Σύνδεση συνδρομητών

Ροζέ Γκαρωντύ

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Στην αρχή του μπεστ σέλερ του που εκδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2004, Ο Εβραϊκός Αιώνας (The Jewish Century), ο ιστορικός  Γιούρι Σλέζκιν (Yuri Slezkine) αναγγέλλει την ακόλουθη θέση:

Αν ο 20ός αιώνας έγινε ο Εβραϊκός Αιώνας, είναι μεταξύ άλλων επειδή η επιχείρηση που έκανε ο Χίτλερ να κάνει πράξη την αντίληψή του προκάλεσε  την καθιέρωση των ναζί ως εκπροσώπων του απόλυτου Κακού και την επανανάδυση των Εβραίων  ως οικουμενικών θυμάτων[1].

Η θέση αυτή ισοδυναμεί με μια άλλη αντίληψη, που θεωρεί ότι οι Εβραίοι επωφελήθηκαν από τη θέση του θύματος που τους προσέδωσε η διεθνής αναγνώριση της ναζιστικής γενοκτονίας των Ευρωπαίων Εβραίων. Γιατί, όπως σημειώνει ο Σλέζκιν, «η θέση του θύματος είναι ένα οικουμενικό σύμβολο αρετής»[2]. Αυτή όμως η περιγραφή που θέλει να είναι αισιόδοξη και καθησυχαστική για τον «Εβραϊκό Αιώνα» φαίνεται σήμερα ξεπερασμένη, αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα των γεγονότων. Η αποεβραιοποίηση του νέου αιώνα που ξεκίνησε, είναι σε λειτουργία και αναδιπλασιάζεται από μία εγκληματοποίηση των Εβραίων που καθίσταται αποδεκτή από μια αντισιωνιστική προπαγάνδα της οποίας η αποτελεσματικότητα είναι αυξανόμενη, φερόμενη από τη συμπόνια για τον «παλαιστινιακό λαό», η εικόνα του οποίου είναι αυτή ενός συνόλου θυμάτων ή μαρτύρων. Αυτή η συμπόνια, ανάμεικτη με ενσυναίσθηση, παρέχει λόγους στράτευσης με διάφορους τρόπους κατά του Ισραήλ και των «σιωνιστών».

 

Από την απο-θυματοποίηση των Εβραίων στην εγκληματοποίησή τους

Οι Εβραίοι όλο και λιγότερο θεωρούνται θύματα και όλο και περισσότερο δήμιοι, μέχρι του σημείου να κατηγορούνται ως «γενοκτόνοι» με «σιωνιστικό» πρόσωπο. Έχασαν το μονοπώλιο της θέσης του θύματος που τους προστάτευε από τις εκφράσεις μίσους, μνησικακίας και από την επιθυμία εκδίκησης. Χωρίς να ξεχνάμε την κινητήρια δύναμη του φθόνου, που οφείλεται στο σχεδόν-μονοπώλιο της θέσης του θύματος μετά το 1945. Κάνοντας έναν πρώτο απολογισμό των ενδείξεων, των διαφορετικών ειδών συμπτωμάτων και των αναγγελτικών σημείων τα οποία, από την αρχή της δεκαετίας του 2000, επιτρέπουν να φανταστούμε το μέλλον των Εβραίων, υπάρχει κίνδυνος ο 21ος αιώνας να είναι ένας νέος αντιεβραϊκός αιώνας.

Αν είναι αλήθεια ότι, παλαιότερα, οι σιωνιστές μπορούσαν να ισχυρίζονται πως «η πραγματική συνταγή για την εβραϊκή τρωτότητα δεν προϋποθέτει όλος ο κόσμος να γίνει εβραϊκός, αλλά αντιθέτως οι Εβραίοι να γίνουν όπως όλος ο κόσμος»[3], τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η υπόσχεση εξομάλυνσης δεν πραγματοποιήθηκε, τουλάχιστον για τους εχθρούς τους. Οι Εβραίοι ξαναφόρεσαν ακόμα μια φορά τα σήματα της αρνητικής εξαίρεσής τους τα οποία ιστορικά τροφοδότησαν τις αντιεβραϊκές κινητοποιήσεις. Ήδη, τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο θυματικός ανταγωνισμός διεξήχθη σε βάρος της εικόνας των Εβραίων, που εξομοιώνονται με τους «σιωνιστές» και γίνονται αντικείμενο φαντασίωσης ως «αποικιοκράτες», «ιμπεριαλιστές» και «ρατσιστές». Η προστατευτική ισχύς της Σοά σιγά σιγά αποδυναμώθηκε, έπειτα έσβησε, ενώ η μνήμη της Νάκμπα δεν έπαψε να τροφοδοτεί ένα θυματικό φαντασιακό σφραγισμένο από μια βούληση εκδίκησης. Σε αυτή την διαδικασία μετατόπισης και υποκατάστασης, μπορούμε να δούμε μια απεικόνιση του γεγονότος ότι η αποικιοκρατία έγινε, μέσω της woke προπαγάνδας της επικεντρωμένης στην αποαποικιοποίηση και τη διατομεακότητα, το κεφαλαιώδες αμάρτημα στην καθημερινή πολιτική ηθική. Η αποικισμένη και, συνεπώς, «εκφυλετισμένη» Παλαιστίνη ενσαρκώνει στο εξής τον τύπο του κατεξοχήν θύματος, καταρχάς μέσα από μια «εθνοκάθαρση» που ξεκίνησε με τη Νάκμπα κι έπειτα με μια υποτιθέμενη «γενοκτονία» που διαπράττεται στη Γάζα.

Μετά την πρώτη Ιντιφάντα (που εξαπολύθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1987), μια διεθνής εκστρατεία οργανώθηκε κατά του Ισραήλ, ήδη θεμελιωμένη στη ναζιστικοποίηση του στόχου. Η απο-θυματοποίηση των Εβραίων ήταν καθ’ οδόν, ταυτόχρονα με την εγκληματοποίησή τους. Αυτή η «αντισιωνιστική» εκστρατεία εξαπολύθηκε εκ νέου μετά τη δεύτερη Ιντιφάντα, η οποία άρχισε στις 28 Σεπτεμβρίου 2000. Αλλά τα περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία αυτής της βίαιης εκστρατείας ήταν παρόντα από το τέλος της δεκαετίας του 1980. Συμπυκνώθηκαν στη μιντιακή εικόνα του αββά Πιέρ, «του πιο λαϊκού ανθρώπου της Γαλλίας», συνοδοιπόρου του αντισιωνιστή-αρνητιστή Ροζέ Γκαρωντύ[4], στον οποίο οφείλουμε την εμβληματική διατύπωση της κατηγορίας: «Παρατηρώ ότι μετά την συγκρότηση του κράτους τους, οι Εβραίοι, από θύματα, έγιναν δήμιοι»[5]. Παρουσιαζόμενο με διαστροφικό τρόπο ως παρατήρηση, αυτό το μήνυμα κατηγορίας που εξαπολύθηκε το 1991 επαναλήφθηκε έκτοτε άπειρες φορές υπό διαφορετικές μορφές, κυρίως από μιντιακές πεοσωπικότητςες που σήμερα δεν υπάρχουν, όπως ο Στεφάν Εσσέλ (Stéphane Hessel), ο Εντγκάρ Μορέν ή ο Ντέσμοντ Τούτου[6]. Στην διάρκεια των τριών δεκαετιών που ακολούθησαν, η κατηγορία αποπεριθωριοποιήθηκε πλήρως, σε σημείο να μετασχηματισθεί σε ιδεολογική προφάνεια αποτελώντας μέρος της κυρίαρχης ιδεολογίας. Και οι «δήμιοι» πήραν τη μορφή των «γενοκτόνων».

 

Τα μαθήματα του Ροζέ Γκαρωντύ και του αββά Πιέρ

Οι κατηγορίες κατά του Ισραήλ από τους ριζοσπάστες «αντισιωνιστές» (εκείνους οι οποίοι ονειρεύονται να καταστρέψουν το εβραϊκό κράτος) θεμελιώνονται συχνά σε μια πολεμική χρήση εβραϊκών θρησκευτικών κειμένων τα οποία διαβάζονται με σημερινά μάτια. Ο στόχος, για παράδειγμα, είναι να νομιμοποιηθεί η εξομοίωση του μυθικού προσώπου του Ιησού του Ναυή με τον Χίτλερ, πρόσωπο ιστορικό (αλλά και μυθοποιημένο). Έτσι, οι «αντισιωνιστές» πολεμιστές και προπαγανδιστές αποσκοπούν να δικαιολογήσουν τη θέση σύμφωνα με την οποία οι Εβραίοι έχουν μια πανάρχαια τάση στη γενοκτονία των μη εβραϊκών πληθυσμών, πράγμα που καθιστά τους Εβραίους γεννημένους εγκληματίες.

Αυτόν τον τύπο ειδικού συλλογισμού, ο οποίος ουσιοποιεί και εγκληματοποιεί «τους Εβραίους», τον συναντάμε σε πολλούς συγκαιρινούς συγγραφείς – στη Γαλλία, οι διασημότεροι ήσαν ο αββάς Πιέρ και ο Ροζέ Γκαρωντύ. Το 2004, με την ίδια στόχευση, ο ακροαριστερός διανοούμενος Λουί Σαλά-Μολάνς (Louis Sala-Molins) δημοσίευσε ένα λιβελογράφημα με τίτλο πέραν πάσης αμφισημίας: Το Κόκκινο Βιβλίο του Γιαχβέ [ Le Livre rouge de Yahvé], που ισοδυναμεί με ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον εβραϊσμό[7]. Αρχίζει ως εξής:

Από την πρώτη λέξη της Τορά μέχρι την τελευταία του Βιβλίου του Ιησού του Ναυή, ο Γιαχβέ οδηγεί την υπόθεσή του: από τη δημιουργία του κόσμου ώς την εγκατάσταση των Ισραηλιτών, των παραχαϊδεμένων του, σε όχι και λίγα εκτάρια στα ανατολικά του Ιορδάνη και σε όλο το δυτικό μέρος του ποταμού μέχρι τη θάλασσα, περιλαμβανομένης της λωρίδας της Γάζας. Είναι η «γη Ισραήλ» (“eretz Israël”) για την οποία μιλάνε ακόμα οι τωρινοί Ισραηλινοί σε απευθείας σύνδεση με τους Ισραηλίτες τού τότε. Τόσο το χειρότερο για τους Χαναναίους και τους Φιλισταίους τού τότε, τόσο το χειρότερο για τους Παλαιστίνιους τού σήμερα.[8]

Όσο για τους «υιούς του Ιακώβ», ταυτοποιούνται από τον καθηγητή πανεπιστημίου ως «οι πρώτοι γενοκτόνοι της ισραηλιτικής γενεαλογίας»[9]. Με δυο λόγια, «το Ισραήλ είναι η πηγή της βαρβαρότητας την οποία αφηγείται η Τορά»[10].  

Η γενοκτονική διδασκαλία της Βίβλου, σύμφωνα με τον Ροζέ Γκαρωντύ και τον αββά Πιέρ, αρχίζει με ένα μάθημα για τον Ιησού του Ναυή, που παρουσιάζεται ως ο πρώτος γενοκτόνος κατακτητής:

Ο όρος «γενοκτονία», σε όλα τα λεξικά, έχει ένα ακριβές νόημα. Το Λαρούς δίνει, για παράδειγμα, αυτόν τον ορισμό: «Γενοκτονία. Μεθοδική καταστροφή μιας εθνοτικής ομάδας μέσα από την εξόντωση των ατόμων της». Αυτός ο ορισμός δεν μπορεί να εφαρμοσθεί κατά γράμμα  παρά στην περίπτωση της κατάκτησης της Χαναάν από τον Ιησού του Ναυή, όπου μας λέγεται για κάθε κατακτημένη πόλη: «δεν έμεινε επιζών κανένας τους» (για παράδειγμα, στους Αριθμούς XXI, 35).[11]

Το θέμα της κατηγορίας επαναλαμβάνεται από τον αββά Πιέρ σε ένα γράμμα προς τον Ροζέ Γκαρωντύ με ημερομηνία 15 Απριλίου 1996: «Αλλά με τον ΙΗΣΟΥ ΤΟΥ ΝΑΥΗ, ανακάλυψα (βέβαια διηγημένο αιώνες μετά το γεγονός) πώς πραγματοποιήθηκε μια πραγματική “Σοά” σε κάθε υπαρκτή ζωή στη “Γη της Επαγγελίας”»[12]. Και στις δύο περιπτώσεις, η ταύτιση ανάμεσα στη μυθικο-θρησκευτική και την ιστορικο-πολιτική διάσταση παίζει το ρόλο ενός οπερατέρ διαβολοποίησης του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ.

