Σύνδεση συνδρομητών

Γιάννης Ευαγγέλου

Γιάννης Ευαγγέλου

Προγραμματιστής και μεταφραστής. Το 2009, ίδρυσε τις μη κερδοσκοπικές εκδόσεις διάπυρον – ενάντια στις κουλτούρες της βίας και της εκδίκησης.

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Εδώ και ογδόντα χρόνια, η ιστορία του Λέοντα Μπατή συνοδεύεται από ορισμένα αναπάντητα ερωτήματα. Ήταν πράγματι ο πρώτος έλληνας εβραίος που επέστρεψε από τα στρατόπεδα; Τραβήχτηκε όντως η πασίγνωστη φωτογραφία του στο Βουκουρέστι, λίγο πριν από την επιστροφή του στην Ελλάδα; Και αν ναι, πού ακριβώς; 

Στα βιβλία, στις λεζάντες, ακόμη και στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, τα στοιχεία αυτά διατυπώνονταν πάντοτε με επιφυλάξεις. Σήμερα, χάρη σε νέα ευρήματα από τον ρουμανικό Τύπο, και ιδίως χάρη σε δύο φωτογραφίες άγνωστες έως τώρα στο ελληνικό κοινό, μπορούμε να δώσουμε πιο στέρεες απαντήσεις. Και μαζί τους μπορούμε να δούμε καθαρότερα όχι μόνο τα βήματα ενός επιζώντος, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος που είχε μετατραπεί σε αριθμό διεκδίκησε ξανά το πρόσωπό του.

Ο Λέων Μπατής γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1910 και ανήκε στη ρωμανιώτικη εβραϊκή κοινότητα, οι ρίζες της οποίας χάνονται στην αρχαιότητα. Μετά την κατάρρευση της ιταλικής κατοχικής ζώνης και την ανάληψη του ελέγχου της Ηπείρου από τις γερμανικές δυνάμεις τον Σεπτέμβριο του 1943, ο Μπατής κατέφυγε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Πίστευε, όπως τόσοι άλλοι, ότι η ανωνυμία της μεγάλης πόλης και το πλεονέκτημα των ελληνικών ως μητρικής γλώσσας ίσως τους προστάτευαν.

Η ελπίδα αυτή διαψεύστηκε τον Μάρτιο του 1944. Μέσα σε μία μόνο ημέρα, οι γερμανικές αρχές συνέλαβαν εκατοντάδες εβραίους της Αθήνας, ανάμεσά τους και τον Μπατή. Ακολούθησαν το Χαϊδάρι, τα βαγόνια, το Άουσβιτς-Μπίρκεναου.

Στο μεταίχμιο του θανάτου

Στο Άουσβιτς, ο Μπατής βρέθηκε στον πυρήνα της φρίκης. Επιλέχθηκε για τα Sonderkommando, τις ειδικές ομάδες κρατουμένων που οι SS εξανάγκαζαν, υπό την συνεχή απειλή της εκτέλεσης, να μεταφέρουν τα πτώματα από τους θαλάμους αερίων και να τροφοδοτούν τα κρεματόρια. Ο τρόπος με τον οποίο επέζησε και επέστρεψε μοιάζει σχεδόν αδιανόητος. Όπως διηγείται ο ίδιος:

