Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΟ μύθος του φρουρίου είναι η πραγματικότητα χωρίς φρουρούς
Το «χριστιανικό φρούριο» ως ψηφοθηρικό τέχνασμα και η άδικη και σκόπιμη στοχοποίηση του Πάπα, του Βατικανού και των Πατριαρχείων
Ι. Από την πρόβλεψη στο σύνθημα
Η θέση του Σάμιουελ Χάντινγκτον ότι η πολιτική της μεταψυχροπολεμικής εποχής θα διαρθρωθεί γύρω από τις μεγάλες πολιτισμικές ενότητες διατυπώθηκε ως αναλυτική υπόθεση, με τις επιφυλάξεις που αρμόζουν σε κάθε πρόγνωση. Στην πολιτική πρακτική της σύγχρονης Δύσης μετατράπηκε σε λεξιλόγιο. Η «Δύση» ορίζεται πλέον με όρους πίστης, το «φρούριο» προβάλλεται ως υπόσχεση, η «σταυροφορία» ως τόνος, και όλα αυτά απευθύνονται πρωτίστως σε ένα εσωτερικό ακροατήριο, με στόχο το εκλογικό κέρδος.
Το παρόν σημείωμα υποστηρίζει δύο συνδεόμενες θέσεις. Η πρώτη είναι ότι το πολυδιαφημισμένο, από στελέχη όπως ο Βανς και ο Χέγκσεθ, «χριστιανικό φρούριο» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα υπέρμετρα δαπανηρό επικοινωνιακό τέχνασμα, κατασκευασμένο για να υπηρετήσει τα εκλογικά σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ και του πολιτικού του χώρου και να καλύψει τη συναλλακτική εξωτερική του πολιτική.
Η δεύτερη είναι ότι οι πραγματικοί θεσμικοί φορείς του χριστιανικού κόσμου, δηλαδή ο Αγιώτατος Πάπας και το Βατικανό, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης και οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, δεν σιωπούν ούτε αδρανούν. Αντίθετα, διαμαρτύρονται, παρεμβαίνουν και πράττουν ό,τι είναι πρακτικά εφικτό ενάντια στις σφαγές και την καταπίεση του χριστιανικού ποιμνίου· κατά συνέπεια, οι κατηγορίες που τους καταλογίζονται περί αδράνειας είναι άδικες και σκόπιμες.
II. Η ρητορική
Η ακρίβεια εδώ δεν είναι διακοσμητική αρετή. Στο Μόναχο, τον Φεβρουάριο του 2025, ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστήριξε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη προέρχεται από την εσωτερική της διάβρωση και όχι από τη Μόσχα ή το Πεκίνο. Έναν χρόνο μετά, κατά τη δημοσιογραφική αποτύπωση της ομιλίας του, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο παρουσίασε την ατλαντική σχέση ως δεσμό κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς, στην οποία συγκαταλέγεται ρητά η χριστιανική πίστη (βλ. κάλυψη του NPR για τη Διάσκεψη του 2026). Τον Ιούνιο του 2026, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ επέκρινε τους ευρωπαίους συμμάχους για την ανεπαρκή ευθύνη τους απέναντι στη δική τους ασφάλεια και μίλησε και για την πίστη της Ευρώπης στον εαυτό της και στον πολιτισμό της.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μια απλή διακήρυξη πολέμου κατά του Ισλάμ, όπως συχνά απλουστεύεται, αλλά για κάτι λεπτότερο και ενδεχομένως αποτελεσματικότερο: για τη μετατροπή μιας σχέσης στρατιωτικής εξάρτησης σε διαπραγμάτευση ταυτότητας. Σε αυτήν, η ασφάλεια προσφέρεται με αντάλλαγμα την πολιτισμική ευθυγράμμιση, ενώ το χριστιανικό στοιχείο επιστρατεύεται ως ιδεολογικός σηματωρός για την πολιτική συσπείρωση του εσωτερικού ακροατηρίου. Ο ρόλος του προστάτη του χριστιανισμού απευθύνεται κατεξοχήν στους συντηρητικούς πιστούς, για τους οποίους το σχήμα αυτό αποτελεί υπόσχεση προστασίας, της οποίας το αντίκρισμα οφείλει να εξεταστεί. Ένα φρούριο, ωστόσο, κρίνεται από τους φρουρούς του, δηλαδή από το πού κατευθύνεται πράγματι η προστατευτική προσπάθεια. Όταν, μάλιστα, έρχεται η ώρα να δοκιμαστεί στην πράξη αυτός ο οικειοποιημένος ρόλος του προστάτη των απανταχού χριστιανών, η πολιτική που επιλέγεται αποδεικνύεται άνευρη και στερούμενη πραγματικής ισχύος· η Ουάσιγκτον, βάσει ψυχρού υπολογισμού, επιλέγει να θυσιάσει την προστασία των πιστών στον βωμό των οικονομικών και γεωπολιτικών της συμφερόντων.
III. Η δοκιμασία της πράξης
Στο πεδίο αυτής ακριβώς της γεωπολιτικής ιεράρχησης, η περίπτωση της Νιγηρίας αναδεικνύεται ως η πλέον απτή δοκιμασία. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Λίστα Επιτήρησης 2026 της Open Doors, διεθνούς χριστιανικής οργάνωσης με έδρα την Ολλανδία που καταγράφει τις διώξεις χριστιανών, 3.490 από τους 4.849 χριστιανούς που σκοτώθηκαν παγκοσμίως για την πίστη τους κατά την περίοδο αναφοράς, δηλαδή περίπου το 72%, σκοτώθηκαν στη Νιγηρία. Το στοιχείο προέρχεται από οργάνωση χριστιανικής υποστήριξης και η μεθοδολογία της αποτελεί αντικείμενο συζήτησης· γι' αυτό επιβάλλεται η συνεξέταση των δεδομένων αυτών με μια ανεξάρτητη πηγή.
Ως τέτοια χρησιμεύει η αναλυτική δεξαμενή International Crisis Group, η οποία στην ανάλυσή της Why violence persists in Nigeria και στο σημείωμα ερωτήσεων και απαντήσεων Why is President Trump threatening humanitarian intervention in Nigeria? προσεγγίζει τη βία ως προϊόν πολλαπλών παραγόντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο ανταγωνισμός για τη γη και τους πόρους, η αδυναμία του κράτους να αστυνομεύσει την ύπαιθρο και η δράση τζιχαντιστικών ομάδων· σε προγενέστερη έκθεσή της, μάλιστα, εκτιμούσε ότι η σύγκρουση κτηνοτρόφων και γεωργών ήταν πολλαπλάσια θανατηφόρα από την εξέγερση της Μπόκο Χαράμ.