Στις 27 Μαρτίου 1993, στη διάρκεια μιας συζήτησης με τον Μπερνάρ Κουσνέρ, ο αββάς Πιέρ προσέγισε με τον ακόλουθο τρόπο το ζήτημα της «Γης της Επαγγελίας»: «Τι απομένει από μία επαγγελία όταν το επαγγελλόμενο το αρπάζουμε σκοτώνοντας με πραγματικές γενοκτονίες τους λαούς που κατοικούσαν ειρηνικά εκεί, πριν αυτοί εισέλθουν; […] Όταν ξαναδιαβάζουμε το βιβλίο του Ιησού του Ναυή, είναι τρομακτικό! Είναι σειρά γενοκτονιών, της μιας ομάδας μετά την άλλη, για να διασφαλίσουν την κατοχή! Λοιπόν, παρατήστε μας με τα σχετικά περί της Γης της Επαγγελίας!»[13] Έτσι, η ιστορία του εβραϊκού λαού μεταμορφώνεται σε μια μακρά διαδοχή «βάρβαρων επεισοδίων»[14], με χρονολογικά τελευταίο τη «γενοκτονία των Παλαιστινίων της Γάζας».

 

Καταγγέλλοντας τον «σιωνισμό» ως ένοπλο βραχίονα του «παγκόσμιου εβραϊσμού»

Αυτό που έχουν κατά νου οι «αντισιωνιστές» είναι ένα μείγμα μύθων κατηγορίας διαφορετικών προελεύσεων, με στόχο τον «σιωνισμό» και το Ισραήλ. Προσδιορισμένος ως ο απόλυτος εχθρός, «ο σιωνισμός» αποτελεί παίγνιο αόριστων και αντιφατικών ορισμών, οι παραλλαγές των οποίων εξαρτώνται από τα συμφέροντα και τα πάθη τα οποία κυριαρχούν στη μια ή στην άλλη κοινωνικο-ιστορική συγκυρία. Αυτό που οι «αντισιωνιστές» εννοούν με τη λέξη «σιωνισμός», αποκλειστικά πολεμικής χρήσης, δεν σχετίζεται τόσο με το νόημα αυτού του τελευταίου όσο με τη διαβολοποιητική ισχύ του υποτιθέμενου γνωστού φαινομένου για τον απωθητικό του χαρακτήρα. Η πλέον διαδεδομένη αναπαράσταση του «σιωνισμού», εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο εμφανίζεται σε ένα σαουδαραβικό σχολικό εγχειρίδιο υπό την ακόλουθη διατύπωση: «Ο σιωνισμός [...] αποτελεί τον επίσημο εκτελεστικό μηχανισμό του παγκόσμιου εβραϊσμού»[15]. Αν ο «σιωνισμός» είναι ο ένοπλος βραχίονας του «παγκόσμιου εβραϊσμού», τότε αυτός ο τελευταίος μπορεί να γίνει αντικείμενο φαντασίωσης ως δυναμικής και πλανητικής έκτασης οργάνωση, σύμφωνα με το μοντέλο του χταποδιού («με τα αναρίθμητα πλοκάμια») που η ιδεολογία του προσανατολίζει τις καταδικαστέες «σιωνιστικές» πρακτικές.

Συνεπώς, πίσω από τον «σιωνισμό» πρέπει να βλέπουμε τον «εβραϊκό κίνδυνο». Γιατί ο «σιωνισμός», διευκρινίζει ένα άλλο σαουδαραβικό σχολικό εγχειρίδιο, είναι «ένα φαινόμενο ρατσιστικού και επιθετικού εθνικισμού που παίρνει το χαρακτήρα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, η οποία είναι [ένας τύπος] δυτικού ιμπεριαλισμού»[16]. Ρατσισμός και αποικιοκρατία: πράγματι, αυτά είναι τα δύο βασικά θέματα για την κατηγορία της «αντισιωνιστικής» προπαγάνδας. Έτσι, οριζόμενος και εγκληματοποιούμενος, ο «σιωνισμός» ανάγεται, για τους κατηγόρους του, σε μια ιστορική εκδήλωση της διιστορικής ή «αιώνιας» φύσης των Εβραίων, ένα από τα διακριτά χαρακτηριστικά των οποίων είναι το «μίσος για το ανθρώπινο είδου», το οποίο προϋποθέτει κακία και ωμότητα: «Οι Εβραίοι είναι η κακία στην ίδια της την ουσία»[17]. Αν στα μάτια των «αντισιωνιστών» ο σιωνισμός αποτελεί μια μορφή ρατσισμού, αυτό συμβαίνει επειδή είναι μια από τις σύγχρονες εκδηλώσεις του «εβραϊκού ρατσισμού»[18], ενός ρατσισμού που εντοπίζεται στην καρδιά του εβραϊσμού.

Ας επιστρέψουμε στη Γαλλία, όπου η πλειονότητα των αντισιωνιστών ήταν για μεγάλο διάστημα, πριν ο εξισλαμισμός της «παλαιστινιακής υπόθεσης» καταστεί ιερή υπόθεση, το φαινόμενο των ακροαριστερών κύκλων που αυτοχαρακτηρίζονται «προοδευτικοί», «ουμανιστές» και υπερασπιστές της κοσμικότητας. Στο βιβλίο του Οι Δαίμονές μου (Mes démons), δοκίμιο που εκδόθηκε το 1994, ο Εντγκάρ Μορέν εκθέτει με μια ορισμένη επιθετικότητα την εγγενώς αρνητική αντίληψή του για τον σιωνισμό και το Ισραήλ, αξεχώριστη από την απόρριψη της εβραϊκής του ταυτότητας[19], την οποία ανάγει σε μια μισαλλόδοξη μορφή αυτο-εγκλεισμού, εκμυστηρευόμενος ότι έχει πλέον «απηυδήσει με τον περιούσιο λαό»[20], και επίσης δεν κρύβει την απόρριψή του για τη «λατρεία της μνήμης της Σοά»: «Είμαι ξένος σε κάθε ιδέα περί περιούσιου λαού και να δικαιολογώ την περιουσιότητα μέσω της ιερής αποστολής του Ισραήλ, μου φαίνεται κωμική ιδέα. […] Το να ορίζω το εβραϊκό έθνος μέσα από την κατάκτηση μιας ξένης επαγγελλόμενης γης με κάνει να αισθάνομαι απέχθεια»[21]. Και διευκρινίζει, ως «κοσμικός», τι είναι αυτό το «απεχθές»: «Το κλείσιμο στον εαυτό, η μιαρότητα των μη-εβραίων, το αίσθημα της ανωτερότητας της περιουσιότητας, οι θεϊκές αιτιολογήσεις για κάθε βιαιοπραγία στην κατάκτηση της γης της επαγγελίας»[22]. Ο μετα-θυματικός μετασχηματισμός της εικόνας του Εβραίου έγινε σαφής στη διάρκεια της δεκαετίας του 1975-1985:

Η εικόνα του Γαλλο-εβραίου του μεταπολέμου, αναγνωρισμένου ουσιαστικά ως αθώο θύμα μιας γενοκτονικής επιχείρησης το οποίο έγινε ένα ελεύθερο ον σε μια ελεύθερη κοινωνία, αργά αργά εξαλείφθηκε προς όφελος ενός κοινοτικού όντος, εκπροσωπούμενου από κοσμικούς και θρησκευτικούς θεσμούς, όλοι δεμένοι με έναν ομφάλιο λώρο με το Ισραήλ, που έχουν αφιερωθεί στην απροϋπόθετη υπεράσπιση όχι πλέον του Ισραήλ που απειλείται από τους γείτονές του, αλλά του Ισραήλ νικητή, κυριαρχικού, φορέα προσάρτησης, εισβολέα.[23]

Το αντιρατσιστικό φαντασιακό κινητοποιείται από τον αντισιωνιστή διανοούμενο μέσω επισφαλών αναλογιών που παρέχονται από την κοινωνικο-οικονομική ιστορία (τις εκστρατείες κατά του αντινεγκρικού ρατσισμού της Νότιας Αφρικής): «Ο κοινοτικός σιωνισμός και ο σοσιαλισμός των θεμελιωτών καταβροχθίστηκαν από μια “ομαλή” κοινωνία, η οποία είναι σε διαδικασία να κατασπαραχθεί από τον εθνικισμό και από μια νέα αποικιοκρατία. Η Τσαχάλ, εργαλείο επιβίωσης του Ισραήλ, έγινε η λύση για κάθε πρόβλημα. Οδεύουμε προς μια νέου τύπου “νοτιοαφρικανοποίηση”»[24]. Κατηγοριοποιώντας το Ισραήλ ως ρατσιστικό κράτος, ο Μορέν καλεί να γυρίσουμε τη σελίδα της «μνήμης της Σοά», η οποία καταγγέλλεται ως ένα είδος όπιου του ισραηλινού λαού, που νανουρίζεται από μια θυματική βία η οποία του κρύβει την πραγματικότητα:

Η φρικτή γενοκτονική διαδικασία του 1942-1945 δεν οδηγεί στο να ιεροποιείται το κράτος του Ισραήλ το 1989. Η Σοά δεν πρέπει να θέλει να πει ότι οφείλουμε να εξακολουθούμε να θεωρούμε θύματα εκείνους οι οποίοι πυροβολούν με σφαίρες παιδιά Παλαιστινίων που εκτοξεύουν πέτρες, καθώς και αυτούς οι οποίοι επιδοκιμάζουν αυτούς τους φόνους. Εκείνοι η εβραϊκή ιδιαιτερότητα των οποίων τους οδήγησε να αισθάνονται αλληλέγγυοι  με όλους των διωκόμενους, βλέπουν σήμερα τους εαυτούς τους τραγικά αντιμέτωπους με ένα εθνικιστικό, κυριαρχικό, αλαζονικό, κατασταλτικό Ισραήλ το οποίο αναπόφευκτα θα παρασυρθεί σε μια μοιραία απόκλιση για τους γείτονές του και το ίδιο, αν εσωτερικές και εξωτερικές παρεμβάσεις δεν συνεργασθούν για να σταματήσουν αυτή τη διαδικασία.[25]

Ορισμένοι διανοούμενοι στρατευμένοι στην Αριστερά υιοθετούν μια κριτική πολιτικοποίησης της αναφοράς στη Σοά, που προϋποθέτει τη «λατρεία της μνήμης της Σοά», ενδεικτικά π.χ. είναι όσα έχει πει ο Γεχούντα Ελκανά (Yehuda Elkana) για το «δικαίωμα στην λήθη» σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην [εφημερίδα] Le Monde στις 8 Απριλίου 1994[26]: «Αυτό που αμφισβητώ, είναι να μετατρέπουμε τη Σοά σε μηχανή πολιτικού πολέμου. Η λατρεία της γενοκτονίας, ιδιαίτερα από εκείνους οι οποίοι δεν την έζησαν, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να προκαλεί μια αφόρητη εβραϊκή ηθική ύβρι. Χειρότερα, περιόρισε κάθε δημιουργικότητα, υποκαθιστώντας την από μια αλαζονεία η οποία έχει την αξίωση να νομιμοποιείται στη διαιώνιση του διωγμού». Ένα από τα πρωταρχικά επιχειρήματα που προβάλλονται από τους Ισραηλινούς επικριτές, που τα οικειοποιούνται οι Άραβες αντισιωνιστές προπαγανδιστές και οι Δυτικοί αριστεριστές, είναι ότι ο μνημονικός μαχητισμός τροφοδοτεί έναν εβραιοκεντρισμό και μια παρανοϊκή αντίληψη του κόσμου, τον «πανεχθρισμό» (από την ελληνική λέξη «εχθρός») –ταυτοποιημένος παλαιότερα από τον Μαξίμ Ροντενσόν (Maxime Rodinson[27])–, οι συνέπειες του οποίου είναι επικίνδυνες για τους Ισραηλινούς και γενικότερα για τους Εβραίους. Αντί να εκπαιδεύει στην αρετή της δικαιοσύνης, ενσταλάζει μία ακόρεστη επιθυμία εκδίκησης:

Δεν ξέρω αν το Ισραήλ είχε πραγματικά ανάγκη τη δίκη του Άιχμαν. Αυτό όμως που ξέρω είναι ότι αυτή η δίκη μάς προξένησε θεαματικές ζημιές. Αφύπνισε μέσα μας το πνεύμα της εκδίκησης. Χειρότερα, έδωσε την ψευδαίσθηση ότι αυτή η εκδίκηση ήταν δυνατή. Για εμένα, οι επισκέψεις των μαθητών λυκείου, που τα ισραηλινά σχολεία διοργανώνουν σήμερα στο Άουσβιτς, είναι παράλογες. Προκαλούν ηθικές καταστροφές. Ενισχύουν στους νέους την εντύπωση ότι όλος ο κόσμος είναι εναντίον τους. Με αυτή τη λατρεία της μνήμης, το Ισραήλ είχε, επιπλέον, μια άκρως επιβλαβή επιρροή σε όλες τις εβραϊκές κοινότητες.[28]