Όλοι ζούσαμε με την ψυχή στο στόμα ώς τη νύχτα προς τη 18η Ιανουαρίου του 1945, οπότε αρχίσαμε να ανεβαίνουμε πλέον την οδό του μαρτυρίου. Στις δύο τα μεσάνυχτα εισορμούν στο στρατόπεδο Γερμανοί των Ταγμάτων Εφόδου. [...] Μας έδωσαν από 2 κουβέρτες, λίγη μαργαρίνη και μια κονσέρβα για κάθε 5 άτομα. Επρόκειτο λοιπόν για ταξίδι, για αιώνιο ταξίδι. Ήταν προπαρασκευή για το δάσος [...] όπου, όπως είχαμε ακούσει, μεταφέρονται οι μελλοθάνατοι. [...] Πεζοπορήσαμε 25 ολόκληρες ώρες και στις 19 Ιανουαρίου φτάσαμε έξω από μια μεγαλούπολη της Πολωνίας. Μείναμε εκεί μία μέρα, και την 20ή Ιανουαρίου μάς παρέλαβε άλλη συνοδεία. Τους 400 βραδυπορούντες τους εκτέλεσαν χωρίς δισταγμούς. Όσους απομείναμε, μας έβαλαν κατόπιν νέας πεζοπορίας σε ένα φορτηγό-τρένο με το οποίο ταξιδέψαμε 15 χιλιόμετρα, οπότε το τρένο σταμάτησε απότομα. [...] Μας οδήγησαν γρήγορα στο δάσος. [...] Το πολυβόλο άρχισε να θερίζει, αλλά και οι Ρώσοι πλησίαζαν ολοένα και περισσότερο. [...] Η φάλαγγα διασπάστηκε. Δύο χιλιάδες περίπου τραπήκαμε σε φυγή, αφού πετάξαμε ό,τι κι αν κρατούσαμε. Οι Γερμανοί άρχισαν και πάλι να μας καταδιώκουν και εξαπέλυσαν ξοπίσω μας τους σκύλους που είχαν μαζί τους. [...] Ζαρώσαμε πεσμένοι στο χώμα και περάσαμε εκεί τη νύχτα χωρίς σκεπάσματα, τα οποία είχαμε πετάξει, όπως σας είπα, σε ψύχος 20 βαθμών υπό το μηδέν, το πολωνικό εκείνο ψύχος του Ιανουαρίου. Μόλις ξημέρωσε, βεβαιωθήκαμε ότι οι Γερμανοί είχαν χάσει τα ίχνη μας και, μετά από οδοιπορία 4 ωρών, φτάσαμε σε ένα πολωνικό χωριό όπου μας περιέθαλψαν. Το χωριό αυτό απελευθερώθηκε την επομένη από τους Ρώσους. Στις 28 Ιανουαρίου αναχωρήσαμε και πήγαμε στη γερμανική πόλη Κλάουβιτς, η οποία εν τω μεταξύ είχε απελευθερωθεί. Εκεί συναντηθήκαμε και με αγγλοαμερικανούς αιχμαλώτους, οι οποίοι είχαν βρει την ελευθερία τους. Πεζοπορούντες πάντοτε, φτάσαμε στο Κάτοβιτς, κατόπιν στην Κρακοβία.[1]

Η μαρτυρία αυτή έχει εξέχουσα σημασία, επειδή μας παραδίδει τον Μπατή σε μια μεταιχμιακή στιγμή: έχει διαφύγει την εξόντωση, χωρίς ακόμη να έχει επιστρέψει στον κόσμο των ζωντανών ως πρόσωπο με όνομα και ιδιότητα.

Η οδύσσεια της επιστροφής

Ο κ. Μπατής μάς αφηγείται πώς κατόπιν, περπατώντας ως αριθμός πλέον επί 25 περίπου μέρες, διέσχισε την Πολωνία, πήρε ένα τρένο στην Ουγγαρία και πέρασε τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και έφτασε στις Σέρρες, όπου έλαβε έγγραφα ταυτότητας και έπαψε να είναι ο αριθμός 182464.[2]

Η λεπτομέρεια αυτή, με την οποία κλείνει το δημοσίευμα της εφημερίδας Ασύρματος, δεν είναι απλώς βιογραφική. Συμπυκνώνει το δράμα μιας επιστροφής που δεν ήταν μόνο γεωγραφική, αλλά και υπαρξιακή: η ανάκτηση της ταυτότητας υπήρξε μέρος της ίδιας της επιβίωσης.

Στις 20 Μαρτίου 1945, η ελληνόγλωσση εφημερίδα Ταχυδρόμος της Αιγύπτου μεταφέρει την είδηση ότι «άλλοι είκοσι δραπέτες έφτασαν σε τρομερή κατάσταση στις Σέρρες, αφού διάβηκαν τα βουλγαρικά σύνορα». Στο ίδιο δημοσίευμα κατονομάζεται ο Λεών Βάτις[3] ως «[ο] πρώτος από τους 70.000 Εβραίους που απήχθησαν από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής [και] επέστρεψε στην πάτρια γη του σήμερα, μετά από ταξίδι 45 ημερών»[4]. Η αναμετάδοση αυτή δεν αποτελεί το πρώτο χρονικό ίχνος της επιστροφής του, αλλά την πρώτη ευρύτερη δημοσιογραφική της διάδοση.

