web only
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΑνατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και Ρωμιοσύνη
Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη διοργάνωσαν στις 5 Ιουνίου 2026, στο Queens’ College, μονοήμερο επιστημονικό συμπόσιο με θέμα «Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και Ρωμιοσύνη: Γλώσσα και Ταυτότητα στον Ελληνόφωνο Κόσμο». Το συμπόσιο συγκέντρωσε ιστορικούς, γλωσσολόγους και ερευνητές συναφών πεδίων με στόχο τη διερεύνηση της σύνθετης σχέσης μεταξύ γλώσσας, πολιτισμικής συνέχειας και συλλογικής ταυτότητας στον ελληνόφωνο κόσμο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα «Ρωμαίικα», την απειλούμενη ελληνική διάλεκτο που εξακολουθεί να ομιλείται σε περιοχές του Πόντου, ως ένα ζωντανό παράδειγμα της ιστορικής ανθεκτικότητας και της πολιτισμικής συνέχειας της Ρωμιοσύνης.
Αντλώντας από το πολυετές ερευνητικό έργο της καθηγήτριας Ιωάννας Σιταρίδου, το συμπόσιο επιχείρησε να φωτίσει ζητήματα γλωσσικής εξέλιξης, πολιτισμικής κληρονομιάς και ταυτότητας, εντάσσοντάς τα σε ευρύτερες συζητήσεις γύρω από τη συνέχεια, την υβριδικότητα και την πολυγλωσσία. Παράλληλα, εξετάστηκαν οι ιδεολογικές και ιστοριογραφικές αντιπαραθέσεις σχετικά με τη Ρωμιοσύνη και την κληρονομιά της Ρώμης, διερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνόφωνοι και ορθόδοξοι πολίτες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αντιλαμβάνονταν και διαμόρφωναν την ταυτότητά τους μέσα στους αιώνες. Τη διοργάνωση του συμποσίου ανέλαβαν ο Δρ. Γεώργιος Καλπαδάκης της Ακαδημίας Αθηνών και η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν τα ζητήματα της ιστορικής συνέχειας, της πολιτισμικής ανθεκτικότητας, της γλωσσικής εξέλιξης και της διαμόρφωσης συλλογικών ταυτοτήτων. Παράλληλα, οι εισηγήσεις ανέδειξαν τον τρόπο με τον οποίο οι όροι «Ρωμαίος», «Ρωμιός», «Έλληνας», «Ρωμαίικα» και «Ελληνικά» απέκτησαν διαφορετικά νοήματα σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, αντανακλώντας μεταβαλλόμενες πολιτικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές πραγματικότητες.
Οι συμμετέχοντες και οι εισηγήσεις
Ο Αντώνης Καλδέλλης, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους βυζαντινολόγους και συγγραφέας του πολυσυζητημένου βιβλίου Romanland: Ethnicity and Empire in Byzantium, ανέλυσε την ιστορική πορεία του όρου «Ρωμαίικα» από τη βυζαντινή περίοδο έως τη σύγχρονη εποχή. Η έρευνά του έχει συμβάλει καθοριστικά στην επαναξιολόγηση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ως ενός κράτους που οι ίδιοι οι κάτοικοί του αντιλαμβάνονταν ως «Ρωμαϊκό» και όχι ως «Βυζαντινό». Στην εισήγησή του υπογράμμισε ότι η επιβίωση του όρου «Ρωμαίικα» σε περιοχές του Πόντου αποτελεί σημαντική μαρτυρία της μακράς διάρκειας της ρωμαϊκής ταυτότητας στον ελληνόφωνο κόσμο.
Οι δύο ερευνητές του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών με έδρα την Κρήτη, Λεωνίδας Εμπειρίκος και Νίκος Σιγάλας, παρουσίασαν μια ιστορικο-γλωσσολογική προσέγγιση της ονομασίας της ελληνικής γλώσσας μέσα στους αιώνες. Η έρευνά τους εξετάζει πώς οι ονομασίες «Eλληνική», «Γραικική» και «Ρωμαίικα» συνυπήρξαν ή διαδέχθηκαν η μία την άλλη, αντανακλώντας βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές. Μέσα από πηγές από το Βυζάντιο, την Οθωμανική περίοδο και τον νεότερο ελληνισμό, ανέδειξαν τη δυναμική σχέση μεταξύ γλώσσας και συλλογικής ταυτότητας.
Η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου, γνωστή διεθνώς για την πρωτοποριακή της έρευνα στις ρωμαίικες διαλέκτους του Πόντου και ιδιαίτερα της περιοχής της Τραπεζούντας, παρουσίασε τα αποτελέσματα πολυετούς επιτόπιας έρευνας σε κοινότητες που εξακολουθούν να μιλούν τη γλώσσα που οι ίδιες αποκαλούν «Ρωμαίικα». Η εργασία της εξετάζει τη διαδικασία εξισλαμισμού των πληθυσμών αυτών και τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα διατηρήθηκε παρά τις θρησκευτικές και πολιτικές μεταβολές. Το έργο της έχει συμβάλει αποφασιστικά στην ανάδειξη των «Ρωμαίικων» ως ενός πολύτιμου ζωντανού γλωσσικού μνημείου της μεσαιωνικής ελληνικής.
Ο Γιώργος Καλπαδάκης από την Ακαδημία Αθηνών προσέγγισε το ζήτημα της πολιτισμικής ανθεκτικότητας μέσα από τη συγκριτική μελέτη νησιωτικών και απομονωμένων κοινοτήτων. Η εισήγησή του εστίασε στους μηχανισμούς μέσω των οποίων μικρές κοινότητες κατορθώνουν να διατηρούν τη γλώσσα, τις παραδόσεις και την ιστορική τους μνήμη παρά τις εξωτερικές πιέσεις. Η προσέγγισή του συνέδεσε τη μελέτη των ελληνικών κοινοτήτων με ευρύτερα διεθνή παραδείγματα πολιτισμικής επιβίωσης.
Ο Δημήτρης Σταματόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ορθόδοξης κοινότητας και της μετάβασης από τη Ρωμιοσύνη στον ελληνικό εθνικισμό, εξέτασε το έργο του λογίου του 18ου αιώνα Καισάριου Δαπόντε. Μέσα από την ανάλυση του Βιβλίου των Βασιλέων ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο ο Δαπόντες συνδύαζε βυζαντινά, ορθόδοξα, ελληνικά και ρωμαϊκά στοιχεία ταυτότητας σε μια εποχή πριν από τη διαμόρφωση του νεότερου ελληνικού έθνους. Η εισήγηση συνδέθηκε με το ευρύτερο ερευνητικό έργο του Σταματόπουλου γύρω από την έννοια της Ρωμιοσύνης και τις πολλαπλές μορφές συλλογικής ταυτότητας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ρωμιοσύνη, γλώσσα και ταυτότητα
Η σχέση ανάμεσα στη γλώσσα, την ταυτότητα και τη συλλογική μνήμη αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα της ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της πολιτείας που επί αιώνες οι ίδιοι οι κάτοικοί της αποκαλούσαν Ρωμανία και τους εαυτούς τους Ρωμαίους. Παρά το γεγονός ότι στη σύγχρονη ιστοριογραφία έχει επικρατήσει ο όρος «Βυζάντιο», οι άνθρωποι που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη, στον Πόντο, στη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο δεν θεωρούσαν ποτέ ότι ανήκαν σε ένα «βυζαντινό» κράτος. Αντιθέτως, αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως πολίτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κληρονόμους μιας πολιτικής και πολιτισμικής παράδοσης που είχε τις ρίζες της στην αρχαία Ρώμη αλλά εξελίχθηκε σε ένα πολύγλωσσο, πολυεθνικό και βαθιά ελληνόφωνο κόσμο.
Η διερεύνηση της έννοιας της Ρωμιοσύνης και της σχέσης της με τη γλώσσα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο νέων ιστορικών και γλωσσολογικών ερευνών. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μελέτη της γλωσσολόγου Ιωάννας Σιταρίδου για τα «Ρωμαίικα» , μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία της ελληνικής γλώσσας που εξακολουθεί να ομιλείται σε απομονωμένες κοινότητες της περιοχής της Τραπεζούντας στον Εύξεινο Πόντο. Η ύπαρξη αυτών των κοινοτήτων προσφέρει ένα μοναδικό παράθυρο στον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα και η ταυτότητα διαμορφώθηκαν και επιβίωσαν μέσα από αιώνες πολιτικών και κοινωνικών μεταβολών.
Η συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης στην Ανατολή
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε προϊόν σύνθεσης. Η πολιτική της παράδοση προερχόταν από τη Ρώμη, η γλώσσα της διοίκησης και της παιδείας εξελίχθηκε σταδιακά προς τα ελληνικά, ενώ η θρησκευτική της φυσιογνωμία διαμορφώθηκε γύρω από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων δημιούργησε μια ταυτότητα που δεν μπορεί να περιγραφεί επαρκώς με σύγχρονες εθνικές κατηγορίες. Οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας δεν αισθάνονταν ότι έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα στο να είναι Έλληνες ή Ρωμαίοι. Για πολλούς αιώνες οι δύο έννοιες δεν ήταν ανταγωνιστικές αλλά συμπληρωματικές. Η πολιτική ταυτότητα ήταν ρωμαϊκή, η γλώσσα ελληνική και η θρησκεία χριστιανική. Το γεγονός ότι η αυτοκρατορία διοικούνταν από την Κωνσταντινούπολη και όχι από τη Ρώμη δεν μείωνε τη “ρωμαϊκότητά” της στα μάτια των κατοίκων της.
Αυτή η πραγματικότητα συχνά δυσκολεύει τους σύγχρονους ιστορικούς, οι οποίοι έχουν επηρεαστεί από τα πρότυπα του εθνικού κράτους του 19ου αιώνα. Οι μεσαιωνικές κοινωνίες, ωστόσο, λειτουργούσαν με διαφορετικές αντιλήψεις περί ταυτότητας. Ένας κάτοικος της Τραπεζούντας του 12ου ή του 14ου αιώνα μπορούσε ταυτόχρονα να είναι χριστιανός, ελληνόφωνος και Ρωμαίος χωρίς να θεωρεί ότι αυτές οι ιδιότητες συγκρούονταν μεταξύ τους.
