Ημερολόγιο Γεφύρας
Προχθές είχαμε τον Καβάκο και τον Σιμπέλιους, σήμερα τον Ρουβά και τον Μίκη. Πολύς λόγος και για τη δεύτερη ευτυχή συνάντηση, αν και δεν παρακολούθησα όσο έπρεπε το θέμα, ασχολιόμουν με αλλότρια. (Κάτι άκουσα, μάλιστα, ότι πήγαν, λέει, στη συναυλία και κάτι αντιεξουσιαστές και πούλησαν κουπόνια, πέταξαν τρικάκια, έκαναν οριγκάμι ή κάτι τέτοιο. Έχουν σαλτάρει, είναι για λύπηση ή για άμεσο διορισμό σε μια υπηρεσία. Είναι αναρχικοί με μανσέτες). Όλοι μου οι φίλοι υποστηρίζουν το προφανές, πέραν τού προφανούς, δικαίωμα του όμορφου σόουμαν να τραγουδά ό,τι θέλει, μα όλοι θα τον θυμόμαστε τον Σάκη από τα Μακαρόνια με κιμά και από το Shake, shake, shake, shake, shakeit(miamor) ή όπως το έλεγαν εκείνο το τραγούδι που είπε στη Eurovision, κι αυτό επειδή, σε αντίθεση με τον ίδιο, μας αρέσουν αυτά, έχουν πλάκα, είναι γνήσια, και δεν τα ξεχνάμε, δεν «πάμε παρακάτω». (Αυτός καλά κάνει και πάει, δεν μας πέφτει λόγος). Και επειδή η ζωή και ο θάνατος παραείναι θλιβερά πράγματα για να επιζήσει στο τέλος το φρικτό μπουζούκι και όχι τα πλήκτρα. (Και πόσο θα ’θελα οι απάνθρωποι, απαίσιοι αυτοί στίχοι, οι ακριβοί: «Θέλει νεκροί χιλιάδες, να ’ναι στους τροχούς / Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους» να μην ήταν αληθινοί. Ή, έστω, να μην τους είχαμε παντιέρα. Ας μην τους είχαμε παντιέρα, ας διαλέγαμε την ειρήνη, που άλλωστε μόνο αυτή νικά και μονάχα αυτή γυρνά τους ήλιους). [§] (Πόσο γλυκερό ακούστηκε αυτό, ε; Και πόσο δεν με νοιάζει που ακούστηκε γλυκερό). [§] Είχαμε και δύο ακόμη θανάτους χθες (ή έστω σήμερα): πέθαναν η Ρουθ Ρέντελ το πρωί (85) και η Πλιτσέσκαγια το απόγευμα (90). Από τους θανάτους που προσφέρουν ένα ακόμη «Σαν Σήμερα» στις εφημερίδες, αντίθετα με τις 350.000 γεννήσεις που έχουμε την μέρα. (Ούτε καν της πριγκιποπούλας του βρετανικού θρόνου δεν ξέρουμε σήμερα αν θα μνημονεύεται ποτέ στις οικίες στήλες). Η ζωή είναι αχαρτογράφητη, μια terraincognitaπου βαδίζεις μόνος, από τη μία, και δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει, αν αφήσεις ένα τέτοιου μεγέθους αποτύπωμα. Και, από την άλλη, ίσως τέτοια να είναι και η αναλογία που μας χωρίζει όλους εμάς από τους μεγάλους καλλιτέχνες — ποιος ξέρει; Ας είναι. [§] Λίγοι θα δουν ή θα ξαναδούν την πρίμα μπαλαρίνα να χορεύει (μαγικά), αλλά τουλάχιστον πολλοί θα διαβάσουν τη Ρέντελ, που είναι πάνω-κάτω το ίδιο, είναι και τα δύο ωραίες, θρεπτικές τροφές, κι ένας τρόπος να ξεχνιέσαι και να γεμίζεις τον κενό χρόνο. [§] Στο μεταξύ, ο κυβερνητικός θίασος συνεχίζει το παιχνίδι του· έχω την εντύπωση πως τσιμπάνε κάπως λιγότεροι βδομάδα την εβδομάδα, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Μια κουβέντα εδώ και μια κουβέντα από κει αλλάζουν τα δεδομένα στο ηθικό των πολλών πανεύκολα. Οι αντιδράσεις των πολιτών είναι παβλοφικές και αναμενόμενες. Ενδεχομένως και απολύτως μετρήσιμες. Παρά ταύτα, κάτι λίγο δείχνει να αλλάζει. Ίσως να φταίει βέβαια, απλώς, η μονοτονία: οι πρωταγωνιστές του μπουλουκιού λένε τα ίδια εθνικιστικά-φασιστικά-λαϊκίστικα εδώ και 100 μέρες, και επιτέλους είναι τόσο κούφια λόγια αυτά, όπως όλα τα όμοιά τους (το Έθνος, η Φυλή, η Περηφάνια, η Ελπίδα, το Αίμα, η Δόξα, η Τιμή, το Δίκιο, η Ελλάδα, ο Καράμπελας, η Χάιδω), που δεν μπορεί παρά κάποιοι να κατάλαβαν πως πρόκειται περί κοροϊδίας ύποπτης και ελεεινής. Όχι ότι έχει καμιά σημασία, βέβαια, αυτό. Δεν έχει. Η καταστροφή δεν πρόκειται να αποσοβηθεί επειδή κάποιοι λίγοι θα ανοίξουν τα μάτια τους και τα αυτιά τους από βαρεμάρα. Η καταστροφή δεν θα αποσοβηθεί. [§] Κλείσαμε 100 μέρες και με τον Α., το γιορτάσαμε οι τρεις μας σήμερα. Είμαστε τυχεροί.
Όλη η συζήτηση σήμερα, ή τέλος πάντων χθες, με τις καλές και τις κακές στιγμές της, περιορίστηκε γύρω από τον Καβάκο, που τον έφερε στην Αθήνα και στο Μέγαρο η Φιλαρμονική του Βερολίνου. Και να ’ναι καλά και το Βερολίνο και η Γερμανία. Και βέβαια πρόκειται για την ίδια, απαράλλαχτη συζήτηση που κάναμε και ξανακάναμε στα είκοσι και στα τριάντα μας: επαναλαμβάνεται με τα ίδια λόγια και τα ίδια επιχειρήματα, από άλλα στόματα, άλλων τριαντάρηδων και άλλων εικοσάρηδων. Και επαναλαμβάνεται, όχι με τη γνώση ότι αυτή εδώ δεν είναι η πρώτη φορά, ούτε θα μπορούσε να ήταν, αλλά με τη στρεβλή πεποίθηση πως πρέπει να είναι η τελευταία. Τα ίδια κάναμε κι εμείς, τότε, στα είκοσι και στα τριάντα μας. Τα ίδια θα κάναμε και σήμερα. Και στο βάθος όλου αυτού, βέβαια, φυραίνει, στομώνει, λεηλατείται ό,τι λίγο μάς έχει απομείνει — απομυζείται. Γιατί πάντα μάς περισσεύει λίγο, και ίσως καθόλου. Η ειρωνεία, ο μυστικά χαμογελαστός σύντροφος στα μεγάλα ταξίδια της Τέχνης, καταντά βάρος στον δημόσιο πολιτικό λόγο όταν αυτός εκφέρεται στο μεσοαστικό τριάρι της μεταπολιτευτικής Ελλάδας: το iPadπάνω στο σκρίνιο δεν μεταμορφώνει το σκρίνιο, απλώς το χρησιμοποιεί. Πρέπει κανείς να φεύγει από όλα αυτά. Μα στα είκοσι και στα τριάντα του δεν το θέλει, κρατά όλο πεσμένο το γάντι του ανάμεσα στα πόδια των άλλων, και, μεγάλος, πια, δεν του περισσεύει πολύ από τίποτα, δεν του περισσεύει πολύς χρόνος, δεν του περισσεύουν ευκαιρίες, δεν του περισσεύουν δυνατότητες ελευθερίας και ανάσας. Και ίσως να μην του περισσεύει και καθόλου, τελεία: ίσως και τίποτα από τα πάντα. [§] Η ομορφιά είναι πάντα κτήμα ενός μοναδικού και μοναχικού ανθρώπου, και η αντίληψή της δεν μοιράζεται και δεν ποσοτικοποιείται. Μια φούγκα και όλος ο Ντοστογιέφσκι δεν είναι παρά ταλαντώσεις του αέρα και σημάδια μελάνης πάνω σε κιτρινισμένο χαρτί αν δεν είναι εκεί αυτός ο ένας να τα γευτεί με τα χείλια του και να τα ρουφήξει όπως γεύεσαι και ρουφάς τη ζωή από τον άλλον στο κρεβάτι. [§] Κατά τα άλλα, οι εκδρομείς της Πρωτομαγιάς επέστρεψαν ομαλά, ενώ οι πορείες εξελίχθηκαν θεσμικά και καθωσπρέπει, και οι δηλώσεις στα Μέσα από τη συνδικαλιστική και στρατιωτική ηγεσία έγιναν όπως ήταν ωραία κανονισμένο. [§] (Πρέπει να φύγω από όλα αυτά, μου αφαιρούν κι αυτό το λίγο που μου ’χει μείνει — μου το απομυζούν. Ίσως να μη μου περισσεύουν πολλές δυνατότητες ελευθερίας και ανάσας ακόμη, ίσως και τίποτα από τα πάντα). [§] Κάπου στο εξώτερο Διάστημα, στο μεταξύ, η Teslaφτιάχνει μπαταρίες που θα χαρίσουν ελευθερία στον κόσμο. Δεν ξέρω τι θα την κάνουμε τόση ελευθερία όταν έρθει εκείνη η ώρα, δεν ξέρω πώς θα την οργανώσουμε και πώς θα τη διαχειριστούμε: είναι το πιο σπάνιο και το πιο άγριο γεράκι η ελευθερία, και είναι ατίθαση όταν δεν τη χαρίζεις. [§] Δουλεύω το βιβλιαράκι, η Κ. δούλευε κανονικά, πήγαμε με τον Α. και την πήραμε, είδαμε τους προπέρσινους Avengers, διαβάζουμε στον ξένο Τύπο τις κριτικές για τους τωρινούς, ίσως πάμε να τους δούμε και σε αίθουσα, σπάζοντας, εγώ, εμπάργκο χρόνων, έτσι χωρίς επαρκή λόγο. Ίσως επειδή δεν μου περισσεύουν πολλές δυνατότητες ελευθερίας και ανάσας ακόμη, ίσως και τίποτα από τα πάντα.
