Τεύχος 175
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΛογοτεχνία και λεπιδόπτερα
Έβγαλε τα γυαλιά του, τα ακούμπησε στο γραφείο του και, ικανοποιημένος από την πρόοδο της εργασίας του, αποφάσισε να χαρίσει στον εαυτό του λίγες στιγμές χαλάρωσης. Παραμέρισε το κουτί με τις κάρτες αρχειοθέτησης που έφερε την ετικέτα Λολίτα και ανέσυρε από το κάτω συρτάρι του γραφείου του την πινακίδα από φελλό με τις καρφιτσωμένες πεταλούδες πάνω της. Χαμογελώντας στη σκέψη ότι η ανθρώπινη ψυχή –το αντικείμενό του ως συγγραφέα– μοιράζεται την ίδια λέξη στην αρχαία ελληνική γλώσσα με τις πεταλούδες, ξαναφόρεσε τα γυαλιά του κι έστρεψε τον μεγεθυντικό φακό του στη λεπτεπίλεπτη καλλονή με τα ιριδίζοντα φτερά που κρατούσε η λαβίδα του.
«Αναζητώντας εκείνο το αινιγματικό»
Θανάσης Χατζόπουλος, Ονομαστική αξία. Δοκίμια για τη μετάφραση, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2024, 184 σελ.
Η μετάφραση, η μεταφορά της λογοτεχνίας και της ποίησης (αλλά όχι μόνο) από τη μία γλώσσα στην άλλη, είναι μια υψηλή τέχνη: πρέπει να εξυπηρετείται εξίσου η σαφήνεια και το ύφος. Ο Θανάσης Χατζόπουλος, στη συλλογή δοκιμίων του για τη μετάφραση, καταγράφει την αγωνία του μεταφραστή, λόγω της διπλής δέσμευσής του: στη γλώσσα του πρωτότυπου κειμένου και στη γλώσσα της μετάφρασης έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται επί το έργον. [ΤΒJ]
Ο Γιώργος Σεφέρης, η Bλάχα και ο Xότζας
Στο τελευταίο ημερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη (Μέρες Θ΄) και στην εγγραφή με ημερομηνία Σάββατο, 30 Νοεμβρίου, παρατίθεται ένα ποίημα με έντονα σκαμπρόζικο περιεχόμενο χωρίς να κατονομάζεται ο δημιουργός του.[1]
Ιστορία, αναστοχασμός χωρίς τελειωμό
Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πάντα εκ των υστέρων. Συνομιλίες για την ιστορία και τους ιστορικούς, Μελάνι, Αθήνα 2026, 293 σελ.
«Η ιστορική γραφή, ως ενότητα μορφής και περιεχομένου, έχει την άτυπη αλλά πεντακάθαρη ευθύνη της εννοιολόγησης του βίου και του πολιτισμού των Ελλήνων, κάτι που δεν επιδέχεται κανενός είδους αβαρία και δεν επιτρέπει τον παραμικρό εφησυχασμό. Γράψαμε και μιλήσαμε έτσι, γιατί μόνο έτσι μπορούσαν να ειπωθούν αυτά που θέλαμε να πούμε και έτσι μόνον μπορούσαμε να τα πούμε: υπεύθυνα και με ακρίβεια, με γνώση και την ανάλογη πνευματική ευρύτητα, μερικές φορές και με γλαφυρότητα». Με αυτά τα λόγια, ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την ιστορία του νεότερου Ελληνισμού, σε ένα βιβλίο που περιέχει 27 κείμενα συνομιλιών ή απαντήσεων σε έρευνες τα οποία δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό Τύπο. Μια πολύτιμη συλλογή. [ΤΒJ]
Το ασυνείδητο του μεταφραστή
Θανάσης Χατζόπουλος, Ονομαστική αξία. Δοκίμια για τη μετάφραση, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2024, 184 σελ.
Ποιητής, ψυχίατρος αλλά ταυτόχρονα και μεταφραστής. Ο Θανάσης Χατζόπουλος, στη συλλογή δοκιμίων του για τη μετάφραση, αναρωτιέται και πώς μπορεί να αναγνώσει και να διακρίνει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και πιστότητα το προς μετάφραση κείμενο. Ο ίδιος δίνει και την απάντηση: μέσω της σταδιακής αναγνώρισης του κειμένου, λέει, διστακτικής στην αρχή, όλο και πιο τολμηρής στη συνέχεια, μα πάντοτε προσεκτικής, όπως μια ανασκαφή και, πάντα, απόλυτα συναρτημένης με το χρόνο που της χαρίζουμε.