Η γλώσσα ως θεματοφύλακας της συλλογικής μνήμης
Η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε ίσως τον ισχυρότερο φορέα πολιτισμικής συνέχειας στον ανατολικό μεσογειακό κόσμο. Από την ελληνιστική εποχή έως σήμερα, η γλώσσα εξελίχθηκε, μεταμορφώθηκε και εμπλουτίστηκε, χωρίς όμως να διακοπεί ποτέ η αδιάσπαστη ιστορική της παρουσία. Η περίπτωση των «Ρωμαίικων» του Πόντου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Οι ομιλητές αυτής της γλώσσας δεν χρησιμοποιούν απαραίτητα τον όρο «ελληνικά» για να περιγράψουν το ιδίωμά τους. Αντίθετα, το αποκαλούν «ρωμαίικα». Ο όρος αυτός αποτελεί ζωντανό απομεινάρι μιας ιστορικής πραγματικότητας στην οποία η έννοια του Ρωμαίου παρέμενε κεντρική για τον αυτοπροσδιορισμό των ελληνόφωνων πληθυσμών της Ανατολής.
Για πολλούς σύγχρονους παρατηρητές, ο όρος μπορεί να προκαλεί σύγχυση. Ορισμένοι θεωρούν λανθασμένα ότι σχετίζεται με τις λατινογενείς γλώσσες ή με τη λατινική παράδοση. Ωστόσο, όπως έχει υποστηρίξει ο ιστορικός Αντώνης Καλδέλλης , η χρήση του όρου «Ρωμαίος» από ελληνόφωνους πληθυσμούς είναι απολύτως ιστορικά τεκμηριωμένη και αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι κατανοούσαν την ταυτότητά τους. Η επιβίωση του όρου στις κοινότητες της Τραπεζούντας αποδεικνύει ότι η μνήμη της Ρωμιοσύνης δεν εξαφανίσθηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 ούτε με την άνοδο των εθνικισμών του 19ου αιώνα. Αντίθετα, συνέχισε να επιβιώνει σε τοπικές κοινωνίες, πολλές φορές μακριά από τα κέντρα εξουσίας και τις επίσημες ιδεολογίες.
Ρήξη ή συνέχεια;
Ένα από τα βασικά ερωτήματα της σύγχρονης έρευνας αφορά τη σχέση μεταξύ αρχαίου ελληνικού, βυζαντινού και νεότερου ελληνικού κόσμου. Υπήρξε συνέχεια ή ρήξη; Η απάντηση που προκύπτει από τη γλωσσολογία είναι περισσότερο σύνθετη από τις απλουστευτικές αφηγήσεις του παρελθόντος. Οι γλώσσες δεν παραμένουν αμετάβλητες, ούτε όμως εξαφανίζονται και επανεμφανίζονται ξαφνικά. Η εξέλιξη είναι μια συνεχής διαδικασία αλλαγής.
Τα «Ρωμαίικα» του Πόντου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής. Η έρευνα της Σιταρίδου έχει αναδείξει γλωσσικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας και τα οποία έχουν χαθεί ή μεταβληθεί στις περισσότερες νεοελληνικές διαλέκτους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ομιλητές των «Ρωμαίικων» διατηρούν «καθαρή» ή «αυθεντική» ελληνική γλώσσα. Αντίθετα, αποδεικνύει ότι η γλωσσική εξέλιξη ακολουθεί διαφορετικές πορείες ανάλογα με τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Η αναζήτηση μιας μοναδικής και αδιαμφισβήτητης συνέχειας συχνά οδηγεί σε ιδεολογικές παγίδες. Η ιστορία δείχνει ότι οι πολιτισμοί επιβιώνουν ακριβώς επειδή μεταβάλλονται. Η γλωσσική και πολιτισμική συνέχεια δεν σημαίνει ακινησία αλλά διαρκή προσαρμογή.
Υβριδικότητα και πολυγλωσσία
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ήταν ποτέ ένας μονόγλωσσος ή μονοπολιτισμικός χώρος. Στα εδάφη της συνυπήρχαν ελληνικά, αρμενικά, συριακά, σλαβικά, αραβικά και πολλές άλλες γλώσσες. Η πολυγλωσσία δεν θεωρούνταν εξαίρεση αλλά φυσιολογική κατάσταση.
Οι κοινότητες του Πόντου προσφέρουν επίσης πολύτιμες πληροφορίες για τη διαδικασία της γλωσσικής επαφής. Η συνύπαρξη με τουρκόφωνους πληθυσμούς επί αιώνες άφησε βαθιά ίχνη στο λεξιλόγιο, στην προφορά και σε άλλες πτυχές της γλώσσας. Ωστόσο, η επιρροή αυτή δεν οδήγησε στην εξαφάνιση της ελληνικής παράδοσης. Αντίθετα, δημιούργησε νέες μορφές πολιτισμικής έκφρασης. Η έννοια της υβριδικότητας βοηθά τους ιστορικούς να ξεπεράσουν τις παλαιότερες αντιλήψεις περί «καθαρών» εθνικών ή πολιτισμικών ταυτοτήτων. Οι ταυτότητες της Ανατολικής Μεσογείου ήταν πάντοτε αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων, ανταλλαγών και προσαρμογών.
Ποιος είναι ο κληρονόμος της Ρώμης;
Η συζήτηση για τη Ρωμιοσύνη δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή. Συνδέεται άμεσα με ευρύτερες πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις γύρω από την κληρονομιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα, διάφορα κράτη και λαοί διεκδίκησαν τον τίτλο του κληρονόμου της Ρώμης. Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Ρωσία της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης», ακόμη και νεότερα εθνικά κινήματα, προσπάθησαν να συνδέσουν τη νομιμοποίησή τους με το ρωμαϊκό παρελθόν.
Η περίπτωση των ελληνόφωνων Ρωμαίων της Ανατολής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή η ταυτότητά τους δεν βασιζόταν σε εδαφικές διεκδικήσεις ή σε μεταγενέστερες ιδεολογικές κατασκευές. Ήταν μια βιωμένη ιστορική πραγματικότητα που διατηρήθηκε επί περισσότερο από μία χιλιετία. Η σύγχρονη έρευνα επιδιώκει να απομακρυνθεί από ανταγωνιστικές αφηγήσεις περί «γνήσιων» και «μη γνήσιων» κληρονόμων της Ρώμης. Αντί να αναζητεί αποκλειστικούς δικαιούχους μιας ιστορικής κληρονομιάς, εξετάζει πώς διαφορετικές κοινότητες χρησιμοποίησαν και επαναδιαπραγματεύθηκαν τη ρωμαϊκή ταυτότητα ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες τους.
Τα «Ρωμαίικα» σήμερα
Η μελέτη των «Ρωμαίικων» δεν αφορά μόνο τη διάσωση μιας απειλούμενης γλώσσας. Αφορά επίσης την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι διατηρούν τη μνήμη και την ταυτότητά τους μέσα στον χρόνο. Οι κοινότητες στα απομακρυσμένα ορεινά χωριά της Τραπεζούντας υπενθυμίζουν ότι η ιστορία της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού δεν περιορίζεται στα σύνορα του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν ζωντανές παραδόσεις που αναπτύχθηκαν σε διαφορετικά ιστορικά περιβάλλοντα και ακολούθησαν ξεχωριστές διαδρομές. Ταυτόχρονα, οι κοινότητες αυτές αποτελούν μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η Ρωμιοσύνη δεν ήταν απλώς μια πολιτική έννοια αλλά ένας τρόπος κατανόησης του κόσμου. Η επιβίωση του όρου «Ρωμαίικα» αποκαλύπτει τη βαθιά ιστορική αντοχή μιας ταυτότητας που κατάφερε να επιβιώσει μέσα από αυτοκρατορίες, κατακτήσεις, θρησκευτικές μεταβολές και εθνικές ανακατατάξεις.
Σήμερα, καθώς η έρευνα στρέφεται ολοένα περισσότερο προς ζητήματα πολλαπλών ταυτοτήτων, διαπολιτισμικών επαφών και πολιτισμικής μνήμης, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποκτά νέα επικαιρότητα. Η ιστορία των Ρωμαίων της Ανατολής δείχνει ότι οι ταυτότητες δεν είναι σταθερές ούτε μονοδιάστατες. Είναι σύνθετες, δυναμικές και συχνά αντιφατικές. Η μελέτη της Ρωμιοσύνης και των «Ρωμαίικων» μας προσφέρει, τελικά, ένα πολύτιμο μάθημα: ότι η ιστορική συνέχεια δεν βρίσκεται στην αμετάβλητη διατήρηση του παρελθόντος, αλλά στην ικανότητα των κοινωνιών να μετασχηματίζουν δημιουργικά την κληρονομιά τους, διατηρώντας παράλληλα ζωντανή τη μνήμη της καταγωγής τους. Έτσι, η Ρωμιοσύνη παραμένει όχι μόνο αντικείμενο ιστορικής έρευνας αλλά και ζωντανό παράδειγμα της πολυπλοκότητας της ανθρώπινης ταυτότητας μέσα στον χρόνο.
Η σημασία του συμποσίου
Το συμπόσιο στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ ανέδειξε ότι η Ρωμιοσύνη δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό κατάλοιπο του παρελθόντος αλλά μια δυναμική πολιτισμική και γλωσσική παράδοση που εξακολουθεί να επηρεάζει τις συζητήσεις για την ταυτότητα στον ελληνόφωνο κόσμο. Οι εισηγήσεις έδειξαν ότι οι έννοιες της ελληνικότητας και της ρωμαϊκότητας δεν υπήρξαν πάντοτε αντιθετικές, αλλά συχνά συνυπήρξαν και αλληλοσυμπληρώθηκαν μέσα σε διαφορετικά ιστορικά πλαίσια. Η συνάντηση στο Queen’s College επιβεβαίωσε το αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον για τη μελέτη της Ρωμιοσύνης ως ιστορικού, γλωσσικού και πολιτισμικού φαινομένου. Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας για την κατανόηση των τρόπων με τους οποίους οι κοινωνίες διαμορφώνουν, διατηρούν και επαναπροσδιορίζουν την ταυτότητά τους μέσα στον χρόνο. Μέσα από την εξέταση τόσο των ιστορικών πηγών όσο και των ζωντανών γλωσσικών παραδόσεων, το συμπόσιο προσέφερε μια νέα οπτική πάνω στη διαχρονική σχέση μεταξύ γλώσσας, μνήμης και Ρωμιοσύνης.