Είδαμε το Whiplash, ελληνικός τίτλος: Χωρίς μέτρο, μια δεξιοτεχνικά κατασκευασμένη ταινία αλλά χωρίς καθόλου ψυχή μέσα της (έξω της βέβαια είχε πολλή, τόσο πολλή που σε έγκωνε, όπως οι παλιές ελληνικές ταινιούλες της Φίνος Φιλμς, ή το σπουδαίο πρώτο Ρόκυ, ας πούμε, tonameafew— αλλά το έξω δεν φτάνει για να κάνεις σινεμά: αλλιώς θα έφτανε και το σελουλόιντ), που εσύ προφανώς, δυνάμει μου αναγνώστη, την είδες στην ώρα της στο σινεμά —εγώ έχω να πάω πολλά-πολλά χρόνια σε αίθουσα, και μάλλον δεν θα ξαναπατήσω: αλλά και γι’ αυτό ας μιλήσουμε άλλη φορά—, όμως μολονότι δεν μου άρεσε σαν δράμα (αν τη δεις σαν κωμωδία, θα σου αρέσει πολύ γιατί οι χαρακτήρες είναι κωμικά μονοδιάστατοι), μου έδειξε γιατί δεν είμαι καλός συγγραφέας: επειδή δεν προπονούμαι. Οι μουσικοί στην ταινία, υψηλού επιπέδου καλλιτέχνες όλοι (αλλά όχι πάρα πολύ υψηλού), κάνουν πολύωρες πρόβες κάθε μέρα, χωρίς διακοπές, χωρίς να σηκώνουν κεφάλι, χωρίς να διαμαρτύρονται, χωρίς να βγάζουν κιχ: αυτό σπανίως το κάνει ένας συγγραφέας, και σίγουρα κανείς στην Ελλάδα, και σίγουρα όχι εγώ. Μα το γράψιμο, η ικανότητα για γράψιμο, δεν είναι εκ Θεού: εκ Θεού είναι μόνο τα ραδίκια και η λάσπη γύρω από τα ραδίκια. Και δεν είναι μόνο η προπόνηση. Είναι η διδασκαλία: κυρίως είναι η διδασκαλία. Στην Ελλάδα έχουμε πολύ περισσότερους αυτοδίδακτους πεζογράφους από όσους μπουζουκτσήδες, κλαριτζήδες, μπέλι ντάνσερς και νυχούδες που πάνε σε σπίτια. Δεν πρέπει να συμβαίνει σε κανένα άλλο μέρος του Τρίτου Κόσμου αυτό. Η ικανότητα για συγγραφή θεωρείται Θείο δώρο στην Ελλάδα (στη χώρα όπου ο βρομιάρης νεοναζί μπράβος Ξηρός που τον πληρώνει η μάνα μου από το υστέρημά της μιλάει με τον Γιαραμπή και βλέπει Αποκαλυπτικά οράματα, κι εμείς καθόμαστε και τον κάνουμε είδηση), πακέτο τυλιγμένο με γλασέ χαρτί και δεμένο με κορδέλα: γεννιέται κανείς με δαύτην, όπως γεννιέται με ένα όρχι, με λαγωχειλία ή με συγγενή δυσπλασία του κόλου. Να φανταστείς, αν βρει και εκδότη και κάνει και τα κατάλληλα κονέ για να εκλεγεί στην κωμική Ένωση Συγγραφέων (ή κάπως έτσι, δεν θυμάμαι πώς λέγεται — αλλά θυμάμαι όλους όσους μού έταξαν την ψήφο τους αν τους έβγαζα βιβλίο, τον Α.Β. πρώτο-πρώτο) δικαιούται να ελπίζει σε σύνταξη. (Μά τον Θεό, στο λόγο μου). Αν μη τι άλλο, πολλοί τη διεκδικούν. Ναι, είναι αστείο… Τι θέλω να πω: προφανώς και δεν είναι απαραίτητο να έχεις δίπλωμα Συγγραφής Πεζογραφημάτων για να γράφεις και να εκδίδεις, κάνε ό,τι θες, φιλελεύθερη δημοκρατία έχουμε, ενώ ασφαλώς χρειάζεται για να αλλάζεις σιφόνια και να βάζεις καζανάκια σε καμπινέδες και να κουρεύεις και να δίνεις τα εργαλεία σε όλες τις άλλες τέχνες, αλλά εναπόκειται στο φιλότιμο του καθενός να το κάνει: να σπουδάσει. Οι σχολές, ή «εργαστήρια», δημιουργικής γραφής πρέπει να θεωρούνται προαπαιτούμενα και απαραίτητα όσο το χαρτί, το στιλό και το πληκτρολόγιο. Εννοώ, και πάλι, αν θέλεις να παίξεις σε ένα κάποιο σοβαρό επίπεδο — αν όχι, δεν είναι απαραίτητο τίποτε. Αρκεί να χαϊδεύεις το πιγουνάκι του αναγνωστικού ψηφοφοράτου. Και κάποιων άλλων, που επίσης απεχθάνονται τα πτυχία. [§] Δεν υπάρχουν ειδήσεις τον Αύγουστο γενικώς, και την παραμονή τριημέρου στην Ελλάδα ειδικώς. [§] Περάσαμε πολύ όμορφα σήμερα, με μια μεγάλη βόλτα στην παραλία και οι τρεις μαζί. [§] Κάποιοι μιλάνε για παράξενες βροχές.
Η πρώτη είδηση της ημέρας, υπό την έννοια ότι μονοπωλεί το ενδιαφέρον των σόσιαλ δηλαδή, είναι η προσπάθεια της κυβέρνησης να μειωθούν τα έσοδα από τους τουρίστες στα νησιά. Η βασική όμως είναι το κείμενο στο Crash. [§] Αντιγράφω ολόκληρο το όραμα του παρανοϊκού με το γαλανόλευκο σφυροδρέπανο Λαφαζάνη, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του κολλητού του Τράγκα, αυτού του τέρατος των μίντια (σε μία παράγραφο: στο πρωτότυπο, κάθε πρόταση είναι και παράγραφος: οι Λαφαζάνηδες γράφουν σαν σε τοίχο — γράφουν συνθήματα, και σκέφτονται συνθήματα· είναι πολύ γι’ αυτούς, βέβαια, ακόμη και αυτό). Πάμε. Σφος Λ.: [§] Η Ελλάδα, διαχρονικά, σε όλες τις δύσκολες ώρες που πέρασε βρήκε τη δύναμη να σταθεί όρθια και να αντεπεξέλθει στις θύελλες. Η σημερινή κρίσιμη ιστορική καμπή που διανύει ο λαός μας δεν είναι χωρίς προηγούμενο. Έχουμε περάσει στην ιστορία μας εξίσου κακές, ίσως και πολύ χειρότερες περιόδους. Περιόδους κατά τις οποίες μάλιστα, η απομόνωση της χώρας έμοιαζε καταθλιπτική και ανυπέρβλητη. Τα βγάλαμε, όμως, πέρα. Και τα βγάλαμε πέρα, χάρη κυρίως στην αυτοθυσία, το απαράμιλλο φρόνημα, το αγωνιστικό πνεύμα και την αποφασιστικότητα ενός λαού, ο οποίος έβαζε πάνω από όλα την επιβίωση, την αξιοπρέπειά του και τη δικαιοσύνη. Αυτή είναι η μεγάλη ιστορική πρόκληση, την οποία αντιμετωπίζουμε σήμερα. Σήμερα η διάσωση της χώρας μας συνδέεται στενά με την απόρριψη της υποταγής, με τη θέλησή μας να αντέξουμε σε δυσκολίες και με την απόφασή μας να συνδέσουμε τα μεγάλα «όχι» με την αταλάντευτη προσπάθεια για μια νέα προοδευτική πορεία ανασυγκρότησης, ανόρθωσης και προοπτικά αναγέννησης του τόπου μας. Μακάρι να προκύψει μια συμφωνία που θα αντιπροσωπεύει έναν «έντιμο συμβιβασμό», αν και ο όρος αυτός είναι αδόκιμος, ρευστός και χωράει τα πάντα και τίποτα. Ωστόσο, οι λεγόμενοι εταίροι και το ΔΝΤ δεν ζητάνε από την κυβέρνησή μας μια συμφωνία που θα σέβεται στοιχειωδώς την επιβίωση του ελληνικού λαού και την πρόσφατη ριζοσπαστική λαϊκή ετυμηγορία. Τα πιο σκληρά και αδίστακτα κατεστημένα κέντρα σε Βερολίνο, Βρυξέλλες και ΔΝΤ αυτό που θέλουν από τη χώρα μας είναι «γη και ύδωρ». Ζητάνε υποταγή και παράδοση. Ζητάνε νέα μέτρα μείωσης συντάξεων και μισθών, ξεπούλημα της χώρας, νέους φόρους και νέες απορρυθμίσεις. Η κυβέρνησή μας δεν πρόκειται να υποταχθεί ούτε να παραδοθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να συνυπογράψει ποτέ νέα μέτρα σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα δεχθεί συμφωνία που θα είναι ασύμβατη με τις ριζοσπαστικές του δεσμεύσεις. Αν Βερολίνο, Βρυξέλλες και ΔΝΤ πιστεύουν ότι είτε θα σύρουν τη χώρα και την κυβέρνησή μας στην υποταγή, είτε θα μας σπρώξουν στην κατάρρευση κάνουν διπλό λάθος. Δεν θα συμβεί ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αν «εταίροι» και ΔΝΤ πιστεύουν ότι θα μας εκβιάσουν με όπλο την άρνηση χρηματοδότησης και ότι θα τρομοκρατούν εσαεί τον ελληνικό λαό με τον «μπαμπούλα» της πτώχευσης και του εθνικού νομίσματος πλανώνται πλάνη οικτρά. Η Ελλάδα διαθέτει πολλούς εναλλακτικούς δρόμους και μπορεί να έχει προοπτική χωρίς τη χρηματοδότηση από ΕΕ και ΔΝΤ και χωρίς τη ρευστότητα που δίνει με το σταγονόμετρο η ΕΚΤ προς τις τράπεζες. Η Ελλάδα μπορεί να αντιμετωπίσει το μαρτύριο της σταγόνας που μας υποβάλλουν ΕΕ και ΔΝΤ και το οποίο πνίγει την οικονομία και οδηγεί στην ασφυξία τα νοικοκυριά. Αν η Ελλάδα μπορεί και έχει εναλλακτικές λύσεις, δεν ισχύει κάτι ανάλογο για την ΕΕ αλλά και το ΔΝΤ με τις ληστρικές πολιτικές τους. Τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει μια ΕΕ, η οποία παραπαίει, από μια εναλλακτική προοδευτική Ελλάδα θα είναι πελώρια και μπορεί να αποδειχθούν μη αντιμετωπίσιμα και ανυπέρβλητα. Οι κάλτσες ξηλώνονται ακόμα και από έναν πόντο. Η Ελλάδα και μαζί της η Κύπρος, συνιστούν τη Νοτιοανατολική πλευρά της Ευρώπης, στο σύνορο τριών ηπείρων. Το πολιτικό και γεωστρατηγικό βάρος της χώρας μας είναι κρίσιμο, αν όχι κεφαλαιώδες. Η οικονομική μας διάσταση, επίσης, καθόλου αμελητέα σε ποιοτικές δυνατότητες. Είναι δύσκολο να νοηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, έστω και κατ' επίφαση, χωρίς την Ελλάδα. Το γεωπολιτικό κενό θα είναι τραγικό. Όπως είναι εκτός τόπου και χρόνου να σκέφτονται κάποιοι ότι οι οικονομικές επιπτώσεις ενός ελληνικού χρεοστασίου ή ακόμα περισσότερο ενός Grexit, θα είναι πολιτικά και οικονομικά αμελητέες για το μέλλον της ΕΕ. Η Ελλάδα θα μπορέσει να αντέξει