Οι δύο πηγές, συνδυαζόμενες, δεν αναιρούν η μία την άλλη: η αιματοχυσία είναι υπαρκτή και πλήττει δυσανάλογα τους χριστιανούς, ενώ τα αίτιά της είναι σύνθετα. Ο Αγιώτατος Πάπας Λέων ΙΔ΄ αποτύπωσε τον Νοέμβριο του 2025 ακριβώς αυτή τη διάκριση, επισημαίνοντας ότι στη Νιγηρία έχουν σφαγιαστεί χριστιανοί.
Την ίδια περίοδο, ο Τραμπ, απευθυνόμενος από το βήμα προεκλογικής συγκέντρωσης στην Αϊόβα στοχευμένα στη βάση των υπερσυντηρητικών ευαγγελικών ψηφοφόρων προς άγραν πολιτικών εντυπώσεων, μίλησε για «υπαρξιακή απειλή» κατά των χριστιανών της χώρας και προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα επέμβουν με στρατιωτική ισχύ. Προς αποφυγήν παρερμηνείας, οφείλει να σημειωθεί ότι η απειλή δεν έμεινε εντελώς κενή: την ημέρα των Χριστουγέννων του 2025 αμερικανικά πλήγματα έπληξαν στρατόπεδα του ISIS στην πολιτεία Σοκότο, κατόπιν αιτήματος και σε συντονισμό με τις νιγηριανές αρχές. Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι, παρόλο που ο Τραμπ την παρουσίασε ως απάντηση στη σφαγή χριστιανών, η επιχείρηση της Σοκότο, όπως δήλωσαν ρητά ο διοικητής της Στρατιωτικής Διοίκησης των ΗΠΑ για την Αφρική (AFRICOM), Στρατηγός Μάικλ Λάνγκλεϊ, και οι εκπρόσωποι του Πενταγώνου, διενεργήθηκε αποκλειστικά κατά του ISIS, στο πλαίσιο των ευρύτερων επιχειρήσεων κατά του Ισλαμικού Κράτους, και όχι ως αποστολή με κύριο γνώμονα την προστασία συγκεκριμένης θρησκευτικής κοινότητας.
Μια εφάπαξ επιχείρηση κατά τζιχαντιστικών στόχων, με την άδεια της Αμπούτζα, σε χώρα που εξαρτάται από την αμερικανική βοήθεια, δεν αγγίζει το δομικό πρόβλημα της Μεσαίας Ζώνης, και η επιλογή της ημερομηνίας αποκαλύπτει ότι το γεγονός συνιστούσε και σκηνογραφία του πολιτικού μηνύματος, προορισμένη για το εσωτερικό ακροατήριο. Η υπόθεση της Νιγηρίας υπήρξε άλλωστε επί μακρόν προνομιακό αντικείμενο ενδιαφέροντος του αμερικανικού συντηρητισμού, με πρωτεργάτες συγκεκριμένα μέλη της Γερουσίας, όπως ο Τεντ Κρουζ· ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να ισχυριστεί με ασφάλεια ότι η εξωτερική πολιτική, εν προκειμένῳ, ακολούθησε πιστά τις επιταγές της εσωτερικής πίεσης.
Η Ζώνη του Σαχέλ προσφέρει την πιο διδακτική αντίθεση. Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τον Νίγηρα το 2024 δεν υπήρξε επιλογή της κυβέρνησης Τραμπ, και το κενό καλύφθηκε από τη Wagner, η οποία μετονομάστηκε σε Africa Corps υπό την εποπτεία του ρωσικού υπουργείου Άμυνας. Η Μόσχα αυτοπροβάλλεται ως προστάτιδα της ορθόδοξης πίστης, ωστόσο το Africa Corps εμφανίζεται σε εκθέσεις για παραβιάσεις σε βάρος αμάχων, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες του Africa Intelligence, οι Ρώσοι μισθοφόροι εμπλέκονται στα δίκτυα διακίνησης μεταναστών και στην προστασία δικτύων λαθρεμπορίου, με κέρδη που συντηρούν τη δική τους παρουσία. Τίθεται, εύλογα, το ερώτημα ποια υπήρξε στο μεταξύ η στάση της Ουάσιγκτον, η οποία αυτοπροβάλλεται ως φρούριο του χριστιανισμού, και ποια η ανοχή της έναντι των κερδών αυτών: σύμφωνα με δημοσίευμα του Σεπτεμβρίου 2026, η χαλάρωση κυρώσεων έναντι στελεχών της χούντας του Μάλι δεν συνοδεύτηκε από όρο αποχώρησης των Ρώσων. Η στροφή της αμερικανικής πολιτικής στην Αφρική από τον ανθρωπισμό στην εμπορική διπλωματία δεν αφήνει περιθώρια για χριστιανική στρατηγική.
Αν όμως η Αφρική αποκαλύπτει τα όρια της εμπορικής διπλωματίας, η Μέση Ανατολή και η Ασία καταδεικνύουν την πλήρη υποταγή του θρησκευτικού κριτηρίου στις στρατηγικές αναγκαιότητες, με τη Συρία να αποτελεί ίσως το πιο εύγλωττο παράδειγμα. Τον Ιούνιο του 2025 η επίθεση σε εκκλησία της Δαμασκού στοίχισε τη ζωή σε 22 χριστιανούς, και η Open Doors ανέβασε τη Συρία κατά δώδεκα θέσεις στη λίστα της, στην έκτη. Ουσιώδες είναι ότι η βία κατά των χριστιανών και των άλλων μειονοτήτων δεν σταμάτησε ούτε μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ ούτε μετά την αμερικανική στροφή προς τη νέα εξουσία. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση Τραμπ αποδέχθηκε τον Αχμάντ αλ Σαράα ως εταίρο, τον υποδέχθηκε στον Λευκό Οίκο τον Νοέμβριο του 2025 και, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, το Κογκρέσο κατήργησε τον νόμο Caesar, δηλαδή τον ισχυρότερο μοχλό πίεσης που διέθετε η Ουάσιγκτον έναντι της Δαμασκού, κατά δημοσιεύματα χωρίς ρήτρα επαναφοράς των κυρώσεων. Η επιλογή μπορεί να υποστηριχθεί ως ρεαλιστική· δεν μπορεί, όμως, να παρουσιαστεί ως επιλογή υπέρ των χριστιανών, αφού η προστασία των μειονοτήτων δεν αποτέλεσε όρο, και τα θύματα συνέχισαν να θρηνούνται.