Άτιμη επικαιρότητα και ξεχασιάρα
Η χθεσινή βεβαιότητα έχει μια παράξενη συνήθεια. Τη διατυπώνουμε με αυτοπεποίθηση, τη μοιραζόμαστε με ενθουσιασμό, την υπερασπιζόμαστε σαν ηθική υποχρέωση. Και πριν αλέκτορα φωνήσαι, δυσκολευόμαστε να θυμηθούμε ότι υπήρξε. Δεν πρόκειται για αμνησία. Πρόκειται για έναν διακριτικό συμβιβασμό ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φιλοδοξία που έχουμε να διατηρούμε μια αξιοπρεπή εικόνα του εαυτού μας.
Δεν ξεχνάμε όσα είπαμε. Απλώς ξεχνάμε ότι τα είπαμε εμείς.
Η κοινωνία δεν πάσχει από έλλειψη πληροφοριών. Πάσχει από υπερπαραγωγή λήθης. Κάθε εβδομάδα ξεσπά ένα νέο σκάνδαλο. Κάθε εβδομάδα ανακαλύπτεται μια νέα εθνική καταστροφή. Κάθε εβδομάδα εμφανίζονται νέοι σωτήρες, νέοι προφήτες, νέοι αδιάφθοροι, νέοι τιμητές των πάντων. Οι τηλεοράσεις ουρλιάζουν, τα κοινωνικά δίκτυα αφρίζουν, οι πολιτικοί καταγγέλλουν, οι δημοσιογράφοι προφητεύουν το τέλος του κόσμου και οι πολίτες ορκίζονται ότι αυτή τη φορά δεν θα αφήσουν τίποτα να πέσει κάτω.
Ύστερα εμφανίζεται το επόμενο θέμα και το προηγούμενο αποσύρεται από τη σκηνή σαν ηθοποιός που ξέρει πως το κοινό περιμένει ήδη τον επόμενο πρωταγωνιστή.
Πριν από λίγες ημέρες η χώρα συζητούσε αποκλειστικά για τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όποιος άνοιγε τηλεόραση νόμιζε ότι παρακολουθεί την αποκάλυψη του μεγαλύτερου σκανδάλου από την εποχή του Κολοκοτρώνη. Πολιτικοί, σχολιαστές και επαγγελματίες αγανακτισμένοι συναγωνίζονταν σε ηθική αγανάκτηση. Το πιο διασκεδαστικό κομμάτι της παράστασης ήταν η συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ. Ίσως ο πιο έμπειρος παρατηρητής της ελληνικής επιδοματικής ψυχολογίας. Ένα κόμμα που συνάντησε τις επιδοτήσεις νωρίς στη ζωή του και δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται γι’ αυτές, με εμπειρία επί του αντικειμένου σχεδόν ιστορική, ξαφνικά εμφανίστηκε ως αδέκαστος ανακριτής του συστήματος.
Η ελληνική πολιτική διαθέτει μια μοναδική ικανότητα. Μπορεί να μετατρέψει τον εμπρηστή σε πυροσβέστη και τον πυροσβέστη σε ύποπτο εμπρησμού μέσα σε ένα δελτίο ειδήσεων.
Αλλά ούτε αυτό είναι το σημαντικότερο.
Το σημαντικότερο είναι ότι σε λίγες εβδομάδες κανείς δεν θα θυμάται τίποτα από όλα αυτά.
Όπως δεν θυμάται σχεδόν κανείς τη Νοβάρτις.
Θυμάται κανείς το μέγεθος εκείνης της υπόθεσης; Θυμάται τους τίτλους, τις βεβαιότητες, τις πολιτικές καταδίκες πριν ακόμη υπάρξουν δικαστικές αποφάσεις; Θυμάται το κλίμα μιας εποχής κατά την οποία παρουσιάστηκε ως δεδομένο ότι το μισό πολιτικό σύστημα αποτελούσε εγκληματική συμμορία;
Και όταν το οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει, ποιος απολογήθηκε;
Ποιος ζήτησε συγγνώμη;
Ποιος παραδέχθηκε ότι παρασύρθηκε;
Η λήθη μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο, έκλεισε τα φώτα και όλοι προσποιήθηκαν ότι τίποτα δεν είχε συμβεί.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μυστικό της ελληνικής πολιτικής. Δεν χρειάζεται να έχεις δίκιο. Αρκεί να επιβιώσεις μέχρι να ξεχαστεί το προηγούμενο λάθος.
Γι’ αυτό και οι πολιτικές καριέρες στην Ελλάδα δεν πεθαίνουν ποτέ.
Απλώς μπαίνουν σε αναμονή.
Πολιτικοί που χρεώθηκαν ιστορικές αποτυχίες επανέρχονται ως εθνικά κεφάλαια. Πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ως καταστροφές επαναλανσάρονται ως λύσεις. Άνθρωποι που υποσχέθηκαν τα πάντα και απέτυχαν σχεδόν στα πάντα επιστρέφουν ως έμπειροι καθοδηγητές της χώρας.
Σαν ταξιδιώτες που κατεβαίνουν για λίγο από το τρένο και ανεβαίνουν ξανά στον επόμενο σταθμό φορώντας διαφορετικό παλτό.
Η πολιτική μνήμη του Έλληνα μοιάζει με κινητό τηλέφωνο γεμάτο φωτογραφίες που δεν ανοίγει ποτέ.
Όλα υπάρχουν κάπου μέσα. Οι δηλώσεις, οι υποσχέσεις, οι καταγγελίες, οι διαψεύσεις, οι θεαματικές κυβιστήσεις, οι προφητείες που διαψεύστηκαν πριν στεγνώσει το μελάνι τους.
Αλλά σχεδόν κανείς δεν επιστρέφει να τις κοιτάξει.
Και βέβαια υπάρχει το μεγάλο εθνικό μας σπορ: η αγανάκτηση.
Η Ελλάδα δεν παράγει πλέον αρκετά βιομηχανικά προϊόντα. Παράγει όμως άφθονη αγανάκτηση.
Αγανακτήσαμε με τα μνημόνια και αργότερα με όσους τα πολεμούσαν. Αγανακτήσαμε με τους πλούσιους, με τους φτωχούς, με τους πολιτικούς, με τους δημοσιογράφους, με τους δικαστές και κάποτε ακόμη και με όσους δεν έδειχναν αρκετά αγανακτισμένοι. Η αγανάκτηση εξελίχθηκε σε μορφή εθνικής ψυχαγωγίας. Τη βιώνουμε με πάθος, τη διαφημίζουμε στα κοινωνικά δίκτυα, την καταναλώνουμε τηλεοπτικά και ύστερα την αντικαθιστούμε με την επόμενη. Η παλιά οργή εγκαταλείπεται όπως τα καλοκαιρινά σπίτια τον Σεπτέμβριο. Παραμένουν τα έπιπλα στη θέση τους, λίγη σκόνη στα παράθυρα και η αίσθηση ότι κάποτε υπήρξε ζωή εκεί μέσα.
Έτσι συμβαίνει και με τις μεγάλες δημόσιες εξάρσεις. Για λίγο μοιάζουν ικανές να αλλάξουν τον κόσμο. Έπειτα παραδίδονται στη σιωπή, μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο γεγονός που θα διεκδικήσει το δικαίωμα στην απόλυτη προσοχή μας. Η τραγωδία γίνεται σύνθημα. Το σύνθημα γίνεται τηλεθέαση. Η τηλεθέαση γίνεται πολιτική. Και η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα. Το έχουμε δει πολλές φορές. Και πιθανότατα θα το ξαναδούμε. Δεν είναι λοιπόν η διαφθορά το μεγαλύτερο πρόβλημά μας. Ούτε η ανικανότητα. Ούτε καν η υποκρισία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι η χθεσινή βεβαιότητα θάβεται πριν καν διαψευστεί.
Οι πολιτικοί δεν φοβούνται ιδιαίτερα την κρίση των πολιτών. Φοβούνται μόνο τον επόμενο κύκλο ειδήσεων. Γνωρίζουν ότι η χθεσινή βεβαιότητα θα αντικατασταθεί από τη σημερινή και η σημερινή από την αυριανή. Γνωρίζουν ότι η δημόσια συζήτηση κινείται με την ταχύτητα της επικαιρότητας και όχι με την υπομονή της μνήμης.
Και έτσι συνεχίζουν. Οι κυβερνώντες και οι αντιπολιτευόμενοι. Οι παλιοί και οι νέοι. Οι καταγγέλλοντες και οι καταγγελλόμενοι. Οι αυτόκλητοι σωτήρες και οι μόνιμοι τιμητές.
Όλοι παίζουν στο ίδιο έργο.
Ένα έργο που αλλάζει σκηνικά κάθε εβδομάδα για να κρύψει ότι το σενάριο παραμένει σχεδόν το ίδιο. Και εμείς από κάτω παρακολουθούμε, ενθουσιαζόμαστε, εξοργιζόμαστε, χειροκροτούμε, αποδοκιμάζουμε και προχωράμε στο επόμενο επεισόδιο.
Γιατί η άτιμη η επικαιρότητα έχει ένα πλεονέκτημα απέναντι στην αλήθεια. Έρχεται κάθε πρωί φρέσκια. Αντίθετα η μνήμη απαιτεί κόπο. Και ο κόπος δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα δημοφιλής στην ελληνική πολιτική αγορά.
Η δεύτερη ευκαιρία του Ιράν
Η γενική γραμμή που επικρατεί στα σχόλια του «μνημονίου κατανόησης» μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν είναι ότι οι ΗΠΑ –και μαζί τους το Ισραήλ– υπέστησαν μια ήττα στον τρέχοντα γύρο των χρόνιων αντιπαραθέσεών τους. Και κάπου ανάμεσα στις γραμμές των σχολίων διακρίνει κανείς και μια πικρόχολη ικανοποίηση για την ανικανότητα της διοίκησης Τραμπ και μια πιο ανοιχτή χαιρεκακία για την «αποτυχία» του πρωθυπουργού του Ισραήλ να «περάσει» την πολεμόχαρη πολιτική του.