και σιγά-σιγά να ανορθωθεί, από μία ρήξη με την ΕΕ που θα επιβάλουν οι κυρίαρχοι κύκλοι της. Η ΕΕ, όμως, είναι πιθανόν, όσο κι αν αυτό μοιάζει παράδοξο, να υποστεί βαρύτατο ή και θανάσιμο τραύμα σε μια τέτοια περίπτωση. Η Ευρώπη έχει κάθε συμφέρον να στηρίξει πραγματικά την Ελλάδα και όχι να μείνει προσκολλημένη σε άτεγκτες θρησκευτικού τύπου νεοφιλελεύθερες ορθοδοξίες και νεοαποικιακούς ηγεμονισμούς. Άλλωστε, η σκληρή νεοφιλελεύθερη πορεία που τυφλά ακολουθούν η ευρωζώνη και η ΕΕ έχει προκαλέσει μια βαθιά οικονομική παράλυση και παρακμή στον ευρωενωσιακό χώρο. Από την άλλη, η επικυριαρχία της Γερμανίας στην Ένωση έχει προσδώσει στην τελευταία την όψη μιας άτεγκτης Γερμανική Ευρώπης, η οποία βλέπει δίπλα στη γερμανική νομισματική και οικονομική επικυριαρχία, να κατισχύει η αμερικάνικη πολιτικοστρατιωτική ομπρέλα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η Ελλάδα οφείλει, έτσι κι αλλιώς, να παίξει πρωτοποριακό ρόλο με την πορεία της και τη συμβολή της για μια προοδευτική ανατροπή στην Ευρώπη. Η νεοφιλελεύθερη μονεταριστική γερμανική Ευρώπη και μια ευρωζώνη με δογματική αρχιτεκτονική, κατασκευασμένη για το «λόμπι» του Βορρά, δεν έχουν κανένα μέλλον. Αυτή η Ευρώπη θα πνίγεται στην οικονομική στασιμότητα, τις μεγεθυνόμενες αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις, ενώ θα πολλαπλασιάζει τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και τη φτώχεια. Η προοδευτική ανατροπή στην Ελλάδα μπορεί να είναι το πρώτο βήμα και μιας μεγάλης ανατροπής στην Ευρώπη. Ανατροπή στη χώρα μας δεν σημαίνει μόνο μια νέα προοδευτική πορεία με σοσιαλιστικούς ορίζοντες αλλά και απαλλαγή της πατρίδας μας από τα δεσμά της υποτέλειας και της εξάρτησης, με την εφαρμογή μιας νέας γνήσιας ανεξάρτητης και πολυδιάστατης εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής. Σε αυτήν τη λογική εντάσσεται και η θέση της κυβέρνησής μας να ενθαρρύνει την κατασκευή ενός αγωγού στο ελληνικό έδαφος, που θα ξεκινά από τα ελληνοτουρκικά σύνορα και θα φτάνει στα σύνορα με τη FYROM και ο οποίος θα μεταφέρει ρώσικο φυσικό αέριο με υποθαλάσσιο αγωγό μέσω της Μαύρης Θάλασσας. Ένα τέτοιο μεγάλο κατασκευαστικό έργο, εφ’ όσον υλοποιείτο, θα είχε εξαιρετικά σημαντικά ενεργειακά και δημοσιονομικά οφέλη για τη χώρα, ενώ θα άνοιγε ένα ποιοτικά νέο κεφάλαιο στην ανάπτυξη των ελληνορωσικών σχέσεων, που θα μπορούσε να προσδώσει άλλη μορφή στην περιοχή μας και την Ευρώπη. Η Ελλάδα με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, τόσο με τον ΤΑΡ με αζέρικο αέριο όσο και με το νέο αγωγό με ρώσικο αέριο αλλά και με σειρά άλλων προσπαθειών και πρωτοβουλιών, θέλει να καταστεί πλουραλιστικός ενεργειακός κόμβος συνεργασίας, ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή και την Ευρώπη. Για μια Ευρώπη χωρίς νέα ψυχροπολεμικά τείχη, χωρίς λογικές απομόνωσης χωρών, χωρίς ηγεμονικές επικυριαρχίες, χωρίς νεοαποικιακές συμπεριφορές, στην οποία θα κυριαρχούν νέες αξίες ισότιμης συνεργασίας και συνανάπτυξης των λαών και χωρών μεταξύ τους και με τις γειτονικές περιοχές. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να ανοίξει πολυδιάστατους ορίζοντες οικονομικών και πολιτικών σχέσεων που θα διαμορφώνουν νέα ερείσματα όχι μόνο στη Ρωσία αλλά και στην Κίνα, τη Βραζιλία, τη Λατινική Αμερική, την Ινδία, τον Αραβικό κόσμο, τη ζώνη της Αφρικής και ασφαλώς στο χώρο της Μεσογειακής λεκάνης. Η Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ θα πάψει να είναι αμερικανοατλαντικό οικόπεδο, γερμανικό φέουδο ή δορυφόρος του αμερικανο-ισραηλινού Μεσανατολικού άξονα και δεν θα είναι χώρα που θα προσφέρεται για πώληση, ιδιωτικοποιώντας τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας της, τις στρατηγικές επιχειρήσεις της, τις στρατηγικές υποδομές και τα στρατηγικά της δίκτυα. Στο πλαίσιο της νέας εξωτερικής και οικονομικής της πολιτικής η Ελλάδα απορρίπτει τη διχοτομική και υποτελή συνεκμετάλλευση του Αιγαίου είτε με τις ΗΠΑ είτε με την Τουρκία είτε και με τους δύο από κοινού, ενώ επιδιώκει την αξιοποίηση του ορυκτού της πλούτου και ενδεχόμενων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων με βάση το διεθνές δίκαιο και το εθνικό της συμφέρον. Ακριβώς με βάση το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα το δίκαιο της θάλασσας, θέλουμε να διευθετηθούν τα προβλήματα στο Αιγαίο, έτσι ώστε το τελευταίο να καταστεί θάλασσα ειρήνης, γέφυρα φιλίας και συνεργασίας για το καλό των χωρών και των λαών που βρέχονται από αυτήν την πανέμορφη θάλασσα. Η Ελλάδα τούτη τη δύσκολη ώρα, μια από τις δυσκολότερες στην ιστορία της, αντιμετωπίζει μια ιστορική πρόκληση: να μετατρέψει την κρίση και την τραγωδία σε ευκαιρία και δυνατότητα. Μπορούμε να κερδίσουμε αυτό το στοίχημα αν απομονώσουμε την «πέμπτη φάλαγγα» που ήταν πάντα η κατάρα αυτού του τόπου. Την «πέμπτη φάλαγγα» των ξένων κατεστημένων κέντρων, των ολιγαρχών, των κυρίαρχων μίντια και της εγχώριας πολιτικής υπαλληλίας τους. Μπορούμε να πετύχουμε, αν επιδείξουμε ως λαός ενότητα, αγωνιστικό πνεύμα και πείσμα, θέληση για μεγάλες κινητοποιήσεις, αντοχή και δύναμη σε προσωρινές αντιξοότητες, σκεπτόμενοι το προοδευτικό ανορθωτικό μέλλον που πρέπει να οικοδομήσουμε για τις γενιές που έρχονται. [5] Αυτά. Πρόκειται περί αρρώστου, μά τον Θεό τον λυπάμαι. [§] Τώρα, πολλή κουβέντα σηκώνεται ακόμη για τον Βαρουφάκη και το χτεσινό περιστατικό. Αντιγράφω εμένα αυτή τη φορά, μια ανάρτησή μου στο Facebook, να με συμπαθάτε. Σήμερα το Ημερολόγιο βγήκε ανέξοδα. Πάμε: [§] Η Πλατεία είναι μια αυτόνομη ζώνη, κάτι σαν τον Άθω, θέλουμε δεν θέλουμε. Και όχι η μόνη: είναι μία από τις πολλές της Αθήνας και των όμορων Δήμων, απλώς αυτή τυχαίνει και είναι δίπλα στο Κολωνάκι, ή δίπλα στο ΠΑΣΟΚ, ή κοντά στις ταβέρνες. Δεν ήταν πάντα έτσι, ή μάλλον δεν ήταν πάντα ακριβώς έτσι (όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερο γίνονται πιο χούλιγκαν και πιο Δικαστές Ντρεντ κάποιοι εκεί), αλλά το φαινόμενο ούτε σημερινό είναι, ούτε της τελευταίας χρονιάς. Ούτε μπορεί να αρθεί με κάποιο νόμο, με μια επιχείρηση-σκούπα ή με ό,τι άλλο: και έφοδοι να γίνονται καθημερινά από την ΕΛΑΣ, τα βράδια τα Εξάρχεια θα ξαναγεννιούνται. Και ούτω καθεξής. Και γι' αυτό δεν ευθύνεται κανένα κόμμα και καμία πολιτική. Όλες οι μητροπόλεις έχουν αυτόνομες ζώνες, όπως έχουν και περιοχές όπου το βράδυ απλώς δεν πλησιάζεις αν δεν έχεις κάποια πολύ συγκεκριμένη δουλειά εκεί, όπως να αγοράσεις κάτι για χι-ψι λόγους απαγορευμένο. Οφείλουμε να ζήσουμε με αυτή την παραδοχή, και να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Και οφείλουμε να ξέρουμε πως οι πόλεις, οι μεγάλες πόλεις, οι μητροπόλεις, δεν είναι στεγανοί οργανισμοί που αφήνουν απέξω καθετί κακό, οχληρό, βρόμικο, εγκληματικό κλπ. κλπ. Οι μητροπόλεις είναι πολλά, και δεν μπορούν να απαλλαγούν από όσα δεν αρέσουν σε μας. (Εμείς άλλο ρόλο έχουμε σαν πολίτες, και οι Δήμοι άλλο ρόλο και άλλες ευθύνες σαν θεσμοί και σαν διοίκηση). Και οι μητροπόλεις ΔΕΝ σκουπίζονται. Έχουν τα πρεζάκια τους και τους πρεζέμπορές τους, έχουν τους αστέγους τους και τους τρελούς τους, έχουν τα γκέτο τους και τους παράνομους μικροπωλητές τους, έχουν τα άβατά τους, τα μπουρδέλα τους, τις φτωχογειτονιές τους, τους τσαντιρομαχαλάδες τους. Και έχουν και τα Εξάρχειά τους. Και τα Εξάρχεια, τι να κάνουμε τώρα, έχουν δικούς τους νόμους. Επίσης, τα Εξάρχεια είναι όμορφα. Όχι όμορφα όσο παλιά. Αλλά είναι ακόμη. Κι αν όχι για μένα, είναι όμορφα για άλλους. [§] HK. έβγαλε μία τεράστια βόλτα τον Αρσέν, τον πήγε στο Κανάλι, στο πάρκο, παντού. Ξεθεώθηκε εκείνος, τον χάρηκαν πολύ στη δουλειά, έπαιξε στα χόρτα, ευχαριστήθηκε. Στις εννιά, είδαμε το τελευταίο επεισόδιο του Fortitude, ωραίο σίριαλ, παράξενο. Τώρα διαβάζουμε στον καναπέ. Είμαστε καλά.