Στην Κίνα, η προσπάθεια «σινικοποίησης» της θρησκείας που καταγράφει η USCIRF δεν επιδέχεται στρατιωτική απάντηση, και κανείς δεν αξιώνει από τις ΗΠΑ πόλεμο με πυρηνική υπερδύναμη· εντούτοις, βάσει των διαθέσιμων ενδείξεων, το ζήτημα δεν συνδέθηκε ούτε καν με τον εμπορικό διάλογο. Στην Ινδία, όπου η Open Doors καταγράφει σημαντικό αριθμό περιστατικών κράτησης χριστιανών, η ρητορική της προστασίας δεν μετουσιώθηκε σε άσκηση πίεσης έναντι ενός εταίρου με στρατηγική βαρύτητα στον ανταγωνισμό με το Πεκίνο.
Το μοτίβο είναι συνεπές: η προστασία των ομοθρήσκων επιλέγεται εκεί όπου το κόστος είναι χαμηλό και ο αποδέκτης αδύναμος, και παραλείπεται εκεί όπου θα ήταν δαπανηρή ή θα διατάρασσε ένα συμφέρον. Οι πράξεις της κυβέρνησης Τραμπ, τόσο στο πεδίο όσο και έναντι των συμμάχων της, και η γενικότερη στάση της δείχνουν ότι η αναξιοπιστία της ρητορικής αυτής δεν είναι τυχαία: η Ουάσιγκτον έχει αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να θυσιάσει αξίες για στενά οικονομικά και στενά γεωπολιτικά συμφέροντα και, κατά τους επικριτές της, ενίοτε και για προσωπικά. Τα δεδομένα συνηγορούν, ως εκ τούτου, στην άποψη ότι η πολυδιαφημισμένη πολιτική του χριστιανικού φρουρίου δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα επικοινωνιακό τέχνασμα προς εσωτερική κατανάλωση, σχεδιασμένο να υπηρετήσει ψηφοθηρικούς λόγους και να συγκαλύψει τη συναλλακτική εξωτερική της πολιτική. Οι πρωτεργάτες του τεχνάσματος προβάλλονται υποκριτικά ως νέοι Ηρακλείς και ιππότες του χριστιανισμού, προκειμένου να υφαρπάξουν την ψήφο των ευκολόπιστων και ακραιφνών συντηρητικών πιστών, υποσχόμενοι τους πολιτικές και επεμβατικές προστασίες τις οποίες ουδέποτε τίμησαν ή θα τιμήσουν· αντιθέτως, αθέτησαν και θα αθετήσουν με την πρώτη ευκαιρία, θυσιάζοντάς τες στον βωμό των στενών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων που εξυπηρετεί η συναλλακτική τους πολιτική.
IV. Οι εκκλησιαστικές ηγεσίες: διαμαρτυρία, διαβήματα, δράση
Απέναντι σε αυτή τη συναλλακτική διαχείριση, αναδεικνύεται μια παράδοξη όσο και υποκριτική στάση από την πλευρά συγκεκριμένων εγχώριων και διεθνών δημοσιολογούντων. Οι ίδιοι κύκλοι που στηρίζουν με θέρμη την επικοινωνιακή ρητορική της Ουάσιγκτον περί προστασίας των πιστών, σπεύδουν συχνά να κατηγορήσουν τις παραδοσιακές θρησκευτικές ηγεσίες για υποτιθέμενη αδράνεια ή σιωπή απέναντι στους σύγχρονους διωγμούς. Ωστόσο, η κατηγορία ότι ο Πάπας και τα Πατριαρχεία σιωπούν διαψεύδεται κατηγορηματικά από τα ίδια τα αρχεία της σύγχρονης ιστορίας.
Ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος είχε καταγγείλει, σε λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής, τη «συνένοχη σιωπή» της διεθνούς κοινότητας απέναντι στους χριστιανούς που θανατώνονται για την πίστη τους· είχε καταδικάσει τη δολοφονία του πατέρα Ζακ Αμέλ το 2016 και τις επιθέσεις στο Παρίσι, στη Νίκαια και στη Βιέννη, χαρακτηρίζοντας βλασφημία την επίκληση του ονόματος του Θεού για τη δικαιολόγηση της βίας. Ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ έπραξε το ίδιο στις 25 Οκτωβρίου 2026, όταν, μετά την κυριακάτικη προσευχή του Angelus, προσευχήθηκε για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης κατά πιστών στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Γεωργίου στο Χαμούντ της Ιορδανίας, δύο ημέρες μετά τη σφαγή που στοίχισε τη ζωή σε εννέα ανθρώπους.
Η δράση της Αγιότητάς του δεν εξαντλείται στις δηλώσεις· το Βατικανό διαθέτει δίκτυο αποστολικών νουντσιατούρων, μέσω των οποίων υποβάλλονται διαβήματα και εκφράζεται θεσμική αλληλεγγύη προς τις τοπικές Εκκλησίες. Αντίστοιχα, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, στη δικαιοδοσία του οποίου ανήκει ο ναός του Χαμούντ, δήλωσε ότι η επίθεση δεν θα κλονίσει τη χριστιανική παρουσία ούτε τον δεσμό των χριστιανών με την πατρίδα τους, και ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων είναι ο πλησιέστερος στο πλήγμα ποιμένας. Ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει επανειλημμένα καταδικάσει την τρομοκρατία, και οι Μακαριώτατοι Πατριάρχες Αντιοχείας και Αλεξανδρείας ζουν και μαρτυρούν στο έδαφος που πλήττεται.
Το κεντρικό ερώτημα που απομένει, αλλά και η βασικότερη κατηγορία που προσάπτεται από τους αναλυτές και τους πολιτικούς αυτούς προς τις θρησκευτικές ηγεσίες –και κατεξοχήν προς τον Πάπα–, είναι η άρνησή τους να στραφούν γενικευμένα εναντίον του Ισλάμ. Σύμφωνα με το σκεπτικό των επικριτών, οι ηγέτες του χριστιανικού κόσμου επιδεικνύουν αδικαιολόγητη ανοχή απέναντι σε μια θρησκεία η οποία, όπως διατείνονται, επιτάσσει δομικά τον πόλεμο και τη βία. Η υπεύθυνη απάντηση των θεσμικών εκπροσώπων της Εκκλησίας απέναντι σε αυτή την ισοπεδωτική προσέγγιση εκδιπλώνεται σε τέσσερις σαφείς πτυχές.
Εν πρώτοις, η θεσμική παράδοση: ο διαθρησκειακός διάλογος είναι δέσμευση της Καθολικής Εκκλησίας από τη δήλωση Nostra Aetate της Β΄ Βατικανής Συνόδου, και ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος την επιβεβαίωσε με το Έγγραφο για την Ανθρώπινη Αδελφοσύνη που υπέγραψε το 2019 με τον Μεγάλο Ιμάμη του Αλ Αζχάρ. Έπειτα, η Αυτού Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης ασκεί εδώ και δεκαετίες διαθρησκειακή διπλωματία και έχει δηλώσει, στο πλαίσιο διαθρησκειακών συναντήσεων, ότι η τρομοκρατία είναι ξένη προς κάθε θρησκεία.
Κυριότερο, ωστόσο, είναι ότι πολλοί χριστιανοί ζουν ως θύλακες μέσα σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς: στην Κωνσταντινούπολη, όπου εδρεύει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στη Δαμασκό, έδρα του Πατριαρχείου Αντιοχείας, στην Αλεξάνδρεια, στα Ιεροσόλυμα και στην Ιορδανία. Κάθε επιθετική δήλωση ενός δυτικού ηγέτη κατά του Ισλάμ εκθέτει αυτούς τους θύλακες στην οργή των τοπικών πληθυσμών, και ο ποιμένας δεν δύναται να διακινδυνεύσει τους δεσμούς που τον συνδέουν με το ποίμνιό του, διότι επί των δεσμών αυτών στηρίζεται η ίδια η ασφάλεια εκείνων που προστατεύει. Η ιστορία το έχει δείξει: η ομιλία του Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ στη Ρατισβόνα το 2006 προκάλεσε βίαιες αντιδράσεις, με επιθέσεις κατά εκκλησιών στη Μέση Ανατολή.
Τέλος, η ίδια η σφαγή του Χαμούντ διαψεύδει εν πολλοίς το πλαίσιο της «σύγκρουσης των πολιτισμών» από τη στιγμή που την επίθεση καταδίκασαν ο βασιλιάς Αμπντάλα Β΄, το Κατάρ και η Αλγερία, καθώς και πλήθος άλλων μουσουλμανικών κυβερνήσεων και οργανισμών (Ομάν, Μπαχρέιν, Σομαλία, Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, Παλαιστινιακή Προεδρία), παράλληλα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι ιορδανικές αρχές συνέλαβαν τρεις υπόπτους. Μια ρητορική της σύγκρουσης εκ μέρους των εκκλησιαστικών ηγεσιών θα αποξένωνε πλήρως αυτούς τους αναγκαίους συμμάχους, ακυρώνοντας τα μόνα υπαρκτά αναχώματα προστασίας για τους χριστιανούς πληθυσμούς που ζουν στην επικράτεια μουσουλμανικών κρατών.
V. Το Βατικανό χωρίς λεγεώνες
Πέραν των ανωτέρω στρατηγικών αναγκαιοτήτων, οι επικριτές των θρησκευτικών ηγεσιών παραβλέπουν ένα ακόμη στοιχειώδες στοιχείο: τη ρεαλιστική φύση της σύγχρονης παπικής ισχύος. Το σύγχρονο Βατικανό στερείται των λεγεώνων του παρελθόντος. Διαθέτει, βεβαίως, σημαντική διπλωματική επιρροή, αλλά ουδόλως κατέχει τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική ισχύ ή την ικανότητα προβολής ισχύος που διέθετε κατά τον Μεσαίωνα, εποχή κατά την οποία η παπική αυθεντία υπερείχε της βασιλικής ή της κρατικής εξουσίας.
Το 1095, στο Κλερμόν, ο Ουρβανός Β΄ μπόρεσε με έναν λόγο να κινητοποιήσει τη Δυτική Χριστιανοσύνη στην Α΄ Σταυροφορία. Το 1493, με παπική βούλλα, ο Αλέξανδρος ΣΤ΄ διαίρεσε τον Νέο Κόσμο ανάμεσα σε Ισπανία και Πορτογαλία, και οι δύο μεγάλες δυνάμεις της εποχής υπάκουσαν. Μετά την Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648, ο Ιννοκέντιος Ι΄ κήρυξε με βούλλα άκυρη τη συνθήκη, χωρίς ωστόσο η παρέμβασή του να βρει την παραμικρή ανταπόκριση, γεγονός που επισφράγισε ιστορικά ότι η παπική εξουσία έπαψε πλέον να ίσταται υπεράνω των κρατικών αρχών.
Η φωνή που κινητοποιούσε στρατούς στο Κλερμόν δεν κινητοποιεί σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση, παρά διπλωμάτες. Από τότε, η παπική εξουσία περιορίστηκε σταδιακά, ώσπου το σύγχρονο Βατικανό, με έκταση μικρότερη του μισού τετραγωνικού χιλιομέτρου και μόνη ένοπλη δύναμη την Ελβετική Φρουρά, περιορίστηκε σε φορέα αποκλειστικά διπλωματικής και ηθικής επιρροής. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν ο Ποντίφικας καλούσε τον χριστιανικό κόσμο σε «σταυροφορία» κατά του Ισλάμ, είναι πλέον βέβαιο ότι κανείς ηγέτης της Δύσης –και εδώ η αναφορά δεν αφορά μόνον τις ΗΠΑ, αλλά εκτείνεται τόσο στα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στη Λατινική Αμερική– δεν θα τον ακολουθούσε ούτε θα διέθετε στρατό. Είναι σαφές και λογικό αυτό, διότι τα εθνικά, γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των επιμέρους κρατών ή συνασπισμών υπερτερούν στις περισσότερες των περιπτώσεων.
Λαμβανομένου υπόψη ότι στη σύγχρονη εποχή το Βατικανό δεν διαθέτει στρατιωτική ισχύ παρά μόνον διπλωματική, οφείλει να μετέρχεται την τελευταία με σύνεση, προκειμένου όχι μόνο να προστατεύει το ποίμνιό του αλλά και να διατηρεί τη δυνατότητα να την αξιοποιεί για την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας. Μια διπλωματία που θα κατέληγε σε ρήξη με κάθε μουσουλμανική κυβέρνηση θα έκλεινε νομοτελειακά τις πόρτες των τοπικών Εκκλησιών, των νοσοκομείων και των αποστολών αρωγής.
Κανένα σύγχρονο κράτος και ουδείς ηγέτης δεν είναι πραγματικά διατεθειμένος να θυσιάσει τα οικονομικά ή γεωπολιτικά του συμφέροντα για να προστατεύσει τους διωκόμενους πιστούς, ακόμη και αν το ζητήσει ο ίδιος ο Ποντίφικας. Υπό αυτό το πρίσμα, η συστηματική στοχοποίηση του Πάπα και η αξίωση να πράξει όσα αντικειμενικά αδυνατεί λόγω έλλειψης ισχύος –σε συνδυασμό με τη στείρα άρνηση αναγνώρισης του πραγματικού του έργου– συγκροτούν μια κατηγορία που στηρίζεται ξεκάθαρα σε έναν βαθύ αναχρονισμό.
Οι εν λόγω κατηγορίες στρέφονται, εξάλλου, πρωτίστως κατά του Πάπα και όχι προς τα παραδοσιακά Πατριαρχεία, παρά το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία των επικριτών παραμένει ενιαία. Η εξήγηση του φαινομένου εντοπίζεται στην ασυμμετρία της επικοινωνιακής προβολής: ο Πάπας λογίζεται ως ο μοναδικός παγκόσμιος εκπρόσωπος του χριστιανισμού στα όμματα της δυτικής δημόσιας σφαίρας, με ένα ποίμνιο που υπερβαίνει το 1,3 δισεκατομμύριο πιστούς, με αποτέλεσμα κάθε του δημόσια αναφορά να τίθεται υπό σχολαστική εξέταση.
Αντίθετα, τα ανατολικά Πατριαρχεία, όντας αποκεντρωμένα και λιγότερο ορατά στα δυτικά μέσα ενημέρωσης, δεν υφίστανται την ίδια πίεση. Όταν δε επικρίνονται, αυτό συμβαίνει συνήθως από την αντίθετη πλευρά, δηλαδή από εγχώριους ορθόδοξους κύκλους που τα κατηγορούν για συγκρητισμό. Ο βαθύτερος μηχανισμός, ωστόσο, παραμένει ο ίδιος: ένας έλεγχος ιδεολογικής καθαρότητας που επιστρατεύεται προς πάσα κατεύθυνση. Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο αυτής της δυναμικής είναι ότι η κριτική στρέφεται τελικά κατά της ορατότητας και της δημόσιας εμβέλειας των ηγετών, και όχι κατά του πραγματικού περιεχομένου των θέσεων τους.
VI. Αντιρρήσεις
Η ακριβοδίκαιη εξέταση του ζητήματος επιβάλλει, εντούτοις, να ακουστούν και οι αντίθετες θέσεις. Οι επικριτές του Πάπα διατείνονται πως η άρνηση να κατονομαστεί ο ισλαμισμός ως η ιδεολογική ρίζα συγκεκριμένων ομάδων υποτιμά την αμιγώς θρησκευτική κινητοποίηση οργανώσεων όπως το ISWAP. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι η εμμονή στον διαθρησκειακό διάλογο ενδέχεται να διολισθήσει σε μια προβληματική διπλωματική ανοχή, με αποτέλεσμα ορισμένες χριστιανικές κοινότητες, στη Νιγηρία και στο Πακιστάν, να αισθάνονται σήμερα εγκαταλελειμμένες. Από την πλευρά τους, οι υποστηρικτές της κυβέρνησης Τραμπ αντιτείνουν ότι η Ουάσιγκτον έδρασε αποφασιστικά στη Νιγηρία, υποστηρίζοντας πως ο ρεαλισμός δεν συνιστά υποκρισία και ότι η αμερικανική δημόσια πίεση προς την Αμπούτζα υπήρξε πρωτοφανής.
Η προσφορότερη απάντηση σε αυτές τις ενστάσεις ανευρίσκεται σε μια θεμελιώδη διάκριση, την οποία η ίδια η Ρώμη δεν παύει να υπογραμμίζει: άλλο η ρητή καταδίκη μιας τζιχαντιστικής ιδεολογίας –την οποία τόσο ο αείμνηστος Πάπας Φραγκίσκος όσο και ο Αγιώτατος Πάπας Λέοντας ΙΔ΄ στηλιτεύουν χωρίς περιστροφές– και άλλο η καθολική ενοχοποίηση μιας ολόκληρης θρησκείας, την οποία ορθώς αρνούνται να διατυπώσουν.
Η διαφωνία, συνεπώς, αφορά την πραγματολογική ταξινόμηση και όχι την ηθική στάση των ηγετών. Το ερώτημα, εξάλλου, αν η εκάστοτε αμερικανική κυβέρνηση αποτελεί τον καταλληλότερο και πλέον αξιόπιστο προστάτη και θεματοφύλακα των χριστιανών της υφηλίου είναι ριζικά διαφορετικό από το ζήτημα της ειλικρίνειας των προθέσεών της· άπτεται άμεσα του ιστορικού της πραγματικής της δράσης στο πεδίο. Το δε ιστορικό αυτό, όπως αναλύθηκε, αδυνατεί να στηρίξει με συνέπεια τη μεγαλόστομη αυτή ρητορική των ΗΠΑ και των δημοσιολογούντων υποστηρικτών της πολιτικής Τραμπ.
Δεν προκύπτουν, εξάλλου, ενδείξεις ότι άλλοι ηγέτες της Δύσης ή χριστιανικών κρατών είναι διατεθειμένοι να προστατεύσουν τους χριστιανούς στο όνομα του χριστιανισμού· το πολύ να το πράξουν στο όνομα των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, παρόλο που κανείς δυτικός ηγέτης δεν φαίνεται διατεθειμένος να αναλάβει ενεργό ρόλο ως προστάτης των χριστιανών της υφηλίου, ουδείς συνάμα επιδεικνύει την έπαρση, για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς, να διατείνεται ότι θα επωμιστεί έναν τέτοιο παγκόσμιο ρόλο, πέραν του Ντόναλντ Τραμπ. Ο τελευταίος, διά των στενών του συνεργατών, απευθύνεται στο διεθνές κοινό μιλώντας για ένα «φρούριο» που θα προστατεύσει τον πολιτισμό και τους χριστιανούς από το Ισλάμ.
Ένα φρούριο χρειάζεται τείχη, φρουρούς και προϋπολογισμό. Αυτό ωστόσο το φρούριο που περιγράψαμε διαθέτει λόγιους και εύγλωττους ρήτορες, καθώς και μεγαλόστομες ανακοινώσεις στον κατάλληλο χρόνο, οι οποίες όμως στερούνται αντικρίσματος μόλις γίνει αντιληπτό ότι η προστασία κοστίζει οικονομικά και γεωπολιτικά, επιβάλλοντας τη θυσία συμφερόντων. Θέτοντας το ζήτημα επί τον τύπον των ήλων, όταν η άψογα οικοδομημένη επικοινωνιακή εικόνα του προστάτη των χριστιανών και τα τεχνάσματα χάριν της ψηφοθηρίας συναντούν τη σκληρή διπλωματική και γεωπολιτική πραγματικότητα στο πεδίο, η πράξη αναδεικνύεται κυρίαρχη· και εκεί ακριβώς, το αφηγηματικό ένδυμα του "Αυτοκράτορα" Τραμπ καταρρέει, αφήνοντάς τον πλήρως απογυμνωμένο.
Γι’ αυτό, καλό θα ήταν οι διάφοροι δημοσιολογούντες να σιωπήσουν και να αφήσουν εκείνους που πραγματικά ενδιαφέρονται, δηλαδή τους παραδοσιακούς θρησκευτικούς ηγέτες, να φροντίσουν το ποίμνιό τους: τον Αγιώτατο Πάπα της Ρώμης, τον Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχη και τους Μακαριώτατους Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, οι οποίοι θα βρίσκονται πάντοτε στο πλευρό του ποιμνίου τους και θα το υπηρετούν χωρίς να έχουν ως αλλότριο στόχο να τους υφαρπάξουν με τεχνάσματα τη ψήφο.
«Στεκόμαστε στο πλευρό των Ουκρανών αδελφών μας»
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο Books’ Journal που κυκλοφορεί
Στο τεύχος 180 του Books’ Journal, που κυκλοφορεί, δημοσιεύεται συνέντευξη του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ.κ. Βαρθολομαίου στον συνεργάτη μας Βύρωνα Καρύδη. Σε μια εποχή κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία δοκιμάζει και τις σχέσεις μεταξύ των Ορθόδοξων Εκκλησιών, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος μιλά στο Books’ Journal για την αποστολή του Πατριαρχείου και την ευθύνη της Εκκλησίας απέναντι στον άνθρωπο. Στη συνέντευξή του εξηγεί την εκκλησιαστική λογική της χορήγησης Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η απόφαση αυτή προκάλεσε τη ρωσική εισβολή. Μιλά επίσης για τη στάση των θρησκευτικών ηγετών απέναντι στον πόλεμο, τις σχέσεις Εκκλησίας και κράτους και τον κίνδυνο να περιοριστεί η Ορθοδοξία μέσα σε εθνικά πλαίσια. Οι απαντήσεις του φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον ρόλο του Οικουμενικού Θρόνου: ως διακονία προς τους πιστούς και ως ευθύνη για την ενότητα της Ορθοδοξίας.
Παρακάτω αναδημοσιεύεται από το τεύχος που κυκλοφορεί ολόκληρο το κείμενο της συνέντευξης του Πατριάρχη:

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπογράφει τον Τόμο Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας (2019). Είχε προηγηθεί, τον Δεκέμβριο του 2018, Ενωτική Σύνοδος στο Κίεβο όπου συστάθηκε η ενιαία Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας και εξελέγη ως προκαθήμενός της ο Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Επιφάνιος.
Ουκρανική Προεδρία
Παναγιώτατε, την τελευταία δεκαετία το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει αποκτήσει αυξημένη διεθνή προβολή, άλλοτε ως πνευματικός θεσμός παγκόσμιας ακτινοβολίας και άλλοτε ως σημείο αναφοράς σε ευρύτερες γεωπολιτικές αναγνώσεις. Πώς αντιλαμβάνεστε εσείς το ρόλο και την ευθύνη του Πατριαρχείου στη σημερινή διεθνή συγκυρία;
Κύριε Καρύδη, η αποστολή της Εκκλησίας είναι να βρίσκεται κοντά στον άνθρωπο. Ο Χριστός ήλθε για την σωτηρία όλων μας. Για εμάς ταπεινώθηκε, έπαθε και αναστήθηκε. Για να μας οδηγήσει από το σκοτάδι στο φως, από τη φθορά του θανάτου στην αιώνια ζωή. Ανεξαρτήτως, λοιπόν, των όποιων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, πέρα από τη σημερινή ή οποιαδήποτε μελλοντική τοπική ή διεθνή συγκυρία, η βασική αποστολή της Εκκλησίας παραμένει σταθερή και αμετάβλητη, στο επίκεντρο της οποίας υπάρχει πάντοτε ο άνθρωπος, ο «ηγαπημένος του Θεού». Για τον άνθρωπο υπάρχει η Εκκλησία, δικοί του διάκονοι του εγκόσμιου και του αιώνιου προορισμού του είμαστε όλοι εμείς οι κληρικοί.
Υπόδειγμα τέτοιας διακονίας προς τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, οικονομικής και κοινωνικής θέσης, είναι διαχρονικά ο Οικουμενικός Θρόνος. Η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία στέκεται δίπλα στον συνάνθρωπο που δοκιμάζεται από πολέμους, φτώχεια, ασθένειες, κοινωνικές ανισότητες, ανελευθερία και καταπάτηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, αδικία και άλλες φθοροποιές καταστάσεις. Δρα χωρίς διακρίσεις, αλλά με διάκριση. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, αλλά με αυτοθυσία και αφοσίωση.
Η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, όπως γνωρίζετε, είναι ο αρχαιότερος εν λειτουργία θεσμός που υπάρχει στην Πόλη μας και γενικότερα σε αυτή τη γεωγραφική περιοχή του πλανήτη, όπου συναντιούνται η Ευρώπη και η Ασία, σχηματίζοντας ένα σταυροδρόμι λαών, θρησκειών και πολιτισμών. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αυτός ο σμιλεμένος από τα πολυποίκιλα γεγονότα της ιστορίας υπερεθνικός πνευματικός θεσμός, ο ένας από τους πέντε αρχαίους Θρόνους της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία, της λεγομένης Πενταρχίας, και ο πρώτος εκ των τεσσάρων της Ορθόδοξης Ανατολής, αποτελεί ταυτοτικό στοιχείο αυτού του τόπου, έστω και αν κατά καιρούς συνέβησαν εδώ μεγάλες και ριζικές μεταβολές. Υπό την οικουμενική σκέπη του, το Πατριαρχείο μας έχει πιστούς διαφορετικής φυλετικής και εθνικής καταγωγής και πολιτισμικών παραδόσεων. Ωστόσο, είναι επιφορτισμένο, από τις Οικουμενικές Συνόδους, τη διαμορφωθείσα εκκλησιαστική πράξη και παράδοση, με Κανονικές ευθύνες και προνόμια που συνθέτουν τον ιδιαίτερο ρόλο του εκάστοτε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μέσα στην Εκκλησία. Και αυτές τις ευθύνες και τα δικαιώματά του, ο Οικουμενικός Θρόνος και οι Προκαθήμενοί του τα άσκησαν αδιάλειπτα, όχι μόνον για την πνευματική φροντίδα του ποιμνίου της Μητρός Εκκλησίας, αλλά και για τον ευαγγελισμό διαφόρων υπερορίων λαών και, ασφαλώς, για τη διαφύλαξη της ενότητας της καθ’ όλου Ορθοδοξίας. Σε αυτή την κατεύθυνση, η Πρωτόθρονος Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως θα συνεχίσει και στο μέλλον την οικουμενική διακονία της, με την ίδια αφοσίωση και με το ίδιο θυσιαστικό πνεύμα· θα συνεχίσει να αγωνίζεται για την ενότητα της Ορθοδοξίας, αλλά και για την υπέρβαση των σχισμάτων και την αποκατάσταση της κοινωνίας μεταξύ των Χριστιανών.
Η χορήγηση Αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας το 2019 υπήρξε κομβικό γεγονός για την Ορθοδοξία. Θεωρείτε ότι η πράξη αυτή πρέπει να ιδωθεί πρωτίστως υπό το πρίσμα της εκκλησιολογίας ή αναγνωρίζετε ότι είχε και ευρύτερες συνέπειες στις σχέσεις Εκκλησίας και πολιτικής εξουσίας στην Ανατολική Ευρώπη;
Η χορήγηση της Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας ήταν μια πράξη αμιγώς εκκλησιαστική, μια απόφαση που ελήφθη με γνώμονα την ανάγκη αποκατάστασης της ενότητας των Ορθοδόξων πιστών στην πολύπαθη αυτή χώρα. Με αυτόν τον τρόπο κινήθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και κατά την απονομή καθεστώτος Αυτοκεφαλίας προς τις άλλες νεότερες Ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες, οι οποίες κάποτε ήταν μέρος της δικαιοδοσίας του και τις κατέστησε αυτοδιοίκητες, διαφυλάσσοντας την ενότητα της Ορθοδοξίας. Ασφαλώς, δεν παραγνωρίζουμε ότι κάθε ενέργεια μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο, όπου θεσμοί και άνθρωποι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, έχει προεκτάσεις. Ωστόσο, αυτό, σε ό,τι αφορά την Εκκλησία, δεν πρέπει να την αποθαρρύνει από το να μεριμνά για τα του Οίκου της και να λαμβάνει τις προσήκουσες αποφάσεις όταν υπάρχει κάποια ανάγκη ή ένα πρόβλημα. Εμείς σεβόμαστε τους άλλους κοινωνικούς δρώντες, φερ’ ειπείν την πολιτική και τους πολιτικούς, αλλά πάνω απ’ όλα θέτουμε το συμφέρον της Εκκλησίας και του πιστού λαού. Γι’ αυτό και ποτέ δεν ζηλέψαμε τη «δόξα» οιουδήποτε θρησκευτικού θεσμού ή θρησκευτικού λειτουργού, ο οποίος δέχθηκε να μετατραπεί σε εργαλείο των επιδιώξεων αλλοτρίων δυνάμεων έναντι κοσμικών τιμών και τυχόν άλλων απολαβών.
Τα τελευταία 4,5 χρόνια, η Ουκρανία δοκιμάζεται σκληρά από έναν πόλεμο ο οποίος ασφαλώς δεν ξεκίνησε επειδή εδόθη η Αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της, όπως κάποιοι υπαινίχθηκαν τις πρώτες ημέρες της ρωσικής εισβολής σε μια μάλλον ανεπιτυχή προσπάθειά τους να μετακυλήσουν αλλού τις ευθύνες και να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Στην πραγματικότητα, η ρωσική στρατιωτική εισβολή επέτρεψε να διαφανεί ευδιάκριτα η υποκρισία εκείνων των εκκλησιαστικών παραγόντων της Ρωσίας που δήθεν νοιαζόντουσαν για τους ορθοδόξους πιστούς της Ουκρανίας. Ανερυθρίαστα ομολόγησαν urbi et orbi τις αιρετικές περί πολέμου απόψεις και θεωρίες τους. Τον βάφτισαν «ιερό», προσπάθησαν να τον θεμελιώσουν θεολογικά και μεταφυσικά και ευλόγησαν τα πυρά κατά του ουκρανικού λαού, δηλαδή εναντίον εκείνων που μέχρι την εισβολή χαρακτήριζαν αδέλφια τους, αλλά στανικώς τούς ήθελαν υπό την πνευματική εξάρτησή τους ή μάλλον υποταγμένους στο εθνοφυλετικό ιδεολόγημα του «Ρωσικού κόσμου».
Στεκόμαστε στο πλευρό των Ουκρανών αδελφών μας, προσευχόμαστε για την επικράτηση της ειρήνης και της δικαιοσύνης, για το τέλος αυτού του ανίερου πολέμου. Νοητά ανάβουμε κερί στους κατεστραμμένους από τις ρωσικές βόμβες Ορθοδόξους Ναούς της Ουκρανίας και συμπροσευχόμαστε με τους Ιεράρχες και τον Ιερό κλήρο της υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των χιλιάδων θυμάτων, για την επιστροφή των αγνοουμένων και των προσφύγων και για την προστασία του αγωνιζόμενου Ουκρανικού λαού και της Εκκλησίας του.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε δραματικά τις δυσκολίες της Ορθοδοξίας να αρθρώσει ενιαίο λόγο απέναντι στη βία. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, τα όρια αλλά και οι δυνατότητες της θρησκευτικής διπλωματίας σε συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων;
Πολλές φορές έχουμε πει ότι ο πόλεμος, το να σκοτώνει ο άνθρωπος τον συνάνθρωπό του, ο αδελφός τον αδελφό του, είναι το πλέον αποτρόπαιο και απαράδεκτο αποτύπωμα της φθοροποιού και παρακμιακής καταστάσεως, της οποίας όμηρος, δυστυχώς, εξακολουθεί να παραμένει η ανθρωπότητα. Αυτή η πραγματικότητα έρχεται σε πλήρη αντίθεση προς τη διδασκαλία του Κυρίου μας.
Σε κάθε περίπτωση, οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε το δίκαιο, να στεκόμαστε στο πλευρό του θύματος μιας επίθεσης, αλλά και να εργαζόμαστε με όλη μας τη δύναμη για τον τερματισμό του πολέμου, για την επικράτηση της ειρήνης.
Ένας πόλεμος αφήνει πίσω του μόνον θύματα. Νεκρούς, συντρίμμια, τραυματίες, απελπισμένους και φοβισμένους επιζώντες. Οι λαοί που εμπλέκονται σε μια σύγκρουση θρηνούν ακόμα και εάν αισθάνονται νικητές. Οι θρησκευτικοί ηγέτες, οι εκπρόσωποι της κοινωνίας, κάθε άνθρωπος καλής θελήσεως και όλοι όσοι έχουν τη δυνατότητα παρεμβάσεως μπορούν να βοηθήσουν ενθαρρύνοντας τους ηγέτες των εμπλεκομένων να κάνουν εκεχειρία και να καθίσουν στο τραπέζι του διαλόγου, κάτι το οποίο αποτελεί τη μόνη οδό για την επίλυση της όποιας διαφοράς. Όσο γρηγορότερα τερματίζεται μία σύγκρουση τόσο μεγαλύτερη είναι η νίκη της ειρήνης, η νίκη της ζωής επί της βαρβαρότητας και του θανάτου.
Η στενή σχέση Εκκλησίας και κράτους σε ορισμένες ορθόδοξες χώρες τίθεται εκ νέου υπό δοκιμασία. Πιστεύετε ότι η Ορθοδοξία καλείται να επανεξετάσει το μοντέλο αυτής της σχέσης στη σημερινή εποχή;
Η διαμόρφωση της σχέσης Εκκλησίας - κράτους, ιδιαιτέρως σε χώρες όπου η Ορθοδοξία έχει έντονη παρουσία, είναι αποτέλεσμα της ιστορικής εξέλιξης και της πολυδιάστατης προσφοράς της Εκκλησίας στην κοινωνία. Σας υπενθυμίζω ότι, σε πολλές περιπτώσεις, η εκκλησιαστική διακονία και οργάνωση προηγήθηκε κατά πολύ της δημιουργίας κρατικών δομών, ακόμα και της ιδρύσεως των περισσοτέρων σύγχρονων κρατών. Σε κάθε περίπτωση, ιδιαιτέρως στη σημερινή εποχή, οι σχέσεις κράτους-Εκκλησίας αποτελούν μία δυναμική διαδικασία, η οποία βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με την κοινωνία και εξελίσσεται πάντοτε στο πλαίσιο του σεβασμού των θρησκευτικών ελευθεριών και των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο λειτουργεί σε ένα ιδιαίτερο θεσμικό περιβάλλον, όπου ο ιστορικός και πνευματικός του ρόλος δεν αποτυπώνεται πάντοτε νομικά. Πώς επηρεάζει αυτό την αποστολή και τις διεθνείς του πρωτοβουλίες;
Σας ανέφερα και νωρίτερα πόσο ταυτισμένος είναι ο θεσμός του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τον τόπο στον οποίο εδρεύει από το 36 μ.Χ., όταν, κατά την παράδοση, ο Απόστολος Ανδρέας δίδαξε το Ευαγγέλιο και ίδρυσε την τοπική Εκκλησία στη μικρή ελληνική πόλη του Βυζαντίου. Έκτοτε ξεκίνησε μια μακρά αλυσίδα Επισκόπων, Αρχιεπισκόπων, Πατριαρχών και Οικουμενικών Πατριαρχών με έδρα τους την Πόλη, η οποία άλλαξε, μεγάλωσε, έγινε Πρωτεύουσα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και στη συνέχεια της Οθωμανικής, ενώ ξεχωριστή παραμένει η θέση της μέχρι τις ημέρες μας. Από το σημείο αυτό του πλανήτη, η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία αναπτύσσει την οικουμενική διακονία της, παρά τις διάφορες απρόσμενες στροφές της ιστορίας, τις στιγμές δόξας και τις στιγμές ταπείνωσης που γνώρισε. Συνεχίζουμε, παρά τις όποιες δυσκολίες, προσηλωμένοι στο ιερό καθήκον και με πυξίδα τη μακρά χριστιανική μας παράδοση και τη διακονική μαρτυρία των προκατόχων μας και την προσφορά του Γένους μας. Ωστόσο, δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι, κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, έγιναν αρκετά βήματα για την αποκατάσταση αδικιών του παρελθόντος. Είμεθα ευγνώμονες γι’ αυτό και ελπίζουμε ότι θα ακολουθήσουν περισσότερα βήματα προς την ίδια θετική κατεύθυνση τόσο για το Πατριαρχείο μας, όσο και για την περί αυτό Ομογένεια.
Βλέποντας τον κόσμο να οδηγείται σε μεγαλύτερο κατακερματισμό, θεωρείτε ότι η Ορθοδοξία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε εθνικά πλαίσια ή ότι μπορεί να αναδειχθεί εκ νέου ο υπερεθνικός ρυθμιστικός ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου;
Πράγματι, ο κόσμος μας μοιάζει να αλλάζει ραγδαία. Πολιτικές, οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις μεταβάλλουν ισορροπίες και σχέσεις. Τίποτα δεν μοιάζει να είναι δεδομένο. Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον η Ορθοδοξία καλείται να διακονήσει πνευματικά τον σύγχρονο άνθρωπο και να απαντήσει στα αγωνιώδη ερωτήματά του. Εμείς δεν βλέπουμε την Ορθοδοξία σαν μία συνομοσπονδία τοπικών ανεξάρτητων Εκκλησιών, όπως ίσως κάποιοι θα ήθελαν, αλλά ως τη μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπως σας είπα, θα συνεχίσει, στο πλαίσιο της οικουμενικής αποστολής και διακονίας του, να ασκεί τον πρωτεύθυνο ρόλο του για τη διαφύλαξη της ενότητας της Ορθοδοξίας και για τη διακονία κάθε πιστού μέλους της Εκκλησίας.

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος με τον Πάπα Φραγκίσκο στο Ναό της Αναστάσεως (2014). Ο διάλογος μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών αποτελεί μία από τις σταθερές προτεραιότητες του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Nir Hason