έφυγε.

Χωρίς αμφιβολία, το φρόνημα εδώ δείχνει υψηλό, αν και ο πρωταγωνιστής δεν είναι ακριβώς αυτό που προβάλλει η σκηνική εικόνα. Ο αφηγητής σπεύδει να κόψει τα φτερά της φαντασίας μας σε ό,τι αφορά το καθαρά πλαστικό της μέρος. Θα ακούσουμε τον νιόφερτο στο καφενείο να μιλάει με ασυνήθιστη πεποίθηση και θάρρος, ας έχουμε όμως υπόψη μας ότι πρόκειται περί κοινού, κοινότατου ανθρώπου. Να το πω διαφορετικά. Ένας στρατιώτης που φυλάει καραούλι ρεμβάζοντας και ένας πολεμιστής ο οποίος την ώρα που τον σέρνουν αλυσοδεμένο στη φυλακή κοιτάζει με άπληστο βλέμμα τα χωράφια, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, επαναστάτες αφοσιωμένοι σε κάποιο σπουδαίο σκοπό και ικανοί να αντιμετωπίσουν την οποιαδήποτε κακοτυχία. Το πνεύμα τους παραμένει ηρωικό, αλλά τα αισθήματά τους ταυτίζονται με τα αισθήματα των σύγχρονων ποιητικών ηρώων. Μιλούν, βέβαια, με τον τρόπο των κλεφτών. Ο κόσμος εντούτοις που τους περιβάλλει έχει κατακερματιστεί. Η ενότητα και η αρμονία της οργανικής κοινότητας στην οποία απευθύνεται η γλώσσα τους απουσιάζουν. Απόντες, κατ’ ουσίαν, είναι και οι ίδιοι: αναχωρητές, απόβλητοι ή σκιώδεις.

Θα μου επιτραπεί, παρ’ όλα αυτά, να συνεχίσω στο επόμενο τεύχος. Αξίζει, νομίζω, κάθε κόπο. 

 

 

15 Οκτωβρίου 2026