Γίνεται μία πολύ καλή συζήτηση σχετικά με το αν συμφέρει ή όχι τον ΣΥΡΙΖΑ ένα δημοψήφισμα, τι είδους θα είναι αυτό, αν είναι πιο λογικό να καταφύγει σε εκλογές, και υπό ποία προϋπόθεση, κλπ. κλπ. Όσοι πιστεύουν πως ο Τσίπρας θα προκαλούσε ένα δημοψήφισμα για να περάσει μέτρα (τα απαραίτητα, ικανά και αναγκαία μέτρα που θα επιβληθούν στη χώρα από τους εταίρους της, και που θα είναι πολύ πιο σκληρά από όσο θα ήταν αν δεν είχε σπαταληθεί όλος αυτός ο καιρός που πετάχτηκε στα σκουπίδια) ισχυρίζονται —και σωστά— πως, αφενός μεν θα το κέρδιζε (ας πούμε, με 60%-40%), αφετέρου δε η νίκη του αυτή θα ήταν κούφια, πύρρειος, άδικη, καθώς το 40% που θα ψήφιζε ΟΧΙ στο «Ευρώ με μέτρα» θα συγκροτούνταν από Αριστερούς κυρίως ψηφοφόρους, ενώ ο ίδιος θα βρισκόταν, παράλληλα, στο ίδιο στρατόπεδο με τα τρία φιλοευρωπαϊκά κόμματα, που φυσικά θα ψήφιζαν επίσης υπέρ του ευρώ (άρα και των μέτρων, των ψευδομεταρρυθμίσεων). Έτσι —συνεχίζουν τη σκέψη τους— θα γεννιόταν αμέσως ένας ισχυρός πόλος στα αριστερά του, που αμέσως θα έψαχνε, και θα έβρισκε, αρχηγό: ήτοι αντίπαλον του Τσίπρα δέος. Οπότε —καταλήγουν, και ορθά— αυτό που θα τον συνέφερε να επιλέξει από τα δύο, εάν έπρεπε να επιλέξει, είναι οι εκλογές: αλλά εκλογές που θα τις προκήρυσσε μόνο εάν είχε μία συμφωνία στα χέρια του, τέτοια μάλιστα που θα μπορούσε να την παρουσιάσει σαν νίκη, δεδομένων των συνθηκών και της οικονομικής δυσπραγίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, προτάσσει σήμερα τα «Αριστερά» νομοσχέδια, πασχίζοντας να επιδείξει φιλολαϊκό, ριζοσπαστικό προφίλ: για να δείξει πως εκτέλεσε τη λαϊκή εντολή, πως το πάλεψε όσο μπορούσε. Με τη συμφωνία στα χέρια, η αντιπολίτευση δεν θα έχει να αντιτάξει τίποτε, οπότε και θα χάσει πανηγυρικά — και ο ΣΥΡΙΖΑ θα αυξήσει το ποσοστό του και θα εδραιώσει την κυριαρχία του. Ουσιαστικά, δεν θα χρειάζεται καν την κυβερνητική σύμπραξη, πλέον, των ημίτρελων στα ακροδεξιά του. Όλα αυτά ακούγονται πολύ λογικά (και είναι), όπως πολύ λογικό ακούγεται και το σενάριο να συνεχίσει ως έχει (αλλά με μια συμφωνία, πάντα, στα χέρια), και βλέποντας και κάνοντας στη συνέχεια: άλλωστε, ποιος μπορεί να προβλέψει με σιγουριά τι θα γίνει στο προσεχές μέλλον; Παρά ταύτα, κάτι δεν κολλάει στο καλογραμμένο αυτό σενάριο: προς τι όλα αυτά; γιατί τόσος θόρυβος, τόση αριστεροσύνη, τόση φωνή και καημός; για να διαχειριστεί την εξουσία, που λέγαμε παλιά, παίρνοντας τη σκυτάλη από τη ΝΔ που την είχε πάρει από το ΠΑΣΟΚ; για να μοιράζει οφίτσια και χρήματα σε ημετέρους; για να συνεχίσει, με δυο λόγια, «τα ίδια που κάνανε και οι άλλοι»; Δεν πολυκολλάει. Και δεν φαίνεται λογικό. Όχι με τους ανθρώπους (πολλούς από τους ανθρώπους) που συναπαρτίζουν αυτή την κυβέρνηση. Και δεν εννοώ τη ρητορική τους, αλλά αυτά που όντως πιστεύουν — και με ό,τι θεωρούν πως είναι Ιερή Αποστολή τους. Γι’ αυτό και εγώ επιμένω πως τελικώς θα πάει σε δημοψήφισμα, όχι με το μέρος του ευρώ. Αλλά της δραχμής. Και θα το κερδίσει εύκολα, έχοντας καταδείξει τη Μέρκελ (εξ ου και μόνο μ’ αυτήν μιλάει) σαν Γκεσταπίτισσα που θέλει να μας σφάξει (αυτό κάνει χρόνια τώρα, άλλωστε: έχει προετοιμάσει το έδαφος). Το δε ερώτημα θα είναι απλό, σαφές, σχεδόν σκιτσαρισμένο στα ψηφοδέλτια. Γιατί μόνο έτσι, με ξεκάθαρη λαϊκή εντολή, μπορεί να τα αλλάξει όλα, κατεδαφίζοντάς τα. Γι’ αυτό ήρθαν (όχι γι’ αυτό ψηφίστηκαν: γι’ αυτό ήρθαν), για τον εκτροχιασμό, όχι για να αράξουν στο σταθμό και να πίνουν μπίρες. (Συμφωνία; Να υπογράψουν συμφωνία με την Τρόικα; Πόθεν; Και γιατί όχι με το Ιράν ή την Κίνα;) [§] Αυτό είναι που φοβάμαι αυτό. [§] Η αγαπημένη του Στόχου και των απανταχού φιλοναζί Κωνσταντοπούλου δήλωσε στη Βουλή: «Στο επόμενο νομοσχέδιο, η κυβέρνηση θα τιμήσει τα πολλά θύματα από το κλείσιμο της ΕΡΤ, ως πεσόντες στο καθήκον». Ενώ ο Παναγούλης ζήτησε να αποκατασταθούν οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ, και ιδιαίτερα «όλοι εκείνοι που αγωνίστηκαν για να έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία». Δεν υπάρχει λυτρωμός από το τσίρκο, από αυτό το freakshow. Δεν υπάρχει, και αδίκως αγωνιούμε. [§] Αναρχοφασίστες επιτέθηκαν στον Βαρουφάκη, λέει το Press Project, ενώ έτρωγε στα Εξάρχεια. Βρομιάρηδες είναι, και τσογλάνια, όπως όλα τα φασισταριά. Θρασίμια και ψευτονταήδες της φάπας, αγέλες-αγέλες εναντίον πάντα ενός. (Δεν ξέρω αν είναι αληθές το γεγονός, και μά τον Θεό δεν με νοιάζει ούτε καν έχει σημασία: επιθέσεις γίνονται συνέχεια από φασίστες: από τον Περίανδρο ώς τις μούτζες στη Βουλή, τους έχω σιχαθεί). [§] Ήθελα να μιλήσω για τους εκδότες σήμερα, αλλά θα το κάνω μάλλον αύριο, είμαι πολύ κουρασμένος. [§] Είδαμε ξανά το Reservoirdogs, είναι καλό να το βλέπει κανείς πού και πού. Φάγαμε λουκάνικα με αυγά για βραδινό, βαρύ φαγητό. Τελειώσαμε τα βιβλία που διαβάζαμε και γράψαμε από ένα σημείωμα γι’ αυτά. Ο Α. έπαιξε πολύ και λιάστηκε στον ήλιο, στο μπαλκόνι. Ήταν μια όμορφη μέρα.
Οι ειδήσεις της ημέρας ήταν δύο, ο Βαρουφάκης και ο Κομπότης. (Ο Κοντονής όχι, γιατί ξέραμε από μιας αρχής ότι οι ομάδες μας δεν θα αποκλείονταν από τα ευρωπαϊκά τουρνουά — όχι χωρίς να κανεί η χώρα). Με την περιθωριοποίηση Βαρουφάκη, λοιπόν, και την ταυτόχρονη αναβάθμιση του Τσακαλώτου στη διαπραγμάτευση με τους εταίρους ασχολείται ο κόσμος, χαρούμενος πολύ που τώρα όλα θα πάνε τέλεια, λες και έχει κάποιαν ουσιώδη σημασία το προσωπικό που στέλνουμε να παρευρίσκεται στις συζητήσεις με τους εταίρους, και όχι οι πολιτικές τους γραμμές, που χαράσσονται στην Αθήνα (γράφει η Καθημερινή: «Η περιθωριοποίηση του ρόλου του υπουργού Οικονομικών κ. Γιάννη Βαρουφάκη στη διαπραγμάτευση με τους εταίρους ανακοινώθηκε από το Μέγαρο Μαξίμου, υπό το βάρος των αλγεινών εντυπώσεων που άφησε το τελευταίο Eurogroup και η “υποδοχή” που του επιφύλαξαν εκεί οι ομόλογοί του της Ευρωζώνης. Προκειμένου να δοθεί λύση στο παρατεταμένο αδιέξοδο, η κυβέρνηση προχωρά σε συγκρότηση πολιτικής ομάδας διαπραγμάτευσης, στην οποία αναβαθμισμένο ρόλο καταλαμβάνει ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος αν και, τυπικά, αυτή τελεί υπό την ευθύνη του κ. Βαρουφάκη»), από τη μία, και με τη σκληρή και άδικη τύχη που έπληξε τον Τιτάνα των στοιχηματζήδων, από την άλλη (γράφει το Sport24: «Ο ειδικός ανακριτής διαφθοράς, Γιώργος Ανδρεάδης και ο εισαγγελέας υπηρεσίας, αποφάσισαν την απαγόρευση ενασχόλησης με το ποδόσφαιρο για τον ισχυρό άνδρα του Λεβαδειακού, Γιάννη Κομπότη»). Εμένα πάλι άλλη είναι η απορία μου: αφού έτσι κι αλλιώς έχουν στήσει το παιχνίδι, γιατί δεν έβαλαν στη θέση του Βαρουφάκη τον Κομπότη; Κάτι παραπάνω θα βγάζαμε. [§] Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος μας θύμισε, βέβαια, το σύνθημα που δονούσε τις πλατείες προ δύο μηνών: «Έκανες τη Μέρκελ να τρέμει σαν κλαράκι / γεια σου, ρε αλάνι, Γιάνη Βαρουφάκη», στις φασιστικές συγκεντρώσεις που διοργάνωσαν η Χρυσή Αυγή και οπαδοί τού ΣΥΡΙΖΑ από κοινού, στο πρώτο Eurogroup. [§] Παραθέτω αυτούσιο, αμέσως παρακάτω, το σατιρικό άρθρο της κυρίας Δάφνης Σφέτσα που δημοσίευσε σήμερα (ή χθες; τη Δευτέρα εννοώ) το όργανο της καταστασιακής Διεθνούς Αυγή. Έχει ώς εξής: [§] «“Δεν εκβιαζόμαστε” διαδήλωναν εκατοντάδες χιλιάδες “ανάσες αξιοπρέπειας” μόλις εκλέχτηκε η νέα κυβέρνηση και άρχισε ο μαραθώνιος της διαπραγμάτευσης. Τώρα που η ώρα της κρίσεως πλησιάζει, είναι η στιγμή να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς ζητούσαμε από τους εκπροσώπους μας όταν τους λέγαμε να μην κάνουν “ούτε βήμα πίσω”. Ζητούσαμε στον πόλεμο που μας έχουν κηρύξει να πάρουμε επιτέλους μέρος. Να μην είναι από τη μια μεριά οι δανειστές και από την ίδια οι εκπρόσωποι του ελληνικού λαού. Ζητούσαμε, απαιτούσαμε ακριβέστερα, από την κυβέρνηση να υπερασπιστεί την αξιοπρέπειά μας. Δεσμευόμασταν με τη φυσική μας παρουσία στους δρόμους και τις πλατείες ολόκληρης της χώρας ότι στον αγώνα αυτόν θα έχει την απόλυτη συμπαράστασή μας — τουτέστιν: ότι θα βάλουμε πλάτη. Η υποταγή αποτελεί παρελθόν, ο πόλεμος μαίνεται. Υπάρχουν δύο αντιμαχόμενες πλευρές και όχι η αγαστή συνεργασία δανειστών και ελληνικής κυβέρνησης — την οποία ακόμα διεκδικεί σκούζοντας ο Άδωνις Γεωργιάδης και τα λοιπά στελέχη των φιλοευρωπαϊκών (sic) δυνάμεων. Η αξιοπρέπειά μας, όπως εκδηλώνεται από το «ούτε βήμα πίσω» της κυβέρνησης στα θέματα που αφορούν τα εργασιακά, τις περικοπές μισθών- συντάξεων, το ασφαλιστικό κοκ, βρίσκεται στο προσκήνιο. Έχει έρθει, λοιπόν, η ώρα να κάνουμε και εμείς πράξη τις δεσμεύσεις μας: να βάλουμε πλάτη. Αυτή η “πλάτη” είναι η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου για τα ταμειακά διαθέσιμα. Όχι μόνο δεν πρέπει να μας ξενίζει, αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι στην ουσία είναι δική μας απαίτηση. Είναι αυτό που ζητούσαν τα κορμιά μας στις πλατείες του Φλεβάρη: να γίνει ό,τι είναι δυνατό για να τελειώσουν τα μνημόνια, η λιτότητα, η κοινωνική καταστροφή, να παλέψουμε με όλα τα μέσα για να ανασυγκροτηθεί η κοινωνία, να μην γίνει ούτε βήμα πίσω. Δεν μας αρέσει να νομοθετούμε με ΠΝΠ. Προφανές. Είναι, όμως, εργαλείο όταν οι περιστάσεις είναι έκτακτες. Και ο πόλεμος είναι εξαιρετικά έκτακτη περίσταση. Κατά τη διάρκειά του δεν χωρούν εγωισμοί, ψευτοανταρσίες και δεύτερες σκέψεις. Συλλογικά αποφασίσαμε να ριχτούμε σ' αυτόν, όταν στις εκλογές του Ιανουαρίου είπαμε τέλος στα μνημόνια. Αφότου εκλέξαμε τους στρατηγούς μας, η μόνη επιλογή είναι να πολεμήσουμε. Ο απολογισμός θα γίνει μετά τη λήξη: μεσούσης της μάχης επιτρέπεται μόνο το τραγούδι και η πίστη στη νίκη». [§] Όταν η ζωή έχει κέφια, η τέχνη ενδύεται τον σωστή της ρόλο: της υπηρετριούλας. [§] Η Κ. είχε ρεπό σήμερα, ξεκουράστηκε, έβγαλε μία τεράστια βόλτα τον Α., που ξελιγώθηκε μεν στο παιχνίδι, αλλά πέρασε και καλά. [§] Ο Τσίπρας βγήκε στον Χατζηνικολάου. [§] Νοικιάσαμε και βάλαμε να δούμε τον Birdman, που κυκλοφόρησε μόλις στα βιντεοκλάμπ. Ωραία κωμωδία, ρηχή όσο πρέπει να είναι οι κωμωδίες (αυτό μάς το έμαθε ο βάρδος), άνευ λόγου και αιτίας η συνεχής ροή των σκηνών (για να φανεί πως βλέπαμε… θέατρο; μα πόθεν;), αμήχανο αλλά τι να κάνουμε, το έγραψαν τέσσερις (!) νοματαίοι, ωραίες ερμηνείες, στα όρια του μπουρλέσκ (μεγάλωσε η Ναόμι Γουότς, πότε πρόλαβε;), άξιζε στο τέλος τα λεφτά του το φιλμάκι, αν μη τι άλλο γιατί είχε εξαιρετική διεύθυνση παραγωγής, ήταν όλα πολύ-πολύ προσεγμένα, και, κυρίως, γιατί με έβαλε στα καρφιά: θα πάρω να ξαναδούμε ένα πραγματικό φιλμ για την αναπαράσταση, για το αργό πέρασμα της ζωής μέσα στην τέχνη (ή μάλλον το αντίθετο), τη Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης, που είναι σινεμάς και όχι σινεμά-γλασέ.
Διάφορες κατηγορίες άνθρωποι —κάποιοι πολύ σοβαροί αναλυτές, πολλοί αιθεροβάμονες, όλοι οι αισιόδοξοι, οι ψηφοφόροι των κομμάτων της συμπολίτευσης (τουλάχιστον του ΣΥΡΙΖΑ, για τους άλλους δεν είμαι απολύτως σίγουρος)— πιστεύουν πως, πού θα πάει, θα βρεθεί μια άκρη, χρονικά τοποθετημένη τον Ιούλιο, και η Ελλάδα δεν θα χρεοκοπήσει, η κυβέρνηση θα υπογράψει το πολυπόθητο τρίτο Μνημόνιο και θα πάρει τα προσήκοντα μέτρα που θα αποτρέψουν ένα κραχ μέσα στο ’15, έστω και αν χρειαστεί, που θα χρειαστεί, να δημιουργηθεί ένας πόλος βαρέων κόκκινων κρατιστών στη μια της πάντα κι ένας άλλος, πάλι βαρέων κρατιστών αλλά μαύρων, στην άλλη: οι του Λαφαζάνη, ας πούμε, και οι της Κωνσταντοπούλου, ή: μια Αριστερά και μια κοντά στα νάματα του εθνικοσοσιαλισμού (ενώ ο Καμμένος θα παραμείνει, φυσικά, επί των κυβερνητικών επάλξεων γιατί του αρέσει να φοράει τα τζάκετ των πιλότων… και να ελέγχει τις αγορές οπλικών συστημάτων). Δεν συμμερίζομαι αυτή την αισιοδοξία, αλλά —καθώς δεν υπάρχει απολύτως τίποτε άλλο, απολύτως καμία άλλη εναλλακτική διέξοδος— ας μείνω κι εγώ σ’ αυτό. [§] Η μέρα είχε μία μόνον αξιομνημόνευτη είδηση, αν μη τι άλλο μέχρι την ώρα που διάβαζα το Twitter, δηλαδή μέχρι τις εννιάμισι. Τώρα πήγε μία-και, και δεν έχω δει κάτι άλλο. Αλλά είναι είδηση ολκής: «Μήνυμα Ειρήνης στην ψηφοφορία στα Κατεχόμενα. Ο Ακιντζί συνέτριψε τον διχοτομιστή Έρογλου», όπως τουιτάρουν Ελληνοκύπριοι βουλευτές. Αμήν! (Κι ας γράφει ο Ευτύχης Βαρδουλάκης: «Η τουρκοκυπριακή πλευρά έχει ελάχιστη επιρροή στην επίλυση του Κυπριακού. Τη μικρότερη από όλους τους παράγοντες της εξίσωσης. Καλό είναι που βγήκε ο Ακιντζί, αλλά μη βάζουμε ψηλά τον πήχη των προσδοκιών»). Μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής μου ήταν η μοναξιά που ζούσα επί Σχεδίου Ανάν, που το υποστήριζα φανατικά και με πάθος. Το κακό πρέπει να τελειώσει. Και τα φρικτά εισαγωγικά να πάψουν — και θα πάψουν. (Διάβαζα ένα σχετικό άρθρο στον Φιλελεύθερο και έβλεπα που όλες οι κακές λέξεις —προεδρικές εκλογές, δήμαρχος, βουλευτής, πρόεδρος, αστυνομία κλπ.— έμπαιναν μέσα σε εισαγωγικά, όταν δεν είχαν σαν πρώτο τους συνθετικό το ψευδο-, αυτό το εξάμβλωμα. Τόσα χρόνια τώρα, η ίδια φρίκη. Η ίδια φρίκη… [§] Φιλοξενήσαμε το Ελληνάκι στην εκπομπή, και νομίζω οι ακροατές μας τον χάρηκαν. Είναι κι αυτός αισιόδοξος: αποδίδει βλακεία και ανεπάρκεια στους (δικός μου ο όρος) επικυριάρχους, και μηδενική δυνατότητα χάραξης κάποιου σχεδίου όπως αυτά που σκέφτομαι εγώ (που είμαι σίγουρος πως μας οδηγούν με άκρα στοχοπροσήλωση, που έλεγε και το ΚΚΕ, στη δραχμή και σε μια βαλκανική σοβιετικολάτιν κατάσταση. Μακάρι να ’χει δίκιο. Μακάρι να ’χουν όλοι δίκιο. [§] Εντάξει, όχι όλοι. Πολλοί είναι αυτοί που φοβούνται τα πολύ άσχημα, όπως κι εγώ. Είμαστε μειοψηφία, αλλά όχι και λίγοι. Και κάποιοι εξ ημών το διασκεδάζουν κιόλας: έχει βγει χάσταγκ #anamniseis_draxmis, και ομολογουμένως είναι πολύ επιτυχημένο και χαριτωμένο. Ίσως εγώ παραείμαι ξινός που δεν γελάω μ’ αυτά, ξινός και με την εικόνα της ποεδικής Μάσκας του Κόκκινου Θανάτου καρφωμένη εδώ και χρόνια στο μυαλό μου με πρόκες. Ας είναι. [§] Νομίζω πως επιστρέφει από την Αρμενία η Κωνσταντοπούλου, όπου πούλησε τζάμπα εθνικισμό με το τσουβάλι (στον Στόχο πρέπει να την έχουν ανακηρύξει πρωθιέρειά τους, όλοι οι ναζί πίνουν νερό στ’ όνομά της), οπότε κάποια ωμή χοντράδα θα κάνει ασφαλώς μέχρι το βράδυ, για ν’ ακουστεί στο ψηφοφοράτο των βασιλοφρόνων, των φιλοχουντικών, των παλαιών Χιτών και λοιπών. Θα φανεί. [§] Ας είναι. Ήταν μια γεμάτη, κουραστική, δύσκολη Κυριακή. Και μας περιμένει μια άγρια εβδομάδα, με τρομερή δουλειά, και δουλειά που πρέπει να βγει. Και ποιος ξέρει και με τι εκπλήξεις, απ’ αυτούς που «δεν έχουν σχέδιο».