 

Μια σύνοψη «αντισιωνιστικής» κατήχησης

Σε ένα συλλογικό άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 3 Ιουνίου 2002, με τίτλο «Ισραήλ-Παλαιστίνη: ο καρκίνος», γραμμένο επί της ουσίας από τον Εντγκάρ Μορέν, βρίσκουμε μια περίληψη της νέας «αντισιωνιστικής» κατήχησης, αδιακρίτως «αντισιωνιστικής», αντι-ισραηλινής και αντιεβραϊκής, αυτής του αρχόμενου 21ου αιώνα:

«Στον καταπιεσμένο του χθες, ο καταπιεστής του σήμερα», έλεγε ο Βίκτωρ Ουγκώ. Το Ισραήλ παρουσιάζεται ως ο εκπρόσωπος των εβραίων θυμάτων ενός διωγμού αιώνων μέχρι την επιχείρηση της ναζιστικής εξόντωσης […]. Είναι η συνείδηση ότι ήταν θύμα η οποία επιτρέπει στο Ισραήλ να γίνει ο καταπιεστής του παλαιστινιακού λαού. Η λέξη «Σοά», η οποία καθιστά μοναδικό το εβραϊκό θυματικό πεπρωμένο και κοινοτοποιεί όλα τα άλλα (του γκουλάγκ, των Τσιγγάνων, των σε καθεστώς δουλείας Μαύρων, των Ινδιάνων της Αμερικής), γίνεται η νομιμοποίηση μιας αποικιοκρατίας, ενός απαρτχάιντ και μιας γκετοποίησης για τους Παλαιστίνιους.[29]

Επαναλαμβάνεται, εδώ, και αναπτύσσεται η αντίληψη του αββά Πιέρ:

Δυσκολεύεται κανείς να φαντασθεί ότι ένα έθνος φυγάδων, βγαλμένο μέσα από τον μακροβιότερο διωγμό στην ιστορία της ανθρωπότητας, έχοντας υποστεί τις χειρότερες ταπεινώσεις και τη χειρότερη περιφρόνηση, θα ήταν ικανό να μεταβληθεί μέσα σε δυο γενιές σε «λαό κυριαρχικό και αλαζονικό» και, με την εξαίρεση μιας θαυμαστής μειοψηφίας, σε λαό περιφρονητικό που ευχαριστείται να ταπεινώνει.

Και ο εγκληματοποιητικός ισχυρισμός σημαδιακά επαναλαμβάνεται, σαν εμμονικό θέμα:

Και να ’μαστε στο απίστευτο παράδοξο. Οι εβραίοι του Ισραήλ, απόγονοι των θυμάτων ενός απαρτχάιντ που ονομάσθηκε γκέτο, γκετοποιούν τους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι οι οποίοι ταπεινώθηκαν, περιφρονήθηκαν, διώχθηκαν, διώκουν τους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι οι οποίοι ήταν θύματα μιας ανελέητης τάξης επιβάλλουν τη δική τους ανελέητη τάξη στους Παλαιστίνιους. Οι εβραίοι θύματα της απανθρωπότητας επιδεικνύουν μια τρομακτική απανθρωπότητα.

Η συμβολική αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας οφείλεται, εν μέρει τουλάχιστον, στην πολιτική που ακολουθείται από ορισμένες ισραηλινές κυβερνήσεις, οι οποίες, για να αντιμετωπίσουν την πραγματική «υπαρξιακή απειλή» κατά του εβραϊκού κράτους, φαίνονται να στρατεύονται σε έναν ολικό πόλεμο μη διακρίνοντας με σαφήνεια τις ένοπλες ομάδες από τον άμαχο πληθυσμό. Αυτό όμως που συχνά συγχωρείται σε ορισμένα κράτη τα οποία προβαίνουν σε μαζικούς βομβαρδισμούς προξενώντας παράπλευρες απώλειες δεν συγχωρείται στο Ισραήλ, συνηθισμένο θύμα τού «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Η «προκατάληψη επιβεβαίωσης της υπόθεσης» λειτουργεί κατά του Ισραήλ, η κυρίαρχη εικόνα του οποίου δομείται σήμερα από αρνητικά στερεότυπα.    

 

Κοινοτοποίηση της κατηγορίας της «γενοκτονίας» μετά την 7η Οκτωβρίου

Η μιμητική αντιπαλότητα γέννησε ένα τέρας: τον αιματηρό «σιωνιστή» ή τον ισραηλινό «γενοκτόνο», μείζονα απωθητική φιγούρα η οποία διαδόθηκε παγκοσμίως μετά την 7η Οκτωβρίου, ώστε να καταστεί βάση πολεμικής αναγωγής όλων των Εβραίων, με την εξαίρεση εκείνων οι οποίοι προέβησαν σε δήλωση υποστήριξης σε κάποια ισλαμο-παλαιστινιστική ομάδα εγκωμιαζόμενη ως «αντιστασιακή» συλλογικότητα – οι νέοι «καλοί Εβραίοι», που αποτελούν τη «θαυμαστή μειοψηφία», εκθειαζόμενη από τον Μορέν και τους πιστούς κονδυλοφόρους του.

Τον Νοέμβριο του 2025, η κοινωνιολόγος Ντομινίκ Σναπέρ (Dominique Schnapper) έκανε την ακόλουθη, ορθή και ανησυχητική, παρατήρηση: «Οι προοπτικές του διατομεακού και μετα-φεμινιστικού κινήματος μετέτρεψαν τον Εβραίο σε πρώτο εκπρόσωπο του “Αρσενικού, Λευκού, Κυριαρχικού ”, στον απόλυτο εχθρό. Οι εβραίοι φοιτητές κρύβουν τα ορατά σημεία της εβραϊκότητάς τους γιατί φοβούνται»[30]. Κατά πρώτο λόγο, το ζήτημα τίθεται στον κόσμο του πανεπιστημίου, στο εσωτερικό του οποίου οι διδάσκοντες και οι φοιτητές που προσλαμβάνονται ως Εβραίοι είναι όλο και περισσότερο αντικείμενο διακρίσεων, μποϋκοτάζ, ύβρεων, απειλών[31]. Δεν πρέπει να αρνούμαστε να υποδεικνύουμε τις πρακτικές συνέπειες της εγκληματοποίησης των Εβραίων, οι οποίοι «αντιμετωπίζουν σειρά ατιμωτικών εξομοιώσεων που μπορούν να συνοψισθούν έτσι: Εβραίοι = σιωνιστές = Ισραηλινοί = οπαδοί της πολιτικής του Νετανιάχου = γενοκτόνοι ». Αλλά αν οι Εβραίοι αναγνωρίζονται ως «γενοκτόνοι», τότε «όλα τα μέτρα που υιοθετούνται εναντίον τους είναι νόμιμα»[32].

Στη νέα διεθνή θυματική τάξη, οι διαβολοποιημένοι κατηγορούμενοι δεν είναι πλέον οι «νεο-ναζί» ή οι «αντισημίτες» οι θεωρούμενοι ότι κατακλύζουν τα καταραμένα εδάφη της «άκρας Δεξιάς», αλλά οι «σιωνιστές» και ευρύτερα οι υποτιθέμενοι φιλο-ισραηλινοί «Εβραίοι», που καταγγέλλονται ως οι «νέοι ναζί». Ο νέος υποδεικνυόμενος εχθρός από τους «προοδευτικούς», τους «αντιφασίστες» και τους «αντιρατσιστές» του σήμερα, όλοι στρατευμένοι στην «παλαιστινιακή υπόθεση», μπορεί στο εξής να χαρακτηρίζεται «εβραιο-ναζί»[33]. Η αγιοποίηση του παλαιστινιακού θύματος υπήρξε το πρωταρχικό εργαλείο της ναζιστικοποίησης των Εβραίων.

   

 

Ναζιστικοποιώντας τον εχθρό: μετ’ επιστροφής

Υπάρχει, εδώ, μια αντιεβραϊκή αντιστροφή ενός πολεμικού επιχειρήματος που χρησιμοποιήθηκε από τους ίδιους τους Εβραίους, ιδιαίτερα από τους Ισραηλινούς, για να απαξιώσουν ριζικά τους εχθρούς τους. Πρέπει εδώ να θυμίσουμε ότι η αντισιωνιστική άκρα Αριστερά, στο Ισραήλ όπως και αλλού, στο όνομα της αναζήτησης «της ειρήνης», είχε καταγγείλει τη ναζιστικοποίηση του αντιπάλου ή του εχθρού από τους Ισραηλινούς υπό την επιρροή του Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ο οποίος, το 1951, είχε δηλώσει, έχοντας κατά νου τις αντιεβραϊκές δράσεις του «Μεγάλου Μουφτή» της Ιερουσαλήμ[34], «αυτού του ναζί ηγέτη των Αράβων»: «Δεν θέλουμε οι άραβες ναζί να έλθουν να μας σφάξουν!»[35].

Ο Χατζ Αμίν αλ-Χουσεϊνί, ο «Μεγάλος Μουφτής της Ιερουσαλήμ», είχε, όντως, δηλώσει, στις 2 Νοεμβρίου 1943, ενώ βρισκόταν στην χιτλερική Γερμανία από τις 6 Νοεμβρίου 1941: «Ο Αλλάχ θέλησε να μην υπάρξει καθεστηκυία τάξη για τους Εβραίους και να μην έχουν κράτος». Την 1η Μαρτίου 1944, στη ραδιοφωνική εκπομπή του από το ναζιστικό ραδιόφωνο στο Βερολίνο, ο Αλ-Χουσεϊνί, επιθυμώντας να επεκταθούν στη Μέση Ανατολή οι μαζικές εξοντώσεις οι καθοδηγούμενες από τους ναζί, παρότρυνε τους Άραβες μουσουλμάνους στο φόνο των Εβραίων στο όνομα του Αλλάχ:

Άραβες, εγερθείτε σαν άνδρες και πολεμήστε για τα ιερά σας δίκαια. Σκοτώστε τους Εβραίους όπου τους βρίσκετε. Αυτό ευχαριστεί το Θεό, την Ιστορία, τη θρησκεία. Αυτό σώζει την τιμή σας. Ο Θεός μαζί σας.[36]

Η αριστερή ισραηλινή ιστορικός Ίντιθ Ζέρταλ (Idith Zertal) θυμίζει τη σημασία και την επαναφορά αυτής της ναζιστικοποίησης του αραβο-μουσουλμάνου αντιπάλου στον μαχητικό ισραηλινό λόγο: «Η ναζιστικοποίηση του αντιπάλου, όποιος και αν είναι ο αντίπαλος, και η μετατροπή των απειλών ασφάλειας σε κίνδυνο ολικής εκμηδένισης του κράτους, φαίνεται ότι έχουν χαρακτηρίσει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τις τροπικότητες του εκφερόμενου λόγου από τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ελίτ του Ισραήλ»[37]. Όμως, έναντι των ναζί, δεν διαπραγματευόμαστε, μπαίνουμε σε πόλεμο. Αυτό είναι το πρακτικό συμπέρασμα που οι ισραηλινοί πασιφιστές δεν έπαψαν να καταγγέλλουν. Οι αντίπαλοί τους τους εξέλαβαν αναπόφευκτα ως δειλούς ή ως προδότες. Το ζήτημα όμως δεν σταματά να τίθεται: από ποια πλευρά βρίσκεται ο πολιτικός ρεαλισμός; Όπως και να ’χει, η επιχειρούμενη διαίρεση του ισραηλινού πληθυσμού σε δύο αντιτιθέμενα στρατόπεδα αφορά την αντίληψη περί εχθρού: υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν ότι πρέπει και μπορούν να διαπραγματευθούν με τον εχθρό, και οι άλλοι.

μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος

 

Το άρθρο του φιλόσοφου και ιστορικού των ιδεών, Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ, με τίτλο: «Du «Siècle juif» au siècle antijuif?», δημοσιεύθηκε στη γαλλική ηλεκτρονική πολιτική επιθεώρηση Telos-eu (28/6/2026), https://www.telos-eu.com/fr/du-siecle-juif-au-siecle-antijuif.html 

auswitch

Mάιος 1944, Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Διαλογή γυναικών εβραϊκής καταγωγής από την Ουγγαρία, αμέσως μετά την άφιξη τρένου στο στρατόπεδο. Η ανθρωπότητα και οι Εβραίοι θυμούνται τη Σοά και τη γενοκτονική πολιτική του ναζισμού εναντίον της εβραϊκής ταυτότητας. Σοβαρή μερίδα της αριστερής διανόησης στον δυτικό κόσμο, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι η λέξη «Σοά» καθιστά μοναδικό το εβραϊκό θυματικό πεπρωμένο, το οποίο νομιμοποιεί «μια αποικιοκρατία, ένα απαρτχάιντ και μια γκετοποίηση για τους Παλαιστίνιους».

