Γιώργος Μαζωνάκης
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΑέναη μεταμόρφωση, σκληρό πεπρωμένο. Από τον Ziggy Stardust στον Δανδή της Νίκαιας
Στην ιστορία της σύγχρονης ποπ κουλτούρας, η σκηνή δεν υπήρξε ποτέ ένας απλός γεωγραφικός χώρος, αλλά ένα πεδίο οντολογικής μεταμόρφωσης. Λίγοι, ωστόσο, δημιουργοί κατάφεραν να μετατρέψουν το ίδιο τους το σώμα σε εργαλείο που δοκίμαζε τα όρια της κοινωνικής ανοχής. Ανάμεσα σε αυτούς, αν και εκπορεύονται από ασύμβατα πολιτισμικά οικοσυστήματα, ο Ντέιβιντ Μπόουι (δυτική glam-rock πρωτοπορία) και ο Γιώργος Μαζωνάκης (εγχώριο, λαϊκό μεταμοντέρνο) συναντώνται σε μια κοινή υπαρξιακή συχνότητα: στην αισθητική της ανταρσίας μέσω της σκηνικής παρουσίας και της μουσικής. Εντούτοις, η πιο συγκλονιστική, σχεδόν μεταφυσική τους σύνδεση δεν εντοπίζεται στη λάμψη των προβολέων, αλλά στη δραματική γεωμετρία του τέλους τους, εκεί όπου η μοίρα αποφάσισε να γράψει δύο εκ διαμέτρου αντίθετους, αλλά εξίσου τραγικούς επιλόγους.
Η σκηνική παρουσία ως ρήξη
Για τον Μπόουι, το στυλ δεν υπήρξε ποτέ διακοσμητικό στοιχείο· ήταν το όχημα για την απόσταση από τις καθιερωμένες νόρμες. Υιοθετώντας το ανδρόγυνο «man's dress» του Mr Fish, που φόρεσε στο εξώφυλλο τού The Man Who Sold the World και, αργότερα, τα ασύμμετρα, φουτουριστικά κοστούμια που σχεδίασε ο Κανσάι Γιαμαμότο για την περιοδεία «Aladdin Sane» το 1973, ο Μπόουι έγινε ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς δημιουργούς κατασκευασμένων προσωπείων. Άρπαξε την υπερβολή και την άρνηση της φυσικής νομοτέλειας και αμφισβήτησε τις έμφυλες συμβάσεις. Το αρσενικό και το θηλυκό συγχωνεύονταν στη σκηνή του σε μια νέα οντότητα, σαν μια συμπαντική ανθρωπολογία μακριά από τη γήινη φθορά.
Αν η επανάσταση του Μπόουι συνέβη σε ένα δυτικό περιβάλλον που, μετά τις πρώτες αντιδράσεις, αποδείχθηκε δεκτικό στην αμφισβήτηση, η αντίστοιχη του Μαζωνάκη συντελέστηκε σε ένα περιβάλλον βαθιά συντηρητικό και στερεοτυπικό. Εισβάλλοντας στην ελληνική νυχτερινή διασκέδαση, ο Μαζωνάκης αποδόμησε εκ των έσω το αρχέτυπο του «βαρέως λαϊκού τραγουδιστή». Φορώντας φούστες και καλσόν, γούνες, καλτσοδέτες και πλατφόρμες, ακόμη και βέλο και φόρεμα, δεν προκάλεσε απλώς ένα αισθητικό σοκ· πραγματοποίησε μια πράξη αισθητικής και κοινωνικής διεύρυνσης.
Μια από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές αυτής της αισθητικής σύγκλισης αποτυπώθηκε τον Φεβρουάριο του 2023 στην πίστα νυχτερινού κέντρου. Εκεί, ο Μαζωνάκης εμφανίστηκε έχοντας σχεδιασμένο στο πρόσωπό του τον πασίγνωστο κόκκινο-μπλε κεραυνό του Aladdin Sane, συνδέοντας το αθηναϊκό λαϊκό πάλκο με την αισθητική του Μπόουι. Έφερε ένα κοινό εθισμένο στην ορθοδοξία της «ανδρικής λεβεντιάς» των μπουζουκιών αντιμέτωπο με την ευαλωτότητα και το camp ως έγκυρες εκφράσεις του λαϊκού αισθήματος. Ο «Μαζώ» έγινε ένας δανδής των αθηναϊκών προαστίων, αποδεικνύοντας πως η αυθεντική κομψότητα κρύβεται στην τόλμη να είσαι ο εαυτός σου, κόντρα στο ρεύμα.