Η άφιξή του στη Θεσσαλονίκη στις 15 Μαρτίου επιβεβαιώνεται από πολλές πηγές, με βασικότερη την καταγεγραμμένη μαρτυρία του γιατρού Ισαάκ Ματαράσσο[5], που ήταν τότε παρών. «Έφτασε στη Θεσσαλονίκη από το Βορρά στις 15 Μαρτίου. Εκείνο το βράδυ, κουρασμένος, ευερέθιστος και φιλύποπτος, αδημονώντας να φτάσει στην Αθήνα για να δει αν ζούσε ακόμα η οικογένειά του, αφηγήθηκε την ιστορία του γύρω από ένα ούζο σ’ ένα μεγάλο ακροατήριο, σ’ ένα καφενείο»[6].

Όμως, η Ελλάδα που τον υποδέχθηκε δεν ήταν έτοιμη να ακούσει όσα έφερνε μαζί του. Ο Μπατής αντιμετωπίστηκε σαν άνθρωπος που έλεγε ανήκουστα πράγματα, σαν φορέας μιας αλήθειας τόσο φρικτής που δεν μπορούσε να γίνει αμέσως πιστευτή. Έτσι, όταν εκείνο το βράδυ διηγήθηκε τις εμπειρίες του σε εβραίους που είχαν κατορθώσει να κρυφτούν κατά την Κατοχή, η δυσπιστία ήταν τόσο έντονη, που ο Μπατής ξέσπασε και τους προειδοποίησε ότι μια μέρα θα θυμούνταν εκείνον που τον περνούσαν τότε για τρελό. Όπως και έγινε.

Ο μίτος των τεκμηρίων

Η διαδρομή του Μπατή αρχίζει να διαγράφεται πιο καθαρά αν ακολουθήσουμε το νήμα των πηγών εκτός Ελλάδας, αντιστρέφοντας τη διαδρομή της επιστροφής. Η έρευνα στα αρχεία του ρουμανικού Τύπου έφερε στο φως κρίσιμα ευρήματα που δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.

Στις 13 Μαρτίου 1945, η εφημερίδα Fapta δημοσιεύει ένα εκτενές ρεπορτάζ με τίτλο «Στη φωλιά του θανάτου στο Άουσβιτς», το οποίο φέρει την υπογραφή René Theo[7]. Εκεί συγκεντρώνονται οι μαρτυρίες έξι ελλήνων εβραίων που είχαν επιζήσει από το Άουσβιτς και βρίσκονταν στο Βουκουρέστι για ολιγοήμερη περίθαλψη, πριν πάρουν το δρόμο της επιστροφής. Πληροφορούμαστε ότι πρώτος αναχώρησε μόνος του, το Σάββατο 10 Μαρτίου, ο «Λέων Μπατής, έμπορος υφασμάτων από την Αθήνα, πλατεία Καπνικαρέας 3», ενώ οι υπόλοιποι πέντε (Μεναχέμ Κοέν, Ιωσήφ Ταραμπουλούς, Ισαάκ Κανέτι, Μωρίς Σουλεμά και Χαΐμ Κάλβος) θα επέστρεφαν δύο εβδομάδες αργότερα, στις 24 Μαρτίου. Ο Μπατής θα κατευθυνόταν στην Αθήνα, ενώ οι υπόλοιποι, ως Βορειοελλαδίτες, στη Μακεδονία και στη Θράκη. Όλοι τους, όμως, θα περνούσαν πρώτα από τη Θεσσαλονίκη.

Δεκαπέντε μέρες αργότερα, στις 28 Μαρτίου, η ρουμανική εφημερίδα Semnalul επιβεβαιώνει: «Έφτασαν στην πρωτεύουσα οι πρώτοι δέκα εβραίοι που σώθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό από το στρατόπεδο του Άουσβιτς. Πρόκειται για δύο Γάλλους, δύο Βέλγους και έξι Έλληνες. [...] Οι δέκα διασωθέντες έφτασαν μέχρι την Κρακοβία. Από εκεί στην Οράντεα[8], από όπου η εβραϊκή επιτροπή τούς οδήγησε στην πρωτεύουσα. Τα όσα διηγούνται οι δέκα εβραίοι είναι απερίγραπτα».