Bundesarchiv, Bild 183-N0827-318 / CC-BY-SA 3.0

 

 



[1] Yuri Slezkine, Le Siècle juif [2004], γαλλ. μετ. Marc Saint-Upéry, Παρίσι, La Découverte, 2009, σ. 9.

[2] Στο ίδιο, σ. 394.

[3] Στο ίδιο, σ. 8.

[4] Βλέπε Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, Παρίσι, Éditions Mille et une nuits, 1996ˑ Pierre-André Taguieff, « L’abbé Pierre et Roger Garaudy. Négationnisme, antijudaïsme, antisionisme », Esprit, τχ. 224, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1996, σ. 205-216. 

[5] Abbé Pierre, στο La Vie, τχ. 2378, 29 Μαρτίου 1991 (συνέντευξη).  Βλέπε Pierre-André Taguieff, Les Protocoles des Sages de Sion. Faux et usages d’un faux, νέα αναθεωρημένη έκδοση, Παρίσι, Berg International/Fayard, 2004, σ. 229-230.  

[6] Pierre-André Taguieff, Une France antijuive ? Regards sur la nouvelle configuration judéophobe. Antisionisme, propalestinisme, islamisme, Παρίσι, CNRS Éditions, 2015, σ. 74 επ. 

[7] Louis Sala-Molins, Le Livre rouge de Yahvé, Παρίσι, La Dispute / Snédit, 2004.

[8] Στο ίδιο, σ. 7.

[9] Στο ίδιο, σ. 236.

[10] Στο ίδιο, σ. 243. Βλέπε Pierre-André Taguieff, Criminaliser les Juifs. Le mythe du «meurtre rituel» et ses avatars (antijudaïsme, antisémitisme, antisionisme), Παρίσι, Hermann, 2020, σ. 333-334.

[11] Roger Garaudy, Les Mythes fondateurs de la politique israélienne, Παρίσι, La Vieille Taupe, Δεκέμβριος 1995, σ. 136-137ˑ επανεκδ., 1996, σ. 152ˑ νέα έκδ. επαυξημένη, Βηρυττός, Al Fihrist, 1998, σ. 217. Βλέπε Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 6-7.

[12] Abbé Pierre, 15 Απριλίου 1996ˑ γράμμα που παρατίθεται από τον Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 7.

[13] Abbé Pierre, 27 Μαρτίου 1993ˑ παρατίθεται από τον Michel-Antoine Burnier & Cécile Romane, Le Secret de l’abbé Pierre, ό.π., σ. 11.

[14] Louis Sala-Molins, Le Livre rouge de Yahvé, ό.π., σ. 243.

[15] Hadîth et culture islamique, τάξη της 2ας, 2001, σ. 101ˑ παρατίθεται στο CMIP, La Démocratie en danger. L’enseignement scolaire saoudien, αποσπάσματα από σχολικά εγχειρίδια μεταφρασμένα και παρουσιασμένα από τον Arnon Groiss, πρόλογος από τον Antoine Sfeir, Παρίσι, Berg International, 2004, σ. 103.

[16] Biographie du Prophète et Histoire de l’État musulman, τάξη της 2ας, 2001, σ. 90ˑ αναφέρεται στο CMIP, στο ίδιο, σ. 101.

[17] Exercice de langue. Faciliter les règles de la langue arabe, τάξη της 3ης, 2ο μέρος, 1999, σ. 24ˑ αναφέρεται στο CMIP, στο ίδιο, σ. 80. Γι’ αυτό το θέμα κατηγορίας, βλέπε Pierre-André Taguieff, La Judéophobie des Modernes. Des Lumières au Jihad mondial, Παρίσι, Éditions Odile Jacob, 2008, σ. 250 επ.

[18] Pierre-André Taguieff, La Judéophobie des Modernes, ό.π., σ. 340 επ.

[19] Βλέπε Edgar Morin, στο ραδιόφωνο της France Culture, εκπομπή «À voix nue», σειρά συνομιλιών που ξεκίνησε στις 24 Ιανουαρίου 2000: « Ποτέ δεν θέλησα να αφεθώ να προσδιορισθώ από την εβραϊκή μου ταυτότητα».

[20] Edgar Morin, Mes démons, Παρίσι, Stock, 1994, σ. 165.

[21] Στο ίδιο, σ. 156.

[22] Στο ίδιο, σ. 157.

[23] Στο ίδιο, σ. 160. Ο Μορέν γράφει «εβραίος» και όχι «Εβραίος». Το εξηγεί αλλού. Βλέπε Edgar Morin, «Juif: adjectif ou substantif», Le Monde, 11 Οκτωβρίου 1989, https://www.lemonde.fr/archives/article/1989/10/11/point-de-vue-juif-adjectif-ou-substantif_4127587_1819218.html.

[24] Edgar Morin, Mes démons, ό.π., σ. 174.

[25] Στο ίδιο, σ. 175.

[26] « La leçon iconoclaste du professeur Elkana » (συνέντευξη), 8 Απριλίου 1994, https://www.lemonde.fr/archives/article/1994/04/08/debats-shoah-la-lecon-iconoclaste-du-professeur-elkana_3827039_1819218.html. Ο Εντγκάρ Μορέν στο Mes démons (ό.π., σ. 164, σημείωση 1), παραθέτει και επιδοκιμάζει τη θέση του Ελκανά.

[27] Maxime Rodinson, «Quelques thèses critiques sur la démarche poliakovienne», στο Maurice Olender (επιμ.), Pour Léon Poliakov. Le Racisme, mythes et sciences, Βρυξέλλες, Éditions Complexe, 1981, σ. 318.

[28] «La leçon iconoclaste du professeur Elkana», ό.π.

[29] Edgar Morin, Sami Naïr & Danièle Sallenave, «Israël-Palestine: le cancer», 3 Ιουνίου 2002, https://www.lemonde.fr/archives/article/2002/06/03/israel-palestine-le-cancer-par-edgar-morin-sami-nair-et-daniele-sallenave_278484_1819218.html. Στα παρατιθέμενα αποσπάσματα σέβομαι την ορθογραφική επιλογή των συνυπογραφόντων: «εβραίο(ι)» και όχι «Εβραίο(ι)».

[30] Dominique Schnapper, « Le retour de l’antisémitisme », Telos, 20 Νοεμβρίου 2025, https://www.telos-eu.com/fr/societe/le-retour-de-lantisemitisme.html.

[31] Βλέπε τη μελέτη της κοινωνιολόγου Valérie Boussard, « Sur les campus français, la guerre des mots: quand “sioniste” sert à dire “juif”», 3 Ιουνίου 2026, https://www.crif.org/articles/actualites/2026-06-03/sur-les-campus-francais-la-guerre-des-mots-quand-sioniste-sert-a-dire-juif/.

[32] Dominique Schnapper, « Le retour de l’antisémitisme », ό.π. 

[33] Βλέπε για παράδειγμα τον προπαγανδιστικό «αντισιωνιστικό» λίβελο με τίτλο Le Manifeste «Judéo-Nazi» d’Ariel Sharon ou Les Origines du génocide actuel des Palestiniens, Al-Quds – Gaza – Strasbourg – Paris, Le Parti des Musulmans de France, Le Parti de la France Plurielle, l’Arab Commission of Human Rights, La Pierre et l’Olivier, Le Collectif de la Comm. Tun. en Europe, Απρίλιος 2002, 63 σελ.ˑ Youssef Hindi, «Qu’est-ce que le judéo-nazisme?», 17 Μαΐου 2022, https://egaliteetreconciliation.fr/Qu-est-ce-que-le-judeo-nazisme-68163.html.

[34] Για τον Αλ-Χουσεϊνί, δείτε: Maurice Pearlman, Mufti of Jerusalem: The Story of Haj Amin el Husseini, Λονδίνο, Victor Gollancz, 1947ˑ Josef B. Schechtman, The Mufti and the Fuehrer: The Rise and Fall of Haj Amin el-Husseini, Νέα Υόρκη & Λονδίνο, Thomas Yoseloff, 1965ˑ David G. Dalin & John F. Rothmann, Icon of Evil: Hitler’s Mufti and the Rise of Radical Islam, Νέα Υόρκη, Random House, 2008.

[35] David Ben Gourion, ομιλία στην Κεντρική Επιτροπή του Mapaï, 13 Δεκεμβρίου 1951ˑ απόσπασμα που παρατίθεται από τον Idith Zertal, La Nation et la mort. La Shoah dans le discours et la politique d’Israël [2002], γαλλ. μετ. Marc Saint-Upéry, Παρίσι, La Découverte, 2004, σ. 241.

[36] Amin al-Husseini, 1η Μαρτίου 1944, παρατίθεται από τον Maurice Pearlman, Mufti of Jerusalem, ό.π., σ. 51.

[37] Idith Zertal, La Nation et la mort, ό.π., σ. 24.

06 Οκτωβρίου 2026

François Dosse, Φιλοσοφικές φιλίες, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Πόλις, Αθήνα 2025, 392 σελ.

Οι φιλίες των γάλλων φιλοσόφων και η κλιμάκωσή τους έχουν ιδιαίτερη σημασία, επειδή οι σχέσεις καθρεφτίζονται στην παραγόμενη σκέψη και, ιδίως, στην πολιτική. Σε όλες τις φιλίες που αναφέρει στο σχετικό βιβλίο του ο Φρανσουά Ντος υπήρχε πάντα μια εγγύτητα που επιβεβαίωνε τη δύναμη του αισθήματος της φιλίας. Όμως, η δύναμη του δεσμού δεν ήταν πάντα απαλλαγμένη από κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις.

Η φιλία είναι το θαύμα διά του οποίου μια ανθρώπινη ύπαρξη αποδέχεται να κοιτάζει από μακριά και χωρίς να πλησιάζει την άλλη ύπαρξη, που την έχει ανάγκη όπως την  τροφή. […] Δεν υπάρχει φιλία παρά μόνο εκεί όπου διατηρούμε και σεβόμαστε αυτήν την απόσταση.

Simon Weil

Οι Φιλοσοφικές φιλίες του Φρανσουά Ντος, με πρώτη γαλλική έκδοση το 2021, είναι μια πρωτότυπη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συμβολή στην ιστορία της γαλλικής διανόησης του 20ού αιώνα. Ο Ντος, γνωστός για τις μελέτες του στην ιστορία των ιδεών και τις βιογραφίες σημαντικών στοχαστών του προηγούμενου αιώνα, όπως του Κορνήλιου Καστοριάδη, του Πωλ Ρικέρ, του Πιερ Νορά κ.ά., επιχειρεί να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κατανοητή η  παραγωγή φιλοσοφικής σκέψης μέσα από σημαντικές φιλίες εμβληματικών διανοουμένων. Αντί να παρουσιάζει τη φιλοσοφία ως προϊόν της σκέψης μεμονωμένων ιδιοφυών ανθρώπων, προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση δίνοντας έμφαση στις διανοητικές σχέσεις και στις φιλίες μεταξύ φιλοσόφων. Η βασική υπόθεση του Ντος είναι ότι πολλές από τις σημαντικότερες φιλοσοφικές ιδέες του 20ού αιώνα γεννήθηκαν μέσα από προσωπικές σχέσεις, συνεργασίες και συγκρούσεις μεταξύ διανοουμένων. Η φιλία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποτελεί απλώς έναν προσωπικό δεσμό αλλά μια ιδιαίτερη μορφή διανοητικής σχέσης που μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο δημιουργίας και μετασχηματισμού ιδεών. Μέσα από την ανάλυση επτά σημαντικών φιλοσοφικών σχέσεων, ο Ντος επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία των δικτύων διανοουμένων στη διαμόρφωση της σύγχρονης φιλοσοφίας. Το έργο εντάσσεται στο ευρύτερο πεδίο της ιστορίας των ιδεών και των διανοουμένων εξετάζοντας τις ιδέες όχι μόνο ως αφηρημένες θεωρίες αλλά και ως προϊόντα συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών συνθηκών.