Οι στιγμές που σημαδεύουν τη ζωή του ανθρώπου είναι η απώλεια των γονέων του και των δασκάλων του. Είναι μεγάλη τύχη και ευλογία να συναντήσει κανείς στη ζωή του τον δάσκαλο που θα του διαμορφώσει καθοριστικά την επιστημονική σκέψη και το επιστημονικό ήθος του.
Ευτύχησα σε ώριμη ηλικία να έχω ακόμη τους γονείς μου, όμως πρόσφατα αποχαιρέτισα τον δάσκαλό μου. Ο Παρασκευάς Κονόρτας, αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών υπήρξε από τους πρωτοπόρους της επιστήμης του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Καθοριστική ήταν η συμβολή του με το διεθνώς αναγνωρισμένο ερευνητικό και διδακτικό έργο του στην εδραίωση της Οθωμανικής Ιστορίας στη χώρα μας.
Σε ποιον ανήκει το πένθος;
Joan Didion, Η χρονιά της μαγικής σκέψης, μετάφραση από τα αγγλικά: Μυρσίνη Γκανά, Ψυχογιός, Αθήνα 2026, 256 σελ.
Η μαγική σκέψη είναι η μη αποδοχή, λειτουργεί ως μια μορφή άμυνας, είναι η ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος του συζύγου δεν έχει συμβεί, ότι σε μια άλλη ζώνη ώρας, στο Λος Άντζελες ας πούμε, ο θάνατος θα μπορούσε να ακυρωθεί. Η μαγική σκέψη απαιτεί ακόμα και από την Τζόαν Ντίντιον να περιμένει, κατ’ επιλογήν μόνη στο σπίτι, την επιστροφή του νεκρού. Ένα βιβλίο για το πένθος και το ρήγμα που φέρνει στη ζωή αυτού που επιβίωσε η έκλειψη του ανθρώπου του.
Μάνφρεντ Άιχερ και ECM: για μια ηθική της ακρόασης
Η ECM (Edition of Contemporary Music) συγκαταλέγεται δικαίως ανάμεσα στις πιο επιδραστικές και αναγνωρίσιμες ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες της σύγχρονης μουσικής. Από την ίδρυσή της το 1969 στο Μόναχο, συνιστά ένα πολιτισμικό εγχείρημα, βαθιά συνδεδεμένο με τη μεταπολεμική εμπειρία της Γερμανίας, τη φιλοσοφία του μοντερνισμού και τη δημιουργική συνάντηση δύο μεγάλων παραδόσεων: της αφροαμερικανικής τζαζ και της ευρωπαϊκής κλασικής και σύγχρονης μουσικής. Στο κέντρο αυτού του εγχειρήματος βρίσκεται ο Μάνφρεντ Άιχερ (Manfred Eicher), ο οποίος επαναπροσδιόρισε την παραγωγή όχι ως τεχνική ή εμπορική διαδικασία, αλλά ως πράξη μνήμης, στοχασμού και ακουστικής ευθύνης.
Η πολιτική χρήση του Κάφκα
Λυκούργος Κουρκουβέλας, Φραντς Κάφκα. Πολιτική και κουλτούρα στη μεταπολεμική εποχή, Πεδίο, Αθήνα 2024, 304 σελ.
Μερικές αναφορές στον Φραντς Κάφκα είναι αναμφισβήτητες. Υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα. Είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της γερμανικής λογοτεχνίας της Πράγας. Δικαίως θεωρείται ο σπουδαιότερος μοντερνιστής γερμανόφωνος πεζογράφος. Από εκεί και πέρα, λέει ο Λυκούργος Κουρκουβέλας, ο Κάφκα στον οποίο σήμερα αναφερόμαστε είναι και προϊόν όχι μόνο της θεωρίας της λογοτεχνίας αλλά και ιδεολογικών και πολιτικών διαξιφισμών. Γι’ αυτό αναδείχτηκε σε σύμβολο της καλλιτεχνικής ελευθερίας και της αυτονομίας της τέχνης στη Δύση απέναντι στην ιδεολογική χειραγώγηση. Ο μοντερνισμός τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου ταυτίστηκε με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Γι’ αυτό ο Κάφκα έγινε ένας ιδανικός «πρεσβευτής» της δυτικής πολιτισμικής υπεροχής.
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: «Δεν σου λέω γιατί. Να το βρεις μόνος σου»
Μια από τις σπανιότατες συνεντεύξεις του μεγάλου σουηδού σκηνοθέτη, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με αφορμή τη νέα του τότε, αμερικανικής παραγωγής, ταινία που είχε τίτλο, The touch (Το άγγιγμα) – τελικά μια από τις περισσότερο άγνωστες ταινίες του. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο Βήμα (17/10/1971) και προέρχεται από τη Νέα Υόρκη, χωρίς να αναφέρεται το έντυπο στο οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε.