Ρωμανός Οικονομίδης
Ηλεκτρολόγος μηχανικός και αναλυτής δεδομένων.
Μία από τις παραδόσεις που οικοδομήθηκαν στη Μεταπολίτευση είναι οι εξαγγελίες της εκάστοτε κυβέρνησης στη ΔΕΘ. Μια παράδοση που σίγουρα δεν είναι από τις πιο λαμπρές της Δημοκρατίας μας, μιας και κυρίως εκλαμβάνεται ως φεστιβάλ πλειοδοσίας σε παροχές, τις οποίες στο παρελθόν πληρώσαμε πολλαπλάσια. Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν είχα αυταπάτες ότι η φετινή ΔΕΘ θα αποτελούσε φωτεινή εξαίρεση, όπου κάθε πολιτικός φορέας θα εξέθετε το όραμά του για τους στόχους του έθνους τις επόμενες δεκαετίες.
Επειδή, όμως, η ηττοπάθεια δεν είναι λύση, κάθε χρόνο περιμένω ένα βήμα προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Σίγουρα, η χρονική συγκυρία της εγγύτητας της προεκλογικής περιόδου δεν βοήθησε, αλλά θα είχε ενδιαφέρον να εξετάσουμε κάποια πράγματα που ακούστηκαν, και κυρίως αυτά που δεν ακούστηκαν.
Συγκεκριμένα, οι φορολογικές ελαφρύνσεις που ανακοινώθηκαν στη φετινή ΔΕΘ είναι ασφαλώς καλοδεχούμενες. Το ίδιο και τα μέτρα για τις οικογένειες και το δημογραφικό. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεωρώ και την ιδέα του «κουμπαρά» για κάθε παιδί, όπου το κράτος θα συνεισφέρει ισόποσα με τους γονείς έως ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε χρόνο. Είναι μια παρέμβαση με πιο μακροπρόθεσμη λογική: αντί για ένα ακόμη επίδομα που καταναλώνεται σήμερα, δημιουργεί ένα αρχικό κεφάλαιο για τη νέα γενιά.
Το γεγονός ότι ο «κουμπαράς» της νέας γενιάς δέχεται ασύγκριτα περισσότερη κριτική από το επίδομα στους δημόσιους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους λέει πολλά, όχι μόνο για την ποιότητα της αντιπολίτευσης αλλά και για τα περιθώρια που έχει μια κυβέρνηση να λάβει μεταρρυθμιστικά και μακροπρόθεσμα μέτρα μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον.
Όμως, παρακολουθώντας τη ΔΕΘ, υπήρχε κάτι που περίμενα να ακούσω περισσότερο.
Πώς θα γίνουμε πιο παραγωγικοί;
Γιατί, όσο πλησιάζουμε προς τις επόμενες εκλογές, η οικονομική συζήτηση κινδυνεύει να περιοριστεί ξανά στο γνώριμο παιχνίδι: ποιος θα δώσει περισσότερα. Περισσότερα επιδόματα. Μια μεγαλύτερη αύξηση. Ένας 13ος μισθός στο Δημόσιο. Μια 13η σύνταξη. Μια ακόμη κρατική παρέμβαση που θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα για έναν χρόνο.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Δεν μπορούμε να περιμένουμε κάθε χρόνο τη ΔΕΘ για να μάθουμε ποιο θα είναι το εισόδημά μας τον επόμενο χρόνο.
Οι μειώσεις φόρων είναι καλοδεχούμενες και, σε πολλές περιπτώσεις, απαραίτητες. Θα ήθελα επίσης να δω περαιτέρω μείωση των εργοδοτικών εισφορών, ώστε να γίνει ευκολότερη η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και να υπάρξει μεγαλύτερος χώρος για αυξήσεις όχι μόνο στον κατώτατο αλλά και στον μέσο μισθό.
Εδώ έχουν γίνει σημαντικά βήματα, καθώς το ποσοστό ανεργίας αγγίζει ιστορικά χαμηλά, ενώ τόσο ο κατώτατος όσο και ο μέσος μισθός έχουν αυξηθεί σημαντικά.
Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να αυξάνεις ένα εισόδημα με μια απόφαση του κράτους και στο να δημιουργείς τις συνθήκες ώστε η οικονομία να μπορεί να πληρώνει υψηλότερους μισθούς από μόνη της.
Το πρώτο είναι σχετικά εύκολο. Το δεύτερο λέγεται παραγωγικότητα. Και εδώ τα στοιχεία είναι αρκετά αποκαλυπτικά. Το 2025 ο μέσος εργαζόμενος στην Ελλάδα δούλεψε περίπου 1.874 ώρες, έναντι 1.736 ωρών στον ΟΟΣΑ, 1.498 στη Γαλλία και μόλις 1.332 στη Γερμανία. Άρα, το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι ότι δουλεύουμε λίγο. Είναι ότι κάθε ώρα εργασίας παράγει πολύ λιγότερη αξία.
Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ είναι αρκετά σαφής ως προς τις αιτίες: χαμηλές επενδύσεις, περιορισμένη καινοτομία, μικρό μέγεθος επιχειρήσεων και αργή υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Στην Ελλάδα σχεδόν το μισό της επιχειρηματικής απασχόλησης βρίσκεται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ πολλές μικρές εταιρείες δυσκολεύονται να επενδύσουν, να μεγαλώσουν και να αξιοποιήσουν ψηφιακά εργαλεία.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θα ήθελα να δω την οικονομική συζήτηση να εστιάζει. Για παράδειγμα, ένα πραγματικό πρόγραμμα ταχείας υιοθέτησης τεχνητής νοημοσύνης από τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα συνδεόταν με στόχους αύξησης της παραγωγικότητας και συγκεκριμένα case studies για κάθε τύπο επιχείρησης. Όχι vouchers επιμόρφωσης από αγνώστου ταυτότητας κέντρα εκπαίδευσης, που θα ανατεθούν σε γνωστούς και φίλους.
Στη Σιγκαπούρη, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν ήδη να χρηματοδοτούν την υιοθέτηση προεγκεκριμένων ψηφιακών και AI-enabled λύσεων μέσω του Productivity Solutions Grant. Η χρήση AI από αυτές αυξήθηκε από 4,2% το 2023 σε 14,5% το 2024, ενώ οι επιχειρήσεις που χρησιμοποίησαν σχετικές λύσεις μέσω του προγράμματος κατέγραψαν κατά μέσο όρο εξοικονόμηση κόστους 52%. Η κυβέρνηση επεκτείνει πλέον την πολιτική, με στόχο να βοηθήσει 10.000 επιχειρήσεις να υιοθετήσουν AI και να εκπαιδεύσει 100.000 εργαζομένους μέσα σε τρία χρόνια.
Το ίδιο θα ήθελα να δω και στην αγορά εργασίας. Η εξ αποστάσεως εργασία μάς επιτρέπει πλέον να διαχωρίσουμε, σε σημαντικό βαθμό, το πού βρίσκεται η επιχείρηση από το πού βρίσκεται ο εργαζόμενος. Κι όμως, συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε ως σχεδόν αυτονόητο ότι ένας νέος με καλές δεξιότητες πρέπει να μετακομίσει στην Αθήνα —ή στη Θεσσαλονίκη— για να βρει μια καλή δουλειά. Οι συνέπειες αυτού είναι ορατές στο δημογραφικό, στο στεγαστικό, στην υποβάθμιση της ζωής στο κέντρο και στην επαρχία.
Εδώ, λοιπόν, θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε κίνητρα για νέες εξ αποστάσεως θέσεις εργασίας εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης, ειδικά σε κλάδους τεχνολογίας όπου δεν είναι απαραίτητη η καθημερινή φυσική παρουσία. Η μείωση του διοικητικού κόστους της υβριδικής εργασίας και οι φορολογικές υπερεκπτώσεις για επενδύσεις σε cybersecurity, cloud και ψηφιακές υποδομές θα ήταν ένα βήμα. Ένα άλλο, πιο τολμηρό βήμα θα αποτελούσε η στοχευμένη μείωση των εργοδοτικών εισφορών για εταιρείες που δημιουργούν πραγματικές, καλά αμειβόμενες θέσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης.
Γιατί ίσως ένας καλύτερος τρόπος να βοηθήσεις έναν 30χρονο δεν είναι να του δώσεις άλλα 100 ευρώ για να πληρώνει ένα ενοίκιο 900 ευρώ στην Αθήνα. Είναι να δημιουργήσεις τις συνθήκες ώστε να μπορεί να έχει έναν καλό μισθό χωρίς να χρειάζεται να ζει εκεί.
Μπορούμε να δώσουμε περισσότερα χρήματα στους πολίτες. Μπορούμε να αυξήσουμε τον κατώτατο μισθό. Μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν 13ο μισθό. Μπορούμε να μοιράσουμε ένα ακόμη δημοσιονομικό πλεόνασμα. Αλλά, αν η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή, στο τέλος θα έχουμε περισσότερα ευρώ στα χέρια μας χωρίς να μας φτάνουν. Και τότε, πολύ σύντομα, θα επιστρέψουμε στο ίδιο σημείο. Να ζητάμε ένα ακόμη επίδομα, επειδή τα προηγούμενα χρήματα δεν μας φτάνουν. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος μιας οικονομίας που προσπαθεί να μοιράσει περισσότερα χωρίς να παράγει περισσότερα.
Σίγουρα, έχουμε κάνει βήματα. Το γεγονός ότι προσπαθούμε να μοιράσουμε αυστηρά από αυτά που έχουμε στο ταμείο είναι κάτι που δεν ήταν αυτονόητο πριν από κάποια χρόνια και πάση θυσία πρέπει να το διατηρήσουμε. Όμως πρέπει να μπούμε σε ένα άλλο πλαίσιο συζήτησης και να ξεφύγουμε από τις παλιές αντιλήψεις. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει ένα ώριμο πολιτικό σύστημα — όχι μόνο ένα κόμμα, αλλά οριζόντια όλα τα δημοκρατικά κόμματα. Σε αυτή την κατεύθυνση οφείλουμε να πιέσουμε όσοι δεν θέλουμε να ακούσουμε πάλι τα ίδια στις επόμενες ΔΕΘ.