Σαρτρ και Αρόν

Ξεκινώντας από μια πλατωνική παρουσίαση της έννοιας της φιλίας, ο Ντος βιογραφεί αρχικά τη σχέση δυο εμβληματικών φιλοσόφων, του Ζαν Πωλ Σαρτρ και του Ρεϊμόν Αρόν. Οι δύο τους υπήρξαν στενοί φίλοι κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στην École Normale Supérieure (ENS), αποτελώντας μαζί με τον πρόωρα χαμένο Πωλ Νιζάν μια τριάδα χαρισματικών νέων διανοουμένων. Παρά την αρχική φιλοσοφική τους σύμπλευση, οι πολιτικές τους θέσεις θα διαφοροποιηθούν σημαντικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σαρτρ θα στρατευθεί πολιτικά στον μαρξισμό υποστηρίζοντας ενεργά τα ριζοσπαστικά κινήματα της εποχής, ενώ ο Αρόν, αν και αρχικά μέλος του SFIO1 και του κύκλου Ζαν Ζωρές, θα υιοθετήσει μια πιο φιλελεύθερη στάση ασκώντας αυστηρή κριτική στον σοβιετικό κομμουνισμό. Ο Αρόν είχε ήδη μυήσει τον Σαρτρ στον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ, απομακρύνοντάς τον από τον μπερξονισμό. Την επιρροή του Αρόν θα αναγνωρίσει με εντιμότητα ο Σαρτρ στην Κριτική του Διαλεκτικού Λόγου.

Η εξέλιξη της σχέσης τους δείχνει πώς μια φιλοσοφική κοινή αρχή αλλά και στενή φιλία μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο έντονης ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Οι διανοητικές μονομαχίες τους τροφοδοτούσαν τη φιλική συνενοχή τους, η οποία παρέμεινε ζωντανή παρά τις πολιτικές διαφορές τους.  Ο ένας, ο Αρόν, μεθοδικός με συστηματικές και συγκροτημένες απόψεις, ο άλλος ιδιοφυής και επινοητικός στο πεδίο των νέων ιδεών, βρέθηκαν πολλές φορές σε σύγκρουση πάνω σε θέματα πολιτικής στάσης στη μεταπολεμική Γαλλία. Η πορεία της ζωής τους μέχρι το τέλος του πολέμου, επίσης διαφορετική: ο Αρόν με ενεργή συμμετοχή στους Ελεύθερους Γάλλους του Ντε Γκωλ, και ο Σαρτρ με την «πολυθρόνα του προς την πλευρά της Ιστορίας»2 μεν, αλλά χωρίς ιδιαίτερη συμμετοχή στη γαλλική αντίσταση. Μετά τον Πόλεμο, ο Αρόν υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής των Temps modernes, ενώ αποχώρησε έπειτα από τη σκληρή κριτική που άσκησε ο Σαρτρ στον γκωλικό Συναγερμό του Γαλλικού Λαού  (Rassemblement du Peuple Français, RPF) εξομοιώνοντάς τον με τον φασισμό. Ο Αρόν ήταν ήδη μέλος του RPF και συντάκτης της Figaro. Συμμεριζόμενος μαζί με τον Μαλρώ την πολιτική ανημποριά της Γαλλικής Δημοκρατίας και το πολιτικό της τέλμα, προσχώρησε στις αναλύσεις του Ντε Γκωλ, αν και δεν υπήρξε ποτέ πειθήνιος γκωλικός. Παρ’ όλα αυτά ο στρατηγός τον διόρισε στο 20μελές συμβούλιο του RPF ενώ, επιπλέον, προήδρευε στην Επιτροπή Μελετών του κινήματος. Η ρήξη των δύο φίλων θα είναι οριστική μετά από την ισοπεδωτική κριτική του Jean Pouillon (κατ’ ανάθεση του Σαρτρ) στους Temps modernes για το βιβλίο του Αρόν, Μεγάλο Σχίσμα (Grand Schisme).   

Με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, ο Αρόν, σε αντίθεση με την πλειονότητα των γάλλων διανοουμένων, θα προσχωρήσει στον Ατλαντισμό, θεωρώντας τις ΗΠΑ ως καίριο σύμμαχο για τα γαλλικά συμφέροντα. Ο Σαρτρ, από την πλευρά του, ριζοσπαστικοποιείται τασσόμενος με το σοβιετικό στρατόπεδο, ενώ το 1952 αρχίζει η συνοδοιπορία του με το ΚΚ Γαλλίας. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει τις γνωστές διακυμάνσεις πολλών γάλλων διανοουμένων, συνοδοιπόρων της κομμουνιστικής Αριστεράς: αρχικά άρνηση κριτικής για τις επεμβάσεις των Σοβιετικών στις σοσιαλιστικές δημοκρατίες έως περίπου το 1956 και την επέμβαση στην Ουγγαρία, στη συνέχεια ένταξη στο στρατόπεδο των υποστηρικτών της ανεξαρτησίας της Αλγερίας κατά τον Αλγερινό-Γαλλικό Πόλεμο και, τέλος, απομάκρυνση από το σοβιετικό μοντέλο μετά την εισβολή στην Πράγα το 1968 και προσχώρηση στο μαοϊκό κίνημα. Όλο αυτό το διάστημα, ο Σαρτρ υπήρξε η επιτομή του στρατευμένου διανοούμενου της Αριστεράς, με μια συνεπή στάση συμμετοχής και ανεξάντλητης ενεργητικότητας σε όλα τα ριζοσπαστικά κινήματα της εποχής.

Οι δύο φιλόσοφοι θα ταχθούν υπέρ  της ανεξαρτησίας της Αλγερίας, από διαφορετική όμως σκοπιά ο καθένας: ο μεν Αρόν θεωρώντας οικονομικό άχθος για τη Γαλλική Δημοκρατία τη διατήρηση της Αλγερίας ως γαλλικό έδαφος, ο δε Σαρτρ, ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία, υποστηρίζοντας τη χειραφέτηση της Αλγερίας και τον τριτοκοσμισμό. Τον Μάιο του 1968, ο Σαρτρ θα βρεθεί στο δρόμο  αλληλέγγυος με τους φοιτητές, ενώ ο Αρόν στα κύρια άρθρα της Figaro θα χαρακτηρίσει την εξέγερση ως απόλυτη ετερότητα και «επέλαση των βαρβάρων». Οι δύο άνδρες θα ξανασυναντηθούν από την ίδια πλευρά το 1979, στη στήριξη του εγχειρήματος της Νήσου του Φωτός3 (L'Île de Lumière), κατά τη  διάσωση των προσφύγων της νοτιο-ανατολικής Ασίας (boat people), μετά την πτώση της Σαϊγκόν και το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ. Σε μια συγκινητική στιγμή, θα συναντηθούν στη συνέντευξη Τύπου για τη διάσωση των πρώτων προσφύγων, σφίγγοντας αμήχανα το χέρι ο ένας του άλλου, με τον Σαρτρ υποβασταζόμενο από τον Αντρέ Γκλυκσμάν και τον Αρόν αποκαλώντας τον παλιό του φίλο συντροφάκο (petit camarade). Όπως ανέφερε αργότερα ο Αρόν «ήταν ένας τρόπος να σβήσουμε τριάντα χρόνια και να ξαναγυρίσουμε μισό αιώνα πίσω». Μετά το θάνατο του Σαρτρ, ο Αρόν θα γράψει ένα φορτισμένο συναισθηματικά κείμενο στο περιοδικό L’Express αποχαιρετώντας τον παλιό του φίλο και σύντροφο. Ήταν η εκπλήρωση μιας υπόσχεσης που την κράτησε κατά το ήμισυ. Η αρχική συμφωνία μεταξύ τους ήταν ότι όποιος ζούσε περισσότερο θα έγραφε τη νεκρολογία του άλλου στην Επετηρίδα των αποφοίτων της ENS. Αποτιμώντας εκ των υστέρων το έργο των δυο φιλοσόφων και τις ιδεολογικές τους συγκρούσεις, μπορούμε πλέον να πούμε, σχεδόν μετά βεβαιότητας, ποιος διέγνωσε καλύτερα την Ιστορία.

Σαρτρ και Μερλώ-Ποντύ

Η δεύτερη μεγάλη φιλία, αλλά και μακρόχρονη ιδεολογική συνοδοιπορία, που βιογραφεί ο Ντος, είναι αυτή του Σαρτρ με τον Μωρίς Μερλώ-Ποντύ. Οι δυο φιλόσοφοι συναντήθηκαν για πρώτη φορά ως φοιτητές στην École Normale το 1926 και κράτησαν στενή φιλική και ιδεολογική σχέση μέχρι τον πόλεμο της Κορέας. Ο Μερλώ-Ποντύ προερχόμενος από συντηρητική καθολική οικογένεια, θα έχει μια πορεία αριστείας στα εμβληματικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της Γαλλίας, θα διδάξει στο Πανεπιστήμιο της Λυών και στη Σορβόννη, ενώ στη συνέχεια θα εκλεγεί στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1952). Ο Σαρτρ, αρνούμενος μετά την αποφοίτηση του από την ENS οποιαδήποτε σχέση με το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, θα αποτελέσει την πλέον εμβληματική φιγούρα της γαλλικής φιλοσοφίας στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Η συστράτευση στον μαρξισμό των δύο ανδρών θα οδηγήσει στην έκδοση των Temps modernes, ενώ γύρω από τους δύο (και την Μπωβουάρ) θα δημιουργηθεί ένας στενός κύκλος ανθρώπων αποτελώντας αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά στη συνέχεια σαρτρική οικογένεια (famille sartrien). Ο Μερλώ-Ποντύ, με βαθιά συγκρότηση στη φαινομενολογία και τον μαρξισμό, θα δίνει τον ιδεολογικό τόνο του περιοδικού, ενώ ο Σαρτρ θα έχει πολλαπλές εστίες ενδιαφέροντος στην οντολογία, στην πολιτική θεωρία, αλλά και στο θέατρο και στη λογοτεχνία. Τα προβλήματα θα ξεκινήσουν όταν ο Μερλώ-Ποντύ θα στραφεί κριτικά προς τη Σοβιετική Ένωση και ο Σαρτρ θα στρατευθεί στον σοβιετικό κομμουνισμό και στη συνοδοιπορία με το ΚΚ Γαλλίας. Αρχικά ο Μερλώ-Ποντύ θα εκδώσει το 1947 το Ανθρωπισμός και τρομοκρατία, αναφερόμενος στις δίκες της Μόσχας την περίοδο 1936-38, ενώ στη συνέχεια, προσεγγίζοντας περισσότερο τις θέσεις της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, θα ασκήσει οξεία κριτική στον επεκτατισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Κατά την κορύφωση του πολέμου της Κορέας, το 1952, ο Μερλώ-Ποντύ θα θελήσει να γράψει ένα επικριτικό άρθρο για τη Σοβιετική Ένωση στους Temps modernes, το οποίο όμως ο Σαρτρ θα αρνηθεί να δημοσιεύσει. Ήταν η αποφασιστική αιτία της ρήξης των δύο ανδρών. Ο Μερλώ-Ποντύ θα επανέλθει με τις Περιπέτειες της Διαλεκτικής (1955) ασκώντας κριτική στον υπερ-μπολσεβικισμό του Σαρτρ. Αυτή τη φορά, τον «αποκεφαλισμό» του παλιού φίλου θα αναλάβει η ίδια η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, με ένα άρθρο της στους Temps modernes για τον ψευδο-σαρτρισμό του Μερλώ-Ποντύ.

Η εμπλοκή του Σαρτρ στην πολιτική και ο εγκλωβισμός του στον υπαρξισμό τον εμπόδισαν να παρακολουθήσει τις νέες κοινωνικές θεωρίες που αναδύονταν μεταπολεμικά στη Γαλλία, οι οποίες όμως επικράτησαν στα πεδία της φιλοσοφίας και των ανθρωπιστικών επιστημών στα γαλλικά πανεπιστήμια. Αντίθετα, ο Μερλώ-Ποντύ τις διέβλεψε, αποτελώντας ο ίδιος τη γέφυρα μεταξύ αυτών και της γαλλικής φιλοσοφίας. Παρακολούθησε από νωρίς τις εξελίξεις στην ψυχανάλυση δημοσιεύοντας  ήδη από το 1942 τη Δομή της συμπεριφοράς, ενώ εισήγαγε τον Φερντινάν ντε Σωσσύρ και τα Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας στα πεδία της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών. Τα  Σημεία, τα οποία εκδόθηκαν το 1960, αποτέλεσαν ισχυρή επιρροή στην  ψυχανάλυση του Λακάν αλλά και στον στρουκτουραλισμό του Λεβί-Στρως. Ο ίδιος στήριξε με επιμονή την υποψηφιότητα του Λεβί-Στρως στο Κολέγιο της Γαλλίας διαβλέποντας τη νέα μεγάλη προσωπικότητα των ανθρωπιστικών επιστημών στη χώρα του. Αντίθετα, ο Σαρτρ ούτε την ψυχανάλυση έκανε ποτέ αποδεκτή ούτε τον στρουκτουραλισμό προσπάθησε να παρακολουθήσει, εμμένοντας στη δική του φιλοσοφική θέση, η οποία έως τότε του είχε χαρίσει προνόμια και παγκόσμια αναγνώριση, χάνοντας όμως το τρένο των εξελίξεων.