Για να ξεφύγεις από το ζόφο, διάβαζε ξένα σάιτ, ιδίως μεγάλων περιοδικών ή διεθνών εκδοτικών Οίκων. Το μυαλό σου ηρεμεί, και σκέφτεσαι. [§] Ας πούμε: [§] Γίνεται χρόνια τώρα μία μεγάλη υπόκωφη συζήτηση για το μέγεθος των μυθιστορημάτων, για τον όγκο τους, τον αριθμό των σελίδων τους, και για το πού θα πέσει η μπίλια στα εκδοτικά πράγματα τα προσεχή χρόνια. Στην Ελλάδα, οι μεγάλοι Οίκοι —εννοώ κυρίως αυτούς που βγάζουν μεν καλά, σημαντικά βιβλία μεταξύ των άλλων, αλλά που κυρίως προσπορίζονται τα προς το ζην από εύπεπτα μυθιστορήματα— έχουν λύσει το θέμα και δεν δείχνει να τους απασχολεί κάτι άλλο: οτιδήποτε κάτω από τις 450 σελίδες απλώς κόβεται. Υπάρχει μία γερή λογική εδώ: η αναγνώστρια προτιμά να πληρώσει 20, ας πούμε, ευρώ για ένα μυθιστόρημα 550 σελίδων, παρά 15 για ένα μυθιστόρημα με τις μισές σελίδες. Εάν συνέβαινε το λογικό να είχε το «μισό» βιβλίο τα μισά λεφτά, δεν θα είχε πρόβλημα: θα αγόραζε με την ίδια συχνότητα μικρότερα και μεγάλα βιβλία, και δεν θα έχανε χρήματα. Αλλά δεν συμβαίνει. Έτσι, το κοινό (γυναίκες κυρίως) επενδύει τα χρήματά του εκεί όπου θα έχει μεγαλύτερο κέρδος: στον περισσότερο χρόνο ανάγνωσης ανά ευρώ. Η ανατροφοδοτούμενη αυτή λογική αποκλείει βέβαια πάρα πολλούς τίτλους από την αγορά, και παράλληλα ομογενοποιεί το παραγόμενο προϊόν: αν καπλαντίζαμε με αδιαφανές χαρτί τις ράχες δέκα καινούριων βιβλίων, θα νόμιζε κανείς πως τα περισσότερά τους είναι ένα και το αυτό: 14x21, με 3,5-4 εκατοστά ράχη. Τα βιβλία, στην πλειονότητά τους, τείνουν να μοιάζουν ως προς το σχήμα και τον όγκο. (Και ως προς τα είδη, φυσικά: αισθηματικά, αστυνομικά, παραϊστορικά ή πολύ χαρούμενα είναι τα 2 στα 3 από αυτά που κυρίως αγοράζονται — εξαιρούνται προφανείς κατηγορίες, όπως τα βιβλία προσχολικής ηλικίας, τα πανεπιστημιακά, τα θρησκευτικά κ.ά.). Έλεγα όμως για τη συζήτηση που διεξάγεται έξω, και που φαίνεται πως δείχνει να καταλήγει κάπου. Στο εξής: στους περισσότερους τίτλους ανά αναγνώστη στον ίδιο χρόνο ανάγνωσης, ήτοι στην τελική επικράτηση, σιγά-σιγά, και για πρώτη φορά στην ιστορία της ανάγνωσης, της νουβέλας. Το αναγνωστικό κοινό των αγγλόφωνων βιβλίων είναι αχανές και χρηματοδοτεί τη βιομηχανία, καθημερινά, με μεγάλα κεφάλαια, με μια πελώρια ροή χρημάτων. Και το βιβλιόφιλο κομμάτι του είναι και μεγάλο και αχόρταγο — και καλά κάνει. Προϊόντος του χρόνου, λοιπόν, λέγεται πως θα αναζητεί ολοένα και περισσότερο περισσότερα ματζόβολα βιβλία, και θα αγοράζει περισσότερους τίτλους με τα ίδια χρήματα: θα προτιμά, δηλαδή, νουβέλες. [§] Για τα πρακτικά: το διήγημα (αυτό το είδος που μισούν οι εκδότες παγκοσμίως, όχι μόνο εδώ) έχει από 1.000 έως 7.500 λέξεις, η μικρή νουβέλα, η «νοβελέτα» (δεν ξέρω πως αποδόθηκε, και αν αποδόθηκε, ο όρος noveletteστα ελληνικά), 7.500 με 20,000 λέξεις, η νουβέλα 20.000 με 50.000, το μυθιστόρημα 50.000 έως 110.000 (και από κει και πάνω πάλι μυθιστόρημα φυσικά το λέμε, αλλά μπορούμε να το πούμε και μύδρο ή όπως αλλιώς θέλουμε· πάντως είναι σαφώς κάτι που αιχμαλωτίζει το χρόνο σου, όσο fastreaderκι αν είσαι: σε θέλει μαζί του, σε διεκδικεί, για πολλές μέρες, κι αν είναι απαιτητικό, για εβδομάδες ολόκληρες). Δεδομένου επίσης ότι μία σελίδα χωρά 250 λέξεις πάνω-κάτω (ή: θα έπρεπε να χωρά 250 λέξεις πάνω-κάτω — αλλά συχνά, μεγαλώνοντας τον οφθαλμό του γράμματος, μπορεί να χωρέσει σκάρτες 200, όπως γίνεται συχνά στην Ελλάδα για να φτουρήσει ένα βιβλίο, ή για να αναγραφεί η λέξη Μυθιστόρημα κάτω από τον τίτλο), ένα βιβλίο 400 σελίδων έχει 100.000 λέξεις, ή αλλιώς: μια μεγάλη νουβέλα, των 50.000 λέξεων, δεν ξεπερνά τις 200 σελίδες, και μία μέσου μήκους (35.000 λέξεις) φτάνει τις 140, ή —με κάπως πιο αρχοντική τυπογραφία— τις 160, δηλαδή τα 10 τυπογραφικά. Οπότε, και με μία άλφα δόση αριθμητικού ψυχαναγκασμού, οι τάσεις λένε πως στο μέλλον θα πουλάνε πολύ περισσότερο από όσο σήμερα τα βιβλία που θα διαβάζονται σε δύο ημέρες, βιβλία10 τυπογραφικών, και ταυτόχρονα θα βρίσκουν πιο δύσκολα το δρόμο για τα τυπογραφεία τα ακριβά, μεγάλα, χοντρά, ασύμφορα στην έκδοσή τους μυθιστορήματα. [§] Όμως η νουβέλα δεν είναι εύκολο είδος. Όχι ότι είναι το μυθιστόρημα, αλλά η νουβέλα είναι δυσκολότερη. Και το διήγημα ακόμη πιο δύσκολο. Ουσιαστικά, το διήγημα θα μπορούσε να θεωρηθεί εντελώς ξέχωρο αφηγηματικό είδος, με απολύτως δικούς του κανόνες, ενώ η νουβέλα και το μυθιστόρημα έχουν περισσότερα κοινά μεταξύ τους: ίσως, θα έλεγε ένας κακεντρεχής, νουβέλα είναι αυτό που μένει από ένα μυθιστόρημα όταν πετάξεις έξω όλα τα κομμάτια που δεν προωθούν την πλοκή, συν τα μισά επιρρήματα. [§] (Και βέβαια οι άνθρωποι πέρα στο Νεπάλ —πού να ’ναι και τούτο…— τρώνε τη σκόνη με τα μάτια και ξεδιψούν με ματωμένα δάκρυα στην ωραία Κατμαντού που πάει, κι όλο αυτό θα μείνει για πάντα κλειστό μες στην παρένθεση του Χαμένου Κόσμου). [§] Στο μεταξύ, κι άλλους πολλούς τάισε η Γιάννα, αλλά σαν τον Γιάνη πεινάλας και μαριονέτα δεν υπήρξε ποτέ κανείς. Παραδόξως, τελείωσε πάντως. Το περίμενα πιο πριν, ή πιο μετά. Αλλά πάντα πέφτω έξω. [§] Στο άλλο μεταξύ, σύμφωνα με πανελλαδική δημοσκόπηση της Κάπα Research για το Βήμα, το 72% είναι υπέρ μιας συμφωνίας έναντι του 23% που θέλει ρήξη, το 73% θέλει ευρώ έναντι του 20% που θέλει δραχμούλα, το 79% θέλει η Ελλάδα να παραμείνει στην ΕΕ έναντι του 18% που δεν τη θέλει την ΕΕ, ενώ εάν είχαμε σήμερα Εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπαιρνε 37%, η ΝΔ 22%, το Ποτάμι 7,5%, η ΧΑ 5,5%, το ΚΚΕ 5%, οι ΑΝΕΞΕΛ 4,5% και το ΠΑΣΟΚ 4%, δηλαδή ένα στρογγυλό 52% υπέρ της ρήξης και της δραχμής και κατά τής ΕΕ. Τρέλα, παράνοια. [§] Η Κ. έφυγε πριν τις 9 το πρωί και τελείωσε μετά από 12 ώρες. Πήγαμε με τον Α. και την πήραμε από το Κανάλι, πήραμε κι ένα DVD από το Seven, γυρίσαμε να φάμε (έκανα κοκκινιστό με ρύζι) και να το δούμε. Έχει γλυκύ καιρό.