Όμως αν διαβάσουμε πιο προσεκτικά το κείμενο του μνημονίου, όπως αυτό δημοσιεύτηκε, θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η χαιρέκακη από τους επικριτές των Τραμπ και Νετανιάχου και ταυτόχρονα απαξιωτική στάση από τους θιασώτες μιας πιο σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν δεν είναι δικαιολογημένη.
Το κεντρικό σημείο του μνημονίου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι η δέσμευση του τελευταίου να μην αναπτύξει ή και να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, να θέσει τα αποθέματα σχάσιμου υλικού που κατέχει υπό διεθνή έλεγχο και να «μειώσει» την περιεκτικότητα σε σχάσιμο ουράνιο σε επίπεδα που δεν θα επιτρέπουν τη χρήση του σε πυρηνικά όπλα.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο της συμφωνίας είναι η αναγνώριση από το Ιράν της κυριαρχίας και των άλλων γειτονικών κρατών στα νερά του Ορμούζ και του Περσικού κόλπου και η υποχρέωσή του να συμμετάσχει σε έναν διεθνή μηχανισμό ελέγχου της ναυσιπλοΐας.
Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, το Ιράν δεσμεύεται να επιβάλει στη Χεζμπολάχ τη συμμόρφωση στην κατάπαυση του πυρός, ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο για τον έλεγχο αυτής της οργάνωσης από το κεντρικό λιβανικό κράτος.
Σε αυτά τα σημεία θα μετρηθεί η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης και η ισχύς της απέναντι στα SS των φρουρών της επανάστασης – που όπως φαίνεται έχουν χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής τους, καθώς δεν κατάφεραν να συνεισφέρουν τίποτα στην προστασία των κρίσιμων υποδομών αλλά και των ανθρώπων που ήταν απαραίτητοι για τη λειτουργία του ιρανικού προγράμματος ανάπτυξης πυρηνικών όπλων.
Σε ό,τι αφορά την αποδέσμευση των κεφαλαίων του Ιράν και την άρση ενός μέρους των κυρώσεων –γιατί προφανώς η απαγόρευση εξαγωγής τεχνολογίας αιχμής στο Ιράν θα παραμείνει μακροπρόθεσμα υπό αυστηρό έλεγχο– , ας αναλογιστούμε πόσο θα κόστιζε η αναδόμηση ενός Ιράν κατεστραμμένου από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, με έναν πληθυσμό που θα υπέφερε από έναν πρωτοφανή λιμό –το Ιράν δεν μπορεί να θρέψει τα 90 εκατομμύρια των κατοίκων του με ίδιους πόρους[1]– και μια επίσης πρωτοφανή λειψυδρία.
Και σ’ αυτή την καταστροφή δεν υπολογίζουμε τον εσωτερικό πόλεμο που θα ξέσπαγε με τα διάφορα αυτονομιστικά κινήματα.
Ελπίζω οι έμφρονες Ιρανοί να κατάλαβαν ότι αυτή είναι η περίφημη second chance...
Σε 7 υποθέσεις παράνομου πλουτισμού εμπλέκει η κυπριακή Αρχή κατά της Διαφθοράς τον τέως Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη
· Το βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη Κράτος Μαφία, αφορμή για τη διερεύνηση σοβαρών πιθανών αδικημάτων
Στη δημοσιότητα δόθηκε το πρωί της Τρίτης (16/06) η λεπτομερής ανακοίνωση της κυπριακής Αρχής κατά της Διαφθοράς για το αποτέλεσμα της έρευνας που διεξήγαγε με αφορμή όσα κατήγγελλε το βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη Κράτος Μαφία. Στο πόρισμα αποδίδονται πιθανές ποινικές ευθύνες σε 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και ο τέως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης.
Σύμφωνα με τον κυπριακό Τύπο (Φιλελεύθερος, Πολίτης), ο τέως Πρόεδρος εμπλέκεται σε πολλές υποθέσεις: από τη σύλληψη της Ελένας Ριμπολόβλεβα, την υπόθεση Focus, έως ζητήματα παραχώρησης γης από την Αρχιεπισκοπή, τα Pandora Papers και τα χρυσά διαβατήρια. Στο πόρισμα καταγράφονται ισχυρισμοί για ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα που αφορούν κατάχρηση εξουσίας και εμπορία επηρεασμού.
Οι υποθέσεις στις οποίες εμπλέκεται ο Νίκος Αναστασιάδης αναλυτικά:
Η Ριμπολόβλεβα
Ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφέρεται στους ισχυρισμούς περί συντονισμένης επιχείρησης που φέρεται να οργανώθηκε με σκοπό τη σύλληψη της Ελένα Ριμπολόβλεβα στην Κύπρο, στο πλαίσιο των διαφορών που ανέκυψαν από τη διαδικασία αναφορικά με τους οικονομικούς όρους του διαζυγίου της με τον Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ.
Ο τέως Πρόεδρος κ. Αναστασιάδης, είχε στενή σχέση με τον αποβιώσαντα ιδρυτή και συνεταίρο της Δικηγορικής Εταιρείας Ανδρέας Νεοκλέους και Σία Δ.Ε.Π.Ε, ο οποίος ήταν ο νομικός σύμβουλος του κ. Ριμπολόβλεφ στην Κύπρο.
Ο Νίκος Αναστασιάδης φέρεται να ενήργησε ως πρόσωπο που έλαβε ή αποδέχτηκε αθέμιτο πλεονέκτημα / undue advantage, προκειμένου να ασκήσει ή να προτείνει ότι θα ασκήσει, ανάρμοστη (αθέμιτη) επιρροή / improper influence στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δημόσιων λειτουργών.
Κρατική γη στην Αρχιεπισκοπή
Ο δημοσιογράφος Μακάριος Δρουσιώτης προβάλλει στο βιβλίο του τον ισχυρισμό ότι η αγορά ακινήτου στη Λεμεσό από την Άντρη Αναστασιάδη, σύζυγο του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, από την Αρχιεπισκοπή Κύπρου, εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σχέσεων μεταξύ του τότε Προέδρου και της Αρχιεπισκοπής.
Σύμφωνα με τον ισχυρισμό, τον Απρίλιο του 2014 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Φιλελεύθερος συμβόλαιο αγοράς ακινήτου της Αρχιεπισκοπής από την τέως Πρόεδρο. Το ακίνητο βρισκόταν στη Λεμεσό, και, κατά τον Δρουσιώτη, η τιμή αγοράς ήταν χαμηλή για την περιοχή και το μέγεθος του ακινήτου. Ο Δρουσιώτης συνδέει την αγορά αυτή με τη σχέση του τότε Προέδρου με τον εκδημήσαντα στο μεταξύ Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β΄. Υποστηρίζει ότι ο Αρχιεπίσκοπος υπέβαλλε συχνά οικονομικά αιτήματα προς τον τότε Πρόεδρο και ότι ο τελευταίος συνήθως τα ικανοποιούσε. Στο πλαίσιο αυτό, ο Δρουσιώτης αναφέρεται και σε προηγούμενη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία εγκρίθηκε η παραχώρηση προς την Αρχιεπισκοπή κρατικής γης μεγάλης αξίας στην Αγία Νάπα. Η παραχώρηση έγινε ως αποζημίωση για Εκκλησιαστική γη στην Έγκωμη, η οποία είχε απαλλοτριωθεί από το Κράτος. Κατά τον Δρουσιώτη, η παραχώρηση κρατικής γης στην Αρχιεπισκοπή ήταν παράνομη ή αντικανονική, επειδή, όπως υποστηρίζει, η Αρχιεπισκοπή δεν δικαιούνταν κρατική γη ως αντάλλαγμα, αλλά μόνο χρηματική αποζημίωση.
Υπόθεση Focus
Το πόρισμα καταγράφει ισχυρισμούς του Δρουσιώτη σχετικά με χρηματοδοτήσεις μέσω της Focus Maritime, που φέρονται να συνδέονται με ποσά προς πολιτικά πρόσωπα και κόμματα μετά την οικονομική κρίση του 2013 και την κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας.
Σύμφωνα με τον Δρουσιώτη, δημοσιεύματα του 2014 έκαναν λόγο για χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων, μεταξύ αυτών και του ΔΗΣΥ, με συνολικό ποσό 500.000 ευρώ, εκ των οποίων ο ίδιος ισχυρίζεται ότι επίσημα δηλώθηκαν μόνο 50.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό διοχετεύθηκε μέσω ενδιάμεσων εταιρειών.
Όπως αναφέρει, αρχικά είχε δοθεί εντολή για μεταφορά 500.000 ευρώ προς τον ΔΗΣΥ, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε από δύο νέες συναλλαγές: 50.000 ευρώ προς το κόμμα και 450.000 ευρώ προς εταιρεία στην Ελλάδα. Το ποσό των 450.000 ευρώ, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς Δρουσιώτη, κατέληξαν μέσω άλλων εταιρειών σε κυπριακή εταιρεία-«κέλυφος».
Ο δημοσιογράφος υποστηρίζει επιπλέον ότι πέραν των 500.000 ευρώ, καταβλήθηκαν ακόμη 100.000 ευρώ, τα οποία δεν τεκμηριώνεται ότι κατέληξαν στον ΔΗΣΥ, πιθανολογεί ωστόσο ότι διοχετεύθηκαν σε ιδιωτικά πρόσωπα.
Από την πλευρά τους, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης αναφέρουν ότι δεν εντόπισαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ποσό 450.000 ευρώ κατέληξε σε προσωπικούς λογαριασμούς του τέως Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη.
Ωστόσο, καταλήγουν ότι προκύπτει ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας, επικαλούμενοι μεταξύ άλλων επαφές του τέως Προέδρου με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα κατά τη διάρκεια της έρευνας, με αίτημα τον τερματισμό των ανακρίσεων.
Τραπεζικές μίζες
Η Αρχή εξέτασε και τον ισχυρισμό για φοροδιαφυγή του Νίκου Αναστασιάδη και του Δικηγορικού Γραφείου Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι. Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης κατέληξαν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που καταδεικνύουν ενδεχόμενες πράξεις διαφθοράς.