Ο ελληνικός Τύπος της ίδιας περιόδου έρχεται να συμπληρώσει αυτή την εικόνα. Στις 28 Μαρτίου 1945, η εφημερίδα Μακεδονία επανακυκλοφορεί ύστερα από τα χρόνια της απαγόρευσης. Στις 6 και 7 Απριλίου δημοσιεύει συνεντεύξεις[9] τεσσάρων ελλήνων εβραίων που είχαν μόλις επιστρέψει μαζί από το Άουσβιτς. Και οι τέσσερις (Ταραμπουλούς, Κανέτι, Κοέν, Σουλεμά) ανήκαν στην ομάδα των έξι του Βουκουρεστίου. Η περιγραφή τους συμπίπτει απολύτως με όσα προκύπτουν από τις ρουμανικές πηγές:

Πότε πεζοπορώντας και πότε με αυτοκίνητα, φτάσαμε στη Ρουμανία, στο Βουκουρέστι. Εκεί μας πήραν οι Αμερικανοί[10]. Μας έντυσαν αμέσως, μας έδωσαν ξενοδοχείο, χρήματα και ό,τι θέλαμε. Ιδιαίτερα μας συγκίνησε η συμπεριφορά του ελληνικού στοιχείου, που δεν ήξερε πώς να μας περιποιηθεί, όπως επίσης και το εξαιρετικό ενδιαφέρον του Έλληνα πρεσβευτή[11] στο Βουκουρέστι.

Στην αλληλουχία αυτή προστίθεται και ένα ακόμη εύρημα: το εκτενές αφιέρωμα της εφημερίδας Ασύρματος στον Μπατή, μέχρι πρόσφατα άγνωστο ακόμη και στην οικογένειά του. Η σημασία του, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην πληροφορία. Φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Μπατής επιχείρησε να επανεγγραφεί στον κόσμο μετά την αποπροσωποποίηση του στρατοπέδου: ως οικογενειάρχης, ως μέλος της Κοινότητας, ως επαγγελματίας, ως άνθρωπος με όνομα. Και ταυτόχρονα μας θυμίζει πόσο βαθιά ήταν η δυσπιστία του μεταπολεμικού περιβάλλοντος, ώστε ακόμη και μια τόσο πρώιμη μαρτυρία να χαθεί για δεκαετίες από το οπτικό μας πεδίο.

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 08 21 11.52.09 πμ

Τρεις εικόνες, τρία στάδια

Η περίπτωση του Μπατή έχει ένα ακόμη σπάνιο χαρακτηριστικό: η μεταπολεμική του πορεία μπορεί να ανασυντεθεί μέσα από τρεις διαφορετικές εικόνες. Δεν πρόκειται απλώς για τρεις φωτογραφίες, αλλά για τρία στάδια στην αποκατάσταση ενός ανθρώπου.

Η πρώτη είναι η ρουμανική λήψη. Το ρεπορτάζ της Fapta συνοδεύεται από δύο φωτογραφίες: μια ατομική με τη λεζάντα «Λέων Μπατής: εκείνος που εργαζόταν στα κρεματόρια» και μια ομαδική με τη σημείωση «Οι έξι επιζώντες του γερμανικού στρατοπέδου Άουσβιτς, μαζί με το συντάκτη μας». Στην ομαδική αυτή εικόνα, ο συντάκτης της εφημερίδας σημειώνεται με ένα Χ πάνω από το καπέλο του, ενώ ο Μπατής διακρίνεται δεύτερος από δεξιά, επίσης με καπέλο. Το φόντο των δύο εικόνων φαίνεται να είναι το ίδιο κτίριο, με οριζόντια διάταξη λίθων και χαρακτηριστικό ανάγλυφο διάκοσμο. Η ακριβής ταυτότητα του κτιρίου δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί, όμως η τότε πρόσφατη μεταφορά της Fapta στην οδό Ion Brezoianu 14[12], στο ιστορικό κέντρο του Βουκουρεστίου, όπου υπάρχουν πολλά κτίρια με παρόμοια τεχνοτροπία[13], περιορίζει ήδη το πεδίο των πιθανών εκδοχών[14].

Η σημασία αυτής της πρώτης εικόνας είναι διπλή. Πρώτον, τεκμηριώνει αδιαμφισβήτητα την παρουσία του Μπατή στο Βουκουρέστι. Δεύτερον, τον δείχνει σημαδεμένο ακόμη από την εξάντληση της επιστροφής. Η όψη του, το βαρύ ντύσιμο, το σώμα που μοιάζει να έχει μόλις επιστρέψει από το μέτωπο της Ιστορίας δεν αφήνουν περιθώριο για εξωραϊσμό.