Τις τελευταίες εβδομάδες παρατηρώ, με μεγάλη μου έκπληξη, να επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα της 13ης σύνταξης, και μάλιστα ως οριζόντιο μέτρο. Και λέω «με μεγάλη μου έκπληξη», γιατί ίσως διατηρούσα κι εγώ κάποιες φρούδες ελπίδες ότι κάτι μάθαμε από την εμπειρία της κρίσης. Κυρίως, ότι μάθαμε από τα αίτιά της.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Οι συνταξιούχοι δεν αποτελούν την πιο αδικημένη κοινωνική ομάδα της χώρας. Αντιθέτως, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι η χώρα που δαπανά το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ της για συντάξεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου το 16% του ΑΕΠ, ποσοστό που παραμένει και από τα υψηλότερα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Για δεκαετίες, το ασφαλιστικό αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες της δημοσιονομικής εκτροπής, με το Δημόσιο να διοχετεύει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο για τη χρηματοδότησή του. Η εικόνα σήμερα είναι σαφώς καλύτερη σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση, όμως οι συντάξεις εξακολουθούν να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δαπανών του κράτους.
Και πάλι, όμως, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι μια 13η σύνταξη «βγαίνει» δημοσιονομικά, ποια ακριβώς κοινωνική πολιτική περί μείωσης των ανισοτήτων δικαιολογεί τον οριζόντιο χαρακτήρα ενός τέτοιου μέτρου; Με ποια λογική θα λάβει την ίδια επιπλέον παροχή ένας χαμηλοσυνταξιούχος και ένας συνταξιούχος των 2.000; Και πώς συμβιβάζεται αυτή η πρόταση με την ιδεολογία και τις αρχές των δήθεν προοδευτικών κομμάτων που δηλώνουν ότι έχουν προτεραιότητα την κοινωνική δικαιοσύνη;
Αλλά μια που μιλήσαμε για κοινωνική δικαιοσύνη, αλήθεια, η διαγενεακή δικαιοσύνη απασχολεί κανέναν από όσους καταθέτουν αυτή την πρόταση; Υπάρχει έστω ως έννοια στον δημόσιο διάλογο;
Σε μια χώρα που γερνάει ταχύτερα από σχεδόν κάθε άλλη στην Ευρώπη, όπου οι γεννήσεις καταγράφουν ιστορικά χαμηλά και οι εργαζόμενοι που καλούνται να χρηματοδοτήσουν το ασφαλιστικό γίνονται αναλογικά όλο και λιγότεροι, κάθε νέα μόνιμη συνταξιοδοτική δαπάνη δεν αφορά μόνο το σήμερα. Αφορά πρωτίστως το ποιος θα την πληρώσει αύριο. Το πληρώσαμε μια φορά στο παρελθόν, είμαστε έτοιμοι να το επαναλάβουμε;
Ακόμη πιο απογοητευτικό είναι ότι δεν ακούστηκε σχεδόν καμία διαφορετική φωνή. Κανένας νέος πολιτικός, κανένα νέο πρόσωπο με δημόσιο βήμα δεν βρέθηκε να εκφράσει έστω έναν προβληματισμό. Ούτε μία αμφιβολία. Κι όμως, οι ίδιοι άνθρωποι συχνά εμφανίζονται ως εκπρόσωποι μιας νέας γενιάς και μιας διαφορετικής πολιτικής αντίληψης.
Εντέλει, θεωρώ προκλητικό –και σε έναν βαθμό ανήθικο– να ανοίγει σήμερα η συζήτηση για μια οριζόντια 13η σύνταξη, όταν η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πολύ πιο πιεστικά και υπαρξιακά προβλήματα. Το δημογραφικό, που απειλεί την ίδια τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού. Τη στεγαστική κρίση, που αποκλείει μια ολόκληρη γενιά από την απόκτηση κατοικίας. Την ακρίβεια, που συμπιέζει κυρίως τα εισοδήματα των νέων εργαζομένων και των οικογενειών. Και σίγουρα την παραγωγικότητα της οικονομίας, που εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Αν υπάρχουν διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι, η πρώτη προτεραιότητα δεν μπορεί να είναι η οριζόντια ενίσχυση μιας ομάδας που ήδη απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δαπανών. Θα έπρεπε να είναι η επένδυση στο μέλλον της χώρας. Γιατί, αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε πολιτικό ζήτημα αποκλειστικά με όρους εκλογικής πελατείας περασμένων δεκαετιών, τότε μάλλον δεν μάθαμε τίποτα από την κρίση.