Στον Νίκο Αναστασιάδη καταλογίζονται ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες και το αδίκημα της εμπορίας επηρεασμού. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στο πόρισμα, ο Νίκος Αναστασιάδης, ενώ κατείχε το αξίωμα του βουλευτή και ταυτόχρονα τη θέση του Προέδρου του Δημοκρατικού Συναγερμού (ΔΗΣΥ), καταχράστηκε την επιρροή που δυνατό να ασκούσε σε άλλα πρόσωπα στη λήψη αποφάσεων και, ενεργώντας ως πωλητής επιρροής (influence peddler), επιδίωξε την παραπλανητική κατηγοριοποίηση συναλλαγής με τη Λαϊκή Τράπεζα, προκειμένου να αποκρυβεί η πραγματική φύση και ο δικαιούχος αυτής.
Συγκεκριμένα, εκμεταλλευόμενος την πρακτική των Τραπεζών να καταβάλλουν προμήθεια για πελάτες που παραπέμφθηκαν στην Τράπεζα από διαμεσολαβητές, έλαβε ποσά από την Λαϊκή Τράπεζα για υποστήριξη στην προεκλογική του εκστρατεία στις προεδρικές εκλογές του 2013, με πρόσχημα τις εν λόγω προμήθειες, οι οποίες κατηγοριοποιήθηκαν παραπλανητικά στα λογιστικά βιβλία της τράπεζας ως «introducer fees», ήτοι προμήθεια για πελάτες που παραπέμφτηκαν στην Τράπεζα. Λαμβάνοντας τα σχετικά ποσά τα οποία αποτελούν παράτυπο πλεονέκτημα, ο Νίκος Αναστασιάδης θα κατηγορηθεί για παθητική εμπορία επιρροής.
Χρυσά διαβατήρια
Στο πόρισμα καταγράφονται ισχυρισμοί περί ξεπλύματος χρήματος από τον τέως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη, και τη δικηγορική εταιρεία Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι, μέσω οφ σορ, και απόκρυψης των πραγματικών δικαιούχων, καθώς και ισχυρισμοί για παραπλανητικές δηλώσεις σχετικά με τη μη ενεργό συμμετοχή του στο γραφείο μετά το 1997.
Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης εξέτασαν δημοσιεύματα των OCCRP (2019) και ICIJ (Pandora Papers, 2021), τα οποία έκαναν λόγο για διακίνηση χρημάτων μέσω υπεράκτιων δομών και πιθανή εμπλοκή του δικηγορικού γραφείου σε συναλλαγές υψηλού κινδύνου.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, το δικηγορικό γραφείο φέρεται να λειτουργούσε ως διαμεσολαβητής (introducer) για κυπριακές τράπεζες, λαμβάνοντας σημαντικές προμήθειες, μέρος των οποίων κατευθυνόταν μέσω εταιρειών στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Παράλληλα, σημειώνεται ότι ο Νίκος Αναστασιάδης διατηρούσε εποπτικό ρόλο στο γραφείο έως το 2013, παρά τις δημόσιες αναφορές περί «σιωπηλής συμμετοχής».
Το πόρισμα αναφέρει επίσης περίπτωση πληρωμής 250.000 ευρώ από τη Λαϊκή Τράπεζα, η οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες, φέρεται να εμφανίστηκε ως προμήθεια μέσω εικονικών τιμολογίων και υπεράκτιας εταιρείας, ενώ εξετάζεται ως ενδεχόμενη πολιτική χρηματοδότηση.
Στο συμπέρασμα του πορίσματος αναφέρεται ότι οι ενέργειες αυτές ενδέχεται να συνιστούν κατάχρηση εξουσίας ή απόπειρα κατάχρησης εξουσίας, λόγω πιθανής χρήσης θεσμικής επιρροής για προσωπική δικαίωση και προστασία της δημόσιας εικόνας.
Οι Επιθεωρητές καταλήγουν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για ενδεχόμενες πράξεις διαφθοράς.
Τα Pandora Papers
Στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς για τα Pandora Papers καταγράφονται ισχυρισμοί περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω υπεράκτιων εταιρειών, καθώς και περί απόκρυψης πραγματικών δικαιούχων και παραπλανητικών δηλώσεων σχετικά με τον ρόλο του τέως Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη στη δικηγορική εταιρεία Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι.
Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης εξετάζουν στοιχεία από τη διεθνή δημοσιογραφική έρευνα των ICIJ (Pandora Papers) και επισημαίνουν ότι το δικηγορικό γραφείο φέρεται να λειτουργούσε ως διαμεσολαβητής για τη διαχείριση υπεράκτιων δομών και την εξυπηρέτηση πελατών υψηλής οικονομικής επιφάνειας, μέσω οφ σορ εταιρειών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, εξετάζονται περιπτώσεις πολιτογραφήσεων ρώσων επενδυτών, στις οποίες το δικηγορικό γραφείο είχε ρόλο στη διαδικασία υποβολής αιτήσεων, ενώ εγείρονται ζητήματα ως προς τη διαφάνεια, την επαλήθευση της προέλευσης κεφαλαίων και τη διαδικασία έγκρισης.
Παράλληλα, καταγράφεται ότι ο Νίκος Αναστασιάδης, πριν την εκλογή του στην Προεδρία, φέρεται να είχε προσωπική εμπλοκή σε διαδικασίες που αφορούσαν πελάτες του γραφείου, καθώς και επαφές με κυβερνητικούς αξιωματούχους για υποθέσεις πολιτογραφήσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην υπόθεση πολιτογράφησης του Λεονίντ Λεμπέντεφ και της οικογένειάς του, όπου εξετάζονται διαδικασίες έγκρισης και τροποποιήσεις πολιτικής, καθώς και καταγγελίες για παραλείψεις σε έγγραφα και πιθανή απόκρυψη στοιχείων.
Επιπλέον, γίνεται αναφορά σε περίπτωση καταβολής οικονομικού οφέλους μέσω υπεράκτιων δομών, η οποία φέρεται να σχετίζεται με εισοδήματα που παρουσιάστηκαν ως προμήθειες, καθώς και σε ισχυρισμούς για εικονικά τιμολόγια και πιθανή πολιτική χρηματοδότηση.
Στο τελικό συμπέρασμα, οι Επιθεωρητές καταλήγουν ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για ενδεχόμενα αδικήματα όπως κατάχρηση εξουσίας, εμπορία επιρροής, ψευδορκία και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, χωρίς όμως να αποδίδεται οριστική ποινική ευθύνη, αλλά να παραπέμπονται τα ζητήματα για περαιτέρω εξέταση από τον Γενικό Εισαγγελέα.
Το ακίνητο στη Δρομολαξιά
Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς εξετάζει καταγγελίες για αθέμιτες παρεμβάσεις του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη σε υπόθεση εκμετάλλευσης ακινήτου στη Δρομολαξιά, υπέρ ιδιωτικής εταιρείας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, στην προώθηση των συμφερόντων της εταιρείας φέρεται να είχε ενεργό ρόλο και ο τότε βουλευτής Γιώργος Βαρνάβα. Οι Επιθεωρητές απορρίπτουν τη θέση του κ. Βαρνάβα ότι δεν είχε εμπλοκή.
Το πόρισμα καταλήγει ότι προκύπτουν ενδεχόμενες ευθύνες για κατάχρηση εξουσίας ή απόπειρα κατάχρησης εξουσίας από τον τέως Πρόεδρο, με την επισήμανση ότι οι ενέργειές του δεν εντάσσονταν στις θεσμικές του αρμοδιότητες, όπως αυτές καθορίζονται από το Σύνταγμα.
Ποια πρόσωπα διώκονται συνολικά
Με βάση τον πίνακα στο τέλος της Έκθεσης (σελ. 64-67), τα πρόσωπα διώκονται για τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που εντόπισαν οι Λειτουργοί Επιθεώρησης. Η πιο σύντομη και ουσιαστική περίληψη είναι η εξής:
1. Νίκος Αναστασιάδης (τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας)
Κατηγορείται σε επτά περιπτώσεις συνολικά, οι οποίες συνδέονται με:
• Την υπόθεση Ριμπολόβλεφ, όπου φέρεται να υπήρξε μεσολάβηση και επιρροή προς κρατικούς λειτουργούς και θεσμούς για σκοπούς που σχετίζονταν με τη σύλληψη της Έλενας Ριμπολόβλεβα και τις σχετικές διαδικασίες.
• Την υπόθεση Focus, όπου φέρεται να είχε γνώση ή/και ωφελήθηκε από χρηματοδότηση του ΔΗΣΥ μέσω της Focus Maritime και στη συνέχεια να παρενέβη στην ποινική διερεύνηση της υπόθεσης.
• Την υπόθεση των Pandora Papers / offshore εταιρειών, όπου φέρεται να χρησιμοποίησε το αξίωμά του για να εξυπηρετήσει ιδιωτικά συμφέροντα της δικηγορικής του εταιρείας και πελατών της.
• Την υπόθεση του ακινήτου στη Δρομολαξιά, όπου φέρεται να παρενέβη υπέρ ιδιωτικής εταιρείας σε θέμα κρατικής διαχείρισης τουρκοκυπριακής περιουσίας.
2. Στάθης Λεμής
(συνεταίρος της δικηγορικής εταιρείας Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι)
Κατηγορείται ότι συμμετείχε στη διαχείριση δομών offshore εταιρειών και συναλλαγών που συνδέονται με την υπόθεση Pandora Papers και την απόκρυψη πραγματικών δικαιούχων ή/και χρηματικών ροών.
3. Φάνος Φιλίππου
(συνεταίρος της ίδιας δικηγορικής εταιρείας)
Κατηγορείται ότι:
• Υπέβαλε ψευδή ένορκη δήλωση στο πλαίσιο αίτησης πολιτογράφησης πελάτη της εταιρείας.
• Ενεπλάκη στη διαχείριση υπεράκτιων εταιρειών και δομών που συνδέονται με ενδεχόμενη νομιμοποίηση εσόδων.
4. Δικηγορική Εταιρεία Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι
Η Έκθεση θεωρεί ότι η εταιρεία χρησιμοποιήθηκε:
• Για διαχείριση offshore δομών και αιτήσεων πολιτογράφησης.
• Για ενέργειες που ενδεχομένως διευκόλυναν απόκρυψη πραγματικών δικαιούχων και οικονομικών συμφερόντων.
5. Ρίκκος Ερωτοκρίτου
(τέως Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας)
Κατηγορείται ότι:
• Επηρέασε τον χειρισμό αστυνομικού φακέλου που αφορούσε την Έλενα Ριμπολόβλεβα.