Ο Μερλώ-Ποντύ θα αποβιώσει νέος σε ηλικία μόλις 53 ετών. Ο Σαρτρ θα γράψει έναν φορτισμένο συναισθηματικά επικήδειο στους Temps modernes για τον παλιό του φίλο, αποκαλώντας τον «σχεδόν αδελφό». Έναν άνθρωπο που μόνο όταν πέθανε κατάλαβε ότι τον έχασε. Ο ίδιος, θα δυσκολευτεί να δεχθεί τις εξελίξεις που είχε δρομολογήσει ο φίλος του στα νέα πεδία της εθνολογίας και της ανθρωπολογίας, καθώς και τους νέους μεγάλους επιστήμονες και στοχαστές που αναδείχθηκαν μέσα από αυτά.

Φουκώ – Ντελέζ – Γκαταρί

Η σχέση του Μισέλ Φουκώ με τον Ζυλ Ντελέζ είναι γνωστή κυρίως από την –υπερβολική, ως συνήθως– φράση του Φουκώ ότι «ο αιώνας μας θα είναι ντελεζιανός...». Μιλούσε για τον 20ό αιώνα. Η δυο τους συναντήθηκαν πολύ νωρίς, το 1952, μέσω ενός κοινού φίλου στην πόλη της Λιλ. Η επόμενη συνάντησή τους θα γίνει ύστερα από δέκα χρόνια. Το 1962 ο Φουκώ ήταν καθηγητής στο Κλερμόν-Φεράν, ενώ ο Ντελέζ μόλις είχε εκδώσει το έργο του Ο Νίτσε και η φιλοσοφία. Ο Φουκώ, ενθουσιασμένος από το πόνημα του Ντελέζ, θα τον προτείνει ως καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Κλερμόν-Φεράν. Παρά την αποδοχή της πρότασης του Φουκώ από το τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου, η τελική επιλογή θα είναι ο «πολύς» Ροζέ Γκαρωντύ, μέλος τότε του Π.Γ. του ΚΚΓ. Ο πόλεμος και ο σαρκασμός του Φουκώ προς τον Γκαρωντύ θα αναγκάσει τον τελευταίο να εγκαταλείψει το Κλερμόν-Φεράν για το Πανεπιστήμιο του Πουατιέ. Ο Ντελέζ είχε ήδη εκλεγεί καθηγητής στη Λυών, ενώ υπήρχε στενή σχέση των δύο ανδρών, μετά τη θερμή υποστήριξη του Φουκώ προς τον Ντελέζ.

Η αμοιβαία εκτίμηση αλλά και το κοινό ενδιαφέρον για το έργο του Νίτσε θα τους ενώσει στην επιμέλεια των Απάντων του φιλοσόφου από τις εκδόσεις Gallimard, συγγράφοντας επιπλέον τη γενική εισαγωγή στην έκδοση. Ήταν η επαύριον του 1968 και η προσφυγή στον Νίτσε είχε προσλάβει πολιτικό πρόσημο. Την ίδια περίπου εποχή θα ξεκινήσει και η συνεργασία του Ντελέζ με τον Φελίξ Γκαταρί. Ενώ ο Φουκώ εντοπίζει στην τριάδα των «δασκάλων της υποψίας», Μαρξ, Νίτσε και Φρόυντ, την αυγή της νεωτερικότητας, για τον Ντελέζ ο Νίτσε συνιστά μια αντικουλτούρα που είναι αδύνατον να περιοριστεί σε οποιαδήποτε θεσμική οικειοποίηση. 

Η συνεργασία του Ντελέζ με τον Γκαταρί θα έχει πρώτο αποτέλεσμα την έκδοση του έργου τους Αντι-Οιδίπους. Το έργο, θεωρούμενο πλέον απόσταγμα της σκέψης του ’68,  ασκεί κριτική στην ψυχανάλυση απορρίπτοντας το οιδιπόδειο σύμπλεγμα ως καθολική εξήγηση της επιθυμίας. Η βασική ιδέα στον Αντι-Οιδίποδα είναι ότι η επιθυμία δεν είναι έλλειψη (όπως τη θεωρούσε ο Φρόυντ) αλλά παραγωγική δύναμη η οποία δημιουργεί πραγματικότητες, σχέσεις και κοινωνικές μορφές. Οι άνθρωποι, κατά τους Ντελέζ-Γκαταρί, είναι «μηχανές επιθυμίας». Ο Αντι-Οιδίπους βρήκε τη θερμή υποστήριξη του Φουκώ, ο οποίος και το προλόγισε στην αγγλική έκδοση.

Η συνέχεια της σχέσης των Φουκώ-Ντελέζ θα ακολουθήσει τις εξελίξεις του ριζοσπαστισμού της γαλλικής διανόησης. Θα διδάξουν στο Πανεπιστήμιο της  Βενσέν (Paris VIII), ο Ντελέζ κατόπιν προσκλήσεως του Φουκώ, ενώ ο τελευταίος, στη συνέχεια, θα αποχωρήσει για το Κολλέγιο της Γαλλίας. Ο Ντελέζ θα παραμείνει στη Βενσέν –η οποία εν τω μεταξύ είχε μεταφερθεί στο προάστιο του Σαιν-Ντενί– μέχρι την συνταξιοδότησή του το 1987. Ο ριζοσπαστισμός των δύο φιλοσόφων θα τους ενώσει στο εγχείρημα της Ομάδας Πληροφόρησης για τις Φυλακές4 (Groupe d’information sur les prisons, GIP), η οποία δημιουργήθηκε ως πρωτοβουλία του Φουκώ μετά τη διάλυση της μαοϊκής Προλεταριακής Αριστεράς5 (Gauche prolétarienne, GP) και τη φυλάκιση των ηγετικών στελεχών της. Η εξασθένιση της σχέσης τους θα προκύψει με την εμφάνιση των «νέων φιλοσόφων», στην πλειονότητά τους μετανοούντων μαοϊκών της GP, οι οποίοι, μέσω του Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, θα στραφούν ενάντια στο δίδυμο Ντελέζ-Γκαταρί, χαρακτηρίζοντας τη σκέψη τους απαξιωτικά ως «φιλοσοφία της επιθυμίας». Κατά περίεργο τρόπο θα βρουν την υποστήριξη του Φουκώ, ο οποίος λόγω της φιλίας του με τον Αντρέ Γκλυκσμάν θα υπερασπιστεί το έργο του Οι δάσκαλοι της σκέψης (Les maîtres penseurs) με ένα άρθρο στον  Nouvel Observateur. Εμμέσως, έπαιρνε θέση υπέρ της «νέας φιλοσοφίας». Την ίδια περίοδο, ο Φουκώ ξεκαθάριζε τους λογαριασμούς του με την ψυχανάλυση, δημοσιεύοντας τον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Σεξουαλικότητας. Το έργο, εκτός της ψυχανάλυσης, βάζει στο στόχαστρο την έννοια της επιθυμίας, έτσι όπως αναπτύσσεται στον Αντι-Οιδίποδα. Μάλλον εδώ προέκυψε η ρήξη μεταξύ Ντελέζ-Φουκώ. Μια επιστολή του Ντελέζ προς τον Φουκώ δεν απαντήθηκε ποτέ από τον τελευταίο και οι δύο άνδρες δεν συναντήθηκαν έκτοτε μέχρι το θάνατο του Φουκώ. Ο Ντελέζ τίμησε με σεβασμό τη μνήμη του φίλου και μέντορά του μιλώντας στην κηδεία του αλλά και αφιερώνοντας τα μαθήματά του στο πανεπιστήμιο το 1985-86 στον Φουκώ. Ο σεβασμός και η εκτίμηση του Ντελέζ προς τη φουκωική σκέψη σφραγίστηκε με την έκδοση του βιβλίου του με τον λιτό τίτλο, Φουκώ, το 1986.

Στη μακρόχρονη φιλία του Φουκώ με τον Ντελέζ, παρεμβλήθηκε, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η ιδιαίτερη σχέση του τελευταίου με τον Γκαταρί. Οι Ντελέζ-Γκαταρί, ως ένα «συγγραφικό υποκείμενο με τέσσερα χέρια», όπως θεωρούνταν, συνέγραψε μερικά εμβληματικά έργα για την μετά-’68 εποχή, όπως το Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια, με δύο τόμους, ο  Αντι-Οιδίπους και Χίλια Πλατώματα, την ανάλυση του καφκικού έργου με το Κάφκα και το Τι είναι φιλοσοφία. Ο Γκαταρί, χωρίς το βάθος της ακαδημαϊκής παιδείας του Ντελέζ, δούλευε ως ψυχίατρος-ψυχαναλυτής στην κλινική La Borde όταν συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Ντελέζ.  Κάποια είδους χημεία υπήρξε μεταξύ τους, διότι στη συνέχεια δεν «ξεκόλλησαν» ποτέ, αποτελώντας συγγραφικά αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά «Γκαταρέζ». Ο Γκαταρί, ένας υπερδραστήριος ακτιβιστής (η υπερκινητικότητά του εκνεύριζε τον Φουκώ), δούλευε με ομάδες ως ψυχαναλυτής έχοντας ριζοσπαστική αριστερή στράτευση.

Η σχέση Ντελέζ-Γκαταρί δεν μπορεί να κατανοηθεί ως απλή συγγραφή από κοινού. Οι ίδιοι επέμεναν ότι η συνεργασία τους δημιουργούσε ένα τρίτο υποκείμενο, μια νέα σκέψη που δεν ανήκε αποκλειστικά σε κανέναν από τους δύο. Ο Ντελέζ προσέφερε τη φιλοσοφική αυστηρότητα και την εννοιολογική καθαρότητα, ενώ ο Γκαταρί εισήγαγε την κλινική εμπειρία, την πολιτική δράση και μια πιο χαοτική, πειραματική διάσταση (ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν  ως «διανοητικό κομάντο»). Επιπλέον, η κοινή τους σκέψη χαρακτηρίζεται από έντονο αντι-δογματισμό. Απορρίπτουν τις σταθερές ταυτότητες και προτείνουν μια δυναμική αντίληψη του υποκειμένου ως «γίγνεσθαι». Το άτομο δεν είναι μια σταθερή οντότητα, αλλά ένα πεδίο συνεχών μετασχηματισμών, επηρεασμένο από κοινωνικές, πολιτικές και επιθυμητικές δυνάμεις.

Οι Ντελέζ-Γκαταρί παρέμειναν φίλοι και συγγραφικά ενεργοί χωρίς να διαταραχθεί η φιλία τους, μέχρι τον πρόωρο θάνατο του Γκαταρί από έμφραγμα. Η κατάθλιψη που τον ταλαιπωρούσε και η γενικότερη ακαταστασία της προσωπικής του ζωής τον έκαναν να αδιαφορεί για την υγεία του. Ο θάνατος τον βρήκε σε μια φάση της ζωής του που έβγαινε από την κατάθλιψη και ξανάβρισκε τη φοβερή του ενεργητικότητα. Ο Ντελέζ έγραψε ένα φορτισμένο κείμενο, φόρο τιμής για το φίλο του, στο περιοδικό Chimères, ομολογώντας ότι «μέχρι τέλους, η δουλειά μας με τον Φελίξ μόνο χαρές μου έδωσε και καινούργιες ανακαλύψεις…».

Καστοριάδης και Λεφόρ

Η γνωριμία του Κορνήλιου Καστοριάδη με τον Κλωντ Λεφόρ έγινε εντός του γαλλικού Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCI, Parti Communiste Internationaliste), με την άφιξη του πρώτου στο Παρίσι το 1946. Ο Καστοριάδης, γόνος αστικής οικογένειας με σπουδές στη Νομική Σχολή της Αθήνας, είχε ήδη εμπλοκή στο ελληνικό τροτσκιστικό κίνημα και στην ελληνική αντίσταση. Ο Λεφόρ, με σπουδές στη Σορβόννη, ενεπλάκη στον τροτσκισμό από τα μαθητικά του χρόνια, διατηρώντας από τότε ιδιαίτερη σχέση με τον Μερλώ-Ποντύ. Η ισχυρή προσωπικότητα του Καστοριάδη και η συγκρότησή του στην κοινωνική θεωρία, τη φιλοσοφία και τον μαρξισμό του έδωσαν σύντομα μια περίοπτη θέση στους κύκλους της τέταρτης διεθνούς στη Γαλλία. Η σχέση του με τον Λεφόρ θα ξεκινήσει μέσω της συντρόφου του τελευταίου, Rilka Walter, η οποία εντυπωσιασμένη από τον ιδιοφυή Έλληνα θα τον προτείνει στους συντρόφους της για τη δημιουργία μιας πολιτικής τάσης εντός του PCI, κάτι σύνηθες για την πρακτική των τροτσκιστικών κομμάτων. Θα δημιουργηθεί έτσι η τάση Pierre Chaulieu (Καστοριάδης) / Claude Montal (Λεφόρ). Στη συνέχεια, η Walter θα γίνει σύντροφος του Καστοριάδη, ενώ θα ξεκινήσει μια διαχρονική άσπονδη φιλία μεταξύ Λεφόρ και Καστοριάδη (σημαδεμένη και από την ερωτική αντιζηλία τους).

