Σύνδεση συνδρομητών

Εκλογές 2027

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές, τόσο περισσότερο γίνεται φανερό ότι ο δημόσιος διάλογος κινδυνεύει να διεξαχθεί ερήμην των πραγματικών προβλημάτων της χώρας. Και δεν είναι μόνο όσα αποφεύγουμε να συζητήσουμε. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο συζητάμε όσα τελικά αποφασίζουμε να αγγίξουμε. Με λάθος αφετηρία, λάθος όρους και, συχνά, με μοναδικό κριτήριο το πρόσκαιρο πολιτικό όφελος.

 

Ας πάρουμε για παράδειγμα το πρόσφατο περιστατικό στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου. Είναι οφθαλμοφανές ότι η κυβέρνηση δεν έσπασε αυγά μετά το κάζο της πανεπιστημιακής αστυνομίας και των τουρνικέ. Η αντιπολίτευση όμως; Έχει να πει κάτι για το γεγονός ότι εξακολουθούν να συμβαίνουν τέτοια φαινόμενα; Ρητορικό το ερώτημα. Γιατί το παραμύθι δεν έχει τον δράκο που θέλει. Κι αυτά τα θέματα δεν συμφέρει να τα αγγίζεις όταν προσπαθείς να χαϊδέψεις αυτιά, μήπως και τσιμπήσεις καμία μονάδα παραπάνω.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η συζήτηση για την οικονομία. Ο δημόσιος διάλογος έχει κατακλυστεί με κατηγορίες αντί για προτάσεις κι έτσι καταλήγουμε να μιλάμε με όρους πολιτικής βούλησης ή ακόμα χειρότερα με όρους ηθικής ανωτερότητας. Πόσο συχνά όμως συζητάμε για τον βασικό λόγο που η χώρα εξακολουθεί να υστερεί σε εισοδήματα; Την προστιθέμενη αξία όσων παράγουμε.

Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις της Eurostat, η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα το 2024 ήταν περίπου 40.000 ευρώ ετησίως, έναντι 74.000 στην ΕΕ. Ανά ώρα εργασίας, η απόσταση μεγαλώνει ακόμη περισσότερο: 19,7 ευρώ έναντι 45,9. Μάλιστα η υστέρησή μας εμφανίζεται σε 17 από τους 20 κλάδους της οικονομίας. Ενδεικτικό είναι ότι μόλις το 9% των επιχειρήσεων (άνω των 10 ατόμων) στην Ελλάδα χρησιμοποιούν κάποιο εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης, με τον μέσο όρο της ΕΕ να είναι στο 20%. 

Κι αν η παραγωγικότητα είναι ένα πρόβλημα για το οποίο αποφεύγουμε να συζητήσουμε τις πραγματικές αιτίες, το ασφαλιστικό είναι ένα πρόβλημα για το οποίο αποφεύγουμε να συζητήσουμε ποιος θα επωμιστεί το κόστος των λύσεων.

Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες της Κομισιόν, το γενικό όριο συνταξιοδότησης ενδέχεται να αυξηθεί από τα 67 στα 68 έτη έως το 2030. Κύρια αιτία είναι η επιδείνωση της αναλογίας εργαζομένων προς συνταξιούχους και συνεπώς το δημογραφικό. Ένα περίπλοκο και πολύπλευρο πρόβλημα το οποίο δεν επιδέχεται εύκολων λύσεων. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι μπορούμε να το αποφεύγουμε κιόλας.

Εδώ, το πολιτικό σύστημα οφείλει να ανοίξει έναν ειλικρινή δημόσιο διάλογο και σίγουρα να μην κάνει βήματα προς την αντίθετη κατεύθυνση πιεζόμενο από τον εκλογικό ορίζοντα. Υπό αυτό το πρίσμα, ας αναρωτηθούμε: Τι εξυπηρέτησε η εξαγγελία για γενική αύξηση των συντάξεων από τη νέα χρονιά και το οριζόντιο επίδομα έναντι 13ης σύνταξης; Σίγουρα τον εκλογικό ορίζοντα. Και το δυστύχημα είναι ότι το πολιτικό σύστημα πίεσε και πιέζει για περαιτέρω επέκταση αυτών.

Την ίδια στιγμή, οι προγραμματισμένες αυξήσεις των συντάξεων και η ετήσια ενίσχυση των 400 ευρώ συνεπάγονται δημοσιονομική δαπάνη περίπου 1,7 δισ. ευρώ. Ας υποθέσουμε ότι επιλέγαμε να διατηρήσουμε την προστασία των πιο ευάλωτων συνταξιούχων και να ανακατευθύνουμε ένα σημαντικό μέρος αυτών των πόρων. Με ένα ενδεικτικό σενάριο εξοικονόμησης 1,5 δισ. ευρώ ετησίως, θα μπορούσαμε να διπλασιάσουμε τους προϋπολογισμούς του επιδόματος στέγασης και του φοιτητικού στεγαστικού επιδόματος, διαθέτοντας επιπλέον περίπου 1,1 δισ. για την αύξηση των διαθέσιμων κατοικιών.

Δεν πρόκειται για αντιπαράθεση γενεών. Πρόκειται για πολιτικές προτεραιότητες. Για την αναγνώριση ότι οι πόροι είναι περιορισμένοι και ότι κάθε επιλογή συνεπάγεται και κάτι που αφήνουμε πίσω. Αυτό ακριβώς όμως αποφεύγουμε να συζητήσουμε. Γιατί οι δύσκολες επιλογές έχουν πολιτικό κόστος, ενώ οι εύκολες υποσχέσεις αποφέρουν ψήφους.

Κι εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο διακύβευμα της επόμενης περιόδου. Τα χαρακτηριστικά του προεκλογικού διαλόγου δεν επηρεάζουν μόνο το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά και την επόμενη μέρα. Γιατί όποιος κληθεί να κυβερνήσει χωρίς να έχει μιλήσει για τις αναγκαίες αλλαγές, δύσκολα θα μπορέσει να τις εφαρμόσει.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι απλώς να αλλάξει ο τόνος της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Είναι να αλλάξει το περιεχόμενό της. Να μιλήσουμε επιτέλους για τις δύσκολες επιλογές, για το κόστος τους και για το ποιος θα κληθεί να το επωμιστεί. Να φέρουμε τον δημόσιο διάλογο στο πλαίσιο της προγραμματικής αντιπαράθεσης, της μάχης των ιδεών και, εν τέλει, της πραγματικής πολιτικής. Γιατί όσα δεν τολμήσουμε να συζητήσουμε πριν από τις εκλογές, δύσκολα θα μπορέσουμε να τα αλλάξουμε μετά.

 

 

07 Νοεμβρίου 2026