• Παρενέβη ώστε ο φάκελος να μη διαβιβαστεί κανονικά στον Γενικό Εισαγγελέα και να επιστραφεί στην Αστυνομία.
• Στην υπόθεση Focus, φέρεται να παρενέβη προς ανακριτές για τον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης.
6. Χάρης Σολωμωνίδης
(πρώην Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου)
Κατηγορείται ότι:
• Εξέδωσε διατάγματα υπέρ εταιρειών που εκπροσωπούσε η δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους & Σία.
• Η σύζυγός του εργαζόταν στην εν λόγω εταιρεία.
• Φέρεται να αποκόμισε ή να επιδίωξε όφελος μέσω της σχέσης αυτής.
7. Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ
Κατηγορείται ότι:
• Επωφελήθηκε από την έκδοση δικαστικών διαταγμάτων στην υπόθεση Ριμπολόβλεφ.
• Ενδέχεται να συμμετείχε σε αθέμιτη συναλλαγή με δημόσιο λειτουργό μέσω της σχέσης με τον Δικαστή Σολωμωνίδη.
8. Παναγιώτης Νεοκλέους
Κατηγορείται ότι:
• Συνέταξε και υπέβαλε το παράπονο κατά της Έλενας Ριμπολόβλεβα.
• Είχε επικοινωνίες και συνεργασία με κρατικούς λειτουργούς αναφορικά με τον χειρισμό της υπόθεσης.
• Φέρεται να συμμετείχε σε ενέργειες που επηρέασαν την πορεία της ποινικής διαδικασίας.
9. Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ
Κατηγορείται ότι:
• Ενδεχομένως συμμετείχε σε σχήμα άσκησης επιρροής μέσω ενδιάμεσων προσώπων προς δημόσιους λειτουργούς σχετικά με την υπόθεση της πρώην συζύγου του.
10. Ανδρέας «Κυριάκος» Χατζηκυριάκος
Κατηγορείται ότι:
• Ενήργησε ως ενδιάμεσος («influence peddler») μεταξύ Ριμπολόβλεφ και κρατικών αξιωματούχων.
11. Ευθύμιος Μπουλούτας
(πρώην Διευθύνων Σύμβουλος Λαϊκής Τράπεζας)
Κατηγορείται ότι:
• Συμφώνησε ή διευκόλυνε χρηματοδότηση προς τον ΔΗΣΥ μέσω του μηχανισμού των «introducer fees».
• Συμμετείχε σε οικονομικές διευθετήσεις που παρουσιάζονταν ως τραπεζικές προμήθειες ενώ φέρεται να είχαν πολιτικό σκοπό.
12. Νίκος Κουγιάλης
(πρώην Υπουργός Γεωργίας)
Κατηγορείται ότι:
• Ως μέλος αρμόδιας επιτροπής εισηγήθηκε και υποστήριξε την παραχώρηση κρατικής γης στην Αρχιεπισκοπή με διαδικασία που κρίθηκε ελλιπώς τεκμηριωμένη και πιθανώς επιζήμια για το δημόσιο συμφέρον.
13. Γιώργος Βαρνάβας
(τέως βουλευτής)
Κατηγορείται ότι:
• Χρησιμοποίησε την πολιτική του θέση για να διευκολύνει την προώθηση αιτήματος ιδιωτικής εταιρείας αναφορικά με το ακίνητο στη Δρομολαξιά και την τουρκοκυπριακή περιουσία.
14. Εύα Ρωσσίδου-Παπακυριακού
(τέως Προϊσταμένη ΜΟΚΑΣ)
Κατηγορείται ότι:
• Διεξήγαγε πλημμελώς τη διερεύνηση των αποκαλύψεων OCCRP.
• Ενδέχεται να απέφυγε ή να παρέλειψε ουσιώδεις ανακριτικές ενέργειες.
15. Ιωάννης Σωτηριάδης
(ανώτερος αξιωματικός Αστυνομίας)
Κατηγορείται ότι:
• Επέτρεψε ή διευκόλυνε χειρισμούς στον φάκελο Ριμπολόβλεβα που καθυστέρησαν ή επηρέασαν την ποινική διερεύνηση.
• Διατηρούσε επικοινωνία με εμπλεκόμενα πρόσωπα και φέρεται να συνέβαλε στη διατήρηση ανοικτής της πίεσης προς τη Ριμπολόβλεβα.
Σημείωση: Η Έκθεση επαναλαμβάνει ότι πρόκειται για «ενδεχόμενα αδικήματα» και ότι η τελική κρίση περί ενοχής ανήκει αποκλειστικά στα δικαστήρια.
Κυπριακό: ανάμεσα στη λύση και το φόβο
Νέες γεωπολιτικές ευκαιρίες, παλαιές ανασφάλειες και οι πραγματικές προκλήσεις μιας ενδεχόμενης επανένωσης
Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών για την επανεκκίνηση των συνομιλιών στο Κυπριακό, το LSE Hellenic Observatory διοργάνωσε εκδήλωση με τίτλο «Cyprus Untied? New Prospects and Old Challenges for the Resumption of Talks», φέρνοντας στο ίδιο πάνελ διακεκριμένους ακαδημαϊκούς και ειδικούς. Η Σιμέν Αρσλάν (Sinem Arslan), Επισκέπτρια Ερευνήτρια (Visiting Fellow) στο Hellenic Observatory, ανέλυσε τις πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές που διαμορφώνουν το σημερινό περιβάλλον στην τουρκοκυπριακή κοινότητα· ο Νεόφυτος Λοϊζίδης, καθηγητής στην Ανάλυση Διεθνών Συγκρούσεων στο πανεπιστήμιο του Warwic, εξέτασε τις προοπτικές και τα εμπόδια μιας νέας διαπραγματευτικής διαδικασίας· ενώ ο Αλέξανδρος Μιχαηλίδης, καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Imperial College του Λονδίνου, ανέδειξε τις οικονομικές διαστάσεις και τις δυνατότητες που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια ενδεχόμενη λύση. Τη συζήτηση συντόνισε ο Βασίλης Μοναστηριώτης, διευθυντής του Hellenic Observatory και καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο London School of Economics. Η εκδήλωση επιχείρησε να αποτιμήσει κατά πόσο το σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον δημιουργεί νέες ευκαιρίες για πρόοδο ή αν οι παλαιές προκλήσεις εξακολουθούν να περιορίζουν τις πιθανότητες μιας βιώσιμης διευθέτησης του Κυπριακού.
Περισσότερο από μισό αιώνα μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το Κυπριακό εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα και ανθεκτικά άλυτα διεθνή ζητήματα. Παρά τις δεκάδες πρωτοβουλίες των Ηνωμένων Εθνών, τις επανειλημμένες διασκέψεις, τις προσπάθειες οικοδόμησης εμπιστοσύνης και τις περιόδους συγκρατημένης αισιοδοξίας, η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη. Ωστόσο, η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο Hellenic Observatory του London School of Economics στις 9 Ιουνίου 2026 ανέδειξε μια σημαντική διάσταση που συχνά παραμερίζεται στις δημόσιες αντιπαραθέσεις: το Κυπριακό δεν είναι πλέον πρωτίστως πρόβλημα εδαφικών διευθετήσεων ή συνταγματικών ρυθμίσεων. Είναι, πάνω απ’ όλα, πρόβλημα εμπιστοσύνης, ασφάλειας και διαχείρισης του φόβου.
Η εκδήλωση συγκέντρωσε ειδικούς που προσεγγίζουν το Κυπριακό από διαφορετικές οπτικές γωνίες: πολιτική επιστήμη, κοινωνιολογία, οικονομία και διεθνείς σχέσεις. Παρότι οι επιμέρους αναλύσεις διέφεραν, όλες συνέκλιναν σε ένα βασικό συμπέρασμα: οι τεχνικές λύσεις υπάρχουν εδώ και χρόνια. Εκείνο που λείπει είναι η εμπιστοσύνη ότι μια συμφωνία θα εφαρμοστεί, θα λειτουργήσει και θα προσφέρει πραγματική ασφάλεια και στις δύο κοινότητες.
Ένα σπάνιο γεωπολιτικό παράθυρο ευκαιρίας
Η σημερινή συγκυρία παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια. Η Ανατολική Μεσόγειος έχει αποκτήσει αυξημένη γεωπολιτική σημασία εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, της αστάθειας στη Μέση Ανατολή, των ενεργειακών εξελίξεων και της γενικότερης αναδιάταξης των διεθνών ισορροπιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούν με αυξημένο ενδιαφέρον την περιοχή, ενώ η Κύπρος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο ενός ευρύτερου πλέγματος στρατηγικών σχεδιασμών. Ταυτόχρονα, η επανενεργοποίηση της διαδικασίας υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και οι επαφές της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα, Μαρίας Άνχελα Ολγκίν, δημιούργησαν προσδοκίες για μια νέα προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών.
Παρότι κανείς δεν μιλά για άμεση λύση, η αίσθηση ότι έχει δημιουργηθεί ένα παράθυρο ευκαιρίας είναι διάχυτη. Οι ειδικοί, ωστόσο, προειδοποίησαν ότι το Κυπριακό έχει γνωρίσει και στο παρελθόν αντίστοιχες στιγμές αισιοδοξίας που κατέληξαν σε απογοήτευση. Η συγκυρία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται πολιτική βούληση, κοινωνική προετοιμασία και, κυρίως, αντιμετώπιση των βαθύτερων ανασφαλειών που διαμορφώνουν τις στάσεις των δύο κοινοτήτων.