Η δεύτερη εικόνα προέρχεται από το αφιέρωμα του Ασύρματου. Εκεί ο Μπατής εμφανίζεται ήδη διαφορετικός: καλοντυμένος, σε στάση πόζας, με περιποιημένο μουστάκι και γραβάτα, με βλέμμα που διεκδικεί την προσοχή. Αυτή τη φορά είναι έτοιμος να αντικρίσει και το φακό και τους δύσπιστους. Και όμως, στην εικόνα αυτή δεν έχει εγκαταλείψει ακόμη το στρατόπεδο ως στίγμα. Δείχνει επιδεικτικά τον αριθμό του, ο οποίος μάλιστα έχει προφανώς ενισχυθεί από τη σύνταξη, ώστε να διακρίνεται καθαρά στην ασπρόμαυρη εκτύπωση. Η φωτογραφία αυτή καταγράφει τη στιγμή που ο αριθμός δεν έχει ακόμη υποχωρήσει μπροστά στο πρόσωπο. Αντιθέτως, ο Μπατής τον προβάλλει ως μαρτυρία, ως πειστήριο μιας εμπειρίας που οι περισσότεροι γύρω του δυσκολεύονταν ακόμη να πιστέψουν.

Η τρίτη εικόνα είναι η γνωστότερη. Είναι εκείνη που κοσμούσε επί χρόνια το κατάστημά του στην Καπνικαρέα[15]. Είναι η εικόνα που εκτέθηκε, αναπαράχθηκε, σχεδόν ταυτίστηκε με τη δημόσια μνήμη του επιζώντος που επιστρέφει. Και όμως, μόλις την παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, αρχίζει να αισθάνεται μια οπτική δυσαρμονία. Για έναν άνθρωπο το ταξίδι του οποίου δεν είχε ακόμη φτάσει στο τέλος του, ο Μπατής φαίνεται υπερβολικά καθαρός, τακτοποιημένος, σίγουρος για τον εαυτό του. Η δυσαρμονία αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη αν τη συγκρίνει κανείς με την εντύπωση που έδινε ο Μπατής κατά την επιστροφή του στην Αθήνα: «με το καπέλο του χωμένο ώς τα αυτιά, κοιτάζει τους γύρω του με καχυποψία»[16]

Κι αν η φωτογραφία είχε τραβηχτεί στο Βουκουρέστι, με τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες στις αρχές εκείνου του Μαρτίου[17], πώς δικαιολογείται το ελαφρύ ντύσιμο; Και γιατί το περίγραμμα της μορφής του είναι τόσο έντονο, ενώ ένα τμήμα του φόντου μοιάζει να έχει αντικατασταθεί με μια μάλλον πρόχειρη λευκή ζώνη; 

Το πρώτο σκέλος της απάντησης βρίσκεται στην ίδια τη φωτογραφία. Κάτω δεξιά διακρίνεται ότι η λήψη έγινε στα στούντιο ΒΛΑΝΤΙΚΑ, στην οδό Αγίου Μάρκου 7, που απείχε λίγα μόλις μέτρα από το κατάστημα του Μπατή στην Καπνικαρέα 3. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι αναπόφευκτο: το φόντο ανήκει στη ρουμανική φωτογραφία, αλλά η μορφή του Μπατή έχει αντικατασταθεί από νεότερη αθηναϊκή λήψη. Πρόκειται, δηλαδή, για μια φωτογραφική σύνθεση με τα μέσα της εποχής. Το ουσιώδες, όμως, δεν εξαντλείται σε αυτή την τεχνική διαπίστωση.

 

Ο αριθμός και το πρόσωπο

Ο πρώτος πειρασμός, όταν αναγνωρίσει κανείς ότι η γνωστή φωτογραφία είναι σύνθεση, είναι να την απορρίψει ως αλλοίωση ή παραποίηση. Μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν επιπόλαιη. Διότι το κρίσιμο εδώ δεν είναι αν η εικόνα είναι «αυθεντική» με την αυστηρά τεχνική έννοια, αλλά τι ακριβώς αποκαθιστά.

Η ρουμανική λήψη αποκαθιστά ένα γεγονός. Η φωτογραφία του Ασύρματου αποκαθιστά μια μαρτυρία. Η σύνθεση αποκαθιστά μια πρόθεση. Ο ίδιος ο Μπατής επέλεξε ή αποδέχθηκε αυτή τη φωτογραφική σύνθεση, οπότε η πράξη αυτή δεν συνιστά νόθευση αλλά ύστατη απόπειρα επανάκτησης της ταυτότητας: είναι η ανάγκη του να σταθεί ξανά στον κόσμο ως πρόσωπο.