Η ηχητική μετάλλαξη: πέρα από τα όρια των ειδών
Αυτή η συνεχής οπτική μεταμόρφωση δεν ήταν ποτέ ένα κενό περιεχομένου τέχνασμα· αντικατόπτριζε μια βαθύτερη ανάγκη για ηχητικό πειραματισμό. Ο Μπόουι δεν παρέμεινε ποτέ έγκλειστος σε ένα μουσικό ιδίωμα. Μετακινήθηκε με παροιμιώδη ευκολία από το glam rock στην «plastic soul» του Young Americans, κι από εκεί στον σκοτεινό, ηλεκτρονικό μινιμαλισμό της τριλογίας του Βερολίνου, για να καταλήξει στην avant-garde jazz του κύκνειου άσματός του. Κάθε αλλαγή κοστουμιού σήμαινε και μια επανεφεύρεση του προηγούμενου μουσικού εαυτού του.
Μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής μουσικής βιομηχανίας, ο Γιώργος Μαζωνάκης λειτούργησε με την ίδια ανατρεπτική διάθεση απέναντι στις φόρμες. Δεν αρκέστηκε στην ασφάλεια του κλασικού λαϊκού τραγουδιού. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, μπόλιασε τα μπουζούκια με pop, dance και ηλεκτρονικά στοιχεία, ενώ οι συνεργασίες του με τη hip-hop σκηνή ξένισαν τους πιστούς του είδους. Όπως ο Μπόουι ενσωμάτωσε τα συνθεσάιζερ στο ροκ, έτσι και ο Μαζωνάκης χρησιμοποίησε τα samples, τα βαριά beats και τις δυτικές ενορχηστρώσεις για να διευρύνει τα όρια του λαϊκού, αποδεικνύοντας ότι η παράδοση είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει μέσα από την αίρεση.
Η κινηματογραφική εισβολή: η εικόνα ως προέκταση του μύθου
Αυτή η σταθερή άρνηση για δημιουργικό εγκλωβισμό οδήγησε και τους δύο στη μεγάλη οθόνη. Ο Μπόουι χρησιμοποίησε το σινεμά για να ενσαρκώσει την αλλόκοσμη, ανδρόγυνη φύση του, από τον εξωγήινο στο The Man Who Fell to Earth (Ο Άνθρωπος που Έπεσε στη Γη, σε σκηνοθεσία Νίκολας Ρεγκ, 1976) μέχρι τον βασιλιά των goblins στο Labyrinth, μετατρέποντας τον εαυτό του σε ένα ζωντανό οπτικό παράδοξο. Αντίστοιχα, ο Μαζωνάκης προσέγγισε τον κινηματογράφο με αντισυμβατική διάθεση. Πρωταγωνιστώντας στη μικρού μήκους ταινία Στο θρόνο του Ξέρξη της Εύης Καλογηροπούλου, απογυμνώθηκε από τη λάμψη του λαϊκού σταρ για να υποδυθεί έναν επιστάτη στα ναυπηγεία του Περάματος. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε στην Εβδομάδα Κριτικής του 75ου Φεστιβάλ Καννών, όπου η ταινία –μια δυστοπία όπου η απαγόρευση της επαφής γεννά έναν καταπιεσμένο αισθησιασμό, πέρα από τα ετεροκανονικά στερεότυπα της επιθυμίας, με όχημα το πρόσωπο του Έλληνα καλλιτέχνη– κέρδισε το Βραβείο Canal+. Για τους δύο δημιουργούς, ο φακός υπήρξε ένας ακόμη χώρος μεταμόρφωσης και πειραματισμού.
Η σκηνοθεσία του τέλους έναντι της βίαιης διακοπής
Η κοινή αυτή πορεία προς την ελευθερία της έκφρασης διακόπτεται από μια βαθιά, σχεδόν ειρωνική αντίθεση στον τρόπο που οι δύο δημιουργοί αποχαιρέτισαν τα εγκόσμια. Εδώ η σύγκριση αποκτά τα χαρακτηριστικά αρχαίας τραγωδίας, αναδεικνύοντας το σκληρό παιχνίδι ανάμεσα στην αξιοπρέπεια του προσχεδιασμένου τέλους και στα απρόβλεπτα γυρίσματα της τύχης.
Ο Μπόουι βίωσε το τέλος του ως την ύστατη καλλιτεχνική του πράξη. Γνωρίζοντας την ασθένειά του, δεν «θρήνησε για την τύχη του που ενέδιδε». Αντίθετα, αποχαιρέτισε τον κόσμο με απόλυτο θάρρος και μετέτρεψε την ίδια του την απώλεια σε ένα μνημειώδες έργο τέχνης. Σκηνοθέτησε τον αποχαιρετισμό του κυκλοφορώντας το άλμπουμ Blackstar και το ανατριχιαστικό βιντεοκλίπ του «Lazarus», όπου εμφανίζεται στο κρεβάτι του πόνου, λίγες ημέρες πριν ξεψυχήσει. Ο Μπόουι δεν ηττήθηκε από το χρόνο· τον αξιοποίησε μέχρι την τελευταία του πνοή.
Στον αντίποδα, ο επίλογος του Μαζωνάκη γράφτηκε με τον πιο βίαιο και απροσδόκητο τρόπο. Τα σχέδιά του για το μέλλον, με αποκορύφωμα τη συναυλία «33 Χρόνια» στην Τεχνόπολη, έσβησαν απότομα, αφήνοντας πίσω μια ημιτελή πορεία. Ο ξαφνικός χαμός του από ανακοπή καρδιάς στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, ενώ βρισκόταν σε μια γεμάτη δημιουργική τροχιά, του στέρησε το δικαίωμα του δικού του καλλιτεχνικού αποχαιρετισμού. Η τραγωδία διπλασιάστηκε: η απώλεια δεν μετουσιώθηκε σε βουβή υπόκλιση, αλλά παγιδεύτηκε στον θόρυβο ενός γκρίζου δικαστικού θρίλερ με φόντο ένα ιατρείο στο Κολωνάκι. Ο άνθρωπος που έλεγχε την εικόνα του στη σκηνή, παραδόθηκε ανυπεράσπιστος στην πεζή, αδιάκριτη πραγματικότητα της επικαιρότητας.
Ωστόσο, το κοινό φρόντισε να του χαρίσει τη δική του, μεταθανάτια παράσταση. Εκεί, στους δρόμους της Νίκαιας, η γεωμετρία της απώλειας άλλαξε ξανά. Χιλιάδες άνθρωποι δεν πέρασαν από την Αγία Τριάδα απλώς για ένα θρησκευτικό τυπικό· συνέθεσαν μια ύστατη, συγκλονιστική performance, μετατρέποντας τον βουβό πόνο σε ένα τελευταίο, εκκωφαντικό χειροκρότημα.
Το κοινό αποτύπωμα στην αιωνιότητα
Παρά τη χαοτική διαφορά στο φινάλε τους, η ουσία της ύπαρξής τους παραμένει αρραγής. Και οι δύο αντιμετώπισαν τη ζωή ως μια διαρκή, ριψοκίνδυνη παράσταση, επιβεβαιώνοντας πως η αληθινή τέχνη δεν συμβιβάζεται ποτέ με το ασφαλές και το αναμενόμενο.
Σήμερα, η σύνδεσή τους αποκτά μια νέα, βαθύτερη ανάγνωση. Μας υπενθυμίζει ότι οι αυθεντικοί χαμαιλέοντες της τέχνης δεν πεθαίνουν ποτέ πραγματικά· απλώς αποσύρονται στα παρασκήνια, αφήνοντας το κοινό τους να αναζητά στα τυφλά τη λάμψη που εκείνοι σκόρπισαν απλόχερα.
Όταν η βλακεία έγινε αξιοκρατία
Το πιο παράξενο στην υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη δεν είναι ότι ένας εξαιρετικά δημοφιλής καλλιτέχνης βρέθηκε σε ιδιωτικό ιατρείο του Κολωνακίου για πλασμαφαίρεση. Το πραγματικά παράξενο είναι ότι εξακολουθούμε να εκπλησσόμαστε.
Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του διερευνώνται και κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν δικαιούται να προκαταλάβει ούτε την ιατροδικαστική κρίση ούτε τη Δικαιοσύνη. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι ο χώρος διαφήμιζε θεραπείες αναγεννητικής ιατρικής, βλαστοκυττάρων και «ολιστικές» προσεγγίσεις, ενώ κατά την αυτοψία, εκτός από πλήθος εικόνων λατρείας, βρέθηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, τα οποία, σύμφωνα με τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, δεν επιτρεπόταν να είναι εγκατεστημένα σε απλό ιατρείο. Αυτά είναι όσα μπορούμε σήμερα να πούμε ως γεγονότα. Τα υπόλοιπα θα τα κρίνουν οι αρμόδιοι.
Αλλά εμένα εδώ με ενδιαφέρει η εντυπωσιακή ευκολία με την οποία μια κοινωνία που επί μισό αιώνα εκπαιδεύεται συστηματικά να πιστεύει το απίθανο εξακολουθεί –ή παριστάνει πως εξακολουθεί– να εκπλήσσεται όταν ένας από τους ανθρώπους της εμπιστεύεται την υγεία του σε μια υπόσχεση περιβεβλημένη με επιστημονικοφανές λεξιλόγιο, ακριβή διεύθυνση και την αλαζονική βεβαιότητα εκείνων που γνωρίζουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αγοράζουν μόνο θεραπεία αλλά και την ελπίδα πως υπάρχει ένας σύντομος δρόμος έξω από την πραγματικότητα.
Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιδιωτική παραδοξότητα ούτε με μια μεμονωμένη πλάνη. Έχουμε να κάνουμε με μια εδραιωμένη νοοτροπία, βαθιά ριζωμένη στον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να κρίνουμε, να εμπιστευόμαστε και τελικά να αποφασίζουμε. Μια κοινωνία που επί δεκαετίες έμαθε να εμπιστεύεται τον κομματάρχη ή το κόμμα περισσότερο από τον θεσμό, τον τηλεοπτικό αστέρα περισσότερο από τον ειδικό, τον αυτόκλητο προφήτη περισσότερο από τη γνώση, την καταγγελία περισσότερο από την απόδειξη και κάθε εύκολη υπόσχεση περισσότερο από τη δύσκολη πραγματικότητα.
Γιατί, λοιπόν, μας φαίνεται τόσο απίστευτο όταν αυτή η νοοτροπία επιστρέφει κάποτε ως προσωπική τραγωδία;
Επί δεκαετίες έχουμε καταργήσει σχεδόν κάθε διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη γνώση και στη γνώμη, στην αυθεντία και στην αυθαιρεσία, στην πληροφορία και στην επιθυμία. Έχουμε μετατρέψει την καχυποψία απέναντι στους ειδικούς σε απόδειξη ανεξαρτησίας, τη θρασύτητα σε αυθεντικότητα και την άγνοια σε κάτι σαν λαϊκό παράσημο. Η βλακεία απέκτησε δημοκρατική νομιμοποίηση και, λίγο αργότερα, άρχισε να παρουσιάζεται περίπου ως αξιοκρατία: αφού μπορώ να μιλήσω, άρα γνωρίζω· αφού έχω άποψη, άρα η άποψή μου αξίζει όσο και η γνώση εκείνου που αφιέρωσε τριάντα χρόνια για να μάθει το αντικείμενό του.
Αυτό είναι ένα από τα πιο σκοτεινά παράγωγα της Μεταπολίτευσης.
Όχι της δημοκρατίας. Η διάκριση είναι κρίσιμη. Η Μεταπολίτευση έδωσε στην Ελλάδα όσα της είχαν στερηθεί επί δεκαετίες: πολιτική ελευθερία, κοινωνική κινητικότητα, δικαιώματα, ισονομία, φωνή σε ανθρώπους που προηγουμένως ζούσαν στο περιθώριο. Αυτή είναι η μεγάλη και αδιαμφισβήτητη κατάκτησή της. Κάπου όμως στην πορεία ταυτίσαμε την κατάργηση της αυταρχικής ιεραρχίας με την κατάργηση κάθε ιεράρχησης. Η ισότητα των πολιτών μεταφράστηκε σιγά σιγά σε ισοτιμία όλων των απόψεων. Η αμφισβήτηση της αυθεντίας έγινε περιφρόνηση της γνώσης. Το δικαίωμα απέκτησε αυτονομία από την υποχρέωση. Και η δημοκρατία, από πολίτευμα ευθύνης, άρχισε να βιώνεται ως γενική άδεια.
Η πελατειακή λογική ως κοινωνικό σύστημα δεν γεννήθηκε το 1974. Υπήρχε πολύ πριν. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα όμως την εκδημοκράτισε σε πρωτοφανή κλίμακα. Ο διορισμός έπαψε να θεωρείται εύνοια και μετατράπηκε σε κοινωνική προσδοκία. Η επιδότηση από βοήθημα έγινε αναπτυξιακή στρατηγική. Το κράτος όφειλε να σε διορίσει, να σε αποζημιώσει, να σε επιδοτήσει, να σε προστατεύσει από τον ανταγωνισμό, να κλείσει τα μάτια στην αυθαιρεσία σου και, όταν ερχόταν ο λογαριασμός, να τον στείλει σε κάποιον άλλο. Πολιτικές δυνάμεις από ολόκληρο το φάσμα συμμετείχαν σε αυτή τη μεγάλη συναλλαγή. Ο πολίτης πρόσφερε ψήφο και το κράτος ανταπέδιδε με εξαίρεση.
Έτσι κατασκευάστηκε, σχεδόν μεθοδικά, η αυθάδης καρικατούρα του μεταπολιτευτικού ανθρώπου. Ένας διαταξικός ανθρωπότυπος που κατέληξε να γίνει το πιο αναγνωρίσιμο προϊόν μιας ολόκληρης εποχής. Μπορούσε να είναι δημόσιος υπάλληλος, επιχειρηματίας, πανεπιστημιακός, δημοσιογράφος, συνδικαλιστής, καλλιτέχνης, γιατρός. Κοινό του γνώρισμα ήταν η βεβαιότητα ότι δικαιούται περισσότερα από όσα ο ίδιος οφείλει να παράγει και ότι, όταν η πραγματικότητα διαφωνεί μαζί του, φταίει η πραγματικότητα.
Στη δεκαετία του 1990 προστέθηκε η μεγάλη σχολή του lifestyle. Δεν ευθύνεται ασφαλώς ο Πέτρος Κωστόπουλος ή η Ελένη Μενεγάκη για την οικονομική και αξιακή χρεοκοπία της χώρας· αυτό θα ήταν ανόητο. Συμβόλισαν όμως, μαζί με δεκάδες περιοδικά, τηλεοπτικές εκπομπές και νεόκοπους αστέρες, μια βαθύτερη αλλοίωση των κοινωνικών κριτηρίων. Και γύρω τους το σοβαρό αντίβαρο έλειπε: μια υπνώττουσα διανόηση, η πανεπιστημιακή κοινότητα που επί δεκαετίες καλλιέργησε την αυτάρεσκη εικόνα μιας αντικομφορμιστικής, εναλλακτικής προοδευτικότητας ενώ είχε από καιρό μετατραπεί σε κλειστό σύστημα ισχύος, προνομίων και αλληλοαναγνώρισης, και ένα καλλιτεχνικό κατεστημένο βαθιά εγκλωβισμένο σε κομματικές ταυτίσεις, ιδεολογικές ορθοδοξίες και δίκτυα αμοιβαίας προβολής. Η αντίσταση στο «σύστημα» γινόταν όλο και συχνότερα ο ασφαλέστερος τρόπος να εδραιωθείς μέσα του και η ιδεολογία, για πολλούς, έπαψε να είναι πεποίθηση και έγινε επάγγελμα. Αυτοκίνητο, μάρκα, νυχτερινό κέντρο, πισίνα, διακοπές, γνωριμίες, προβολή. Ήταν η εποχή που η επίδειξη αναβαπτίστηκε σε επιτυχία, η κατανάλωση σε κοινωνική άνοδο και ο ναρκισσισμός σε προσωπικότητα.
Και ύστερα ήρθαν τα «Παρατράγουδα». Η τηλεόραση έβγαλε στον αέρα ανθρώπους ευάλωτους, συχνά εμφανώς διαταραγμένους ή κοινωνικά απροστάτευτους, και τους μετέτρεψε σε ψυχαγωγία. Το αλλόκοτο έγινε προϊόν, η αμηχανία θέαμα, η γραφικότητα διασημότητα. Η τηλεόραση ανακάλυψε κάτι που αργότερα τα κοινωνικά δίκτυα θα τελειοποιούσαν: δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε για να αποκτήσεις δημόσιο λόγο. Αρκεί να είσαι αρκετά γελοίος, αρκετά θρασύς και αρκετά βέβαιος για την ανοησία σου ώστε η τηλεόραση να σε ανακηρύξει προσωπικότητα. Η σοβαρότητα έχανε σταδιακά κάθε εμπορική αξία· αρκούσε πια κάτι να μοιάζει «αυθεντικό». Και «αυθεντικό» σήμαινε συνήθως αγενές, ακατέργαστο, ανεπεξέργαστο. Κάθε σαχλαμάρα μπορούσε να βαφτιστεί «εθνική μαγκιά».
Το 1999 η ίδια ψυχολογία πέρασε από την τηλεόραση στη Σοφοκλέους. Περίπου ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες είχαν εμπλακεί στο Χρηματιστήριο και σχεδόν τα μισά νοικοκυριά διέθεταν κάποια στιγμή χρηματιστηριακό κωδικό. Άνθρωποι, σε μια χώρα εγκληματικά αναλφάβητη οικονομικά, χωρίς καμία προηγούμενη σχέση με τις αγορές αντάλλασσαν πληροφορίες για «χαρτιά», αυξήσεις κεφαλαίου και επόμενα limit up σε καφενεία, ταξί και παραλίες. Η Ελλάδα είχε ανακαλύψει ακόμη έναν τρόπο πλουτισμού χωρίς γνώση, χρόνο και κόπο.
Και φυσικά δεν θα ήταν ο τελευταίος.
Η δεκαετία του 2000 πρόσθεσε φθηνό δανεισμό, πιστωτικές κάρτες, στεγαστικά, καταναλωτικά, SUV, εξοχικά και μια αίσθηση ότι η ευημερία είχε πάψει να αποτελεί αποτέλεσμα παραγωγής και είχε γίνει περίπου φυσικό δικαίωμα. Αγοράζαμε μέλλον με δανεικά και το ονομάζαμε ευρωπαϊκή κανονικότητα.
Γι’ αυτό, προσωπικά, δεν πίστεψα ποτέ ότι η ελληνική χρεοκοπία υπήρξε απλώς οικονομική. Η οικονομική κατάρρευση ήταν η λογιστική μορφή μιας βαθύτερης χρεοκοπίας. Ήταν η στιγμή που η αριθμητική παρουσίασε τον λογαριασμό μιας κοινωνίας η οποία είχε μάθει επί δεκαετίες να θεωρεί την επιθυμία επιχείρημα. Και ακόμη και τότε, αντί να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, προτιμήσαμε και πάλι τον μύθο.
Ο κορυφαίος πολιτικός του εκφραστής υπήρξε ο Αλέξης Τσίπρας, κυρίως επειδή διέθετε το σπάνιο χάρισμα να προσφέρει σε μια κοινωνία ακριβώς εκείνο που περισσότερο επιθυμούσε να ακούσει: ότι μπορούσε να διατηρήσει τα δικαιώματα χωρίς τις υποχρεώσεις, την κατανάλωση χωρίς την παραγωγή, την αξιοπρέπεια χωρίς το κόστος και τελικά την πραγματικότητα χωρίς τις συνέπειές της. Δεν της ζήτησε να αλλάξει· της υποσχέθηκε ότι είχε δίκιο όπως ακριβώς ήταν. Και για μια κοινωνία που από καιρό είχε μάθει να μεταθέτει αλλού τον λογαριασμό, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει πιο γοητευτική πολιτική πρόταση.
Έφταιγαν οι ξένοι, οι τραπεζίτες, οι Γερμανοί, οι τοκογλύφοι, οι αγορές, οι προδότες, οι «γερμανοτσολιάδες» — όλοι εκτός από εμάς. Οι πλατείες γέμισαν αγανάκτηση, κρεμάλες και βεβαιότητες. Ο Αρτέμης Σώρρας μπορούσε να εμφανίζεται με μυθώδη τρισεκατομμύρια (!) που θα έσωζαν τη χώρα. Οι οικονομικοί νόμοι αντιμετωπίστηκαν σαν κακόβουλες γνώμες νεοφιλελεύθερων. Και το 2015, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας πίστεψε ότι αρκούσαν ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάνης Βαρουφάκης, μερικές συνεντεύξεις, λίγη «δημιουργική ασάφεια» και ένα δημοψήφισμα για να βάλουν την Ευρώπη στη θέση της.
Η πολιτική αφέλεια και οι αυταπάτες εξηγούν ελάχιστα. Ο τσιπρισμός υπήρξε η πολιτική έκφραση μιας βαθύτερης πολιτισμικής συνέχειας. Από το «δικαιούμαι διορισμό» περάσαμε στο «δικαιούμαι να μη χρωστάω όσα δανείστηκα» και ύστερα στο «δικαιούμαι να ισχύει εκείνη η πραγματικότητα που με βολεύει».
Στα Τέμπη ο μηχανισμός λειτούργησε σχεδόν υποδειγματικά. Πριν προλάβουν οι πραγματογνώμονες να φτάσουν στον τόπο του δυστυχήματος, η χώρα είχε ήδη γεμίσει πραγματογνώμονες. Άλλος ανακάλυπτε εξαφανισμένα βαγόνια, άλλος παράνομο φορτίο, άλλος πολεμοφόδια και μυστικές μεταφορές του ΝΑΤΟ, ενώ στο τέλος το ξυλόλιο αναγορεύτηκε περίπου σε εθνικό μυστικό, ικανό να ερμηνεύσει από την πυρόσφαιρα έως την υποτιθέμενη συγκάλυψη. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι διατυπώθηκαν υποψίες· οι υποψίες είναι θεμιτές και συχνά αναγκαίες. Το πρόβλημα ήταν η αστραπιαία αναβάθμισή τους σε βεβαιότητες. Η εικασία γινόταν βεβαιότητα, η βεβαιότητα καταγγελία και η καταγγελία λαϊκή οργή, χωρίς να μεσολαβήσει εκείνη η κουραστική διαδικασία που παλαιότερα ονομαζόταν έρευνα. Το ξυλόλιο υπήρξε απλώς η κορυφαία στιγμή αυτής της δημόσιας παντογνωσίας: μια ολόκληρη χώρα συζητούσε χημεία, καύσιμα, εκρήξεις και μεταφορές επικίνδυνων υλικών με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που είχαν αποκτήσει ειδικότητα μεταξύ δύο τηλεοπτικών παραθύρων. Και κάπως έτσι μια τραγωδία μετατράπηκε σε νοσηρή κωμωδία στα όρια της ηθικής ύβρεως.
Τα κοινωνικά δίκτυα είχαν στο μεταξύ ολοκληρώσει τη διαδικασία. Ο καθένας απέκτησε το δικό του κανάλι, τη δική του εφημερίδα, τη δική του επιστημονική επιθεώρηση. Μέσα σε λίγες εβδομάδες άνθρωποι που αγνοούσαν τη διαφορά ιού και βακτηρίου έγιναν επιδημιολόγοι. Μετά έγιναν γεωστρατηγικοί αναλυτές, ειδικοί στα οπλικά συστήματα, σεισμολόγοι, πραγματογνώμονες αεροπορικών δυστυχημάτων και, τελικά, χημικοί μηχανικοί των Τεμπών.
Ο λαός, όταν μετατρέπεται σε πολτό, δεν έχει ταξική ταυτότητα. Μπορεί να κατοικεί στη Νίκαια ή στο Κολωνάκι, να έχει τελειώσει το δημοτικό ή να διαθέτει τρία πτυχία, να είναι τηλεθεατής, υπουργός, επιχειρηματίας, καλλιτέχνης ή πανεπιστημιακός. Ωστόσο, εκείνο που τον ορίζει, είναι η πολιτισμική παραίτηση από το δύσκολο δικαίωμα της κρίσης και η πρόθυμη παράδοση σε όποιον του γνέφει από τον παράδρομο πως υπάρχει τρόπος να «κόψει δρόμο».
Κάποτε ήταν η χαρτορίχτρα, η καφετζού, ο αστρολόγος και ο θαυματουργός γέροντας. Σήμερα μπορεί να είναι ο influencer ευεξίας, ο τηλεοπτικός γιατρός, ο αυτοδιορισμένος γεωπολιτικός αναλυτής, ο λογαριασμός στο TikTok ή ο φορέας μιας «ολιστικής» θεραπείας με επιστημονικοφανή ορολογία. Η μορφή αλλάζει. Η ανάγκη παραμένει ίδια: κάποιος να μας υποσχεθεί ότι υπάρχει σύντομος δρόμος προς την υγεία, τον πλούτο, τη δικαιοσύνη, την εθνική σωτηρία ή ακόμη και τη νεότητα.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το ουσιαστικότερο πρόβλημα. Επί μισό αιώνα μάθαμε να θεωρούμε την αυτοπεποίθηση γνώση, την οργή απόδειξη, τη δημοτικότητα κύρος, την επιθυμία δικαίωμα και το δικαίωμα απαλλαγή από κάθε προσωπική ευθύνη. Φτιάξαμε μια κοινωνία όπου η αριστεία συχνά απολογείται επειδή θεωρείται ελιτισμός, ενώ η αμάθεια απαιτεί σεβασμό επειδή δηλώνει «αυθεντική».
Ο εθισμός στη βλακεία κατέληξε στην επιβράβευσή της. Και μια κοινωνία δεν παρακμάζει επειδή έχει ανόητους ανθρώπους· όλες έχουν. Παρακμάζει όταν αρχίζει να τους αναγνωρίζει κύρος, όταν τους προσφέρει δημόσιο βήμα, τηλεοπτική προβολή, αξιώματα και εκατομμύρια ακολούθους, όταν η επιφύλαξη θεωρείται δειλία, η γνώση αλαζονεία και η βεβαιότητα προσόν.
Εκεί ακριβώς ολοκληρώνεται ο μηχανισμός που προσπάθησα να περιγράψω. Η κοινωνία χάνει πρώτα τα κριτήριά της και ύστερα εκπλήσσεται από τις συνέπειες αυτής της απώλειας. Έχει ήδη μάθει να θαυμάζει την ευκολία, να υποτιμά τη γνώση, να ανταμείβει τη θρασύτητα και να εμπιστεύεται όποιον υπόσχεται έναν σύντομο δρόμο έξω από τη δύσκολη πραγματικότητα.
Και όταν ένας τέτοιος μηχανισμός δουλεύει επί δεκαετίες, το παράξενο παύει να είναι εξαίρεση· έχει χάσει πια το ίδιο του το νόημα.
Ολιστικώς ψευδοϊατρικές
Ο θάνατος του τραγουδιστή Γιώργου Μαζωνάκη εγείρει ένα ζήτημα: το ρόλο και τα όρια της λεγόμενης ολιστικής θεραπείας. Καταφεύγουμε στη γνώμη του Θάνου Χ. Καψάλη. [TBJ]
Διαβάζοντας σε διάφορες αναρτήσεις και άρθρα τον χαρακτηρισμό «ολιστικός/η/ο» που χρησιμοποιούν διάφοροι επιτήδειοι (από τον τομέα υγείας, της πολιτικής, της τεχνολογίας κ.ά.) προκειμένου να προσδώσουν εγκυρότητα και πρωτοτυπία στα προϊόντα ή στις υπηρεσίες τις οποίες πωλούν, αισθάνομαι υποχρεωμένος να υπερασπιστώ τον συκοφαντημένο χαρακτηρισμό, αλλά και να υποδείξω τα όρια χρήσης του, αντλώντας παραδείγματα από τη δική μου επαγγελματική εμπειρία.
Η δόξα λοιπόν της σύγχρονης βιολογίας είναι μεγάλη. Όμως δεν έχει επιτευχθεί με τη χρήση μιας προσέγγισης, αλλά συχνά μέσω δυο – αντιδιαμετρικών· ή και συνδυασμού τους. Τη μισή από τη δόξα αυτή –αλλά και των συνεπειών της στον τομέα υγείας– την οφείλουμε στον αναγωγισμό. Στην προσπάθεια δηλαδή να ανακαλύψεις πώς λειτουργούν τα πράγματα –είτε στη φυσιολογική, είτε στην τροποποιημένη ή νοσηρή μορφή τους–, αναλύοντάς τα στα συστατικά που περιέχουν. Εξετάζοντας, π.χ., τα μεμονωμένα εξαρτήματα ενός ρολογιού, μπορείς να ανακαλύψεις ποιο έχει χαλάσει και δεν λειτουργεί σωστά, ώστε να το αντικαταστήσεις. Χωρίς, ας πούμε, την αναγωγιστική προσέγγιση δεν θα είχαμε μάθει ποτέ πώς δομείται το DNA και πώς μπορούμε να εντοπίσουμε ή και να τροποποιήσουμε –κατά το δοκούν– τα γονίδια ή την έκφρασή τους.
Την άλλη μισή από τη δόξα της βιολογίας την οφείλουμε στη συνθετική μέθοδο. Στην περίπτωση αυτή δεν αποσυναρμολογείς το ρολόι. Απλώς δένεις τα χέρια σου κόμπο και προσπαθείς να κατανοήσεις βλέποντας πώς λειτουργεί, και ειδικά πώς κάθε μέρος τους συλλειτουργεί και αλληλοεπηρεάζεται από τα άλλα. Η προσέγγιση λέγεται και συνθετική και σε αυτήν οφείλουμε τις υπόλοιπες μισές δόξες της βιολογίας. Ο Μέντελ, επί παραδείγματι, δεν είχε ακούσει τη λέξη γονίδιο, DNA, RNA κ.ά. Ουδόλως όμως εμποδίστηκε να διαβλέψει την ύπαρξη των γονιδίων, παρά την άγνοια των στοιχείων που τα αποτελούν.
Η καθεμία από τις μεθόδους αυτές, όμως, μπορεί να είναι ιδιαιτέρως γόνιμη και αποτελεσματική στον ένα τομέα, αλλά παντελώς άσκοπη ή και επικίνδυνη σε κάποιον άλλο. Επί παραδείγματι, είναι πολύ γοητευτικές οι εναλλακτικές προτάσεις ιατρικής ή ψευδοϊατρικής, όπως π.χ. η ομοιοπαθητική, που χαρακτηρίζονται εν όλω: ολιστικές. Φτάνει να μη διανοηθείς να αντιμετωπίσεις μια λοίμωξη ή μια επιδημία που οφείλεται σε ένα μικρόβιο, γυρνώντας την πλάτη στον κολοφώνα των αντιβιοτικών, των εμβολίων και των άλλων προϊόντων της αναγωγικής μεθόδου, που κυριολεκτικά σώζουν ζωές. Ενεδρεύει ο κίνδυνος να μην έχεις την ευκαιρία να καταλάβεις ποτέ το ολέθριο λάθος το οποίο διέπραξες... Γι’ αυτό μη «τσιμπάτε» στους αποστόλους των ολιστικών, κβαντικών κ.ά. μεθόδων. Σχεδόν πάντα είναι απατεώνες και συχνά αποκαλύπτεται ότι παρομοίως συμπεριφέρονται και σε άλλους τομείς της κοινωνικής ή πολιτικής δράσης τους...