ΕΛΑΣ Τσίπρα
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ σύλληψη του Νετανιάχου κι άλλες ιστορίες για άγριες αυταπάτες
Τελευταίο επεισόδιο στο μειοψηφικό αντιισραηλινό κρεσέντο της ελληνικής Αριστεράς υπήρξε η δήλωση της Θεώνης Κουφονικολάκου, εκπροσώπου του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα.
Ερωτηθείσα ποια στάση θα τηρούσε μια κυβέρνηση της ΕΛΑΣ απέναντι στον Μπενιαμίν Νετανιάχου, απάντησε χωρίς περιστροφές:
Υπάρχει ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Εφαρμόζουμε το ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Είναι πάρα πολύ σαφή τα πράγματα για εμάς. Εμείς, από το πρώτο δευτερόλεπτο, έχουμε μιλήσει για γενοκτονία της κυβέρνησης του Ισραήλ στη Γάζα.
Ακολούθησαν η απαίτηση για αναστολή της οικονομικής και εμπορικής σύνδεσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Ισραήλ, η άμεση αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους και ο χαρακτηρισμός των σχέσεων της ελληνικής κυβέρνησης με τον ισραηλινό πρωθυπουργό «ντροπιαστικών». Ένα πλήρες πακέτο εξωτερικής πολιτικής παραδόθηκε μέσα σε λίγες τηλεοπτικές φράσεις: σύλληψη, καταγγελία, αναγνώριση, ρήξη. Όλα τα μεγάλα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου διευθετήθηκαν με την ταχύτητα και τη βεβαιότητα μιας κομματικής ανακοίνωσης.
Το ένταλμα υπάρχει και η Ελλάδα, ως συμβαλλόμενο μέρος στο Καταστατικό της Ρώμης, έχει υποχρέωση συνεργασίας με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Αυτό όμως δεν μετατρέπει το ένταλμα σε καταδικαστική απόφαση ούτε αποδεικνύει γενοκτονία. Η Κουφονικολάκου συγχωνεύει έτσι τρία διαφορετικά πράγματα: την κατηγορία, το ένταλμα και την ενοχή, για να εμφανίσει ως δικαστικά τετελεσμένο ένα πολιτικό συμπέρασμα που το κόμμα της έχει ήδη προεξοφλήσει.
Με την ίδια ευκολία κατατίθεται η απαίτηση για αναστολή των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων, χωρίς ούτε μία λέξη για τον επιδιωκόμενο σκοπό, το κόστος ή το στρατηγικό κενό που θα δημιουργούσε. Η άμεση αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους, ύψιστη προτεραιότητα των «συντρόφων και αλληλέγγυων», δεν λύνει κανένα από τα προβλήματα που υποτίθεται ότι διευθετεί. Τα οριστικά σύνορα παραμένουν μη συμφωνημένα, η πολιτική εκπροσώπηση είναι διχασμένη ανάμεσα στην Παλαιστινιακή Αρχή και τη Χαμάς και οι εγγυήσεις ασφαλείας για Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους εξακολουθούν να αποτελούν ανοιχτό ζήτημα. Αν ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να μετατρέψει το σύνθημα σε εξωτερική πολιτική οφείλει να απαντήσει ποια σύνορα αναγνωρίζει, ποιος θα κυβερνά, ποια θα είναι η θέση της Χαμάς και με ποιον τρόπο η μονομερής αναγνώριση θα οδηγήσει σε βιώσιμη ειρήνη.
Χωρίς απαντήσεις, παραμένει μια ταιριαστή συνέχεια για τον πολιτικό που κάποτε αναρωτήθηκε δημοσίως: «Μας κατηγορούν ότι ανοίξαμε τα σύνορα. Ποια σύνορα; Έχει η θάλασσα σύνορα και δεν το ξέραμε;»
Η θέση της ευρύτερης Αριστεράς απέναντι στο Ισραήλ είναι γνωστή και διατυπώνεται πλέον χωρίς επιφυλάξεις. Ακούγεται στη Βουλή, επαναλαμβάνεται στις πορείες, εκφράζεται με ψηφίσματα, καταλήψεις και οργανωμένους ακτιβισμούς. Είναι γνωστές οι περιπτώσεις όπου οργανωμένες κομματικές οργανώσεις στρέφονται εναντίον Ισραηλινών πολιτών που επισκέπτονται την Ελλάδα, σαν κάθε τουρίστας που κρατά ισραηλινό διαβατήριο να φέρει προσωπική ευθύνη για τις αποφάσεις της κυβέρνησης της χώρας του. Αυτές οι δήθεν διαμαρτυρίες αναβιώνουν ανατριχιαστικές ναζιστικές μεθόδους.
Εδώ η πολιτική διαμαρτυρία παύει να αφορά τον Νετανιάχου. Η ενοχή μεταφέρεται από την κυβέρνηση στο λαό, από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην εθνική ταυτότητα και στη συλλογική καταδίκη. Και η συλλογική ενοχοποίηση των Εβραίων ή των Ισραηλινών δεν εξαγνίζεται επειδή εκφέρεται στο όνομα ενός «δίκαιου αγώνα» του παλαιστινιακού λαού, τον οποίο «δίκαιο αγώνα», στο μεταξύ, διεξάγουν οι σφαγείς της Χαμάς και τα ενεργούμενα του θεοκρατικού Ιράν και της Μουσουλμανικής Αδελφότητας που χρηματοδοτείται από το Κατάρ και την Τουρκία.
Η ελληνική Αριστερά διατηρεί μια παλαιά και βαθιά ριζωμένη πεποίθηση: ότι οι δικές της μειοψηφικές θέσεις αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, την αυθεντική βούληση του λαού. Οι εκλογικοί συσχετισμοί, οι κοινωνικές πλειοψηφίες και οι στρατηγικές επιλογές της χώρας αντιμετωπίζονται ως προσωρινά εμπόδια μπροστά σε μια ανώτερη ιδεολογική νομιμότητα. Μπορεί να εκπροσωπεί ένα περιορισμένο τμήμα της κοινωνίας, εξακολουθεί όμως να μιλά σαν να διαθέτει το ηθικό πληρεξούσιο ολόκληρου του έθνους.
Αυτή είναι μια παλαιότερη και πονεμένη ιστορία. Η δήλωση της Κουφονικολάκου θέτει ένα ακόμη σοβαρότερο ζήτημα. Αφορά την εξωτερική πολιτική μιας χώρας η οποία βρίσκεται σε εξαιρετικά ασταθή περιοχή, αντιμετωπίζει καθημερινά αναθεωρητικές απειλές και έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κεφάλαιο σε συγκεκριμένες διεθνείς συμμαχίες.
Η Ελλάδα δεν συζητά τη σχέση της με το Ισραήλ σε ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο. Τη συζητά στην Ανατολική Μεσόγειο, απέναντι σε μια Τουρκία που αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα, διατηρεί το casus belli, προβάλλει τη «Γαλάζια Πατρίδα», εργαλειοποιεί τη μουσουλμανική αλληλεγγύη και επιχειρεί να αναδειχθεί σε ηγεμονική δύναμη του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η συμμαχία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δεν αποτελεί συναισθηματική επιλογή ούτε προσωπική προσκόλληση στον εκάστοτε ισραηλινό πρωθυπουργό. Αποτελεί στρατηγική σύγκλιση κρατών που έχουν κοινά συμφέροντα στην άμυνα, στην ενέργεια, στην τεχνολογία, στις θαλάσσιες ζώνες και στη συγκράτηση του τουρκικού αναθεωρητισμού.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο επειδή η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει μια θεωρητική ή μακρινή απειλή. Η Τουρκία αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία, διατηρεί το casus belli, διεκδικεί ελληνικά νησιά, αρνείται την επήρεια νησιών στις θαλάσσιες ζώνες και επιχειρεί να μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε χώρο αποκλειστικής τουρκικής επιρροής. Απέναντι σε αυτή την απροκάλυπτη αναθεωρητική στρατηγική, η ελληνική Αριστερά δεν περιορίζεται σε μια γενική δυσπιστία προς την εθνική πολιτική. Καταγγέλλει τους εξοπλισμούς που ενισχύουν την αποτροπή, υπονομεύει τις συμμαχίες που περιορίζουν την τουρκική ισχύ και υιοθετεί, σχεδόν αυτούσιες, τις αιτιάσεις της Άγκυρας για την Κύπρο, το Αιγαίο, το Ισραήλ και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το αποτέλεσμα είναι συγκεκριμένο και δεν επιδέχεται εξωραϊσμούς: το ελληνικό εθνικό συμφέρον θυσιάζεται για ακόμη μία φορά στο βωμό μιας ιδεολογίας, ενώ οι πολιτικές επιλογές που παρουσιάζονται ως φιλειρηνικές και διεθνιστικές καταλήγουν να λειτουργούν ως εσωτερικός πολλαπλασιαστής της τουρκικής στρατηγικής.
Όταν η Ελλάδα ενισχύει την άμυνά της, η Αριστερά διαμαρτύρεται. Όταν συγκροτεί συμμαχίες που αναχαιτίζουν τον τουρκικό αναθεωρητισμό, ζητά τη διάλυσή τους. Όταν η Άγκυρα απειλεί, αναζητά συνήθως την ευθύνη στην Αθήνα. Έτσι η ιδεολογική της καθαρότητα εξασφαλίζεται με το πραγματικό κόστος να μεταφέρεται στην εθνική κυριαρχία της χώρας.
Η Κουφονικολάκου δεν μίλησε για κανένα απ’ αυτά. Δεν εξήγησε τι θα σήμαινε για την ελληνική ασφάλεια μια βαθιά ρήξη με το Ισραήλ. Δεν ανέφερε ποιος θα αντικαθιστούσε την αμυντική, πληροφοριακή και τεχνολογική συνεργασία των δύο κρατών. Δεν είπε με ποιον τρόπο θα προστατεύονταν τα ελληνικά συμφέροντα μετά την αποδόμηση μιας από τις σημαντικότερες περιφερειακές συμμαχίες της χώρας.
Της αρκούσε η βεβαιότητα ότι βρισκόταν στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας». Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται για να επιβεβαιώνει την ηθική αυτοεικόνα ενός κόμματος. Ασκείται για να εξασφαλίζει την επιβίωση, την κυριαρχία και την ασφάλεια ενός κράτους.
Στο μεταξύ ο Αλέξης Τσίπρας, του οποίου η Θεώνη Κουφονικολάκου είναι σήμερα εκπρόσωπος, υπήρξε ένας από τους πρωθυπουργούς που εμβάθυναν αποφασιστικά τη σχέση Ελλάδας και Ισραήλ. Τον Δεκέμβριο του 2016, έχοντας δίπλα του τον ίδιο τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, δήλωνε πεπεισμένος ότι η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ είχε «μεγίστη στρατηγική αξία» για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την ευημερία της Ανατολικής Μεσογείου.
Η συνεργασία που σήμερα περιγράφεται ως «ντροπιαστική» δεν γεννήθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οικοδομήθηκε με τη συμμετοχή και την υπογραφή του Αλέξη Τσίπρα. Η σημερινή ΕΛΑΣ οφείλει επομένως να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: ήταν λανθασμένη και επαίσχυντη η στρατηγική που ακολούθησε ο αρχηγός της ως πρωθυπουργός, ήταν μια ακόμα από τις περίφημες αυταπάτες που τόσο μας στοίχησαν ή είναι σήμερα βολική η αποκήρυξή της επειδή το εκλογικό του ακροατήριο απαιτεί υψηλότερες δόσεις αντιισραηλινής ρητορικής;
Και τα δύο μαζί δεν γίνεται να ισχύουν.