Ίσως, λοιπόν, το ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι αν η γνωστή φωτογραφία είναι «αυθεντική» ή «πειραγμένη», αλλά τι αποκαλύπτει η διαδοχή αυτών των εικόνων. Μαζί, τεκμηριώνουν μια πορεία: από το γεγονός της επιβίωσης, στη μαρτυρία, και από εκεί στην προσπάθεια διεκδίκησης ενός προσώπου. Έτσι, πίσω από τις λεζάντες, τις αμφιβολίες και τις αναπαραγωγές δεκαετιών, αναδύεται καθαρότερα ο ίδιος ο Λέων Μπατής: όχι ως θρύλος, ούτε ως αβέβαιη εικόνα, αλλά ως άνθρωπος που επέστρεψε από το Άουσβιτς αποφασισμένος να μην παραμείνει αριθμός. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη του.



[1] Εφημερίδα Ασύρματος, 6 Απριλίου 1945.

[2] Εφημερίδα Ασύρματος, 4 Απριλίου 1945.

[3] Η ορθογραφία είναι της εφημερίδας, η οποία εκδιδόταν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Πρόκειται για μεταγραφή από αγγλικό δημοσίευμα του πρακτορείου Ρόιτερς –όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή για τα διεθνή– με τη σημείωση «Αθήναι, 19 Μαρτίου».

[4] Εφημερίδα Ταχυδρόμος, 20 Μαρτίου 1945. Το ίδιο δημοσίευμα εμφανίστηκε σχεδόν αυτούσιο στις εφημερίδες Ελευθερία και Ανεξαρτησία.

[5] Ισαάκ Ματαράσσο, Κι όμως όλοι τους δεν πέθαναν…, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2018.

[6] Μαρκ Μαζάουερ, Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων, μτφρ. Κ. Κουρεμένου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006, σ. 528.

[7] Πρόκειται για τον ρουμάνο δημοσιογράφο με ελληνογαλλικές ρίζες (ελληνίδα μητέρα και γάλλο πατέρα) Ρενέ Θεοδοσιάδη (γενν. 1910). Εγκατέλειψε τη Ρουμανία για πολιτικούς λόγους το 1947 και κατέφυγε στη Γαλλία, έπειτα από ένα σύντομο πέρασμα από την Ελλάδα. Στο Παρίσι, το 1948, ίδρυσε την επιθεώρηση BIRE (Buletin de Informații al Românilor din Exil), που έγινε η φωνή των ρουμάνων εξόριστων και λειτούργησε ως γέφυρα πληροφοριών σε μια εποχή που η Ρουμανία ήταν ερμητικά κλειστή. Έπαψε να εκδίδεται την 1η Μαρτίου 1990, καθώς είχε προηγηθεί η κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος.

[8] Η ρουμανική πόλη Οράντεα αποτελεί τη σημαντικότερη μεθοριακή διάβαση στα δυτικά σύνορα με την Ουγγαρία και υπήρξε σταθμός υποδοχής για όσους επέστρεφαν. Η εβραϊκή επιτροπή είναι ουσιαστικά η Εβραϊκή Κοινότητα της Οράντεα (Comunitatea Evreilor din Oradea), η οποία ανασυστάθηκε μετά την απελευθέρωση της πόλης, τον Οκτώβριο του 1944, και ήταν το κεντρικό αντιπροσωπευτικό όργανο των εβραίων της πόλης. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Anca Oltean, “Survivors of Holocaust at the Jewish Community from Oradea”, σ. 159-172 στο ετήσιο τεύχος της επιθεώρησης Annals of University of Oradea. Series International Relations and European Studies για το 2013.

[9] Τα δύο άρθρα υπογράφει ο Αριστοτέλης Μπουντούρης, ένας από τους 22 δημοσιογράφους της ΕΣΗΕΜ-Θ (Ένωσης Συντακτών Μακεδονίας-Θράκης) που το χειμώνα του 1941 είχαν υπογράψει το μυστικό Πρωτόκολλο Τιμής, με το οποίο απέκλειαν κάθε συνεργασία τους με τις εφημερίδες των δωσιλόγων.

[10] Πιθανότατα αναφέρεται στην American Jewish Joint Distribution Committee (AJDC), τον αμερικανικό φιλανθρωπικό οργανισμό που είναι γνωστός και ως Joint Distribution Committee ή απλώς Joint. Η έδρα της βρισκόταν στην οδό Stelea Spătarul 22.

[11]  Ο πρεσβευτής ήταν μάλλον κάποιος έλληνας αξιωματούχος που είχε μεταβεί στο Βουκουρέστι. Εκείνη την περίοδο δεν φαίνεται να λειτουργούσε πλέον κανονικά ελληνική πρεσβεία στη Ρουμανία. Ο προηγούμενος πρέσβης, Κωνσταντίνος Κόλλας, είχε τοποθετηθεί το 1924 και παρέμεινε στη θέση του μέχρι τα τέλη Μαΐου 1941, όταν αναγκάστηκε να διαφύγει στην Αίγυπτο (εφημερίδα Viața, φύλλο 29/5/1941).

[12] Η εφημερίδα Fapta είχε αλλάξει έδρα μόλις λίγες μέρες νωρίτερα, στις 28 Φεβρουαρίου.

[13]  Γύρω στις 20 χιλιάδες τέτοια κτίρια, σύμφωνα με το ερευνητικό πρότζεκτ Crying Houses, στο πλαίσιο του οποίου μια ομάδα νεαρών αρχιτεκτόνων φωτογράφισε λεπτομέρειες από όλα αυτά τα κτίρια, με στόχο τη διάσωσή τους στη συλλογική μνήμη και την ευαισθητοποίηση της πολιτείας.

[14] Το σενάριο της Οράντεα μάλλον αποκλείεται, κι ας ταιριάζει η αρχιτεκτονική της που συνδυάζει το μπαρόκ με την Art Nouveau. Στις εικόνες του δημοσιεύματος, ο Μπατής εμφανίζεται με διαφορετικά ρούχα: καταβεβλημένος στην ατομική φωτογραφία, κομψά ντυμένος στην ομαδική, αλλά με φόντο το ίδιο κτίριο. Αυτό σημαίνει ότι οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν στο ίδιο μέρος, αλλά σε διαφορετικές μέρες. Όμως, η Οράντεα λειτουργούσε ως σταθμός υποδοχής και η μετάβαση στο Βουκουρέστι ήταν άμεση. Επιπλέον, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ομάδας των τεσσάρων, οι Αμερικανοί τούς έντυσαν στο Βουκουρέστι.

[15] Αντίγραφό της φυλάει στο γραφείο της η εγγονή του, η Σόφι Μπατή. Η αυθεντική εκτίθεται στο Εβραϊκό Μουσείο της Αθήνας.

[16]  Ελένη Μπεζέ, Νέα ζωή: Έλληνες Εβραίοι μετά τη Σοά – Ιστορία, μνήμη, ταυτότητα (1944-1955), Άγρα, Αθήνα 2024, σ. 231.

[17] Σύμφωνα με τα διαθέσιμα ιστορικά δεδομένα του σταθμού Bucuresti-Baneasa, στις 10 Μαρτίου του 1945 η μέγιστη θερμοκρασία στο Βουκουρέστι ήταν 2°C και η ελάχιστη -9,6°C: https://www.extremeweatherwatch.com/cities/bucharest/day/march-10. Τελευταία επίσκεψη: 30 Μαρτίου 2026.

19 Αυγούστου 2026

Η Kateřina Králová για τους Εβραίους στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο

Συνέντευξη στον Γιάννη Ευαγγέλου

 

Katerina Králová, Homecoming. Holocaust Survivors and Greece, 1941–1946, Brandeis University Press, 2025, 373 σελ.

Τι σημαίνει, άραγε, «γυρνάω σπίτι», όταν το σπίτι μου είναι ρημαγμένο και άδειο; Πώς ένιωσαν οι Έλληνες Εβραίοι που επέζησαν –από τα στρατόπεδα, τις εγχώριες κρυψώνες ή το βουνό– όταν αντίκρισαν την έκταση της καταστροφής στην κοινότητά τους; Πώς τους υποδέχθηκαν οι –ομόθρησκοι και μη– συμπατριώτες τους και πόσο καθόρισε τη νέα τους ζωή ο τρόπος με τον οποίο είχαν καταφέρει να γλιτώσουν;

28 Ιανουαρίου 2026