Του Κυριάκου Αθανασιάδη
Μια νέα, δυναμική, στιλπνή, καλά συγκερασμένη μηχανή λιμάρει τα νύχια της, πανηγυρίζοντας σιγαλά, μελωδικά, τη μεγαλειώδη νίκη της Κυριακής.
Θέλει να φωνάξει: μα δεν θα το κάνει. Λαχταρά να τσιρίξει: μα απαιτείται υπομονή. Αδημονεί να βρυχηθεί: μα καθετί, ναι, καθετί στην ώρα του.
Είναι καμωμένη —α, η μηχανή! η μηχανή!— από σάρκα, δόντια, νύχια, ματιές, μελάνι, λόγια: είναι οι στυλοβάτες τού Αύριο, είναι οι Κομισάριοι.