Για πρώτη φορά στην ιστορία του γαλλικού διεθνισμού αμφισβητήθηκε η μέχρι τότε άποψη του τροτσκισμού ότι η ΕΣΣΔ ήταν ένα εκφυλισμένο εργατικό κράτος. Η ομάδα Καστοριάδη-Λεφόρ απομακρύνθηκε από το μοντέλο της τέταρτης διεθνούς, υποστηρίζοντας ότι στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε μια γραφειοκρατική τάξη η οποία ασκούσε μια ολοκληρωτικού τύπου εξουσία. Άρα, δεν μπορούσε πλέον να ισχύει ο κανόνας της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ ως εργατικού κράτους. Η τάση Καστοριάδη-Λεφόρ θα συγκρουστεί με την ηγεσία του PCI, απ’ όπου αποχώρησε με περίπου 40 μέλη, δημιουργώντας την ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (Socialisme ou barbarie) και εκδίδοντας το ομώνυμο περιοδικό. Παράλληλα, ο Λεφόρ θα συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή των Temps modernes, απ’ όπου θα αποχωρήσει το 1952, συγκρουόμενος με τον Σαρτρ, μετά τη φιλοσοβιετική στροφή του τελευταίου προς το ΚΚΓ και την ΕΣΣΔ.

Η ομάδα των Καστοριάδη-Λεφόρ, δικαιωμένη από τις εξελίξεις μετά την επέμβαση στην Ουγγαρία και το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ, θα διατηρηθεί μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950. Στη συνέχεια, θα προκύψει η πρώτη σύγκρουση Καστοριάδη-Λεφόρ η οποία θα οδηγήσει σε αποχώρηση του Λεφόρ. Η ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, αποδυναμωμένη, θα συνεχίσει να υπάρχει με κύρια μορφή τον Καστοριάδη, μάλιστα θα εκδίδει το περιοδικό ώς το 1965. Η επόμενη σύγκλιση Καστοριάδη-Λεφόρ θα γίνει με τον πόλεμο της Αλγερίας, κατά τον οποίο οι δύο άσπονδοι φίλοι θα συνυπάρξουν εκ νέου, μαζί με τον Εντγκάρ Μορέν, στον «Κύκλο Σαιν-Ζυστ» (μετέπειτα CRESP). Μετά τον Μάιο του ’68, οι δυο τους θα συμμετάσχουν, μαζί με τον Μαρσέλ Γκωσέ, στην έκδοση διαφόρων περιοδικών, Texture, Libre, Debat (με εκδότη τον Πιερ Νορά), Εsprit με διαρκείς υπονομεύσεις του ενός στον άλλον. Εν τω μεταξύ ο Καστοριάδης θα περάσει στην ψυχανάλυση και θα αποχωρήσει από τον ΟΟΣΑ όπου εργαζόταν από το 1948. Θα εργαστεί  ως ψυχαναλυτής μέχρι την εκλογή του στην EHESS (Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών) και την τελική ρήξη με τον Λεφόρ. Οι δυο τους θα ανταγωνιστούν  για την κατάληψη μιας θέσης διευθυντού σπουδών στην EHESS, με αμοιβαίες επιθέσεις του ενός στον άλλον αλλά και ανθρώπινες μικρότητες. Αρχικά θα εκλεγεί ο Λεφόρ, μετά από απόσυρση του Καστοριάδη, και κατόπιν, με την ισχυρή επιμονή του Πιερ Βιντάλ-Νακέ, και ο Καστοριάδης.

Το 1997 θα πεθάνει ο Καστοριάδης, και ο Λεφόρ θα παρευρεθεί στην κηδεία του παλιού του φίλου, τον οποίο είχε να δει από το 1980. Αυτή τη φορά δεν θα υπάρξουν συναισθηματικοί επικήδειοι ούτε άρθρα αφιερωμένα στον τεθνεώτα από την πλευρά του επιζώντα. Το επικήδειο άρθρο θα το γράψει ο Εντγκάρ Μορέν στη Monde αποχαιρετώντας τον φίλο του ως «τιτάνα του πνεύματος». 

Παρά τις διαρκείς ρήξεις τους, οι δύο στοχαστές διατήρησαν σημαντικά κοινά στοιχεία. Και οι δύο απέρριπταν τον οικονομικό ντετερμινισμό του κλασικού μαρξισμού, ασκώντας δριμεία κριτική στον ολοκληρωτισμό. Επιπλέον, ανέδειξαν τη σημασία της δημοκρατίας όχι απλώς ως θεσμικού συστήματος αλλά ως τρόπου ύπαρξης της κοινωνίας.

Ρικέρ – Ντεριντά – Λεβινάς

Ο Πωλ Ρικέρ προερχόταν από οικογένεια ευσεβών Ουγενότων (προτεσταντών) της νότιας Γαλλίας και ο πατέρας του είχε σκοτωθεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ίδιος πολέμησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και βρέθηκε αιχμάλωτος σε γερμανικό στρατόπεδο στην Πολωνία. Η πίστη του, μέσα στο πλαίσιο του γαλλικού προτεσταντισμού, επηρέασε την έμφαση στην ερμηνεία των κειμένων (ιδίως της Βίβλου) και την ιδέα ότι το νόημα δεν είναι άμεσο αλλά απαιτεί κατανόηση. Ως φιλόσοφος θεωρείτο βασικός εκπρόσωπος της ερμηνευτικής παράδοσης, συνεχίζοντας το έργο του Χανς-Γκέοργκ  Γκάνταμερ. Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία ως καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, ενώ το 1956 εξελέγη στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Η δυσφορία του απέναντι στο μανδαρινάτο της Σορβόννης θα τον ωθήσει να αναλάβει την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοϊδρυθέν Πανεπιστήμιο της Ναντέρ το 1964.

Την ίδια εποχή με τον Ρικέρ εργαζόταν ως βοηθός στη Σορβόννη ο Ζακ Ντεριντά. Με καταγωγή από οικογένεια γάλλων εβραίων της Αλγερίας, κατάφερε, ως εξαιρετικός μαθητής, να ξεπεράσει τους περιορισμούς που έθετε η κυβέρνηση του Βισύ για την εκπαίδευση των εβραίων μαθητών και να τελειώσει το λύκειο στο Αλγέρι. Το 1949 βρέθηκε στο Παρίσι παρακολουθώντας μαθήματα στο φημισμένο προπαρασκευαστικό λύκειο Louis le Grand ως οικότροφος, προκειμένου να εισαχθεί στην École Normale Superieure. Χρειάστηκε να παρακολουθήσει αρκετές προπαρασκευαστικές τάξεις προκειμένου να εισαχθεί στην ENS. Ως γενικός βοηθός στη Σορβόννη, ο Ντεριντά, είχε αποκτήσει τη φήμη ενός ανερχόμενου αστέρα της φιλοσοφίας  και οι παραδόσεις του είχαν πάντα πολυπληθές ακροατήριο. Το κοινό ενδιαφέρον των Ρικέρ-Ντεριντά για τον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ τους έφερε κοντά και ο Ντεριντά έγινε βοηθός του Ρικέρ. Θα δημιουργηθεί μια στενή προσωπική σχέση μεταξύ των δύο ανδρών μέσα στο πλαίσιο δασκάλου-μαθητή.

Ο Ντεριντά, θα υποστηρίξει τη διατριβή του στη Σορβόννη με τον Ρικέρ μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής. Η στενή σχέση τους δεν θα εμποδίσει τον Ρικέρ να ασκήσει κριτική στην υποβληθείσα διατριβή, δημιουργώντας ανασφάλεια αλλά και απογοήτευση στον Ντεριντά. Παρ’ όλα αυτά η φιλία τους θα συνεχιστεί, με τον ειλικρινή σεβασμό από την πλευρά του Ντεριντά, και τη βαθιά εκτίμηση προς τον βοηθό του από την πλευρά του Ρικέρ. Μετά το τέλος της θητείας του στη Σορβόννη ο Ντεριντά θα επιλέξει να διοριστεί βοηθός στην ENS.  Η εμπλοκή του Ντεριντά με τον στρουκτουραλισμό και, στη συνέχεια, με την αποδόμηση, θα δημιουργήσει τις πρώτες εντάσεις μεταξύ των δύο φιλοσόφων. Η ερμηνευτική προσέγγιση του Ρικέρ δίνει έμφαση στο κείμενο ως πεδίο πολλαπλών σημασιών, χωρίς όμως να εγκαταλείπει την αναζήτηση ενός νοήματος που μπορεί να ανακτηθεί μέσα από την ερμηνευτική διαδικασία. Αντίθετα, ο Ντεριντά αμφισβητεί την ίδια την ιδέα ενός σταθερού ή τελικού νοήματος υποστηρίζοντας ότι το νόημα είναι πάντα σε αναβολή, προϊόν διαφορών και σχέσεων, και ποτέ πλήρως παρόν. Έτσι, ο Ρικέρ αναζητά μια «παραγωγική» ερμηνεία που οδηγεί σε κατανόηση, ενώ ο Ντεριντά αποδομεί κάθε αξίωση οριστικής ερμηνείας.

Παρά τις θεωρητικές τους διαφορές, η σχέση Ρικέρ-Ντεριντά θα χαρακτηρίζεται πάντα από έναν βαθμό αμοιβαίου σεβασμού. Ο Ρικέρ αναγνώρισε τη σημασία της αποδόμησης ως κριτικής δύναμης, ενώ ο Ντεριντά, σε ορισμένα ύστερα έργα του, πλησίασε ζητήματα που απασχολούσαν και τον Ρικέρ, όπως η ηθική, η ευθύνη και η συγχώρεση. Σε αυτά τα πεδία, οι διαφορές τους μετριάζονται και αναδεικνύεται ένας πιο σύνθετος διάλογος. Η εκτίμηση του Ρικέρ για τον πρώην βοηθό του θα φανεί με την πρόθεσή του να αναλάβει ο Ντεριντά τη θέση του καθηγητή φιλοσοφίας που κατείχε στη Ναντέρ, μετά την συνταξιοδότησή  του. Ο Ντεριντά, υπό την πίεση και άλλων καθηγητών της Ναντέρ, θα υποβάλει μια διατριβή υφηγεσίας το 1980 (Doctorat d’Etat), με τον Εμανουέλ Λεβινάς μέλος της τριμελούς επιτροπής, και θα θέσει υποψηφιότητα για τη θέση.  Παρά τις προσπάθεια όμως και του Ρικέρ και του Ντεριντά, η εκλογή θα γίνει για άλλον υποψήφιο. Ο Ντεριντά θα εκλεγεί, τελικά, διευθυντής σπουδών στην EHESS το 1984.

Οι δύο φιλόσοφοι, θα παραμείνουν σε κοινά πεδία ιδεών παρά τις διαφορές του και θα συνυπάρξουν εκ νέου στην υπόθεση των (μεταναστών) «χωρίς χαρτιά» (sans papiers), που κατέφθαναν στη Γαλλία από τις χώρες της Αφρικής. Σε μια συμβολική διακήρυξη, την 9η Ιουνίου 1996, θα δηλώσουν μαζί με τον Stéphane Hessel και άλλους διανοούμενους ότι προσφέρονται να φιλοξενήσουν τους περίπου 330 μετανάστες χωρίς χαρτιά που είχαν καταλάβει την εκκλησία του Αγίου Αμβροσίου στο 11o διαμέρισμα του Παρισιού. Ο Ρικέρ θα συγκινηθεί μέχρι δακρύων όταν θα μάθει για την ασθένεια του φίλου του και το επικείμενο τέλος, στέλνοντάς του μια τελευταία συγκινητική επιστολή, εκφράζοντας την αγάπη και τον θαυμασμό για το έργο του.