Στα παράλια της Καλλίπολης εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες άνθρωποι κοιμήθηκαν σε υπνόσακους περιμένοντας να ξημερώσει Σάββατο για να ’ναι από τα χαράματα κοντά στον τόπο της χαώδους σφαγής, έναν αιώνα μετά. Σήμερα θα γίνει η τελετή στη μνήμη των θυμάτων της τρομερής εκείνης μάχης με τους 130.000 νεκρούς — ένα νούμερο τόσο υψηλό, που σχεδόν παύει να σημαίνει ανθρώπους, ψυχές, σώματα, φαντάρους, πιτσιρικάδες: αποκτά άλλες διαστάσεις, άλλη υπόσταση, γίνεται χαρακιά και ουλή και σκάμμα. Όπως είναι φτιαγμένη όλη εκείνη η περιοχή: όλο χαρακιές και ουλές και βράχους: κατασκαμμένη. Πόσο φρικτό πράγμα ο πόλεμος, πόσο αδιέξοδα φρικτό. Είτε πολεμάς και πεθαίνεις έξω από το χωριό σου με κόκκινα μάτια, είτε πολεμάς και πεθαίνεις στην Τουρκία ερχόμενος από τα λιβάδια της Νέας Ζηλανδίας με τα κόκκινα μάγουλά σου. [§] Ναι, ναι, ο Φρανκ Μίλερ σχεδιάζει το TheDarkKnightIII: TheMasterRace, και κανείς πρέπει να νιώθει μακάριος γι’ αυτό. Είναι ο άνθρωπος που μας έδειξε την άλλη, την αρνητική πλευρά των υπερηρωικών κόμιξ. Πιονέρος και προφήτης. Respect. Ας υπάρχουν κι αυτά, Θεέ μου, να αποξεχνιόμαστε. [§] Γιατί… [§] Γιατί, ας πούμε, ένα τρένο πέρασε πάνω από τις ράχες μερικών δεκάδων μεταναστών στη Μακεδονία. Πώς έγινε αυτό; Γιατί; Τι να σημαίνει; Πώς έγινε αυτό; [§] Γιατί… [§] Γιατί, ας πούμε, η Ευρώπη, στα πρόσωπα των προσφύγων, δείχνει πόσο μπορεί να μισεί τον εαυτό της. [§] Γι’ αυτό ας είναι καλά ο Φρανκ Μίλερ. Και οι τέτοιοι άνθρωποι. [§] Όσο για μένα, δεν προλαβαίνω να τελειώσω όπως πρέπει καμία δουλειά, δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα. Ηττώμαι καθημερινά. Και ασχολούμαι με τόσο μικρά πράγματα. [§] Από ειδήσεις δεν είχαμε τίποτε ιδιαίτερο, ο Γιώργος Ανανδρανιστάκης, δημοσιογράφος ή κάτι τέτοιο, δημοσίευσε ένα άρθρο στο έντυπο έκτρωμα που λέγεται Αυγή με τίτλο «Ζήτω οι ΑΝ.ΕΛΛ.!» —αλλά αυτό δεν είναι είδηση, καθώς η ίδια φυλλάδα είναι που έβγαζε πρωτοσέλιδο τον Χαϊκάλη, έναν χυδαίο ηθοποιό της επιθεωρησιακής τηλεόρασης, για να σπρώξει το κόμμα του πάνω από το όριο του 3%: η Αυγή είναι ένα έντυπο-κοπριά του φασισμού και ιδιαιτέρως επιτυχημένη στον τομέα της, και καμία σχέση δεν έχει με την εφημερίδα που κάποτε, επί χρόνια, είχαμε την έγνοια της μην και κλείσει, και την αγοράζαμε παίρνοντας αμπάριζα όλα τα περίπτερα της πόλης μέχρι να στεγνώσουμε από λεφτά, πρόκειται περί συνωνυμίας—, ο καρτουνίστικος Στρατούλης, που δεν θα μπορούσε στην πραγματική ζωή ούτε σε σουβλατζίδικο να βρει δουλειά, είπε το παροιμιώδες: «Εμείς έχουμε το πάνω χέρι γιατί χρωστάμε πολλά», και ω! του θαύματος δεν τον πήραν οι πορτοκαλιές με τα πορτοκάλια —αλλά εντάξει, πολλοί συναινούν στο ότι ο συγκεκριμένος έχει το ακαταλόγιστο—, στο Eurogroupπαίξαμε και χάσαμε παταγωδώς, και ιδιαιτέρως ντροπιαστικά για τα υποκείμενα που μας εκπροσωπούν εκεί —αν και το «παίξαμε» ελέγχεται σφόδρα κατ’ εμέ, καθώς τα υποκείμενα που μας εκπροσωπούν εκεί εκτελούν σαφείς εντολές εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, εντολές που τους έδωσαν τα αφεντικά τους, κάτι Γιάννες και κάτι τέτοιοι, οπότε δεν παίξαμε, το παιχνίδι το δικό τους έπαιξαν, και το έπαιξαν καλά: όλα προχωρούν βάσει σχεδίου εκπονημένου με εξάντα και διαβήτες—, αλλά εδώ στη Βουλή οι απτόητοι φασίστες του ΣΥΡΙΖΑ αντί να λουφάξουν ως όφειλαν, μπροστά στο επερχόμενο χάος και στη φτώχεια, απειλούν με ξύλο τους βουλευτές της Αντιπολίτευσης, με αρχηγό έναν Βούτση, έναν επικίνδυνο άνθρωπο που τόλμησε να μιλήσει απαξιωτικά —αν έχεις τον Θεό σου, δυνάμει μου αναγνώστη— για τις μειοψηφίες: ένας εχθρός της Δημοκρατίας, φασίστας ολκής, χιτλερίσκος, που δεν αξίζει άλλο από τη χλεύη μας. [§] Ζούμε και υπάρχουμε, και θα ζούμε και θα υπάρχουμε, μόνο για τις μειοψηφίες, τις μειονότητες, και τα πρόσωπα. Ζούμε και υπάρχουμε, και θα ζούμε και θα υπάρχουμε, μόνο για ΕΝΑΝ. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να λογιστεί σαν Δημοκρατία πάρεξ ο σεβασμός του προσώπου, της μονάδας, του Άλλου, του ενός. [§] Επικίνδυνος άνθρωπος — επικίνδυνοι άνθρωποι. Κάποια στιγμή θα ελεγχθούν και θα τιμωρηθούν βέβαια από τη Δημοκρατία. Γιατί η Δημοκρατία, στο τέλος, πάντα κατισχύει διά της τρομεράς βίας των όπλων της. [§] (Κι όσο για πολλούς από δαύτους, πάλι σαν τρελοί θα τρέχουμε να τους προστατεύουμε πριν να τους παραλάβουν οι θεσμοί…) [§] Ναι, από ειδήσεις δεν είχαμε τίποτε ιδιαίτερο, αλλά τουλάχιστον φάγαμε κάτι καταπληκτικά μπιφτέκια με πουρέ που έφτιαξε η Κ., κάναμε και οι τρεις μαζί μια μεγάλη βόλτα, ο Α. κατακουράστηκε μα το κατευχαριστήθηκε κι έπεσε να κοιμηθεί με θορυβώδη ροχαλητά, οι δυο μας περνάμε το βράδυ με ταινίες και τέτοια, μας περιμένει ένα Σαββατοκύριακο γεμάτο απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια με τρομερές, τρομερές, τρομερές δουλειές και υποχρεώσεις. Πάλι τα μισά θα προλάβουμε, κι όσα προλάβουμε θα τα προλάβουμε με την ψυχή στο στόμα. [§] (Μα και πάλι: γιατί; Γιατί… [§] Γιατί; Δεν ξέρω. Γιατί έτσι πάει).
Αυτό που πάει κάποιον πίσω είναι το δίπολο βεβαιότητες-εκλογίκευση (όχι ότι λέω καμιά σοφία), αλλά —όπως καθετί συντηρητικό— είναι το ίδιο ακριβώς που κρατά κάποιον στο παιχνίδι: ο φόβος, η ατολμία, φυσικά και η εχθρότητα, και όλα τα συναφή, είναι καθοριστικοί και κρίσιμοι παράγοντες εξέλιξης, ο αλτρουισμός δεν βοήθησε καμία αμοιβάδα, κανέναν ελέφαντα, και τίποτε απ’ ανάμεσα, στο κόλπο της τροφικής αλυσίδας. Ποτέ, και κανέναν. Σε αντίθεση με την τρισκατάρατη συντήρηση. Όμως κάπου εδώ μπαίνει αυτό που αφελώς, ίσως, λέμε πολιτισμός, σωστά; Εννοώ τα εμφανώς «καλά» κομμάτια του πολιτισμού, τους Παρθενώνες, τα Σινικά Τείχη, την Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ, τέτοια. [§] Πάμε πάλι: οι βεβαιότητες, σαν άλλη διανοητική άρμη, μπορούν να συντηρήσουν (ξανά αυτή η λέξη, ξανά και ξανά αυτή η ίδια απαίσια, ολοζώντανη λέξη) την παράλογη πίστη σε μια ποδοσφαιρική ομάδα, στο καταφανώς κωμικό καταστατικό ενός κόμματος, στη βαμμένη αίμα σημαία μιας πατρίδας, παντού. Και φυσικά μπορούν να βρεθούν αντιμέτωπες με τις αντίστοιχες βεβαιότητες των αιώνιων αντιπάλων, διατηρώντας σε καλά επίπεδα τον πόλεμο. Προχωράμε με κλειστά μάτια σε ένα δωμάτιο που κάπως, αχνά, θυμόμαστε τη διαρρύθμισή του: με μικρά βήματα, με φόβο, με την καρδιά μας να χτυπάει σαν ταμπούρλο, με κάτι άγνωστο να παραμονεύει στις γωνίες. Οι βεβαιότητες είναι αυτό το γκρίζο πανί στα μάτια μας, που μας τυφλώνει και μας προφυλάσσει. Και η εκλογίκευση ο μεγάλος εχθρός, ο άρχων του ψεύδους, ο φαρμακός της λογικής, ο δηλητηριαστής του ορθού λόγου — ο προστάτης, ο φύλακας-άγγελος της νέας και απαλής σαν πισινός μωρού ανθρωπότητας με τα κόκκινα δάχτυλα και τα μαύρα νύχια και τους χορτασμένους σάρκα κυνόδοντες. [§] Οι Παρθενώνες, τα Σινικά Τείχη, η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ είναι κολοφώνες του πολιτισμού, ναι, και είναι χτισμένα όλα τους πάνω στις βεβαιότητες του ανθρώπου, και θύματα των εκλογικεύσεών του — θρησκείες, κράτος, εξουσία, φόβος, ρατσισμός, φιλοδοξία, εμμονή αθανασίας. Τι παράλογο γιν-γιανγκ. Και ανθρώπινο, πόσο ανθρώπινο. [§] Σε λίγο καιρό, τα δύο μεγάλα στρατεύματα όπου είμαστε χωρισμένοι, εμείς κι εμείς, εμείς κι αυτοί, μέλλει να συγκρουστούμε, οπλισμένοι με τα ίδια διανοητικά φαρμάκια. Δεν έχει σημασία ποιος έχει δίκιο εδώ, ή γιατί. Σημασία θα έχει μόνο ο πόλεμος. Άλλωστε, μακροπρόθεσμα, στο ευρύ πεδίο, δίκιο δεν έχει ποτέ κανείς. Ούτε και άδικο, αν με ρωτάς. Όλα είναι αληθινά, όλα επιτρέπονται. (Αυτό το τελευταίο ήταν μότο σε ένα παλιό μου βιβλίο, ειλικρινά δεν θυμάμαι σε ποιο, παραλλαγή της ρήσης του Γέροντος του Βουνού, του αρχηγού των Ασασίνων. Το λέω για να μην το παρανοήσεις, δυνάμει αναγνώστη μου). [§] Η Κ. πήγε στον Σταυρό σήμερα, έμεινα σπίτι μόνος με τον Α., δούλεψα κάπως, κοιμηθήκαμε αγκαλιά το μεσημέρι, αφού φάγαμε μαζί μια χωριάτικη με αυγά, πήγαμε παρέα να αλλάξουμε «κασέτα» στο Seven, τα είπαμε εκεί με τον Τ.Φ. —έχει γούστο που είμαστε τελείως αντίπαλοι πολιτικά, αλλά από κοντά λέμε μόνο αγάπες—, γυρίσαμε κουρασμένοι, η Κ. επέστρεψε αργά, πέρασε πολύ ωραία στο χωριό, είδαμε την ταινία που πήρα (τον Chef του Φαβρό, μας άρεσε), κάτι πήρε το μάτι μου το πρωί στο Twitter για τον Τσίπρα (είναι κωμικός, δυσάρεστος μεν, κωμικός δε — και υπηρέτης πολλών αφεντάδων με πολλούς παράδες…), δεν συγκράτησα κάποια σημαντική είδηση, μάλλον δεν συνέβη κάτι της προκοπής. Στην Ελλάδα.
Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου σήμερα, ο Παυλόπουλος Πρόεδρος της Δημοκρατίας είπε κάτι λουδίτικο και ανελλήνιστο συγκεχυμένο («Η ιστορία του βιβλίου, στο πλαίσιο της ιστορίας του Παγκόσμιου Πνεύματος γενικώς, αποδεικνύει ότι ήταν, είναι και θα παραμείνει το καταλληλότερο μέσο, προκειμένου η πληροφορία να πορεύεται προς τον κατά την φύση της προορισμό της. Δηλαδή την τελική νομοτελειακή μετατροπή της σε γνώση και σοφία») κάνοντάς σε να απορείς πώς διάολο γίνεται και τέτοιοι άνθρωποι έχουν κάνει καριέρα και δουλειές που αποφέρουν μεγάλα κέρδη και παχυλούς μισθούς πολύ ψαγμένο, άλλοι θα πουν άλλα, και, ενώ τα βιβλία θάλλουν παγκοσμίως έχοντας καταστεί trend (παρά την γκρίνια για τις πρακτικές τής Amazon: θα ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα για τους εκδότες και τους συγγραφείς, ας ψωνίζουν πρώτα φτηνά οι καταναλωτές όπου γης και θα τα βρούμε και τα υπόλοιπα), στην Ελλάδα το αποχαιρετούμε σιγά-σιγά. Μόνο οι περί τον χώρο ξέρουν πόσο ακριβό είναι το εκτυπωτικό χαρτί, πόσο πολύ πιο ακριβή είναι οποιαδήποτε ποιότητα πλην τής χειρότερης, του λεγόμενου «χάρτου γραφής», και πως όλο με όλο εισάγεται. Από πάντα. Δεν φτιάχνουμε χαρτί για εκτυπώσεις εδώ, τέτοια βιομηχανία δεν έχουμε, ξεπερνά τα τεχνολογικά διαθέσιμα αυτού του βαλκανικού χερσότοπου, όμοια με τη διαστημική βιομηχανία ή αυτή των βιομικροκυκλωμάτων. Ήδη εδώ και δέκα χρόνια (η βιβλιαγορά χτυπήθηκε πρώτη από την επελαύνουσα Κρίση, κι ας μην καταγράφηκε επισήμως αυτό) το τοπίο έχει αλλάξει με τη σαρωτική μείωση του τιράζ στις 9 από τις 10 εκδόσεις (από τις 3.000-4.000 στα 500 με 1.000 κομμάτια) και στη σύμπηξη δύο διακριτών κατηγοριών: το αγοραστικό κοινό μοιράστηκε σε έναν ολοένα διογκούμενο μεν πυρήνα αναγνωστών βαρέως τύπου, αλλά που κατ’ ανάγκην παραμένει μικρός (σκάρτες 5.000 άνθρωποι που συνιστούν τους κυρίως αναγνώστες, τους επιλεκτικούς, τους εστέτ, τους ρέκτες, τους «βιβλιόφιλους», και άλλους 4 φορές τόσους που μοιράζονται κατά ομάδες-ομάδες στα ευπώλητα της προκοπής), και σε μία μάζα καταναλωτών ελαφριάς λογοτεχνίας, που βέβαια είναι αυτή που συντηρεί όλη την αγορά και που αυτήν ακριβώς που οφείλουμε να τιμούμε με προσευχές και θυσίες καθημερινώς — γιατί χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχαν ούτε τα «καλά» βιβλία, ούτε οι «σοβαροί» Οίκοι, ούτε τα περί τη λογοτεχνία και τις εκδόσεις Μέσα, ούτε κανείς μας: οτιδήποτε ποιοτικό στηρίζεται στην ύπαρξη μιας αγοράς, και η αγορά είναι μεγάλη, και είναι περίπλοκη, και είναι οργανική, δεν είναι κομμάτια που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Χωρίς τις 100.000 πωλήσεις ανά τίτλο τής όποιας αγίας Μαντά, ο χι εκδότης τού ψι ποιητή δεν θα ήταν εκδότης αλλά οδηγός ταξί ή μεσίτης ή ψητάς, και ο ψι ποιητής δεν θα κρατούσε τώρα στα χέρια του τη συλλογή του να καμαρώνει, ακόμη και αν την πλήρωνε (όπως και σήμερα κάνει, πάλι κατά ένα ποσοστό της τάξεως του 90%). Το βιβλίο είναι λούσο, και κατιτί περιττό, εξ ου και περιθωριοποιήθηκε πέντε χρόνια, κοντά, πριν το ξέσπασμα της Κρίσης, ακριβώς από τα γενεσιουργά αίτιά της: τα μπουζούκια δεν κομποζάρουν με τον Μουρακάμι. (Αλλ’ όμως χάρις στα μπουζούκια κυκλοφορεί χρήμα, και γίνεται, σε κάποιους μικρούτσικους μεσοαστικούς κύκλους, γνωστός ο Μουρακάμι: κάτι τσιμπάει ο πολιτισμός κι από κει). Σήμερα, κι ενώ εντός της Κρίσης παρατηρούμε μία απατηλή άνθηση (φέρ’ ειπείν, ποτέ πριν δεν είχαμε τόσο πολλή σύγχρονη πεζογραφία μεταφρασμένη στα ελληνικά, αν και μόνο από 10 όλους κι όλους Οίκους, αν λέει κάτι αυτό), θα περιθωριοποιηθεί ακόμη περισσότερο: θα γίνει πανάκριβο. Και για ένα μακρό διάστημα μετά το Hellenexit και την παύση των εισαγωγών θα χαθεί εντελώς, θα χαθεί πέρα για πέρα, και κάποιοι θα σπάνε βιβλιοπωλεία. Και όλοι μας θα δανειζόμαστε και θα ανταλλάσσουμε παλαιότερες εκδόσεις. Τα ίδια θα γίνουν και με τα προϊόντα αλεύρου, που επίσης εισάγεται, οπότε τα ρεφενέ τραπεζώματα θα δίνουν και θα παίρνουν. Ξανά. [§] (Πρέπει να τα καταφέρω να γράψω γυναικείο μυθιστόρημα, δεν υπάρχει άλλη λύση. Πρέπει να τα καταφέρω). [§] Ειδήσεις άλλες δεν έχουμε, δεν έγινε κάτι ενδιαφέρον στη χώρα, τα γνωστά με την αφαίμαξη, με την πλήρη αποστράγγιση των αποθεματικών, τέτοια. Η Ελλάς προχωρεί ακάθεκτη προς το πουθενά της. [§] Η Κ. με τον Α. έκαναν μία πολύ μεγάλη βόλτα το μεσημέρι, γύρισαν μες στα χαμόγελα. Φάγαμε τα ψάρια που έμειναν από χτες. Και σαλάτες. Και αυγά. Είμαστε καλά, πολύ καλά.
Η Pantone, 53 ετών μαγαζί σήμερα, παράγει 1.677 διαφορετικά χρώματα και αποχρώσεις βασικών χρωμάτων, και το Minion Yellow που λάνσαρε μόλις, το χρώμα «της ελπίδας, της χαράς, της αισιοδοξίας», είναι το πρώτο σε όλη την γκάμα της που παίρνει το όνομά του από έναν κινηματογραφικό χαρακτήρα — ή καλύτερα από μία ομάδα χαρακτήρων. [§] Πέρασα πάρα πολλά χρόνια της ζωής μου με τον κατάλογο της Pantone στα χέρια, τον ξεφύλλισα εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες φορές, ψάχνοντας για το κατάλληλο χρώμα για ένα ακόμη εξώφυλλο, μία ακόμη πρόσκληση, άλλο ένα διαφημιστικό για ένα καινούριο βιβλίο. Πολλές φορές επέλεγα το λάθος χρώμα, αλλά τι σημασία έχει πια αυτό. Είχα μάθει και πολλά χρώματα με τον κωδικό τους, όχι όσα οι τυπογράφοι βέβαια, αλλά αρκετά: πολλά κόκκινα, κάποια μπλε, ένα πορτοκαλοκαφέ που χρησιμοποιούσα συχνά και σε διχρωμίες και (μια παραλλαγή του) στην τετραχρωμία. Παίζαμε, τότε, και με τα χρώματα και τις εκτυπώσεις, καμιά φορά (ειδικά όταν είχαμε να κάνουμε με τυπογράφο όχι υψηλού επιπέδου, που θεωρούσε ας πούμε τη ματζέντα «κόκκινο της φωτιάς», ή το κόκκινο της φωτιάς «ροζ») πειραματιζόμασταν πάνω στην όφσετ, «σβήνοντας» απαλά με τον ίδιο τσίγκο το χρώμα στα πρωτογράμματα για να δούμε τι θα προέκυπτε, ή απλώς προσθέτοντας λίγο ακόμα μαύρο (ένα ψέμα) στο μίγμα, ή ακόμη απλούστερα σβήνοντας ένα φως. (Ποτέ δεν τα πληροφορούνται οι εκδότες αυτά). Και έζησα να δω, τώρα που πια δεν ασχολούμαι καθόλου με την τυπογραφία, την απίθανα μεγάλη αυτή εταιρεία, τη μία και μοναδική Pantone, που τώρα λάνσαρε και το Minion Yellow, να αλλάζει, να εκσυγχρονίζεται, να καινοτομεί, να αγκαλιάζει τις δημιουργίες ενός πελώριου αριθμού καλλιτεχνών, σχεδιαστών, ανθρώπων των εκδόσεων, του Τύπου, του βιβλίου. Και να αλλάζει, να χρωματίζει τη ζωή μας όλη. [§] Αν δεν κάνω πολύ μεγάλο λάθος, αυτή είναι η είδηση της ημέρας. Και ο ντόρος, βέβαια, γύρω από το αν επιτρέπεται (Θε μου, φύλαγε) να τραγουδήσει ή όχι ο Ρουβάς Θεοδωράκη. Αλλά αυτό αφορά την κακόμοιρη Ελλάδα, μια χώρα που προσπάθησε κάποια περίοδο να προσποιηθεί την Ευρωπαία. Αλλά που απεδείχθη Μαντάμ Σουσού, και τα μάζεψε. [§] Οι υποκλίσεις του εθνικιστή ραγιά Κοτζιά στους Ρώσους δεν συνιστούν είδηση αλλά κατάσταση. Την κατάσταση του ανδρός. [§] Δεν μπόρεσα να πάω στην παρουσίαση του Λεξικού της Δεκαετίας του ’80, είχε πάντως πολύ κόσμο, ήταν πολύ επιτυχημένη, μου τα μετέφερε όλα η Κ., που πήγε. Ήρθαν, φυσικά, ο Παναγιωτόπουλος και ο Βαμβακάς από την Αθήνα, και ίσως τους δούμε αύριο — ή σήμερα, τέλος πάντων. Χαίρομαι ν’ ακούω καλά νέα γι’ αυτό το βιβλίο, όχι μόνο επειδή είναι σπουδαίο (που είναι), αλλά επειδή είναι και τόσο ακριβό σαν έκδοση: πρέπει να βγάλει τα λεφτά του, ανυπερθέτως. Και το «Επίκεντρο» του Παπασαραντόπουλου πρέπει να συνεχίσει να αγωνίζεται. Δεν υπάρχει άλλος που να το κάνει. Όχι με βιβλία, πάντως. Μόνο αυτός. [§] Ο Παπασαραντόπουλος υπήρξε αρχαίος εργοδότης μου, ήδη από τις αρχές (όντως· κι ας ακούγεται αστείο) της δεκαετίας του ’80, τότε επί «Παρατηρητή», στα ξεκινήματα του Οίκου, σε κείνους τους ηρωικούς καιρούς: στα γραφεία δίπλα στο Αλλατίνη και, πιο μετά, πέρα μακριά, στο Μύλο. Εκεί, στο Μύλο, θυμάμαι που πήγαινα με τα πόδια, μία ώρα-και περπάτημα, κι άλλο τόσο, συν λίγο περισσότερο, για να γυρίσω πίσω μετά τη δουλειά (βιαστικές διορθώσεις, που δεν σήκωναν καθυστέρηση: αλλιώς έπαιρνα, κανονικά, τα ρολά στο σπίτι μου). Δουλεύαμε στη φωτοσύνθεση τότε, που ακόμη ελάχιστοι ήξεραν να τη χειρίζονται καλά. Και πολύ λίγοι έμαθαν να τη δουλεύουν στο επίπεδο που την έμαθε ο Μπαλής, ας πούμε. Αλλά για τον Μπαλή και την Καλλιδρομίου θα πω άλλη φορά. [§] Είμαστε κουρασμένοι, η Κ. αποκοιμήθηκε στον καναπέ, ο Α. ροχαλίζει στα πόδια μου, πήγε μιάμιση, όλη μέρα νιώθω να νυστάζω και ότι πρέπει να κοιμηθώ. [§] Ο πατέρας μου μας έφερε ψάρια το μεσημέρι, τα τηγάνισε η μάνα μου πρωί-πρωί: μπαρμπούνια. Τα φάγαμε κρύα το απόγευμα, ήταν πολύ ωραία. [§] Είμαι κουρασμένος, τι να 'χω άραγε;