Lesia Bidochko - Oleksandr Kraiev
Λέσια Μπιντότσκο. Ερευνήτρια πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK), μη μόνιμη ερευνήτρια στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Viadrina στη Φρανκφούρτη-Όντερ και επίκουρη καθηγήτρια πολιτικής στην Ακαδημία Κίεβο-Μοχίλα.
Ολεξάντρ Κράιεφ. Διευθυντής του Προγράμματος Βόρειας Αμερικής στο Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής «Ukrainian Prism» στο Κίεβο και ανώτερος λέκτορας διεθνών σχέσεων στην Ακαδημία Κίεβο-Μοχίλα.
Το «Πνεύμα του Άνκορατζ» ένα χρόνο μετά: η διπλωματία χωρίς στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ
Ένα χρόνο μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα, το «Πνεύμα του Άνκορατζ» έχει επιβιώσει όχι ως ειρηνευτικό σχέδιο, αλλά ως μέθοδος προσωπικών διπλωματικών διαπραγματεύσεων και διπλής πίεσης, με στόχο την επίτευξη μιας συμφωνίας που ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει ως δική του, ανεξάρτητα από τις μετέπειτα εξελίξεις.
Στις 15 Αυγούστου 2025, ο Ρώσος πρόεδρος, ο οποίος τότε ήταν ήδη καταζητούμενος από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και απομονωμένος από το μεγαλύτερο μέρος της Δύσης, πάτησε σε αμερικανικό έδαφος, έλαβε υποδοχή με κόκκινο χαλί και στάθηκε δίπλα στον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ίσος προς ίσο. Η Ουκρανία απουσίαζε. Η υποστήριξη του Κιέβου φαινόταν δαπανηρή· η διαπραγμάτευση με τη Μόσχα παρουσιάστηκε ως πιο πρακτική. Η σύνοδος κορυφής δεν οδήγησε ούτε σε κατάπαυση του πυρός ούτε σε ειρηνευτική συμφωνία, ωστόσο ο Πούτιν αποκαταστάθηκε δημοσίως χωρίς να κάνει καμία παραχώρηση.
Ένα χρόνο αργότερα, η Ρωσία έχει μετατρέψει τη σύνοδο κορυφής σε δικό της προϊόν. Έχει κατατεθεί μάλιστα αίτηση για κατοχύρωση εμπορικού σήματος για ένα άρωμα με την ονομασία «Spirit of Anchorage», η ονομασία που προτιμά το Κρεμλίνο για τη συνεννόηση που, όπως ισχυρίζεται, πέτυχαν ο Τραμπ και ο Πούτιν στην Αλάσκα. Ωστόσο, δεν υπήρχε καμία συμφωνία να εμφιαλωθεί, καμία ειρήνη να τιμηθεί και καμία στρατηγική πρόοδος να διαφυλαχθεί – μόνο μια ατμόσφαιρα. Καθώς η ουσία εξατμίστηκε, η Ρωσία κράτησε το άρωμα.
Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν ο Τραμπ έχει στραφεί από τον Πούτιν στον Ζελένσκι. Δεν το έχει κάνει. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να προσφέρει η κάθε πλευρά σε έναν πρόεδρο που θέλει να μετατρέψει την εξωτερική πολιτική σε μια συναλλαγή που μπορεί και πρέπει να κλείσει. Η Μόσχα προσφέρει πρόσβαση σε ενέργεια και γεωπολιτικές ευκαιρίες. Το Κίεβο προσφέρει τεχνολογία δοκιμασμένη σε μάχες και βιομηχανική τεχνογνωσία. Και τα δύο μπορεί να είναι χρήσιμα για τον Τραμπ· ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, η χρησιμότητα δεν πρέπει να συγχέεται με τη δέσμευση.
Πριν συναντήσει τον Πούτιν, ο Τραμπ είχε ήδη πλαισιώσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ουκρανίας με εμπορικούς όρους. Νωρίτερα το 2025, πίεσε το Κίεβο να υπογράψει μια συμφωνία για ορυκτά που θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες απτή ανταπόδοση για τη στήριξη που παρείχαν στην Ουκρανία. Στην Ουκρανία, η πρόταση προκάλεσε φόβους ότι η χώρα θα αντιμετωπιζόταν και πάλι κυρίως ως προμηθευτής πρώτων υλών και όχι ως συμμετέχων σε αλυσίδες παραγωγής υψηλότερης αξίας.