Το παράδοξο των δύο κοινοτήτων
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα των ερευνών που παρουσιάστηκαν αφορά το γεγονός ότι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι εμφανίζονται σε αρκετά ζητήματα πιο κοντά απ’ όσο συνήθως πιστεύεται. Παρ’ όλα αυτά, η αμοιβαία δυσπιστία παραμένει εξαιρετικά ισχυρή. Οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούν συνέχιση των συνομιλιών από το σημείο όπου διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά. Οι Τουρκοκύπριοι, αντιθέτως, ζητούν μια νέα διαδικασία που θα περιλαμβάνει σαφείς μηχανισμούς λογοδοσίας για όποια πλευρά οδηγήσει τις διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο. Το χάσμα δεν είναι κατ’ ανάγκην αγεφύρωτο. Είναι περισσότερο ζήτημα διαδικασίας παρά ουσίας. Ωστόσο, αρκεί για να εμποδίσει την πρόοδο.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι οι δύο κοινότητες φοβούνται διαφορετικά πράγματα. Οι Ελληνοκύπριοι ανησυχούν κυρίως για το τι θα συμβεί μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας. Αναρωτιούνται αν ένα νέο ομοσπονδιακό κράτος θα είναι λειτουργικό ή αν θα οδηγηθεί σε θεσμική παράλυση. Οι Τουρκοκύπριοι, αντίθετα, φοβούνται ότι μια συμφωνία ίσως δεν εφαρμοστεί ποτέ ή ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα απορρίψει εκ νέου έναν συμβιβασμό. Με άλλα λόγια, οι δύο κοινότητες φοβούνται διαφορετικά στάδια της ίδιας διαδικασίας.
Η μεταμόρφωση της τουρκοκυπριακής κοινότητας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η ανάλυση της Δρ. Σιμέν Αρσλάν σχετικά με τις εξελίξεις στα κατεχόμενα και τις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Τουρκοκυπρίων. Η εικόνα που προέκυψε είναι πολύ πιο σύνθετη από τα στερεότυπα που κυριαρχούν συχνά στον δημόσιο διάλογο.
Η Τουρκία έχει ενισχύσει αισθητά την πολιτική, οικονομική και κοινωνική επιρροή της στα κατεχόμενα, ιδιαίτερα μετά το 2020. Ωστόσο, τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η μεγάλη πλειονότητα των Τουρκοκυπρίων αντιμετωπίζει με επιφύλαξη ή ακόμη και δυσαρέσκεια αυτή την αυξανόμενη εξάρτηση. Ποσοστά που αγγίζουν το 84% εκφράζουν δυσαρέσκεια για τις πολιτικές παρεμβάσεις της Άγκυρας, ενώ ακόμη μεγαλύτερα ποσοστά ανησυχούν για την οικονομική εξάρτηση και τις δημογραφικές αλλαγές που προκαλεί η συνεχής μετανάστευση από την Τουρκία. Κι όμως, την ίδια στιγμή, η συντριπτική πλειονότητα εξακολουθεί να θεωρεί τον τουρκικό στρατό βασικό εγγυητή της ασφάλειάς της. Αυτή η φαινομενική αντίφαση αποτελεί ίσως το σημαντικότερο κλειδί για την κατανόηση του σημερινού Κυπριακού. Οι Τουρκοκύπριοι μπορεί να διαφωνούν με πολλές πτυχές της πολιτικής της Άγκυρας, αλλά δεν έχουν πεισθεί ότι υπάρχει ένας εναλλακτικός μηχανισμός που θα τους προσφέρει αντίστοιχη αίσθηση ασφάλειας.
Ο φόβος ως η πραγματική καρδιά του προβλήματος
Η σημαντικότερη ίσως διαπίστωση της συζήτησης ήταν ότι τα παραδοσιακά ζητήματα που κυριαρχούν στις διαπραγματεύσεις –περιουσιακό, εδαφικές αναπροσαρμογές, οικονομικά οφέλη– δεν αποτελούν πλέον τον πυρήνα του προβλήματος.
Οι έρευνες δείχνουν ότι πολλοί Τουρκοκύπριοι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν σημαντικές παραχωρήσεις σε ζητήματα περιουσίας. Εκείνο που τους απασχολεί πρωτίστως είναι η ασφάλεια και η πολιτική ισότητα. Η αναφορά στο σύνδρομο της «επόμενης Παλαιστίνης» αποτύπωσε εύγλωττα αυτή την ψυχολογία. Ένα τμήμα της τουρκοκυπριακής κοινότητας φοβάται ότι χωρίς ισχυρές εγγυήσεις θα βρεθεί εγκλωβισμένο σε ένα πολιτικό σύστημα όπου η πληθυσμιακή και οικονομική υπεροχή των Ελληνοκυπρίων θα καταστήσει την κοινότητά του ευάλωτη. Η διαπίστωση αυτή έχει βαθύτερη σημασία. Υποδηλώνει ότι τα οικονομικά επιχειρήματα, όσο ισχυρά κι αν είναι, δεν αρκούν για να μεταβάλουν στάσεις όταν οι άνθρωποι θεωρούν ότι διακυβεύεται η συλλογική τους ασφάλεια. Η ευημερία μπορεί να αποτελεί επιθυμητό στόχο, αλλά δεν υποκαθιστά την ανάγκη ασφάλειας και προστασίας.
Η σημασία της κοινής γνώμης
Ο καθηγητής Νεόφυτος Λοϊζίδης παρουσίασε μια διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική διάσταση. Η έρευνά του δείχνει ότι οι πολίτες συχνά εμφανίζονται πιο πραγματιστές από τις πολιτικές ηγεσίες. Όταν καλούνται να αξιολογήσουν ολοκληρωμένα πακέτα συμβιβασμού, είναι συχνά περισσότερο πρόθυμοι να αποδεχθούν αμοιβαίες υποχωρήσεις από ό,τι αφήνει να εννοηθεί η δημόσια ρητορική. Το συμπέρασμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό το φως της εμπειρίας του Σχεδίου Ανάν το 2004. Η απόρριψή του από την ελληνοκυπριακή πλευρά δημιούργησε την αίσθηση ότι οι κοινωνίες δεν είναι έτοιμες για συμβιβασμούς. Δύο δεκαετίες αργότερα, όμως, οι πολιτικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές συνθήκες έχουν αλλάξει σημαντικά.
Η εμπειρία της Βόρειας Ιρλανδίας προσφέρει χρήσιμα διδάγματα. Εκεί, η επιτυχία της ειρηνευτικής διαδικασίας δεν προέκυψε επειδή εξαφανίστηκαν οι διαφωνίες, αλλά επειδή δημιουργήθηκε ένα θεσμικό πλαίσιο που επέτρεπε τη διαχείρισή τους. Η ειρήνη οικοδομήθηκε όχι πάνω στην πλήρη συμφωνία αλλά πάνω στην αμοιβαία αποδοχή κανόνων συνύπαρξης.
Η οικονομία της επανένωσης και οι πραγματικές προκλήσεις
Ο καθηγητής Αλέξανδρος Μιχαηλίδης υπογράμμισε ότι η οικονομική διάσταση του Κυπριακού είναι εξίσου κρίσιμη με τις πολιτικές και θεσμικές πτυχές του. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης, έχει επιτύχει σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, τα κατεχόμενα παραμένουν εξαρτημένα από την Τουρκία και περιορίζονται από τη διεθνή μη αναγνώριση. Η διαφορά αυτή μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως εμπόδιο όσο και ως κίνητρο. Μια επανένωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενοποίηση αγορών, προσέλκυση επενδύσεων, ανάπτυξη υποδομών και αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου.
Ωστόσο, οι ομιλητές απέφυγαν τις υπερβολικές υποσχέσεις. Τόνισαν ότι η κυπριακή κοινωνία δεν έχει ενημερωθεί επαρκώς για το πραγματικό κόστος της επανένωσης. Ζητήματα όπως η λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας, η διαχείριση του δημόσιου χρέους, η χρηματοδότηση των αποζημιώσεων και η αντιμετώπιση του περιουσιακού απαιτούν πολύ πιο σοβαρή προετοιμασία από όση έχει υπάρξει μέχρι σήμερα.
Ο κίνδυνος της θεσμικής παράλυσης
Ένα από τα σημαντικότερα θέματα που αναδείχθηκαν αφορά τη λειτουργικότητα μιας μελλοντικής ομοσπονδίας. Οι ειδικοί προειδοποίησαν ότι η ύπαρξη πολλαπλών κέντρων εξουσίας μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένα αδιέξοδα, ιδίως σε περιόδους κρίσεων. Για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων συζητήθηκαν διάφορα μοντέλα, με μεγαλύτερη αποδοχή να συγκεντρώνει η ιδέα ενός ανεξάρτητου μηχανισμού διαιτησίας, ο οποίος θα μπορούσε να επιλύει αδιέξοδα χωρίς να υπονομεύεται η ισορροπία μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει πόσο κεντρικό είναι το ζήτημα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Οι πολίτες δεν αρκούνται πλέον σε γενικές διακηρύξεις. Θέλουν συγκεκριμένες εγγυήσεις ότι ένα νέο σύστημα θα μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά.
Η κοινωνία πέρα από τις πολιτικές ελίτ
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της εκδήλωσης ήταν η έμφαση στη συμμετοχή των πολιτών. Οι παραδοσιακές διαπραγματεύσεις μεταξύ πολιτικών ηγεσιών φαίνεται να έχουν εξαντλήσει πολλές από τις δυνατότητές τους. Για τον λόγο αυτό εξετάζονται νέες μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας, όπως οι συνελεύσεις πολιτών, καθώς και η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών για την καταγραφή κοινωνικών στάσεων και την αναζήτηση πεδίων συναίνεσης. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή αντίληψης: η επίλυση του Κυπριακού δεν μπορεί να επιβληθεί από τα πάνω. Χρειάζεται κοινωνική νομιμοποίηση και ενεργή συμμετοχή των πολιτών.
Από τον φόβο στην εμπιστοσύνη
Το σημαντικότερο συμπέρασμα της συζήτησης στο LSE είναι ότι το Κυπριακό δεν πάσχει από έλλειψη ιδεών ούτε από έλλειψη τεχνικών λύσεων. Οι περισσότερες πιθανές φόρμουλες έχουν ήδη διατυπωθεί. Εκείνο που εξακολουθεί να απουσιάζει είναι η εμπιστοσύνη. Οι Ελληνοκύπριοι φοβούνται ένα δυσλειτουργικό κράτος. Οι Τουρκοκύπριοι φοβούνται ότι θα χάσουν την ασφάλειά τους. Και οι δύο κοινότητες φοβούνται ότι μπορεί να εγκλωβιστούν σε μια συμφωνία που δεν θα λειτουργήσει όπως υποσχέθηκαν οι δημιουργοί της.