Σε όλα τα χρόνια της καριέρας του ο Ντεριντά είχε προσωπικές σχέσεις και κοινά πεδία ενδιαφέροντος με τον Εμανουέλ Λεβινάς. Και οι δύο επηρεάστηκαν καθοριστικά στη  φιλοσοφία από τον Χούσερλ και τον Χάιντεγκερ. Ο Λεβινάς, αρκετά μεγαλύτερος από τον Ντεριντά, είχε προλάβει να παρακολουθήσει τα τελευταία μαθήματα του Χούσερλ στο Φράιμπουργκ αλλά και την περίφημη συνάντηση του Χάιντεγκερ με τον Κασίρερ στο Νταβός6. Ήταν και αυτός εβραϊκής καταγωγής, προερχόμενος όμως από την Ανατολική Ευρώπη. Η οικογένεια του ζούσε στο Κάουνας της Λιθουανίας και κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αναγκάστηκε να μετακινηθεί προς την Ουκρανία. Μετά τη ρωσική επανάσταση επέστρεψαν στη Λιθουανία. Παρά τους περιορισμούς που υπήρχαν στην εκπαίδευση για τους εβραίους, ο Λεβινάς κατάφερε να τελειώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ως άριστος μαθητής.  Θα αναγκαστεί να καταφύγει στη Γαλλία, σε ένα περιβάλλον πιο φιλελεύθερο, ξεκινώντας σπουδές φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Εκεί θα ανακαλύψει τον Χούσερλ και, στη συνέχεια, τον Χάιντεγκερ. Το 1930 θα αποκτήσει το διδακτορικό του πάνω στη φαινομενολογία του Χούσερλ, παρακολουθώντας ταυτόχρονα στο κοντινό Φράιμπουργκ τα τελευταία μαθήματα του φιλοσόφου. Θα αποκτήσει τη γαλλική ιθαγένεια και θα πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου θα αιχμαλωτισθεί και θα περάσει το υπόλοιπο του πολέμου σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η ενασχόλησή του με το Ταλμούδ και την εβραϊκή  γραμματεία θα τον περιορίσει για μεγάλο διάστημα στα στενά όρια της εβραϊκής σκέψης, Μόνο κατά τη δεκαετία του 1980 το έργο του Λεβινάς θα αποκτήσει φήμη και διεθνή αναγνώριση.

Μαζί με τον Ρικέρ, θα υπάρξει μέντορας και φίλος του Ντεριντά. O τελευταίος θα τον ανακαλύψει μέσω του Ρικέρ, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του Λεβινάς μια ριζική μετατόπιση της φιλοσοφίας από την οντολογία προς την ηθική.  Παρά τις επιμέρους διαφορές στη φιλοσοφική τους προσέγγιση, ο Ντεριντά τον θεωρεί έναν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Σε μεταγενέστερα έργα του, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Λεβινάς, ο Ντεριντά επιστρέφει επανειλημμένα στη σκέψη του, τονίζοντας τη σημασία της για την ηθική και την πολιτική φιλοσοφία. Έννοιες όπως η φιλοξενία, η ευθύνη και η δικαιοσύνη στον Ντεριντά φέρουν εμφανώς το αποτύπωμα της λεβινασιανής σκέψης. Η αγάπη και η εκτίμηση του Ντεριντά για τον Λεβινάς, θα φανεί στην ονομασία του ενός γιού του στον οποίον θα δοθεί ως δεύτερο όνομα το Εμανουέλ μαζί με το Ζαν. Ο Λεβινάς θα πεθάνει το 1995 μετά από μακρά εκφυλιστική ασθένεια. Ο Ντεριντά θα εκφωνήσει έναν συγκινητικό και πυκνό επικήδειο στην κηδεία του, αναφερόμενος στη μοναδική φιλία τους και εστιάζοντας στην έννοια της ευθύτητας (droiture), ως δίδαγμα από τη σκέψη του φίλου του.

Ένας απολογισμός

Από τις σχέσεις που αναφέρει ο Ντος στις Φιλοσοφικές Φιλίες φαίνεται πόσο μοναδική ήταν η κάθε περίπτωση. Σε όλες υπήρχε πάντα μια εγγύτητα που επιβεβαίωνε τη δύναμη του αισθήματος της φιλίας. Όμως, η δύναμη του δεσμού δεν ήταν πάντα απαλλαγμένη από κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις.

Οι πιο ακραίες περιπτώσεις συγκρούσεων ήταν αυτές του Σαρτρ με τους πρώην συντρόφους του, Αρόν και Μερλώ-Ποντύ. Και στις δύο αυτές φιλίες, υπήρχαν αρχικά κοινές σπουδές, επιρροές και ιδεολογικές αναζητήσεις, όμως στην πορεία οι σχέσεις οδηγήθηκαν σε έντονες πολιτικές και φιλοσοφικές συγκρούσεις, οι οποίες κατέληξαν σε ρήξη. Η φιλία εδώ λειτούργησε αρχικά ως πεδίο σύγκλισης, αλλά μετατράπηκε σε χώρο αντιπαράθεσης, όπου η διαφωνία όμως έγινε καθοριστικός παράγοντας δημιουργίας. Κρίσεις και μετωπικές συγκρούσεις υπήρχαν έντονες και στη σχέση των Καστοριάδη-Λεφόρ. Η τελευταία σημαδεύτηκε από κοινή δράση και θεωρητική σύμπλευση, αλλά και επαναλαμβανόμενες ρήξεις, προσωπικές αντιπαλότητες και ιδεολογικές διαφωνίες. Η φιλία εδώ δεν σταθεροποιήθηκε ποτέ πλήρως, αλλά παρέμεινε σε μια κατάσταση έντασης, όπου ο ανταγωνισμός συνυπήρχε με την αμοιβαία επιρροή.

Φιλίες όπου υπήρχε έντονη αμοιβαία επιρροή, αλλά και σταδιακή απομάκρυνση χωρίς πλήρη διάλυση της σχέσης,  ήταν αυτές του Φουκώ με τον Ντελέζ, καθώς και του Ρικέρ με τον Ντεριντά. Οι φιλίες αυτές προέκυψαν μέσω κοινού θεωρητικού ενδιαφέροντος και βαθιάς εκτίμησης, ωστόσο οι διαφορές στις προσεγγίσεις οδήγησαν σταδιακά σε αποστασιοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, οι σχέσεις δεν διαλύθηκαν ολοκληρωτικά, αλλά μετασχηματίσθηκαν διατηρώντας έναν πυρήνα σεβασμού και διαλόγου. Επιπλέον, η σχέση του Ρικέρ με τον Ντεριντά αναπτύχθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο δασκάλου - μαθητή. Εδώ η φιλία ξεκίνησε μέσα από μια άνιση σχέση, όπου ο ένας λειτουργούσε ως μέντορας, ασκώντας καθοριστική επιρροή στον άλλον. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, ο μαθητής απόκτησε αυτονομία και η σχέση μετασχηματίσθηκε σε πιο ισότιμο διάλογο, χωρίς να εκλείψουν οι θεωρητικές διαφορές. Στο ίδιο πλαίσιο λειτούργησε και η σχέση Ντεριντά - Λεβινάς, με αμοιβαίο σεβασμό και εκτίμηση, χωρίς ποτέ να φτάσει σε σύγκρουση.

Η δημιουργικότερη και πιο στενή όλων των σχέσεων ήταν αυτή του Ντελέζ με τον Γκαταρί. Οι δύο στοχαστές δεν περιορίστηκαν σε έναν απλό διάλογο, αλλά δημιούργησαν ένα κοινό διανοητικό υποκείμενο, παράγοντας έργα που φέρουν τη σφραγίδα και των δύο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται δύσκολη η διάκριση της ατομικής συμβολής του καθενός. Η φιλία εδώ λειτούργησε ως συνεργατική δημιουργία, χωρίς να οδηγείται σε καταστροφικές συγκρούσεις.

Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, όλες οι φιλίες που βιογραφεί ο Ντος συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: αποτελούν πεδία μέσα στα οποία η σκέψη δεν εκφράζεται απλώς, αλλά διαμορφώνεται και εξελίσσεται. Η φιλία, αναδεικνύεται ως θεμελιώδης παράγοντας της φιλοσοφικής δημιουργίας, ένας χώρος όπου οι ιδέες γεννιούνται μέσα από τη συνάντηση, τη διαφωνία και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων.

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 08 30 8.34.51 πμ

O Ζυλ Ντελέζ και ο Φελίξ Γκατταρί, σε διακοπές στη Σκύρο, στην αρχή της δεκαετίας του 1980. Η βαθιά φιλική σχέση τους μαζί με τη συσχέτιση της σκέψης τους αποτέλεσε συγγραφικά αυτό που ονομάσθηκε περιπαικτικά «Γκαταρέζ».

Karl Flinker

Διαβάστε ακόμα:

Ρεϊμόν Αρόν - Ζαν-Πολ Σαρτρ: δυο φίλοι

Ακόμη μια κριτική ματιά από τον Σεραφείμ Μπακολουκά

Στο Books’ Journal, τχ. 174, Μάρτιος 2026, και εδώ: https://booksjournal.gr/kritikes/istoria/6041-reimon-aron-zan-pol-sartr-dyo-filoi 

 

1SFIO (Section Française de l'Internationale Ouvrière) ήταν το κυρίαρχο σοσιαλιστικό πολιτικό κόμμα στη Γαλλία από το 1905 έως το 1969

2 Η φράση περιλαμβάνεται στην ανοιχτή επιστολή-απάντηση του Καμύ προς τον Σαρτρ, μετά την αρνητική κριτική των ΤΜ για τον Επαναστατημένο Άνθρωπο. Με τη φράση, ο Καμύ κατηγορούσε τον Σαρτρ για επαναστατική θεωρητικολογία. Το 1944, κατά τη διάρκεια των μαχών για την απελευθέρωση του Παρισιού, ο Καμύ (που ήταν ενεργός στην Αντίσταση) φέρεται να βρήκε τον Σαρτρ να κοιμάται σε μια πολυθρόνα  της Comédie-Française, την οποία ο Σαρτρ είχε αναλάβει να φυλάει.

3 Η Νήσος του Φωτός ήταν το πλοίο που έστειλε η Γαλλία για τη διάσωση μιας μερίδας Βιετναμέζων, μετά την επικράτηση του κομμουνισμού στο Βιετνάμ. Επικεφαλής του κινήματος συμπαράστασης ήταν οι Γιατροί χωρίς σύνορα, με τον Μπερνάρ Κουσνέρ και οι Νέοι φιλόσοφοι, με τον Αντρέ Γκλυκσμάν και τον Μπερνάρ-Ανρί Λεβί.

4 Η Ομάδα Πληροφόρησης για τις Φυλακές ήταν ριζοσπαστική συλλογικότητα που ιδρύθηκε με σκοπό να σπάσει τη σιωπή γύρω από τις συνθήκες κράτησης των γαλλικών φυλακών. Ιδρύθηκε από τον Μισέλ Φουκώ, τον ιστορικό Πιερ Βιντάλ-Νακέ και τον δημοσιογράφο Ζαν-Μαρί Ντομενάκ.

5 Η Προλεταριακή Αριστερά: ακροαριστερή οργάνωση μαοϊκής κατεύθυνσης, η οποία έδρασε κατά την περίοδο 1968–1973. Θεωρείται η πιο επιδραστική από τις ριζοσπαστικές ομάδες που ξεπήδησαν μετά τον Μάη του ’68 στη Γαλλία.

6 Η συζήτηση του Μάρτιν Χάιντεγκερ με τον Ερνστ Κασίρερ στο Νταβός της Ελβετίας την άνοιξη του 1929, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά γεγονότα του 20ού αιώνα. Η συζήτηση έλαβε χώρα στο πλαίσιο των Διεθνών Πανεπιστημιακών Μαθημάτων του Νταβός.

30 Αυγούστου 2026

Από εδώ και πέρα, οι Εβραίοι μοιάζουν απροστάτευτοι από τη μνήμη της Σοά, παράγοντα ενοχής αλλά και ενσυναίσθησης. Νέες κατηγορίες κατά των Εβραίων προστίθενται στις παλαιές. Οι διαπιστώσεις και η έκφραση ανησυχιών διαδέχονται η μία την άλλη, συνοδευόμενες από αγανάκτηση και οργή. Αλλά δεν αναρωτιόμαστε πλέον για τις συνθήκες ανάδυσης αυτού του κύματος του αντιεβραϊκού μίσους, για τις πολλαπλές αφετηρίες του, τις διαφορετικές διαστάσεις του, για τις ποικίλες λειτουργίες του, για τα αποτελέσματά του στην πολιτική και πολιτισμική ζωή των δημοκρατικών εθνών. Όπως και να ’χει, πάντως, κρίνοντας από τις στάσεις έναντι των Εβραίων στην παρούσα κατάσταση του κόσμου, φαίνεται ότι περάσαμε από την «εποχή της περιφρόνησης» στην εποχή του μίσους. Ενός μίσους υψηλής έντασης, μίσους λυσσώδους, διακριτού από το συνηθισμένο μίσος, το οποίο δεν διστάζει να προσφεύγει σε μύθους ή ιδεολογικοποιημένα φαντάσματα για να εξαπολύσει τις πιο φανταστικές κατηγορίες τις οποίες πιστεύουν όλο και περισσότεροι εχθροί των Εβραίων. Κυρίως, όμως, ενός μίσους χωρίς γιατί, ενός μίσους το οποίο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε οντολογικό. Οι Εβραίοι εισήλθαν στην εποχή της τρωτότητάς τους. 

30 Νοεμβρίου 2025