Η αναδυόμενη αμυντική συνεργασία ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά αλλάζει πλέον το τι μπορεί να προσφέρει η Ουκρανία. Το Κίεβο διαθέτει συστήματα δοκιμασμένα σε μάχες, δεδομένα από το πεδίο της μάχης και έναν κύκλο καινοτομίας που διαμορφώνεται από τη συνεχή προσαρμογή στα ρωσικά αντίμετρα – δυνατότητες που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν ακόμη με συγκρίσιμη ταχύτητα ή κλίμακα.
Οι δύο χώρες προωθούν σχέδια για κοινή παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένου ενός εργοστασίου στις Ηνωμένες Πολιτείες που θα χρησιμοποιεί ουκρανική τεχνολογία. Έξι ουκρανικοί κατασκευαστές έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Drone Dominance» του Πενταγώνου, στο πλαίσιο του οποίου τα συστήματά τους θα δοκιμαστούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ΗΠΑ και, για μελλοντικές παραγγελίες, θα παραχθούν μέσω αμερικανικών συνεργασιών.
Η Ουκρανία αναμένεται να κατασκευάσει μεταξύ έξι και επτά εκατομμυρίων μικρών επιθετικών drones το 2026. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2027, το πρόγραμμα του Πενταγώνου ύψους 1,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων θα έχει παραγγείλει λιγότερα από 200.000. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν συντριπτικά πλεονεκτήματα σε κεφάλαιο, εξαρτήματα και βιομηχανική ικανότητα, αλλά παραμένουν χρόνια πίσω από την Ουκρανία στην παραγωγή αυτής της κατηγορίας όπλων με ρυθμό πολέμου.
Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να μετατρέψει τα διδάγματα της Ουκρανίας από το πεδίο της μάχης σε αμερικανική ικανότητα. Αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει πρακτική αλληλεξάρτηση χωρίς να οδηγήσει σε στρατηγική ευθυγράμμιση. Η Ουκρανία μπορεί να γίνεται πιο πολύτιμη για τον Τραμπ, αλλά όχι πιο ασφαλής. Η αναδυόμενη συνεργασία παρέχει στο Κίεβο μια επιπλέον πηγή επιρροής στην Ουάσιγκτον, αφήνοντας όμως τη βασική σχέση υπό όρους: η αμερικανική υποστήριξη παραμένει συνδεδεμένη με ό,τι μπορεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση ως συμφωνία.
Με φόντο τη βελτιωμένη συνεργασία και το αυξανόμενο κλίμα εμπιστοσύνης και ανοιχτότητας μεταξύ αμερικανικών και ουκρανικών αμυντικών εταιρειών, θα μπορούσε κανείς να αναμένει μια πιο θετική στάση όσον αφορά την υποστήριξη των ουκρανικών συμφερόντων στις διαπραγματεύσεις. Κάποιοι ίσως να περίμεναν ακόμη και τον Τραμπ να αποφασίσει να υλοποιήσει το δικό του προεκλογικό σύνθημα, «ειρήνη μέσω ισχύος», και να καταστεί ένας φιλοουκρανός και ατλαντιστής αμερικανός ηγέτης. Ωστόσο, η λογική της προεδρίας του και οι δικές του προτεραιότητες έρχονται σε αντίθεση με οποιαδήποτε «φιλο-τάδε» στάση. Ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να έχει φιλοουκρανική ή φιλορωσική τάση – ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να είναι μόνο «φιλο-Τραμπ(ικός)» - κάποιοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι δεν είναι πάντα ούτε καν φιλοαμερικανός.
Με αυτά τα δεδομένα, ποιος είναι ο στόχος του Τραμπ στην πολιτική του τόσο απέναντι στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία; Το επίμονο «άρωμα του Άνκορατζ» στο ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών οδήγησε τους ανθρώπους εκεί να πιστεύουν ότι ο Τραμπ θέλει να κερδίσει την εύνοια του Πούτιν και να ενταχθεί στον κύκλο των αυτοαποκαλούμενων «machos» της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή σε αυτή τη λέσχη θα συνεπαγόταν φθηνό πετρέλαιο και την υλοποίηση του πακέτου έργων ανάπτυξης της Αρκτικής του Κιρίλ Ντμίτριεφ, αξίας 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, αυτή η λογική ταιριάζει απόλυτα στη στρατηγική που προωθεί ο Έλμπριτζ Κόλμπι, η οποία αποσκοπεί στο να πείσει τη Ρωσία να αντιταχθεί στην Κίνα σε μια μελλοντική σύγκρουση ηγεμονιών. Ακόμη και αν η ρωσική ηγεσία δεν υποστηρίζει αυτή την ιδέα, θα την αξιοποιήσει για να στρέψει την προσοχή της Αμερικής προς τη Μόσχα.