Γι’ αυτό και το Κυπριακό παραμένει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μια άσκηση διαχείρισης της αβεβαιότητας. Η πολιτική, η οικονομία, η ιστορία και η ασφάλεια συναντώνται σε μια εξαιρετικά σύνθετη εξίσωση. Παρά τα βαθιά εμπόδια, όμως, η συζήτηση ανέδειξε και κάτι ενθαρρυντικό: εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για δημιουργικές προσεγγίσεις, για νέους θεσμούς και για διαφορετικούς τρόπους οικοδόμησης εμπιστοσύνης.
Εάν υπάρχει σήμερα ένα πραγματικό παράθυρο ευκαιρίας, αυτό δεν βρίσκεται μόνο στη διπλωματία ή στις γεωπολιτικές συγκυρίες. Βρίσκεται κυρίως στην πιθανότητα οι δύο κοινότητες να αναγνωρίσουν ότι οι φόβοι τους, αν και διαφορετικοί, έχουν κοινή αφετηρία: την ανασφάλεια για το μέλλον. Η επιτυχία οποιασδήποτε νέας προσπάθειας θα εξαρτηθεί τελικά από το κατά πόσο η Κύπρος θα μπορέσει να μετατρέψει τον φόβο σε εμπιστοσύνη και τη δυσπιστία σε ένα κοινό, βιώσιμο όραμα για το μέλλον του νησιού.
Ζητείται ευρωπαϊκή απάντηση στη διαδικτυακή χειραγώγηση
Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ) αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για τις ελευθερίες μας και τη δημοκρατία. Όπως εξηγεί σε αναλυτικό και εμπεριστατωμένο άρθρο του στις σελίδες των Παρεμβάσεων του Βοοks’ Journal o Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης, η απειλή τους οφείλεται σε τρία συστατικά στοιχεία τους, που αποτελούν μέρος της ταυτότητάς τους:
1. Τα ΜΚΔ έχουν εξαλείψει το κόστος συνεύρεσης ανθρώπων που έχουν περιθωριακές και ακραίες ιδέες και έχουν διευκολύνει τη διάδοση θεωριών συνωμοσίας και ψεμάτων – με κόστος, συχνά, ανθρώπινες ζωές.
2. Τα ΜΚΔ χρησιμοποιούνται κακόβουλα για τη χειραγώγηση ψηφοφόρων και γενικότερα της κοινής γνώμης από πολιτικούς οργανισμούς και ξένες μυστικές υπηρεσίες επειδή δεν υπάρχει τρόπος (ή διάθεση...) ελέγχου και αποκλεισμού λογαριασμών ψεύτικων χρηστών.
3. Τα ΜΚΔ, συνειδητά, απομονώνουν τους χρήστες τους σε εικονικές αίθουσες ομοϊδεατών τους (echo chambers) και με τον τρόπο αυτό οξύνουν, συνειδητά, τις πολιτικές διαφορές και τις κοινωνικές εντάσεις.
Δεν υπάρχει «συμβατικός» τρόπος αντιμετώπισης της απειλής που αποτελούν τα ΜΚΔ για τη δημοκρατία και τις ελευθερίες μας, όπως, π.χ. η επιβολή ρυθμιστικών κανόνων στη λειτουργία τους. Κι αυτό γιατί, ενώ είναι κερδοσκοπικές εταιρείες μέσων μαζικής ενημέρωσης που στηρίζονται στη διαφήμιση, έχουν μια σημαντική διαφορά με τα παραδοσιακά ΜΜΕ: είναι διαδραστικά μέσα, ο χρήστης δηλαδή συμμετέχει ενεργά στην επαφή του με το μέσον και το μέσον προσφέρει στον χρήστη περιεχόμενο που απευθύνεται αποκλειστικά στον ίδιο με βάση τις προτιμήσεις του. Ο μόνος τρόπος για να διακοπεί αυτό το κύκλωμα ανατροφοδότησης (feedback loop) είναι να εκλείψει ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας των ΜΚΔ.
Η πρακτική λύση σε αυτό το τεράστιο υπαρξιακό πρόβλημα για τις δημοκρατίες μας είναι η απαγόρευση λειτουργίας των κερδοσκοπικών ΜΚΔ και η δημιουργία ενός ΜΚΔ, σαν το Facebook ή το X, το οποίο
(1) θα είναι κοινωφελής οργανισμός (utility) και όχι κερδοσκοπική εταιρεία,
(2) θα έχει έδρα στην ΕΕ,
(3) θα προσφέρει όλες τις λειτουργίες που προσφέρουν σήμερα τα ΜΚΔ,
(4) θα επιτρέπει τη δημιουργία μόνο ενός λογαριασμού χρήστη ανά άτομο και
(5) δεν θα χειραγωγεί τη ροή αναρτήσεων που βλέπει ο χρήστης με στόχο την παραμονή του όσο το δυνατόν περισσότερο στην πλατφόρμα.
Η δημιουργία και o έλεγχος του ΜΚΔ από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις 27 κυβερνήσεις που την αποτελούν λύνει μεμιάς τα τρία βασικά προβλήματα που θα έχει οποιαδήποτε ιδιωτική πρωτοβουλία αδρανοποίησης της απειλής που αποτελούν τα αμερικανικά ΜΚΔ:
· Πρώτον, λύνεται το κρίσιμο πρόβλημα της ταυτοποίησης των χρηστών και η απαγόρευση δημιουργίας ψεύτικων λογαριασμών.
· Δεύτερον, με τον τρόπο αυτό λύνεται το πρόβλημα που έχουν οι ανταγωνιστές των εδραιωμένων ΜΚΔ να πείσουν πιθανούς χρήστες να ανοίξουν λογαριασμό σε μια νέα πλατφόρμα.
· Τρίτον, η απαγόρευση της λειτουργίας των κερδοσκοπικών ΜΚΔ παράλληλα με το λανσάρισμα του ευρωπαϊκού ΜΚΔ λύνει το πιο σημαντικό πρόβλημα που θα είχε μια τέτοια πρωτοβουλία: αδρανοποιείται το συντριπτικό πλεονέκτημα του «network effect» που έχουν οι σημερινές κυρίαρχες εταιρείες.
Σχετικά με το ποιος θα είναι ο ιδιοκτήτης και ο διαχειριστής του ευρωπαϊκού ΜΚΔ, η απάντηση είναι απλή: ένας ευρωπαϊκός οργανισμός, στα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Φαρμάκων. Ο οργανισμός αυτός θα μπορούσε να εδρεύει στην Ελλάδα –γιατί όχι;– και να ωφεληθεί από την τεχνογνωσία που ανέπτυξε η χώρα μας μετά το 2020 στην ψηφιοποίηση αρχείων και στη δημιουργία μεγάλων βάσεων δεδομένων και στην ταυτόχρονη, ασφαλή πρόσβασή τους από εκατομμύρια χρήστες.
Εν κατακλείδι, η ΕΕ πρέπει να απαγορεύσει τη λειτουργία όλων των ιδιωτικών ΜΚΔ, για την προστασία των ευρωπαίων πολιτών και των ευρωπαϊκών δημοκρατιών από τη σαφή απειλή που αποτελούν τα κερδοσκοπικά ΜΚΔ. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αναπτύξει μια μη κερδοσκοπική πλατφόρμα, που θα έχει έδρα στην ΕΕ και θα προσφέρει όλες τις λειτουργίες που προσφέρουν σήμερα τα ΜΚΔ. Αλλιώς, σε μερικά χρόνια θα προσπαθούμε να σώσουμε την Ευρώπη από τον νέο Χίτλερ που επωάζεται αυτή τη στιγμή στη «θαλπωρή» του «φακέλου Έπστιν» και των τρολ του Χ και του Facebook.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί το πιο καθοριστικό πολιτικό γεγονός στη σύγχρονη ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Η απόφαση των Βρετανών ψηφοφόρων να αποχωρήσουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν άλλαξε μόνο το θεσμικό πλαίσιο των σχέσεων της χώρας με την Ευρώπη. Αναδιαμόρφωσε σε βάθος την πολιτική ζωή, τις συλλογικές ταυτότητες, την κομματική αντιπαράθεση, τη δημόσια εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και τον τρόπο με τον οποίο η Βρετανία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στον κόσμο.
Όταν η κοινωνία αρνείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη
Κάποιες φορές πρέπει να μάθουμε ότι δεν αρκεί να απολογείται η πολιτική. Οφείλει να ντρέπεται και η κοινωνία. Διότι αν ο «λαός» και το «λαϊκό» μετατρέπονται σε απόλυτες ηθικές αρχές, τότε κάτι πολύ σοβαρό έχουμε μετρήσει λάθος.
Si vis pacem…[1]
Για να εδραιωθεί και να διαιωνιστεί η ειρήνη μεταξύ των πολιτών σε ένα κράτος, ένα σύνταγμα πρέπει να αντιμετωπίζει όλα τα άτομα που ζουν στην επικράτειά του με δίκαιο και ισότιμο τρόπο. Αυτό σημαίνει ότι η τάξη που επιβάλλεται από ένα σύνταγμα πρέπει, τουλάχιστον μετά από σκέψη, να αναγνωρίζεται από οποιοδήποτε άτομο στο παρόν και στο μέλλον ως σεβαστή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των υπαρξιακών αναγκών της ανθρώπινης ψυχής. Ένα τέτοιο σύνταγμα είναι ένα ανθρωπιστικό σύνταγμα και το κράτος που βασίζεται σε αυτό είναι ένα ανθρωπιστικό συνταγματικό κράτος. Τέτοια κράτη έχουν δημοκρατικό χαρακτήρα, η ύπαρξη δηλαδή και η διατήρησή τους θεωρούνται από τους πολίτες τους και τους μη πολίτες που κατοικούν στην επικράτειά τους ως κοινός σκοπός (res publica).
Γιατί ήταν σημαντική η Μαριάν Σατραπί (1969-2026), τι ήταν η «Περσέπολις», το κορυφαίο κόμικς της
Συγγραφέας, σκιτσογράφος, σκηνοθέτρια αλλά, πρωτίστως, μια ευαίσθητη μαχήτρια της ελευθερίας, η Μαριάν Σατραπί που γεννήθηκε στο Ιράν και πέθανε στις 3 Ιουνίου 2026 στο Παρίσι, μέσω του αριστουργήματός της, του αυτοβιογραφικού κόμικς Περσέπολις, κατόρθωσε κάτι που ελάχιστοι συγγραφείς πετυχαίνουν: να μετατρέψει τη δική της ζωή σε έναν καθολικό τρόπο κατανόησης της ιστορίας.