Από την πλευρά της Ουκρανίας, η πρόσφατη ενεργή και σε μεγάλο βαθμό παραγωγική συνεργασία δημιούργησε την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ δεν ήθελαν πλέον απλώς να «αποτρέψουν την ήττα της Ουκρανίας». Φαινόταν ότι η Ουάσιγκτον ήταν έτοιμη να επενδύσει τόσο σε τρέχοντα στρατιωτικά έργα όσο και στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Έγινε σημαντική δουλειά προς την κατεύθυνση μιας συμφωνίας για τα μέταλλα σπάνιων γαιών, τη δημιουργία ενός ταμείου ανοικοδόμησης και τη συνέχιση του διαλόγου σχετικά με τη δυνατότητα αδειοδοτημένης παραγωγής πυραύλων PAC-3. Δεδομένου ότι οι Αμερικανοί δεν μπορούν να δείξουν αδυναμία έναντι της Κίνας, υπήρχε η ελπίδα ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν ενεργά τον εταίρο τους στην Ευρώπη.
Ωστόσο, η αλήθεια είναι πιο απλή, ακριβώς όπως και η ίδια η εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Χρειάζεται απλώς μια συμφωνία. Δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία ποιος θα βγει νικητής από τον πόλεμο και σε ποια κατάσταση. Εάν πρόκειται για μια πραγματική συμφωνία που μπορεί να υπογράψει ο Τραμπ και που φέρει το όνομά του, αυτή η συμφωνία θα εξυπηρετήσει τον Αμερικανό πρόεδρο.
Μια συμφωνία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Τραμπ για να διεκδικήσει για άλλη μια φορά το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Θα του επέτρεπε επίσης να ξεχάσει αυτό το μέρος του κόσμου – ακριβώς όπως ο Τραμπ δεν αντέδρασε στην παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, ακριβώς όπως ξέχασε την επανέναρξη του πολέμου μεταξύ του Κονγκό και της Ρουάντα ή μεταξύ της Ταϊλάνδης και της Καμπότζης. Η διάρκεια μιας συνθήκης, η τήρηση των αρχών της ή η μακρά διαδικασία οικοδόμησης σχέσεων μεταξύ πρώην αντιπάλων δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παρούσα κυβέρνηση.
Ένα εφήμερο «πνεύμα του Άνκορατζ» ενδέχεται να κρύβεται στην πολιτική της διπλής πίεσης. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Τραμπ, η συνάντηση με τον Πούτιν στην Αλάσκα δεν ήταν επιτυχής. Στη συνέχεια, δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος σε καμία από τις διάφορες πρωτοβουλίες που πρότεινε η ρωσική πλευρά.
Η συνάντηση ενδέχεται ωστόσο να είχε ένα αποτέλεσμα – ένα ορισμένο πάγωμα των σχέσεων των ΗΠΑ με την Ουκρανία. Πριν από ένα χρόνο, το Κίεβο είχε μόλις αρχίσει να καθιερώνει κανονικές διμερείς σχέσεις με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση. Ένα χρόνο μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα, εξακολουθεί να επικρατεί η ίδια ασαφής κατάσταση που επικρατούσε τότε. Αφενός, η Ρωσία αντιμετωπίζει νέες κυρώσεις, ενώ οι εταίροι της αντιμετωπίζουν νέους δασμούς και εμπορικούς περιορισμούς. Αφετέρου, η Ουκρανία ενδέχεται να μείνει χωρίς αντιβαλλιστική άμυνα κατά τη διάρκεια του πιο δύσκολου χειμώνα σε καιρό πολέμου.
Όπως και το καλοκαίρι του 2025, υπάρχει και σήμερα πίεση και στις δύο πλευρές να καταλήξουν σε συμφωνία το συντομότερο δυνατό. Δεν υπάρχει ακόμη στρατηγικό σχέδιο για την εφαρμογή μιας τέτοιας συμφωνίας. Και παραμένει ασαφές τι ακριβώς επιθυμεί να επιτύχει ο Λευκός Οίκος.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής