Ευρωπαϊκή Ένωση
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και η Συμφωνία των Πρεσπών
Είμαι βέβαιος ότι ως λαός αλλά και πολύ περισσότερο ως πολιτικό σύστημα, έχουμε ακόμα πολλές «αναπηρίες». Μία από αυτές, από τις πιο σημαντικές μάλιστα, είναι να αποφεύγουμε με κάθε τρόπο να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια. Δεν είμαι βέβαιος τι από τα δύο συμβαίνει: αποφεύγουμε να κοιτάζουμε κατάματα την αλήθεια για να μη βλέπουμε και τις ευθύνες μας ώστε να μην τις αναλαμβάνουμε, ή αντίθετα επειδή δεν θέλουμε να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας αποφεύγουμε να κοιτάζουμε την αλήθεια, επιχειρώντας πάντα να τις ρίχνουμε στους άλλους; Το αποτέλεσμα όμως και στις δυο περιπτώσεις είναι το ίδιο.
Αναμενόμενο λοιπόν είναι να επαναληφθεί αυτό επ’ ευκαιρία και των δηλώσεων της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στα Σκόπια, στο πλαίσιο επίσκεψής της στο γειτονικό κράτος, όπου στη συνέχεια διάφοροι πολιτικοί μας, όπως οι ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ, Γιάννης Μανιάτης και Σάκης Αρναούτογλου, και της ΝΔ Μανώλης Κεφαλογιάννης, η Ευρωομάδα του ΚΚΕ και φυσικά ο Αντώνης Σαμαράς, έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν για την αναφορά της σε «μακεδονική γλώσσα», «μακεδονική ταυτότητα» και «μακεδονικό πολιτισμό», ως προκλητικές, ανιστόρητες χωρίς να συνοδεύονται από γεωγραφικό προσδιορισμό κ.λπ.
Είναι όμως έτσι; Κατηγορηματικά όχι βέβαια και να γιατί:
Είπε λοιπόν η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τα Σκόπια:
Καλωσορίζουμε τη Βόρεια Μακεδονία με την ταυτότητα και τη γλώσσα της. Πιστεύουμε ότι η μακεδονική κουλτούρα και γλώσσα μπορούν μόνο να κάνουν την Eνωσή μας πλουσιότερη.
Πιο προσεκτική και πιο ακριβής δήλωση από πολιτικό δεν μπορούσε να γίνει. Γιατί; Γιατί, απλούστατα, η πρόεδρος της Κομισιόν Φον Ντερ Λάιεν, με τα παραπάνω λόγια της, απέδωσε τη Συμφωνία των Πρεσπών όπως ακριβώς είναι και όπως ακριβώς διαλαμβάνονται σ’ αυτή τα σχετικά ζητήματα και οι σχετικοί όροι. Και για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, ιδού οι επίμαχες διατάξεις της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως αυτές διαπραγματεύτηκαν και συνδιατυπώθηκαν από τους αρχιδιαπραγματευτές της ελληνικής πλευράς, τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, υπογράφτηκαν από τον τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά υπό τα πλατιά χαμόγελα των Αλέξη Τσίπρα και Ζόραν Ζάε και υπερψηφίστηκαν από την Ελληνική Βουλή ως Νόμος 4588/2019 που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α' 9/25.1.2019 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, με προβλεπόμενη ισχύ ως Συμφωνία των Πρεσπών από 12/2/2019 (με πρώτο μέρος την Ελλάδα και δεύτερο μέρος την πρώην ΠΓΔΜ):

Άρθρο 1. α) Το επίσημο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» […] Το σύντομο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Βόρεια Μακεδονία». β) Η ιθαγένεια του Δεύτερου Μέρους θα είναι Μακεδονική / πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, και θα εγγράφεται έτσι σε όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα. γ) Η επίσημη γλώσσα του Δεύτερου Μέρους θα είναι η «Μεκεδονική γλώσσα», όπως αναγνωρίστηκε από την Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων, που διεξήχθη στην Αθήνα το 1977*, και περιγράφεται στο Άρθρο 7 (3) και (4) της παρούσας Συμφωνίας. δ) Οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» έχουν την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 7 της παρούσας Συμφωνίας.
Και το
Άρθρο 7. 1. Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά. 2. Όταν γίνεται αναφορά στο Πρώτο Μέρος με αυτούς τους όρους νοούνται όχι μόνον η περιοχή και ο πληθυσμός της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους, αλλά και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και ο Ελληνικός πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά της περιοχής αυτής από την αρχαιότητα έως σήμερα. 3. Όταν γίνεται αναφορά στο Δεύτερο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 7(2). 4. Το Δεύτερο Μέρος σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα του, η Μακεδονική γλώσσα, ανήκει στην ομάδα των νότιων Σλαβικών γλωσσών. Τα Μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής του Πρώτου μέρους.
Τι είπε λοιπόν η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν; Αποκάλεσε το γειτονικό κράτος Βόρεια Μακεδονία. Σωστά, σωστότατα, αφού, όπως βλέπουμε παραπάνω, αυτό ακριβώς συμφωνήθηκε και από την ελληνική πλευρά. Αντίθετα, θα υπήρχε πρόβλημα εάν η κ. Φον ντερ Λάιεν το αποκαλούσε σκέτο Μακεδονία, πράγμα το οποίο όμως δεν έκανε.
Ανέφερε στη συνέχεια τη «μακεδονική κουλτούρα και γλώσσα». Και πάλι πολύ σωστά, αφού όπως βλέπουμε παραπάνω αυτό συμφωνήθηκε με τη Συμφωνία των Πρεσπών από τους κ. Αλέξη Τσίπρα και Νίκο Κοτζιά, και επικυρώθηκε στη συνέχεια, με τον τρόπο που επικυρώθηκε, από το Ελληνικό Κοινοβούλιο: σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. α) η ιθαγένεια των πολιτών του γειτονικού κράτους θα είναι σκέτο «Μακεδονική» και την παρ. β) Η επίσημη γλώσσα του γειτονικού κράτους θα είναι η «Μακεδονική γλώσσα» και
γ) Αναφέρθηκε επίσης η κ. Φον ντερ Λάιεν σε «ταυτότητα», αν και δεν την ονομάζει ρητά ως μακεδονική. Την ονομάζει ρητά ως Μακεδονική όμως το παραπάνω άρθρο 7 παρ. 3 της Συμφωνίας, αφού όπως λέει:
Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» […]. Όταν γίνεται αναφορά στο Δεύτερο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά.
Τι είναι όλα τα παραπάνω αν δεν είναι η «ταυτότητα» των κατοίκων του Δεύτερου Μέρους, δηλαδή της Βόρειας Μακεδονίας;
Το επόμενο στάδιο τού να αποφεύγεις να κοιτάζεις την αλήθεια είναι το να προσπαθείς να ξεγελάσεις εαυτόν (ίσως) και τους άλλους (σίγουρα), παίζοντας με τις λέξεις.
Για ποιο λόγο λοιπόν οι παραπάνω πολιτικοί τα έβαλαν με την κ. Φον ντερ Λάιεν;
Τι δεν έχουν καταλάβει δηλαδή; Ότι οι Τσίπρας και Κοτζιάς και οι εκατόν πενήντα τρεις βουλευτές (εκατόν σαράντα πέντε του τότε ΣΥΡΙΖΑ συν οκτώ βουλευτές άλλων κομμάτων), που υπερψήφισαν την εν λόγω Συμφωνία, ρύθμισαν (εγκληματικά «ελαφρά τη καρδία»), το εθνικό αυτό θέμα «μια και κακή» και εις τον αιώνα τον άπαντα, με μία πλήρως αποτυχημένη διεθνή συμφωνία;
Αποκαλώ πλήρως αποτυχημένη τη Συμφωνία των Πρεσπών, διότι είναι παντελώς ατυχής τόσον «εξαρχής», όσον και «εκ του αποτελέσματος»: εξαρχής
διότι τα νομικά κείμενα, όπως η εν λόγω συμφωνία, πρέπει, sine qua non, να είναι νομικοτυπικά σαφέστατα και να προβλέπουν κυρώσεις και ασφαλιστικές δικλίδες, και εκ του αποτελέσματος πρέπει να τέμνουν τη διαφορά, να δίνουν δηλαδή λύσεις στα ζητήματα που ρυθμίζουν.
Η εν λόγω όμως Συμφωνία των Πρεσπών δεν έκανε τίποτα από τα δύο.
Απόδειξη το ότι, αφενός και αφεαυτής, εμπεριέχει πλείστες όσες εθελούσιες και συμφωνημένες «ασάφειες» με: πρώτο και καλύτερο τον πρωτοφανή δυϊσμό άλλος προσδιορισμός να χρησιμοποιείται για το επίσημο κράτος και τα επίσημα έγγραφά του (Βόρεια Μακεδονία) και άλλος προσδιορισμός για τα από το κράτος αυτό προερχόμενα και εξαγόμενα, όπως η ιθαγένεια, η γλώσσα, η ιστορία, ο πολιτισμός κ.λπ., αλλά και για όλα τα υπόλοιπα του ιδιωτικού τομέα (σκέτο Μακεδονικός, -ή, -ό). Και με δεύτερο την αναγνώριση με το άρθρο 7 της Συμφωνίας των εννοιών «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Δηλαδή από το 2019 και δώθε έχουμε διεθνώς και επισώμως: αφενός δύο ειδών Μακεδονίες, τη Μακεδονία – βόρεια επαρχία της Ελλάδας και την άλλη Μακεδονία που αναφέρεται στον βόρειο γείτονά μας και η οποία δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με το ανεξάρτητο κράτος που αναγνωρίζεται διεθνώς με το όνομα Βόρεια Μακεδονία. Αφετέρου, δύο ειδών Μακεδόνες: τους Μακεδόνες της Ελλάδας και τους Μακεδόνες της Βόρειας Μακεδονίας.
Τόσο καλά λοιπόν διαπραγματεύτηκαν και συμφωνήθηκαν εκ μέρους της Ελλάδας οι διατάξεις της Συνθήκης των Πρεσπών, ώστε το άρθρο 7 παρ. 1 να ακυρώνει στην ουσία, εμμέσως πλην σαφέστατα, το θεμελιώδες άρθρο 1 παρ. 3 που ορίζει ως όνομα του βόρειου γειτονα το Βόρεια Μακεδονία. Άρα εκ των πραγμάτων ακυρώνει και το ίδιο το συμφωνημένο όνομα.
Πέραν τούτων όμως το παραπάνω αρθρο 7 παρ. 1, 2 και 3 ακυρώνουν, εμμέσως πλην σαφέστατα επίσης, και την κατά το άρθρο 1 παρ. 3 εδάφ. β οριζόμενη ως «Macedonian nationality» ή «Μακεδονική ιθαγένεια», η οποία, σε συνδυασμό με τη σχετική ρηματική διακοίνωση, ορίζει ότι ο όρος «Macedonian nationality αναφέρεται αποκλειστικά στην ιθαγένεια και δεν καθορίζει ή δεν προκαθορίζει την εθνοτική καταγωγή/εθνότητα». Διότι απλούστατα όλα όσα αναφέρονται παραπάνω και συμφωνήθηκαν στο άρθρο 7 παρ. 1, 2 και 3, αποδίδουν στους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» σαφέστατα και αναμφισβήτητα, εκτός από ιθαγένεια, και εθνοτική ταυτότητα, εθνοτική καταγωγή και εθνότητα. Τούτο επιβεβαιώνεται περίτρανα και από τις επίσημες δημογραφικές καταστάσεις του γειτονικού κράτους όλων των προηγούμενων ετών, όπου οι κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας, δίπλα στις εθνοτικές ομάδες/κατηγορίες που απογράφονται ως Αλβανοί, Σέρβοι Ρομά, Βλάχοι, Τούρκοι κ.λπ., πρώτοι πρώτοι φιγουράρουν οι Μακεδόνες με ποσοστό 58%, όπως προκύπτει από το παρακάτω:
North Macedonia Ethnic Map & Population – 15 Facts. Total Population. North Macedonia has about 1.83 million people after the 2021 census.
Ethnic Composition (Official Census)
• Macedonians: 58.4%
• Albanians: 24.3%
• Turks: 3.9%
• Roma: 2.5%
• Serbs: 1.3%
• Bosniaks: 0.9%
• Vlachs/Aromanians: 0.5%.
Άρα και εδώ, χάρη στους Τσίπρα και Κοτζιά, οι βόρειοι γείτονες μάς δουλεύουν ασύστολα, εδώ και οκτώ ολόκληρα χρόνια. Κάτι που προσπάθησαν να κάνουν και με τους εξ Ανατολών τους γείτονες, τους Βούλγαρους, αλλά τα βρήκαν μπαστούνια: από ό,τι φαίνεται στην παραπάνω δημογραφική κατάσταση του 2021, κατά μαγικό τρόπο (διότι είναι των αδυνάτων αδύνατον να μην υπάρχουν βουλγαρικής καταγωγής πολίτες στη Βόρεια Μακεδονία), απουσιάζει εντελώς εθνοτική ομάδα με το όνομα «Βούλγαροι», ενώ αναγράφονται Βοσνιακή και Τουρκική κ.λπ. Οι Βούλγαροι όμως που με τα εθνικά τους θέματα δεν είναι τόσο «λαρτζ» όσο εμείς, ασκούν βέτο στην είσοδο της γειτονικής χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εωσότου αυτή αναγνωρίσει βουλγαρική μειονότητα και καταχωριστεί αυτή στις απογραφικές καταστάσεις.
Και βέβαια οι παραπάνω εκτιθέμενες είναι λίγες, πλην οι σπουδαιότερες, από τις νομικοτυπικές και ουσιαστικές πλημμέλειες της εν λόγω συμφωνίας, διότι υπάρχουν και άλλες πολλές.
Κατά δεύτερον και ως εκ του αποτελέσματος, η Συμφωνία των Πρεσπών σε όλες τις διαφορές που υποτίθεται ότι ρυθμίζει μέχρι σήμερα, ήτοι οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά, έχει αποτύχει να δώσει οποιαδήποτε λύση. Και όταν λέμε σε όλες, εννοούμε σε όλες, ουδεμιάς εξαιρουμένης. Ακόμα και όσον αφορά το όνομα, το οποίο υποτίθεται ότι έλυσε με τη σύνθετη ονομασία Βόρεια Μακεδονία, αφού οι βόρειοι γείτονες, ακόμα και στο ανώτατο πολιτειακό τους επίπεδο, δηλαδή της Προέδρου της Δημοκρατίας τους (Γιορντάνα Σιλιάνοφσκα) και του πρωθυπουργού (Χριστιάν Μίτσκοσκι), και σήμερα ακόμα χρησιμοποιούν δημοσίως και επισήμως ως όνομα της χώρας τους το σκέτο Μακεδονία. Πέραν τούτου, επίσης ακόμα και σήμερα και ενώ οι βόρειοι γείτονες από την παραπάνω συμφωνία υποχρεούνται (και αμέσως μετά την υπογραφή της είχαν συμφωνήσει) να αφαιρέσουν τα αρχαία ελληνομακεδονικά αγάλματα των Αλεξάνδρου, Φιλίππου, Αριστοτέλη κ.ά., να αλλάξουν τα αρχαιοελληνομακεδονικά ονόματα των πλατειών και των οδών τους και να αφαιρέσουν τις σχετικές πινακίδες, να αφαιρέσουν από τα μαθητικά βιβλία τους εθνικές και αλυτρωτικές αναφορές, και τόσα άλλα, μέχρι σήμερα, δηλαδή ύστερα από οκτώ ολόκληρα χρόνια, ουδέν έπραξαν. Όλα τα παραπάνω στέκουν περήφανα ακόμα εκεί, παραβιάζοντας μονίμως και ξεδιάντροπα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Όσον αφορά δε τις εμπορικές ονομασίες, τα σήματα, τις επωνυμίες, τις γεωγραφικές ενδείξεις κ.λπ., που με το άρθρο 1, παρ. 3, εδάφ. θ της Συμφωνίας παραπέμφθηκαν στο μέλλον με τη δημιουργία σχετικής επιτροπής κ.λπ. η οποία θα ολοκλήρωνε τις εργασίες της μέσα σε τρία χρόνια (2019-2021) το ίδιο χείριστα: η προθεσμία παρήλθε προ ετών χωρίς κανένα μέχρι σήμερα αποτέλεσμα, με συνέπεια οι γείτονες να χρησιμοποιούν κατά βούληση την ένδειξη «Μακεδονία».
Και απ’ ό,τι φαίνεται και στο μέλλον δεν πρόκειται να υπάρξει λύση για όλα τα παραπάνω και οποιοδήποτε ευνοϊκό για τη χώρα μας αποτέλεσμα, διότι δεν έχει συμφωνηθεί οποιαδήποτε κύρωση ή ασφαλιστική δικλίδα για το μέρος που θα παραβιάζει τη Συμφωνία. Έτσι οι γείτονες, έχοντας πάρει εξαρχής αυτό που ζητούσαν, δηλαδή το όνομα με το οποίο μπήκαν ήδη στο ΝΑΤΟ και μπορούν να μπουν στους διεθνείς οργανισμούς, στην Ε.Ε. κ.λπ., αδιαφορούν πλήρως και προκλητικά για όλα τα υπόλοιπα, με τη χώρα μας στο ρόλο του θεατή.
Εάν συνεπώς οι παραπάνω πολιτικοί και οποιασδήποτε άλλος, πολιτικός ή πολίτης, έχουν οποιαδήποτε αντίρρηση για τα παραπάνω, ας μην τα βάζουν με την κ. Φον Ντερ Λάιεν αλλά μ’ αυτούς που συμφώνησαν, υπέγραψαν και υπερψήφισαν μια συμφωνία με την οποία ένα κράτος με επίσημο όνομα Βόρεια Μακεδονία έχει ιθαγένεια, γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό που φέρουν επιθετικό προσδιορισμό σκέτα το μακεδονικός, μακεδονική, μακεδονικό, κάνοντας το βόρειος, βόρεια, βόρειο «γαργάρα».
Ενώ το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν ένα κράτος που ονομάζεται Βόρεια Μακεδονία να έχει ιθαγένεια τη βορειο-μακεδονική, γλώσσα τη βορειο-μακεδονική και πολιτισμό τον βορει-Μακεδονικό, ούτως ώστε και η Φον Ντερ Λάιεν και οποιοσδήποτε άλλος επίσημος, πολιτικός ή μη, και σε αντιδιαστολή προς τα ελληνικά δεδομένα, να αποκαλεί τα παραπάνω με πρώτο συνθετικό το «Βόρειο». Ή καλύτερα, να μην μπορεί να τα αποκαλεί διαφορετικά και πολύ περισσότερο σκέτα «μακεδονικός, -ή, -ό»; Γιατί δηλαδή η Ελλάδα το 2018-2019 θα έπρεπε, συμπεριφερόμενη με πανικό και ως το «ασθενέστερο μέρος» της Συμφωνίας των Πρεσπών, να συμφωνήσει ώστε ένας λαός που προσδιορίζεται με ένα άλφα όνομα θα έπρεπε να έχει ιθαγένεια, γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό που προσδιορίζονται διαφορετικά, δηλαδή με ένα βήτα όνομα;
Το ίδιο και χειρότερα συμβαίνει και με την ταυτότητα, δηλαδή την ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά, τον πολιτισμό, τη γλώσσα, την κουλτούρα κ.λπ. που καθορίζονται στο παραπάνω άρθρο 7 της συμφωνίας: εκεί ακολουθείται κατά περίεργο τρόπο ένας, πρωτοφανής για νομικό κείμενο διεθνούς συμφωνίας, ερμαφροδιτισμός, ο οποίος αμφιβάλλω εάν έχει υπάρξει σε άλλη διεθνή συμφωνία ή συνθήκη μέχρι σήμερα. Αφού κατά παγκόσμια διαπραγματευτική πρωτοτυπία, με τους ίδιους λεκτικούς όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα εννοούνται του λοιπού δύο διαφορετικά πράγματα: άλλα δηλαδή για τους Έλληνες και την Ελλάδα και άλλα για τους Βορειομακεδόνες και τη Βόρεια Μακεδονία: δηλαδή για μεν το από τα αρχαία χρόνια και μέχρι την ισχύ της Συμφωνίας χρονικό διάστημα (12/2/2019), οι παραπάνω όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα χρησιμοποιούνται για να δηλώνουν την αρχαία μακεδονική (ελληνική δηλαδή) ιστορία και τον αρχαίο μακεδονικό (ελληνικό δηλαδή) πολιτισμό, ενώ για το από την ισχύ της συμφωνίας (12/2/2019 και δώθε, αλλά και εις το διηνεκές) χρονικό διάστημα, με τους ίδιους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα εννοούνται η πρόσφατη, σύγχρονη αλλά και μελλοντική ιστορία και ο πρόσφατος, σύγχρονος, αλλά και μελλοντικός πολιτισμός των βορείων γειτόνων μας.
Τώρα το πώς θα γίνεται πρακτικά αυτό, οι μόνοι που μπορούν να μας απαντήσουν είναι οι τότε εθνικοί μας διαπραγματευτές Τσίπρας και Κοτζιάς. Στην πραγματικότητα είναι αδύνατον, και το μόνο που μας απομένει να κάνουμε ως «Πρώτο Μέρος», είναι κάθε φορά που οι γείτονες παραβιάζουν στο θέμα αυτό τη Συμφωνία, εμείς να διαμαρτυρόμαστε, εκ των υστέρων φυσικά, προς το «Δεύτερο Μέρος», και τίποτα παραπάνω, αφού δεν έχει συμφωνηθεί καμιά σχετική κύρωση. Δηλαδή στην πραγματικότητα οι βόρειοι γείτονες μπορούν να μας το κάνουν, να παραβιάζουν δηλαδή τη Συμφωνία των Πρεσπών, και μόνο για πλάκα. Και γράφοντας αυτό, εγώ δεν κάνω καθόλου πλάκα, αλλά το γράφω πολύ σοβαρά, διότι κάτι τέτοια θα βλέπουμε, όταν με το καλό η βόρεια γείτων λύσει τα προβλήματά της με τη Βουλγαρία (και αρθεί το βέτο της) και γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν και από την έως σήμερα πορεία (και ιδίως μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία), φαίνεται ότι εκείνος που επείγεται περισσότερο για την ένταξη της γείτονος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι η Βόρεια Μακεδονία. Οι γείτονες, όπως άλλωστε και οι Τούρκοι, δεν βιάζονται, αλλά έχουν μάθει να ροκανίζουν το χρόνο επωφελώς για τα συμφέροντα της χώρας τους.
Και από πού εξάγω τα παραπάνω συμπεράσματα; Από το ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά τους απέναντί μας σε όλα τα ζητήματα τα οποία υποτίθεται ότι ρυθμίζει η Συμφωνία των Πρεσπών αυτό ακριβώς δείχνει. Ακόμα και όσον αφορά το όνομα, αφού όπως προείπαμε, οι ίδιοι, όχι μόνον οι πολίτες αλλά και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους Γιορντάνα Σιλιάνοφσκα και ο πρωθυπουργός τους Χρίστιαν Μίτσκοσκι, αποκαλούν τη χώρα τους και δημόσια και επίσημα σκέτη Μακεδονία. Και μάλιστα χωρίς να διαμαρτύρεται κανένας από όλους αυτούς που διαπραγματεύτηκαν, συμφώνησαν, υπέγραψαν και υπερψήφισαν στη Βουλή την παραπάνω αποτυχημένη Συμφωνία των Πρεσπών. Ποιοί είναι όλοι αυτοί; Οι κ. Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Κοτζιάς, οι 145 βουλευτές του τότε ΣΥΡΙΖΑ και οκτώ βουλευτές των άλλων κομμάτων ήτοι: οι κ. Σταύρος Θεοδωράκης, Σπύρος Δανέλλης, Γιώργος Μαυρωτάs, Σπύρος Λυκούδης από το Ποτάμι, Θανάσης Θεοχαρόπουλος από τη ΔΗΜΑΡ / ΚΙΝΑΛ, Έλενα Κουντουρά και Θανάσης Παπαχριστόπουλος από τους ΑΝΕΛ και Κατερίνα Παπακώστα (πρώην ΝΔ/Ανεξάρτητη/ΣΥΡΙΖΑ). Κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω οκτώ (εκτός της κ. Κουντουρά που εξελέγη ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ): κανένας τους δεν επανεξελέγη βουλευτής. Πρόλαβαν όμως και, κόντρα στα κόμματά τους, έδωσαν ζωή και ισχύ στην παντελώς αποτυχημένη Συμφωνία των Πρεσπών. Έκτοτε όμως όλοι τους, και φυσικά οι Τσίπρας και Κοτζιάς, τηρούν σιγήν ιχθύος, και για την τύχη της εν λόγω Συμφωνίας και για την εντελώς αντισυμβατική συμπεριφορά της βόρειας γείτονος, στην οποία με την ψήφο τους παραχώρησαν όλα τα παραπάνω: όνομα, εθνικότητα, ταυτότητα, ιστορία, γλώσσα, πολιτισμό, κουλτούρα, όχι όμως και λύση στα διμερή μας θέματα.
Πολύ φοβούμαι λοιπόν (και μακάρι να βγώ ψεύτης) ότι δεν απέχουμε πολύ από την στιγμή που οι βόρειοι γείτονές μας θα θέσουν (βάσει του παραπάνω άρθρου 7 της Συμφωνίας), θέμα συνέχισης χρήσης εκ μέρους της Ελλάδας των προσδιοριστικών όρων «μακεδονικός, -ή, ό» για θέματα που αφορούν την ιστορία, τον πολιτισμό, την κουλτούρα και τη γλώσσα του βόρειου διαμερίσματός της που ονομάζεται Μακεδονία, από τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας των Πρεσπών (12/2/2019) και εφεξής. Προσδιορισμούς που, αντίθετα, θα επιφυλάσσουν για το μέλλον και εις το διηνεκές για τον εαυτό τους αποκλειστικά, ενώ για εμάς θα απαιτήσουν την υποχρέωση να χρησιμοποιούμε του λοιπού, για όλα τα παραπάνω. τους προσδιορισμούς «ελληνικός, -ή, -ό» και μόνον.
Και ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον δεν θα αποκτήσει κανένας άλλος γείτονας την όρεξη να μας το στερήσει κι αυτό, βλέποντας το πόσο «λάρτζ» είμαστε οι Νεοέλληνες –μια άλλη λυπητερή ελληνική ιστορία– με ό,τι έχει σχέση με τα εθνικά και τα δημόσια πράγματα, αντιμετωπίζοντάς τα λες και είναι του πατέρα μας ή του παππού μας. Δεν μπορεί να το αποκλείσει κανείς, λαμβάνοντας υπόψη του το πώς ξεκίνησε το Μακεδονικό το 1991 και πώς κατέληξε ύστερα από 28 χρόνια, το 2019, έχοντας ένα διακυβερνητικό ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών που ως μοναδική και μόνιμη επωδό της διαχρονικής διπλωματικής μας ανικανότητας είχε εκείνο το καταπληκτικό «Μα τι να κάνουμε, οι ξένοι δεν μας καταλαβαίνουν!». Μας καταλάβαν όμως οι, ικανότατοι αποδειχθέντες, γείτονές μας και ιδού τα αποτελέσματα.
Όλα τούτα με την σημείωση ότι το μόνο επισήμως και διεθνώς διμερές διαπραγματεύσιμο στοιχείο και σημείο από όλα τα παραπάνω, μεταξύ των δύο χωρών Ελλάδας και ΠΓΔΜ μέχρι το έτος 2018, ήταν το όνομα της γειτονικής χώρας και μόνο. Τα υπόλοιπα τρία, δηλαδή η ιθαγένεια, η γλώσσα και η ταυτότητα, δηλαδή ιστορία και πολιτισμός, έως τότε δεν υφίσταντο ως επίσημες διμερείς διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Και όλες οι διαπραγματεύσεις που έως τότε είχαν λάβει χώρα μεταξύ των δύο κρατών από όλες τις μέχρι τότε ελληνικές κυβερνήσεις (και αυτές υπό τον Μάθιου Νίμιτς) ως μόνο διαπραγματεύσιμο ζήτημα αναγνώριζαν το όνομα. Τίποτα άλλο.
Συνεπώς, το 2018, η τότε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα και υπουργό Εξωτερικών και αρχιδιαπραγματευτή της Συμφωνίας τον Νίκο Κοτζιά διαπραγματεύτηκε και συμφώνησε, και το 2019 το Ελληνικό Κοινοβούλιο επεκύρωσε, τρεις διμερείς διακρατικές διαφορές, που έως τότε, εκ μέρους της Ελλάδας τουλάχιστον σίγουρα, δεν υπήρχαν στο διαπραγματευτικό τραπέζι, ούτε και είχαν έως τότε αναγνωριστεί επισήμως ως τέτοιες από οποιοδήποτε μέρος: μακεδονική ιθαγένεια, μακεδονική γλώσσα και μακεδονική ταυτότητα (ιστορία-πολιτισμός).
Ως γνωστόν, είθισται στις διεθνείς διαπραγματεύσεις τα ενδιαφερμόμενα μέρη να πηγαίνουν οργανωμένα εκ των προτέρων για τα θέματα που πρόκειται να διαπραγματευτούν, και σίγουρα όσον αφορά την διαφορά ή τις διαφορές που πρόκειται να διαπραγματευτούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι έγινε έτσι όσον αφορά το «Πρώτο Μέρος».
Στην πραγματικότητα δηλαδή, με τη Συμφωνία των Πρεσπών σπεύσαμε, κυριολεκτικά τρομοκρατημένοι (λες και εμείς ήμασταν ο αδύναμος κρίκος του παιχνιδιού, τη στιγμή που η άλλη πλευρά επειγόταν να αποκτήσει διεθνώς αναγνωρισμένο όνομα, για να μπει στους διεθνείς οργανισμούς και να αποσοβήσει τις διαλυτικές τάσεις της κρατικής της υπόστασης) να κατοχυρώσουμε την από χιλιετίες υπάρχουσα μακεδονο-ελληνική ιστορία μας και τον από χιλιετίες υπάρχοντα μακεδονο-ελληνικό πολιτισμό μας, πράγματα τα οποία φυσικά δεν μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς στον κόσμο. Και μας το παρουσίασαν σαν μεγάλη επιτυχία! Και ως αντάλλαγμα παραχωρήσαμε στην άλλη πλευρά τον πολιτισμό, ο οποίος υπό τους όρους «μακεδονικός – μακεδονική – μακεδονικό» θα αναπτυχθεί από εδώ και στο διηνεκές, erga omnes και σε διεθνές επίπεδο.
Δηλαδή, με την εν λόγω συμφωνία, εξασφαλίσαμε το έως το 2019 εξασφαλισμένο ούτως ή άλλως μακεδονικό παρελθόν μας και τίποτα παραπάνω. Και σε αντάλλαγμα παραδώσαμε εθελουσίως το από το 2019 και στην εφεξής αιωνιότητα μακεδονικό μέλλον μας.
Δεν το λες και εθνική επιτυχία, όπως Τσίπρας και Κοτζιάς επιδίωξαν να το περάσουν.
Τώρα όμως, ύστερα από οκτώ χρόνια, οι πολίτες ξέρουν. Ας μην επιτρέψουν στους παραπάνω επίδοξους πολιτικούς θαυματοποιούς να ξαναεπιχειρήσουν τέτοιες επικίνδυνες και καταστροφικές εθνικές αποτυχίες.
Η οποιαδήποτε ρύθμιση ή οι οποιεσδήποτε ρυθμίσεις με την Τουρκία (όποτε κι αν γίνουν), βρίσκονται μπροστά μας και θα είναι οι δυσκολότερες, επικινδυνότερες και καταστροφικότερες, αν δεν τύχουν σοβαρών χειρισμών και της σωστής αντιμετώπισης εκ μέρους μας. Μια επανάληψη της, αυταπόδεικτα πλέον, πλήρως αποτυχημένης Συμφωνίας των Πρεσπών θα είναι καταστροφική για τα συμφέροντα της χώρας.
Και δεν νομίζω ότι εμπνέει οποιαδήποτε εμπιστοσύνη ο πρώην επί πενταετία πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας: του πρώτου εξαμήνου του 2015, του κλεισίματος των τραπεζών σε καιρό ειρήνης, των κάπιταλ κοντρόλ, του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου με το γελοίο ερώτημα, του τρίτου μνημονίου, των βοσκοτοπίων Καλογρίτσα, του πρωτοφανούς σκανδάλου Νοβάρτις, των ποινικών κωδίκων κ.λπ., όταν όλως πρόσφατα, δημοσίως και στα πλαίσια επισήμου forum, και έπειτα από όσα έγιναν το φθινόπωρο του 2024 με τα τουρκικά πλοία έξω από την Κάσο, έχει σήμερα εδραία την αντίληψη ότι το καλώδιο GSI της διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ είναι καλώδιο τηλεπικοινωνιών!
Μόνο ανατριχίλα μπορεί να νιώσει κανείς μπροστά στο μεγαλείο της άγνοιας του πολιτικού ανδρός!
Ο Μάρκο Ρούμπιο και η θήρα πολικών αρκούδων
Μια παλιά και εντελώς βάρβαρη μέθοδος θήρας πολικών αρκούδων ήταν να παίρνουν ένα ελατήριο, να το συμπιέζουν, να το βάζουν σε ένα σφαιρικό δοχείο γεμάτο νερό και να το αφήνουν να παγώσει στο πολικό ψύχος. Μετά κάλυπταν αυτή τη σφαίρα πάγου με λίπος και την άφηναν στο ύπαιθρο ώστε να τη βρει μια πολική αρκούδα που, όπως ήταν πεινασμένη, καταβρόχθιζε το δόλωμα μονομιάς. Στο στομάχι της ο πάγος έλιωνε και το ελατήριο εκτινασσόταν στο αρχικό του μέγεθος με μοιραίο για την αρκούδα αποτέλεσμα.
Η σημερινή ομιλία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, στην Πνύκα μού θύμισε αυτή την ειδεχθή μέθοδο θήρας. Αφού έπλεξε το εγκώμιο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και τον ανέδειξε ως ένα από τα θεμέλια της ανεξαρτησίας της πατρίδας του και της καθιέρωσής της σε πυρσό της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας, τον συνέδεσε αυθαίρετα με μια εθνοκεντρική και δήθεν χριστιανική εκδοχή μιας Ελληνικής Δημοκρατίας, που δεν έχει άλλο σημείο αναφοράς και προσανατολισμού για τη διατήρηση της υπόστασης και της ανεξαρτησίας της από την τρέχουσα εθνοχριστιανοκεντρική εκδοχή των ΗΠΑ. Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι πλέον ενταγμένη σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν περιορίζεται σε μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου αλλά προσπαθεί και έχει καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να υπερβεί τις εθνοκεντρικές διαφορές ανάμεσα στα μέλη της και να οικοδομήσει έναν νέο τύπο ομοσπονδίας που μοιάζει περισσότερο με τις συμπολιτείες της ύστερης αρχαιότητας, αυτές που έδωσαν το πρότυπο για τη συγκρότηση της κοινοπολιτειακής ομοσπονδίας των ΗΠΑ –και όχι η «λαϊκή» δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας– αποσιωπήθηκε εντελώς στην ομιλία του.
Προφανώς, η συμμαχία με τις ΗΠΑ και η συνεργασία μαζί τους, τόσο σε διμερές επίπεδο όσο και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, είναι σημαντική για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της πατρίδας μας και για την οικονομική της ανάπτυξη. Όμως η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος της εξέλιξής της σε μια ομοσπονδία χωρών με διπλή κυριαρχία, όπως περίπου οι ΗΠΑ, δεν εγγυάται μόνο την ανεξαρτησία της Ελλάδας αλλά είναι και ο μόνος δρόμος θωράκισης της χώρας από οικονομικούς και κοινωνικούς κινδύνους, όπως και η εγγύηση ενός επιπέδου ευμάρειας το οποίο η χώρα δεν μπορεί ούτε να επιτύχει αλλά και ούτε να διατηρήσει χωρίς να είναι μέρος του ισχυρού όλου που ονομάζεται Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η επίκληση του «ελληνοχριστιανικού» πνεύματος από τον Μάρκο Ρούμπιο και οι έπαινοί του για τη σταθερή στάση της Ελλάδας ως πυλώνας της Δύσης χωρίς καμία αναφορά στο γεγονός ότι η χώρα μπορεί να εκπληρώσει αυτό το σκοπό μόνο ως μέλος μια σταθερής Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το δελεαστικό δόλωμα που αποσκοπεί τουλάχιστον στην παρεμπόδιση της εμβάθυνσης των δεσμών της χώρας με την Ευρώπη. Το ζητούμενο, βέβαια, είναι να μπορέσει η χώρα να αφαιρέσει το θρεπτικό λίπος που καλύπτει αυτό το δόλωμα χωρίς να λιώσει ο πάγος που εμποδίζει την εκτίναξη του θανατηφόρου περιεχομένου του.
Όχι με άδεια χέρια, αλλά και χωρίς ψευδαισθήσεις
Τι έφερε στην Ουκρανία η τελευταία σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών
KIEBO. Η 81η σύνοδος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ πραγματοποιήθηκε υπό το σύνθημα «Αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, διαχείριση της μεταμόρφωσης: Ένας Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών που ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων», στις 18-28 Σεπτεμβρίου 2026. Τα κυρίαρχα θέματα της φετινής συνόδου ήταν οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη, η μεταρρύθμιση της πολυμέρειας, η διακυβέρνηση της τεχνητής νοημοσύνης και η ανθεκτικότητα των ενεργειακών υποδομών.
Δύσκολα μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τη Γενική Συνέλευση ως όργανο λήψης αποφάσεων. Πρόκειται μάλλον για μια βιτρίνα της παγκόσμιας πολιτικής και έναν προορισμό που οι ηγέτες του κόσμου δεν πρέπει να παραλείψουν να επισκεφθούν μία φορά το χρόνο. Ωστόσο, για την Ουκρανία, παραμένει ένας σημαντικός χώρος για την προώθηση της ατζέντας της για ένα δίκαιο τέλος του πολέμου και για την εξασφάλιση της υποστήριξης που απαιτείται προκειμένου να διατηρήσει τη θέση της και να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος. Η ουκρανική αποστολή μετέβη στη Νέα Υόρκη για να απαντήσει σε ένα πολύ πρακτικό ερώτημα: τι πραγματικά κερδίζει η Ουκρανία από αυτή τη συνάντηση;
Επιπλέον αμυντικά μέσα εναέριας άμυνας για το χειμώνα. Χρήματα για την άμυνα. Διατήρηση των κυρώσεων. Έναν λειτουργικό μηχανισμό για τουλάχιστον μερική εκεχειρία στον τομέα της ενέργειας. Μια διευρυμένη συμφωνία για τα drones. Αποκλεισμένα λιμάνια και αποκατάσταση των εξαγωγών σιτηρών. Και, το πιο σημαντικό, μια σαφή εικόνα για το ποιοι θα είναι πραγματικά οι κανόνες τυχόν μελλοντικών διαπραγματεύσεων, αν αυτές ξεκινήσουν τελικά.
Η διαπραγματευτική διαδρομή: ο Τραμπ και τα μηνύματα στη Μόσχα
Η ουκρανοαμερικανική ατζέντα επισκίασε το υπόλοιπο πρόγραμμα της Ουκρανίας στον ΟΗΕ. Η συνάντηση μεταξύ των δύο προέδρων στο περιθώριο της συνόδου κατέστησε σαφές προς ποια κατεύθυνση οδεύει η κύρια διαπραγματευτική διαδικασία – και αν η προσπάθεια για ειρήνη κλίνει περισσότερο προς τους όρους της Ρωσίας ή προς αυτούς της Ουκρανίας. Τρία πράγματα προέκυψαν. Πρώτον, μια σαφής ουκρανική θέση: ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη να τερματίσει τον πόλεμο και να εισέλθει σε οποιαδήποτε μορφή διαπραγματεύσεων, συμπεριλαμβανομένης μιας ενεργειακής εκεχειρίας, δηλαδή μιας κοινής αναστολής των επιθέσεων μακράς εμβέλειας κατά των ενεργειακών υποδομών. Δεύτερον, μια ακόμη υπόσχεση του Τραμπ ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα — πιθανώς νωρίτερα από ό, τι περιμένουν οι άνθρωποι. Τρίτον, η Ουάσιγκτον σκοπεύει να ασκήσει οικονομική πίεση ως κύριο μέσο πίεσης.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο διαβίβασε τις προτάσεις της Ουκρανίας για ενεργειακή εκεχειρία στον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Λαβρόφ στο περιθώριο της συνάντησης. Ο Ρούμπιο ανέφερε ότι και οι δύο πλευρές εξέφρασαν ενδιαφέρον για μια περιορισμένη εκεχειρία που θα καλύπτει τα σιτηρά και την ενέργεια. Ο Λαβρόφ, από την πλευρά του, δήλωσε ότι η Ρωσία δεν έχει καμία πρόθεση να διακόψει τις εχθροπραξίες κατά τη διάρκεια οποιωνδήποτε διαπραγματεύσεων.
Γιατί η ενεργειακή εκεχειρία έχει τόσο μεγάλη σημασία για την Ουάσιγκτον; Ανησυχεί όλο και περισσότερο για τον τρόπο με τον οποίο οι πόλεμοι επηρεάζουν τις παγκόσμιες τιμές της ενέργειας. Από αμερικανική σκοπιά, το ζήτημα δεν αφορά τόσο το Ιράν όσο τον πόλεμο που μαίνεται στην Ευρώπη. Ο Τραμπ είχε ήδη παροτρύνει την Ουκρανία να μην επιτεθεί σε ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου, προειδοποιώντας ότι αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των παγκόσμιων τιμών του ντίζελ.
Ωστόσο, είναι πολύ νωρίς για να θεωρηθεί η αρχική απάντηση της Ρωσίας ως τελική. Παράλληλα, εξελισσόταν μια πιο διακριτική ρωσοαμερικανική διαδικασία: ο απεσταλμένος του Κρεμλίνου Κιρίλ Ντμιτριέφ έφτασε στη Νέα Υόρκη για να αναλάβει τον ρόλο του «εποικοδομητικού» ομολόγου του Λαβρόφ στο πλαίσιο ανεπίσημων, παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, πραγματοποιώντας κλειστές συνομιλίες με τον στενό κύκλο του Τραμπ. Τι προέκυψε πραγματικά από αυτές τις συνομιλίες, θα μπορέσουμε να το μαντέψουμε μόνο από τις επόμενες κινήσεις και των δύο πλευρών.
Χειμώνας, αεροπορική άμυνα και η ευρωπαϊκή οπισθοφυλακή
Η ουκρανική αντιπροσωπεία διεξήγαγε μαραθώνιες συνομιλίες με βασικούς ευρωπαίους εταίρους και τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε για τη δημιουργία μιας χειμερινής αμυντικής ασπίδας. Ο Ζελένσκι έθεσε μια σαφή ανάγκη: 300 πυραύλους αναχαίτισης για τη χειμερινή περίοδο — ένα αίτημα που επιβεβαιώθηκε από μόνο του, δεδομένου ότι οι συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν εν μέσω συνεχών ρωσικών επιθέσεων με drones και βαλλιστικούς πυραύλους στο Κίεβο.
Το αποτέλεσμα ήταν μόνο μερικώς επιτυχές. Οι ΗΠΑ συμφώνησαν να εγκρίνουν την παραγωγή πυραύλων «Patriot» με τη συμμετοχή της Raytheon, αλλά δεν έδωσαν συγκεκριμένες υποσχέσεις για επιπλέον πυραύλους αναχαίτισης. Η Ευρώπη, ωστόσο, εξισορρόπησε την εικόνα: η Γαλλία πρόσφερε συστήματα SAMP/T και πυραύλους, καθώς και κοινή συνεργασία στο αντιβαλλιστικό πρόγραμμα «FREYJA»· η Γερμανία επιβεβαίωσε την παροχή επιπλέον πυραύλων «IRIS-T» και μια συμφωνία για 600 πυραύλους αναχαίτισης «Patriot» έως το 2027–2028· η Φινλανδία ανακοίνωσε ένα νέο αμυντικό πακέτο ύψους 290 εκατομμυρίων ευρώ και μια συμφωνία για τα drones· η Νορβηγία χρηματοδότησε την προστασία του ενεργειακού δικτύου της Ουκρανίας· ακόμη και η μακρινή Αυστραλία υπέγραψε συμφωνία ασφάλειας ύψους 60 εκατομμυρίων δολαρίων.
Επίσης, στα θετικά, ο Τραμπ δεν επέκρινε αυτή τη φορά την Ευρώπη. Χαρακτήρισε το ΝΑΤΟ ισχυρότερο από ποτέ και αναφέρθηκε σε μια συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ, Δανίας και Γροιλανδίας που επεκτείνει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Αρκτική, κάτι που θεωρείται ως προσπάθεια της Ουάσιγκτον να «κλειδώσει» την Αρκτική εν όψει των συνομιλιών με την Κίνα. Για την Ουκρανία, η θετική πλευρά: λιγότερες τριβές με το ΝΑΤΟ, περισσότερη πίεση στη Ρωσία στο βορρά.
Χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα: η Ευρώπη παραμένει κρίσιμη
Η συνάντηση στη Νέα Υόρκη το επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά: η Ευρώπη είναι ο κύριος χρηματοδότης της Ουκρανίας, και αυτή η υποστήριξη αποτελεί ουσιαστικά μέρος της αμυντικής της ικανότητας – κάτι ακριβώς που συζήτησε ο Ζελένσκι με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ουκρανίας, που οφείλεται στις αμυντικές δαπάνες, ανέρχεται σε περίπου 27 δισεκατομμύρια δολάρια και το Κίεβο βασίζεται στη στήριξη της ΕΕ για την κάλυψή του. Τα χρήματα υπάρχουν στις Βρυξέλλες, αλλά με όρους: η Φον ντερ Λάιεν επανέλαβε ότι η περαιτέρω στήριξη –37 δισεκατομμύρια ευρώ που διατίθενται φέτος– εξαρτάται από την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων στο Κοινοβούλιο της Ουκρανίας. Ο Ζελένσκι ευχαρίστησε την ΕΕ για την απόφασή της να χορηγήσει δάνειο 90 δισεκατομμυρίων ευρώ και τόνισε ότι η Ουκρανία θα εκπληρώσει τις σχετικές υποχρεώσεις.
Υπήρξαν όμως και τριβές. Ο Ζελένσκι χαρακτήρισε τις ενδείξεις για άρση των κυρώσεων εναντίον των Ρώσων ολιγαρχών Ουσμάνοφ και Φρίντμαν αυτοκαταστροφικές: όταν τα πάντα γίνονται διαπραγματευτικό χαρτί ενόψει πιθανών διαπραγματεύσεων, η Μόσχα το ερμηνεύει ως αδυναμία. Οι Βρυξέλλες, ωστόσο, φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει το λάθος τους. Διπλωμάτες παραδέχονται ιδιωτικά ότι ο συμβιβασμός δημιούργησε ένα επικίνδυνο προηγούμενο, και η ΕΕ βρίσκεται πλέον σε φάση περιορισμού των ζημιών, επανεξετάζοντας τους κανόνες ψηφοφορίας και προετοιμάζοντας μια σημαντική επέκταση της μαύρης λίστας.
Ναυτικός αποκλεισμός και παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια
Ένα άλλο βασικό θέμα ήταν η απεμπλοκή των λιμανιών της Ουκρανίας στη Μαύρη Θάλασσα. Οι ρωσικές επιθέσεις σε πολιτικά πλοία έχουν μειώσει τη λιμενική χωρητικότητα κατά 93%, απειλώντας να κρατήσουν έως και 24 εκατομμύρια τόνους σιτηρών εκτός των παγκόσμιων αγορών. Η παράλυση των γεωργικών εξαγωγών και η απειλή απώλειας δισεκατομμυρίων σε έσοδα σε ξένο νόμισμα επιδεινώνουν την εξάρτηση της Ουκρανίας από τη διεθνή βοήθεια. Οι σιδηροδρομικές και ποτάμιες διαδρομές μέσω της Ευρώπης δεν μπορούν να αντισταθμίσουν αυτή την απώλεια. Το λιμάνι της Κωνστάντζας στη Ρουμανία, έχοντας διαχειριστεί το ρεκόρ των 60 εκατομμυρίων τόνων, έχει φτάσει στο ανώτατο όριο των δυνατοτήτων του.
Με πρωτοβουλία της Κάγια Κάλας, 51 κράτη μέλη του ΟΗΕ υπέγραψαν δήλωση που καταδικάζει τις ρωσικές επιθέσεις στη Μαύρη Θάλασσα, επαναπροσδιορίζοντας το ζήτημα ως παγκόσμια απειλή για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και όχι ως διμερή διαμάχη. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνάντηση του Ζελένσκι με τον Ερντογάν ήταν ρεαλιστική: η Τουρκία παραμένει ένας από τους λίγους παράγοντες που εξακολουθούν να συνομιλούν τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο. Το Κίεβο έδειξε ότι είναι έτοιμο για μια θαλάσσια εκεχειρία: η Ρωσία σταματά να τρομοκρατεί τα λιμάνια, ενώ η Ουκρανία, σε αντάλλαγμα, διακόπτει παρόμοιες επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς.
Συνοψίζοντας, αυτή η Συνέλευση δεν ήταν απλώς μια τελετή για την Ουκρανία — ήταν μια αυστηρή αξιολόγηση των αναγκών της πριν από τον πιο σκληρό χειμώνα που έχει αντιμετωπίσει μέχρι τώρα. Το Κίεβο δεν επέστρεψε ούτε με άδεια χέρια ούτε με ψευδαισθήσεις. Αν και δεν πέτυχε σαφήνεια όσον αφορά την αντιπυραυλική άμυνα, ένα σταθερό χρονοδιάγραμμα διαπραγματεύσεων ή πραγματική επιρροή έναντι της Μόσχας, σημειώθηκε πρόοδος όσον αφορά τις άδειες παραγωγής πυραύλων, τις ουσιαστικές δεσμεύσεις για την αεροπορική άμυνα κατά τη διάρκεια του χειμώνα, τις υποσχέσεις χρηματοδότησης από την ΕΕ, ενώ η ιδέα της ενεργειακής εκεχειρίας μετατράπηκε από θέμα συζήτησης σε πραγματική διαπραγμάτευση. Αυτό ήταν το ελάχιστο που κατάφερε να εξασφαλίσει.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Η Βρετανία, η Ευρώπη και το μακρύ ταξίδι της επιστροφής
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, ένας Βρετανός πρωθυπουργός τολμά για πρώτη φορά να προφέρει δημόσια τη λέξη «επανένταξη». Πόσο ρεαλιστικό είναι το ενδεχόμενο – και τι θα απαιτούσε από το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες;
Το πρωί της Τετάρτης 30 Σεπτεμβρίου, στην εκπομπή Today του BBC Radio 4, ο Άντι Μπέρναμ είπε κάτι που κανένας ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ δεν είχε πει εδώ και μία δεκαετία. Ερωτηθείς αν επιθυμεί η χώρα του να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν απάντησε με το τελετουργικό «όχι» που είχε καθιερώσει ο προκάτοχός του. Είπε ότι θέλει να «εξετάσει τις επιλογές» και ανάμεσά τους απαρίθμησε, πλάι στη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος, την τελωνειακή ένωση, την ενιαία αγορά και την πλήρη επανένταξη – το να «πάμε μέχρι τέλους», όπως το έθεσε. Η σημερινή διευθέτηση του Brexit, κατά τον ίδιο, έχει προκαλέσει περισσότερη ζημιά παρά όφελος. Την προηγούμενη μέρα, από το βήμα του ετήσιου συνεδρίου των Εργατικών, ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε χρεώσει στο Brexit την απώλεια ελέγχου τόσο στη μετανάστευση όσο και στην οικονομία, κρίνοντας τη σημερινή σχέση με την Ευρώπη ανεπαρκή και υποσχόμενος να αναζητήσει «συναίνεση» για τη μελλοντική κατεύθυνση.
Η σημασία της στιγμής δεν βρίσκεται σε όσα δεσμεύτηκε –στην πραγματικότητα δεν δεσμεύτηκε σε τίποτα– αλλά στο ότι μετατόπισε τα όρια του πολιτικά νοητού. Επί μία δεκαετία, το ερώτημα της επιστροφής ήταν στη Βρετανία κάτι σαν οικογενειακό μυστικό: όλοι γνώριζαν ότι υπάρχει, αλλά κανένα κόμμα εξουσίας δεν τολμούσε να το ξεστομίσει. Το Brexit είχε διχάσει οικογένειες, φίλους και εκλογικές περιφέρειες και η επανάληψη της σύγκρουσης θεωρούνταν πολιτική αυτοκτονία. Ο Κιρ Στάρμερ είχε οικοδομήσει ολόκληρη τη στρατηγική του πάνω στη διαβεβαίωση ότι η χώρα δεν θα επιστρέψει ούτε στην ΕΕ, ούτε στην ενιαία αγορά, ούτε στην τελωνειακή ένωση. Ο διάδοχός του, ο Άντι Μπέρναμ, που ανέλαβε την πρωθυπουργία στις 20 Ιουλίου, μετά τη νίκη του στην επαναληπτική εκλογή του Μέικερφιλντ και την παραίτηση του Στάρμερ, έσπασε το ταμπού σε λιγότερο από τρεις μήνες.
Μια ιστορία αμφιθυμίας
Για να εκτιμήσει κανείς τις προοπτικές, αξίζει να θυμηθεί ότι η σχέση Βρετανίας και Ευρώπης υπήρξε πάντοτε σχέση δισταγμού. Ο Τσώρτσιλ μιλούσε μετά τον πόλεμο για «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», εννοώντας όμως μια Ευρώπη την οποία η Βρετανία θα παρακολουθούσε ευμενώς από την άλλη όχθη της Μάγχης, όχι ως μέλος. Όταν το Λονδίνο αποφάσισε τελικά να χτυπήσει την πόρτα των Βρυξελλών, ο Ντε Γκωλ του την έκλεισε δύο φορές, το 1963 και το 1967, θεωρώντας ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ο δούρειος ίππος της Ουάσιγκτον στην Ευρώπη. Η ένταξη ήρθε μόλις το 1973, επικυρώθηκε με άνεση στο δημοψήφισμα του 1975, και ακολούθησαν σχεδόν πέντε δεκαετίες μιας συμμετοχής με αστερίσκους – π.χ. η επιστροφή εισφορών που απέσπασε η Θάτσερ το 1984, η εξαίρεση από το ευρώ, η παραμονή εκτός Σένγκεν. Το δημοψήφισμα του Ιουνίου 2016, με 51,9% υπέρ της αποχώρησης, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία αλλά η κατάληξη μιας μακράς εσωτερικής διαφωνίας για το τι ακριβώς είναι η Βρετανία – μια ευρωπαϊκή χώρα ή νησί με παγκόσμια ενδιαφέροντα που απλώς τυχαίνει να βρίσκεται κοντά στην ήπειρο ;
Τι λένε οι πολίτες
Από το 2016 η κοινή γνώμη έχει μετακινηθεί αισθητά. Οι μετρήσεις της YouGov δείχνουν εδώ και καιρό ότι μια σαφής πλειοψηφία θεωρεί πλέον το Brexit λανθασμένη απόφαση, ενώ η στήριξη στην επανένταξη κινείται γύρω στο μισό του εκλογικού σώματος. Μια εκτεταμένη δημοσκόπηση, που διενήργησε η YouGov για λογαριασμό της φιλοευρωπαϊκής οργάνωσης Best for Britain, εκτίμησε ότι οι Εργατικοί, αν δεσμεύονταν να προχωρήσουν στην επανένταξη, θα κέρδιζαν περίπου 321 έδρες – λίγο κάτω από την απόλυτη πλειοψηφία. Το εύρημα προέρχεται από οργάνωση με σαφή ατζέντα και πρέπει να διαβαστεί με την ανάλογη επιφύλαξη· εξηγεί ωστόσο γιατί ο Μπέρναμ δεν θεωρεί πια το ζήτημα εκλογικό βάρος.
Κάτω από την επιφάνεια, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η δημοφιλέστερη επιλογή στις ίδιες έρευνες δεν είναι η πλήρης ένταξη αλλά μια στενότερη σχέση χωρίς επανένταξη – ένα ενδιάμεσο έδαφος που συγκεντρώνει και σημαντικό τμήμα όσων ψήφισαν «έξοδο». Υπάρχει επίσης ένα βαθύ ρήγμα μεταξύ των γενεών. Οι νέοι τάσσονται συντριπτικά υπέρ της Ευρώπης, ενώ οι άνω των 65, που προσέρχονται και με μεγαλύτερη συνέπεια στις κάλπες, παραμένουν πολύ πιο επιφυλακτικοί. Και η στήριξη υποχωρεί αισθητά όταν η ερώτηση συνοδεύεται από τους όρους που θα έθετε μια νέα ένταξη – ευρώ, Σένγκεν, πλήρης ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων. Το «θα προτιμούσαμε να είχαμε μείνει» δεν ταυτίζεται με το «θέλουμε να ξαναμπούμε με οποιουσδήποτε όρους».
Οι όροι της επιστροφής
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Η Βρετανία δεν μπορεί να επιστρέψει σε ό,τι εγκατέλειψε. Οι εξαιρέσεις και οι εκπτώσεις που είχε συσσωρεύσει μέσα σε σαράντα επτά χρόνια χάθηκαν οριστικά το 2020. Μια νέα αίτηση θα εξεταζόταν βάσει του άρθρου 49 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως κάθε υποψηφιότητα, και θα απαιτούσε την ομόφωνη έγκριση των 27 κρατών-μελών και τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τα νέα μέλη αναλαμβάνουν τυπικά τη δέσμευση να υιοθετήσουν κάποτε το ενιαίο νόμισμα και να ενταχθούν στον χώρο Σένγκεν. Στην πράξη, το παράδειγμα της Σουηδίας, που επί δύο δεκαετίες αποφεύγει το ευρώ χωρίς να παραβιάζει τυπικά τις υποχρεώσεις της, δείχνει ότι υπάρχουν περιθώρια ευελιξίας. Όμως το να εξηγήσεις σε ένα βρετανικό ακροατήριο ότι η εγκατάλειψη της στερλίνας είναι «μόνο θεωρητική» υποχρέωση συνιστά πολιτικό δώρο στους αντιπάλους της επανένταξης.
Ο Μισέλ Μπαρνιέ, ο άνθρωπος που διαπραγματεύτηκε το διαζύγιο για λογαριασμό των Βρυξελλών, έχει δηλώσει ότι η πόρτα παραμένει ανοιχτή, προσθέτοντας όμως ότι η Ένωση δεν είναι πια εκείνη που άφησαν οι Βρετανοί. Η παρατήρηση είναι εύστοχη. Ο κοινός δανεισμός για την ανάκαμψη μετά την πανδημία, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η συζήτηση για τη διεύρυνση προς ανατολάς έχουν αλλάξει το χαρακτήρα της Ένωσης. Η Βρετανία θα εισερχόταν σε μια πιο ολοκληρωμένη και πιο φιλόδοξη κοινότητα από εκείνη που εγκατέλειψε – ακριβώς στο είδος της Ευρώπης που πάντοτε φοβόταν.
Υπάρχει και η άλλη πλευρά της εξίσωσης, που στη βρετανική δημόσια συζήτηση συχνά ξεχνιέται. Για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Βρετανία θέλει να επιστρέψει, αλλά και αν θα παραμείνει χώρα-μέλος της ΕΕ. Τα χρόνια της διαπραγμάτευσης, από το 2016 έως το 2020, άφησαν πίσω τους βαθιά κόπωση. Κανείς στις Βρυξέλλες δεν επιθυμεί ένα κράτος-μέλος που επανέρχεται με ισχνή πλειοψηφία, μόνο για να δει την επόμενη κυβέρνηση να ανοίγει ξανά το ζήτημα. Η απαίτηση για ευρεία και σταθερή συναίνεση, κατά προτίμηση διακομματική και επικυρωμένη με δημοψήφισμα, θα ήταν σχεδόν βέβαιη. Και εδώ ο Μπέρναμ έχει δίκιο να μιλά για «συναίνεση». Χωρίς αυτήν δεν πρόκειται για επιστροφή, αλλά για ένα ακόμη επεισόδιο της ίδιας εσωτερικής διχόνοιας.
Η εσωτερική αρένα
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις Βρυξέλλες αλλά στο Γουέστμινστερ. Οι Συντηρητικοί αντέδρασαν αμέσως, μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού. Ο αναπληρωτής αρχηγός των Τόρις, Άλεξ Μπέρκχαρτ, κατηγόρησε τους Εργατικούς ότι φορτώνουν τις δικές τους οικονομικές αποτυχίες σε μια ψηφοφορία που έγινε πριν από μια δεκαετία. Το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, που προηγούνταν άνετα στις δημοσκοπήσεις λίγους μήνες νωρίτερα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα μετέτρεπε κάθε βήμα προς την Ευρώπη σε ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και μετανάστευσης. Το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα κάνει τους αριθμούς ακόμη πιο ρευστούς. Μια πανεθνική πλειοψηφία υπέρ της Ευρώπης μπορεί να συνυπάρχει με δεκάδες περιφέρειες της βόρειας και της ανατολικής Αγγλίας όπου το ζήτημα λειτουργεί ως «κόκκινο πανί». Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός προτίμησε την απαρίθμηση επιλογών από τη δέσμευση.
Υπάρχει και το ζήτημα του χρόνου. Οι επόμενες γενικές εκλογές πρέπει να διεξαχθούν έως το 2029. Ακόμη κι αν οι Εργατικοί κέρδιζαν με ρητή εντολή για επανένταξη, θα ακολουθούσε η πιθανότητα του δημοψηφίσματος, έπειτα η υποβολή της αίτησης επανένταξης, η γνωμοδότηση της Επιτροπής, οι διαπραγματεύσεις και οι κυρώσεις από 27 εθνικά Κοινοβούλια. Ρεαλιστικά, μια Βρετανία εντός της Ένωσης πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2030 μοιάζει απίθανη.
Ο ενδιάμεσος δρόμος
Γι’ αυτό η πιθανότερη εξέλιξη δεν είναι μια θεαματική επιστροφή αλλά μια σταδιακή επανασύνδεση. Η «επανεκκίνηση» των σχέσεων που εγκαινίασε η κυβέρνηση Στάρμερ με τη σύνοδο κορυφής του Μαΐου 2025 –σύμφωνο άμυνας και ασφάλειας, διευκόλυνση των υγειονομικών ελέγχων, συζητήσεις για πρόγραμμα κινητικότητας των νέων– έδειξε ότι υπάρχει διάθεση και από τις δύο πλευρές για πρακτική συνεργασία. Μια τελωνειακή ένωση, την οποία έχει υποστηρίξει ακόμη και ο πρώην Συντηρητικός υπουργός Οικονομικών Τζορτζ Όσμπορν, θα περιόριζε τις τριβές στο εμπόριο αγαθών και θα απάλυνε μέρος του προβλήματος της Βόρειας Ιρλανδίας. Η επιστροφή στην ενιαία αγορά, που προτείνουν οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, θα προϋπέθετε ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και αποδοχή κανόνων χωρίς ψήφο στη διαμόρφωσή τους. Τότε η Βρετανία θα κατέληγε, όπως η Νορβηγία, να εφαρμόζει νόμους που αποφασίζονται χωρίς τη γνώμη του Λονδίνου. Οι δύο αντίπαλες πλευρές, που σπάνια συμφωνούν, εν προκειμένω ταυτίζονται. Η συμμόρφωση με κανόνες, χωρίς τη βρετανική συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, για τους οπαδούς του Brexit θα ήταν ταπείνωση και για τους φιλοευρωπαίους μια λύση χειρότερη ακόμη και από την πλήρη ένταξη
Ίσως εδώ να βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα της πρωτοβουλίας Μπέρναμ. Εγείροντας ξανά το ερώτημα της πλήρους ένταξης, μετακινεί το κέντρο βάρους της συζήτησης. Μια τελωνειακή ένωση, που πριν από δύο χρόνια έμοιαζε να είναι μια ριζοσπαστική πρόταση, μπορεί πλέον να εμφανιστεί ως μετριοπαθής συμβιβασμός. Η σύνοδος κορυφής Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου, που προγραμματίζεται για τους επόμενους μήνες, θα δείξει αν ο Βρετανός πρωθυπουργός επιδιώκει πράγματι το δρόμο της επιστροφής ή αν χρησιμοποιεί την προοπτική της ως μοχλό για μια βαθύτερη σχέση με την Ευρώπη των 27, που θα σταματά όμως στο κατώφλι της πλήρους ένταξης.
Πώς έχει εξελιχθεί σήμερα η δομή που δημιουργήθηκε το 2025 και γιατί το Κίεβο ζητά πλέον συχνότερες συναντήσεις αντί για την αποστολή δυτικών χερσαίων δυνάμεων στην Ουκρανία.
Στις 24 Αυγούστου 2026, η Συμμαχία των Προθύμων, η οποία αποτελείται από 34 χώρες που υποστηρίζουν την Ουκρανία, συνήλθε στο Κίεβο για να τιμήσει την 35η επέτειο της αποκατάστασης της ουκρανικής ανεξαρτησίας. Ο Άντι Μπέρναμ, ένας από τους συμπροέδρους της συνάντησης, στο πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό ως πρωθυπουργός της Βρετανίας, ήταν παρών μαζί με τον Αντόνιο Κόστα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τον Αλεξάντερ Σταμπ της Φινλανδίας, τον Γκιτάνας Ναουσέντα της Λιθουανίας, τη Μάια Σάντου της Μολδαβίας, τους πρωθυπουργούς της Λετονίας και του Λουξεμβούργου, καθώς και τον υπουργό Εξωτερικών της Σουηδίας· οι περισσότεροι συμμετέχοντες, συμπεριλαμβανομένων των δύο άλλων συμπροέδρων, του Εμμανουέλ Μακρόν και του Φρίντριχ Μερτς, συμμετείχαν μέσω βιντεοδιάσκεψης. Στο άρθρο του για το διακεκριμένο ουκρανικό διαδικτυακό περιοδικό European Pravda, ο Μπέρναμ επανέλαβε τον σκοπό αυτής της πρωτοβουλίας: τη διαμόρφωση ενός σχεδίου για την επίτευξη και διατήρηση μιας ειρηνευτικής συμφωνίας υπό την ηγεσία της Ουκρανίας. Η ουσιαστική συζήτηση, ωστόσο, κινήθηκε σε άλλη κατεύθυνση.
Ενώ πρωταρχικός στόχος της Συμμαχίας είναι η οργάνωση μιας πολυεθνικής δύναμης που θα στηρίξει τις εγγυήσεις ασφάλειας μόλις επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός, οι πρόσφατες συναντήσεις της απέδωσαν αποτελέσματα και σε άλλες διαστάσεις: υποστήριξη της αμυντικής βιομηχανίας της Ουκρανίας μέσω μεταφοράς τεχνολογίας και χορήγησης αδειών, ένα φόρουμ για τα πιο επείγοντα ζητήματα της ανθεκτικότητας και της άμυνας της Ουκρανίας, καθώς και μια ευκαιρία για την προώθηση διμερών αμυντικών πρωτοβουλιών με μεμονωμένα μέλη.
Πρώτον, ο Μπέρναμ ενέκρινε τη μεταφορά της τεχνολογίας «Storm Shadow», ώστε οι πύραυλοι να μπορούν να κατασκευαστούν στο ουκρανικό έδαφος, και ζήτησε από τη βρετανική βιομηχανία να υποστηρίξει το «Freyja», το ουκρανο-ευρωπαϊκό πρόγραμμα αντιβαλλιστικών αναχαιτιστικών πυραύλων που προορίζεται ως φθηνότερη εναλλακτική λύση έναντι του «Patriot». Ο Μακρόν ανέλαβε να επιταχύνει τις παραδόσεις και τη χορήγηση αδειών που είχαν συμφωνηθεί στην προηγούμενη συνάντηση της Συμμαχίας τον Ιούλιο, όταν η Γαλλία αδειοδότησε την ουκρανική κατασκευή βομβών AASM και πυραύλων SCALP, καθώς και, από κοινού με την Ιταλία, των αναχαιτιστικών Aster 30, και δεσμεύθηκε να υποστηρίξει το Freyja. Η δήλωση της Συμμαχίας τον Ιούλιο χαιρέτισε τη Συμμαχία Αντιβαλλιστικών Πυραύλων και τις άδειες που χορηγήθηκαν για την παραγωγή αναχαιτιστικών, καθώς και τις νέες δεσμεύσεις σχετικά με επιχειρήσεις κατά του «σκιώδους στόλου», την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συντονισμένη υποστήριξη των εθνικών επιχειρήσεων.
Δεύτερον, ο Ζελένσκι άσκησε πίεση για τις πιο επείγουσες ανάγκες της ουκρανικής άμυνας: ένα πακέτο χειμερινής βοήθειας κατά των βαλλιστικών επιθέσεων, με τουλάχιστον 300 αναχαιτιστικά Patriot, οικονομική στήριξη προς το Υπουργείο Άμυνας της Ουκρανίας, το οποίο παρουσιάζει έλλειμμα 27 δισεκατομμυρίων ευρώ, μεταξύ άλλων με την επανεξέταση του ζητήματος των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων· καθώς και το ξεμπλοκάρισμα της Μαύρης Θάλασσας και τη χρήση των «Διαδρομών Αλληλεγγύης» για τις εξαγωγές. Εκείνη την ημέρα, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε επιπλέον στρατιωτική βοήθεια ύψους 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την ΕΕ για την αεροπορική και πυραυλική άμυνα, πυραύλους, πυρομαχικά και ραντάρ. Ο Ζελένσκι υποσχέθηκε να ενημερώσει τους συμμετέχοντες στη συνάντηση για τις διαπραγματεύσεις σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά προφανώς το αντιμετώπισε ως δευτερεύον ζήτημα.
Τρίτον, η Συμμαχία λειτουργεί ως φόρουμ υψηλού επιπέδου που προσελκύει πολλούς εταίρους και επιλύει διμερή ζητήματα. Για παράδειγμα, μια ημέρα πριν από τη συνεδρίαση της Συμμαχίας πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο σύνοδος κορυφής των Σκανδιναβικών και Βαλτικών χωρών με την Ουκρανία, και υπογράφηκαν ορισμένα διμερή έγγραφα σχετικά με την άμυνα, μεταξύ των οποίων μια δήλωση για στρατηγική εταιρική σχέση και μια συμφωνία για μη επανδρωμένα αεροσκάφη με τη Νορβηγία, καθώς και περαιτέρω συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Φινλανδία. Καθώς η αμερικανική ηγεσία αποσύρεται από την Ομάδα Επαφής για την Άμυνα της Ουκρανίας —η οποία συνεδρίασε οκτώ φορές το 2025 και τρεις φορές φέτος, ενώ η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακά—, η Συμμαχία αρχίζει να αναλαμβάνει τα ίδια ζητήματα με το Ράμσταϊν.
Το τρέχον έργο της Συμμαχίας ανταποκρίνεται στην ερμηνεία του καγκελαρίου Mερτς σχετικά με τα καθήκοντά της, όπως αυτά καθορίστηκαν τον Ιούλιο: πρώτον, να πιέσει τη Ρωσία να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις, στη συνέχεια να στηρίξει την Ουκρανία για όσο διάστημα χρειάζεται να αμυνθεί, και μόνο τότε, από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες, να είναι έτοιμη να επιβλέπει μια εκεχειρία και να παρέχει εγγυήσεις. Αυτές οι πρωτοβουλίες των τελευταίων δύο μηνών, τόσο εντός όσο και εκτός της Συμμαχίας, έρχονται εν μέσω μιας σαφούς κλιμάκωσης της υποστήριξης της Βόρειας Κορέας και της Κίνας προς τη Ρωσία, σε συνδυασμό με την περαιτέρω απομάκρυνση των ΗΠΑ από την Ευρώπη και την ανοιχτή προτίμησή τους να κατευνάσουν τον Πούτιν αντί να τον εξαναγκάσουν.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Επιτροπή Αναθεώρησης Οικονομικών και Ασφάλειας ΗΠΑ-Κίνας ανέφερε τον Αύγουστο ότι η Κίνα αντιπροσώπευε το 90% του συνόλου της τεχνολογίας που υπόκειται σε κυρώσεις και εισήλθε στη Ρωσία το 2026, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες έχει προμηθεύσει δορυφορικές εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν για την καθοδήγηση ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων. Μετά από ένα χρόνο παύσης, η Πιονγιάνγκ επανέλαβε την προμήθεια βαλλιστικών πυραύλων στα τέλη Ιουλίου του 2026 και έχει αναπτύξει στη Ρωσία τα δικά της πληρώματα και έξι εκτοξευτές για μια μονάδα ικανή να εκτοξεύσει έως και 120 πυραύλους.
Οι παραδόσεις δυτικών αναχαιτιστικών στην Ουκρανία έχουν εν τω μεταξύ μειωθεί στο ένα τρίτο του επιπέδου του 2025. Η Ουάσιγκτον δεν πωλεί στο Κίεβο τα αντιαεροπορικά συστήματα PAC-3 που ζητά, ούτε χορηγεί την άδεια παραγωγής που ο Τραμπ είχε μισοϋποσχεθεί στην Άγκυρα και αναθεώρησε τρεις εβδομάδες αργότερα. Ο Ζελένσκι δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 23 Αυγούστου ότι η Ρωσία μπορεί να παράγει έως και εκατό βαλλιστικούς πυραύλους τον μήνα και ότι η χειρότερη εκτίμηση για το ερχόμενο φθινόπωρο και χειμώνα είναι 1.300 πύραυλοι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Βόρειας Κορέας. Αυτή η ασυμμετρία στη συμμαχική βοήθεια απαιτεί σίγουρα πιο αποφασιστικές ενέργειες από τους εταίρους της Ουκρανίας που αποτελούν τη Συμμαχία.
Η αποστασιοποίηση της Ουάσιγκτον από τη Συμμαχία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης τάσης. Η παρουσία της στην Ευρώπη μειώνεται σταδιακά: το Πεντάγωνο έχει επίσημα ξεκινήσει μια αναθεώρηση της στάσης και της στάθμευσης των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, ενώ ο Έλμπριτζ Κόλμπι εργάζεται ενεργά στις πρωτεύουσες των συμμάχων για την εκεί απόδοση της κύριας ευθύνης για τη συμβατική άμυνα στην Ευρώπη. Τα 5.000 στρατεύματα που υποσχέθηκε ο Τραμπ στην Πολωνία ως αντιστάθμισμα για τον ίδιο αριθμό αμερικανικών στρατευμάτων που αποσύρθηκαν από την Ευρώπη την άνοιξη δεν έχουν ούτε ημερομηνία ούτε τόπο ανάπτυξης. Παρά τις πολυάριθμες υβριδικές εκστρατείες και τις εκστρατείες σαμποτάζ της Ρωσίας, ο Τραμπ συνεχίζει να αρνείται ότι η Ρωσία αποτελεί οποιαδήποτε απειλή για το ΝΑΤΟ.
Στις 16 Αυγούστου, την ημέρα πριν από την προγραμματισμένη έναρξη των ετήσιων στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα, ο Τραμπ διέταξε το Πεντάγωνο να τις περιορίσει, επικαλούμενος τις καλές του σχέσεις με τον Κιμ Γιονγκ Ουν και χαρακτηρίζοντας τις ασκήσεις ως ένα μήνυμα ακατάλληλο και εχθρικό προς τη Βόρεια Κορέα, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια του, δεν αποτελούσε απειλή και έδειχνε σεβασμό — τον ίδιο μήνα που η Ρωσία επανέλαβε τις εκτοξεύσεις πυραύλων της Βόρειας Κορέας εναντίον ουκρανικών πόλεων. Στον Καναδά, σύμμαχο βάσει συνθήκης, δεν προσφέρονται τέτοιες ευγένειες: ο Τραμπ έχει επιβάλει επιπλέον ασφυκτικούς δασμούς στα καναδικά προϊόντα, αμφισβητεί τα σύνορα — τα οποία, όπως λέει, έχουν χαραχθεί αυθαίρετα «με χάρακα» — και μετονομάζει τη λίμνη Οντάριο σε «Λίμνη Αμερική». Τίποτα από όλα αυτά δεν ενισχύει την διατλαντική εμπιστοσύνη και αξιοπιστία, υπονομεύοντας τις τρέχουσες στρατηγικές κρατών που είναι σταθερά φιλοαμερικανικά, όπως η Πολωνία και η Ιταλία.
Η αμερικανική αδιαφορία και αποστασιοποίηση παρεμποδίζουν τον αρχικό στόχο της Συμμαχίας και υποβαθμίζουν το περιβάλλον ασφάλειας στο οποίο λειτουργεί. Η αεροπορική της συνιστώσα σχεδιάστηκε ώστε να εξαρτάται από τις υποστηρικτικές δυνατότητες των ΗΠΑ. Η Διακήρυξη του Παρισιού της Συμμαχίας, του Ιανουαρίου 2026, έθεσε στο επίκεντρο των εγγυήσεων έναν μηχανισμό παρακολούθησης και επαλήθευσης της εκεχειρίας υπό αμερικανική ηγεσία· αξιωματούχοι που επικαλείται το Reuters ανέφεραν ότι αυτό θα σήμαινε τη χρήση αμερικανικών drones, αισθητήρων και δορυφόρων. Η διακήρυξη δεν φέρει καμία αμερικανική υπογραφή, ενώ η αναφορά στη χρήση αμερικανικών δυνατοτήτων για τη στήριξη της δύναμης είχε αφαιρεθεί από ένα προηγούμενο σχέδιο. Το εύρος και οι φιλοδοξίες της δύναμης που θα έπρεπε να υποστηρίξει μια τέτοια ρύθμιση είχαν περιοριστεί εδώ και καιρό. Ο αρχικός στόχος του Ζελένσκι τον Ιανουάριο του 2025 για 200.000 Ευρωπαίους στρατιώτες είχε συρρικνωθεί, μέχρι τον Ιανουάριο του 2026, σε μια συνδυασμένη γαλλο-βρετανική προσφορά έως 15.000. Μεταξύ των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κρατών, ούτε η Γερμανία ούτε η Ιταλία ούτε η Πολωνία προσφέρουν χερσαίες δυνάμεις: το Βερολίνο έχει προτείνει τη στάθμευση δυνάμεων σε έδαφος του ΝΑΤΟ που γειτονεύει με την Ουκρανία, η Βαρσοβία περιορίζεται στην υλικοτεχνική υποστήριξη και τη φιλοξενία, ενώ η Ιταλία, την ημέρα που ανακοινώθηκαν οι ασκήσεις, επιβεβαίωσε ότι δεν θα συμμετάσχει. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώντας ζωντανό τον αρχικό στόχο, ο Μακρόν όρισε τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο για τις πρώτες ασκήσεις πλήρους κλίμακας της Συμμαχίας, οι οποίες θα φιλοξενηθούν από την Πολωνία με γαλλικά και βρετανικά στρατεύματα, προκειμένου να δοκιμαστούν η διοίκηση και ο έλεγχος, η υλικοτεχνική υποστήριξη και η ανάπτυξη. Η αποστολή, το επιδιωκόμενο τελικό αποτέλεσμα και οι κανόνες εμπλοκής της δύναμης παραμένουν ακαθόριστοι, ενώ η προετοιμασία είναι αργή και αμφισβητείται πολιτικά. Η Συμμαχία, η οποία ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2025, έχει από τότε αποκτήσει μόνιμο αρχηγείο τριών αστέρων στο Παρίσι, μια μονάδα συντονισμού στο Κίεβο και περίπου διακόσιους σχεδιαστές από περισσότερες από τριάντα χώρες. Μετά από δεκαεπτά μήνες, ο μηχανισμός αυτός δοκιμάζεται για πρώτη φορά.
Το πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ η Πολυεθνική Δύναμη για την Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί την οργανωτική ιδέα ολόκληρης της Συμμαχίας, αυτό που επρόκειτο να εγγυηθεί δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Στην ίδια κλειστή ενημέρωση της 23ης Αυγούστου, ο Ζελένσκι σύμφωνα με πληροφορίες δήλωσε στους παρευρισκόμενους ότι κανένας σημαντικός σύμμαχος δεν έχει δώσει ακόμη καμία εγγύηση ότι κάποιος θα έρθει να σώσει την Ουκρανία αν ο Πούτιν προχωρήσει περαιτέρω. Οι προσπάθειες για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών ακολουθούν το συνηθισμένο σχήμα με τα συνηθισμένα αποτελέσματα: άλλη μια πρόταση μιας σελίδας για την κατάπαυση του πυρός, άλλη μια καινοτόμος «εδαφική ρύθμιση» για το Ντονμπάς, άλλος ένας υψηλού προφίλ απεσταλμένος που στάλθηκε στη Μόσχα για να πείσει τον Πούτιν να αποδεχτεί μια συμφωνία, άλλη μια επίπληξη από τη Ρωσία και μια νέα ανακοίνωση ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες θα ξαναρχίσουν το φθινόπωρο.
Ποιο θα πρέπει να είναι το σημείο συνάντησης μεταξύ αυτού για το οποίο σχεδιάστηκε η Συμμαχία και αυτού που πράγματι κάνει στο τρέχον στάδιο του πολέμου; Δεν υπάρχει μόνιμη ιδιότητα μέλους, ούτε θεσμική δομή, ούτε διαδικασία λήψης αποφάσεων, και συχνά ούτε κοινό όραμα. Αυτό διατηρεί τη Συμμαχία ευρεία, αλλά την αποδυναμώνει όποτε απαιτούνται κοινές αποφάσεις. Είναι ενδεικτικό ότι το αποτέλεσμα της συνάντησης της 24ης Αυγούστου ήταν και πάλι μια δήλωση των τριών συμπροέδρων, και όχι της Συμμαχίας στο σύνολό της, γεγονός που προδίδει την απουσία ενότητας. Από πολιτική άποψη, η κατάσταση δεν είναι πιο σταθερή. Ο Μακρόν αποχωρεί από το αξίωμα την επόμενη άνοιξη και οι πιθανοί δεξιοί διάδοχοί του αντιτίθενται τόσο στην αποστολή γαλλικών στρατευμάτων όσο και στην παροχή περισσότερων όπλων στην Ουκρανία, η θέση του Μερτς στην πατρίδα του αποδυναμώνεται, ενώ η Πολωνία και η Ιταλία αντιμετωπίζουν τις δικές τους εκλογές· η μορφή αυτή δεν έχει καμία εγγύηση συνέχισης πέρα από την προσωπική δέσμευση ενός ηγέτη που βρίσκεται ακόμη στο υψηλότερο αξίωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, η άφιξη του Μπέρναμ στο Κίεβο αποτελεί μια σπάνια επίδειξη συνέχειας. Προς το παρόν, το σημείο συνάντησης έγκειται λιγότερο στη δύναμη που επρόκειτο να αναπτύξει η Συμμαχία και περισσότερο στη λειτουργία που έχει πράγματι αποκτήσει: τη σύνδεση της άμυνας της Ουκρανίας με εκείνη της Ευρώπης — μέσω της βοήθειας, των συμφωνιών για τα drones και άλλων συμφωνιών που λειτουργούν αμφίδρομα, μέσω της κοινής παραγωγής και των στρατηγικών αντιβαλλιστικών προγραμμάτων όπως το «Freyja» — όλα αυτά είναι πραγματικά, αλλά κανένα δεν είναι ακόμη μη αναστρέψιμο ή διαρθρωτικό.
Ο Ζελένσκι αποχώρησε από τη συνάντηση του Αυγούστου ζητώντας όχι την ανάπτυξη δυνάμεων, αλλά τη συχνότητα των συναντήσεων — χωρίς μεγάλες παύσεις, μια ακόμη σύνοδο τον Σεπτέμβριο, όπως δήλωσε. Πρόκειται για μια ορθολογική χρήση ενός μηχανισμού, η αξία του οποίου έγκειται πλέον στο να συγκεντρώνει τους εταίρους αρκετά συχνά, ώστε η αμυντική ατζέντα της Ουκρανίας να παραμένει ψηλά στη λίστα των προτεραιοτήτων τους και η Ουκρανία να ενσωματωθεί στην ευρωπαϊκή άμυνα — κάτι που όσοι τάσσονται υπέρ ενός συμβιβασμού με τη Ρωσία εις βάρος της κυριαρχίας της Ουκρανίας δηλώνουν ανοιχτά ότι φοβούνται. Το καθήκον για το Κίεβο είναι να καταστήσει αυτή τη λειτουργία μόνιμη πριν οι εκλογικοί κύκλοι απομακρύνουν τους ηγέτες που τη στηρίζουν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη Συμμαχία δεν είναι η διάλυση — τέτοιες χαλαρές μορφές σπάνια διαλύονται — αλλά η εδραιωμένη ρουτίνα, στην οποία η Ευρώπη αναλαμβάνει την ευθύνη για έναν πόλεμο που εξακολουθεί να αναμένει ότι θα τερματίσουν άλλοι, ελπίζοντας παράλληλα ότι αυτός ο τερματισμός δεν θα είναι επιζήμιος για τα συμφέροντά της.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά ως σχόλιο του EPIK στις 28 Αυγούστου 2026.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Η Ευρώπη μαθαίνει από την Ουκρανία να καταρρίπτει τους ρωσικούς μύθους
Η ανάπτυξη αποτελεσματικής αυτοάμυνας της Ευρώπης ενάντια στον «ψυχολογικό πόλεμο» της Ρωσίας με τον οποίο επιχειρεί να την αποτρελάνει, απαιτεί καλύτερη κατανόηση του πώς η Μόσχα αντιλαμβάνεται τη σύγκρουσή της με τη Δύση.
Η Ρωσία έχει αφιερώσει δεκαετίες στη διεξαγωγή γνωσιακού και πληροφοριακού πολέμου κατά της Δύσης. Πολύ πριν από την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία, η Μόσχα επένδυσε στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται τη ρωσική ισχύ, την κλιμάκωση, τη στρατιωτική ικανότητα, την ανθεκτικότητα και τα όρια της δράσης της Δύσης. Πολλές από αυτές τις αφηγήσεις έγιναν κοινή λογική, επηρεάζοντας την πολιτική πολύ πιο αποτελεσματικά από ό,τι θα μπορούσαν ποτέ τα άρματα μάχης ή οι πύραυλοι. Σήμερα, όμως, η Ουκρανία καταρρίπτει συστηματικά αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης. Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να αφομοιώσει αυτά τα διδάγματα πριν οι ξεπερασμένες παραδοχές αρχίσουν και πάλι να διαμορφώνουν την πολιτική ασφαλείας της.
Οι ουκρανικές επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς έχουν φτάσει στη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη, σε στρατηγικές βάσεις βομβαρδιστικών και σε κρίσιμες στρατιωτικές υποδομές. Η Κριμαία, που κάποτε παρουσιάζονταν από το Κρεμλίνο ως απαραβίαστο ρωσικό έδαφος, μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πεδίο μάχης όπου κυριαρχούν οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ουκρανίας. Για πρώτη φορά από την πλήρη εισβολή, η Ρωσία αρχίζει να βιώνει αυτό που επέβαλε στην Ουκρανία για χρόνια — έναν πόλεμο που συνεπάγεται πραγματικό κόστος.
Αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια στρατηγική επιλογή. Είτε θα επιτρέψει στη Ρωσία να φτάσει τελικά στο ναδίρ και να βιώσει μια ήττα αρκετά βαριά ώστε να πυροδοτήσει εσωτερικές αλλαγές, είτε θα επαναλάβει τον γνωστό κύκλο πρόωρων διαπραγματεύσεων, χαλάρωσης των κυρώσεων και μιας ακόμη «επανεκκίνησης» πριν αντιμετωπιστούν οι ρίζες της ρωσικής επιθετικότητας. Η ήττα δεν απαιτεί την παρουσία ουκρανικών στρατευμάτων στην Κόκκινη Πλατεία. Απαιτεί την κατάρρευση του καθεστώτος και, μαζί με αυτό, των μύθων που τροφοδότησαν τη συνεχή αναγέννηση ιμπεριαλιστικών και απάνθρωπων καθεστώτων.
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, το Κρεμλίνο έχει καλλιεργήσει συστηματικά μια σειρά αφηγήσεων που παρουσιάζουν τη Ρωσία ως ανίκητη, την κλιμάκωση ως αναπόφευκτη, τον συμβιβασμό ως τη μόνη ορθολογική στρατηγική και την ειρήνη μέσω της προσαρμογής ως την ασφαλέστερη επιλογή για την Ευρώπη. Αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά αποτέλεσμα δεκαετιών αυτού που οι Ρώσοι στρατιωτικοί στοχαστές αποκαλούν όλο και περισσότερο «ψυχολογικό πόλεμο» (mental war), έναν πόλεμο που επιχειρεί να αποτρελάνει τον θεωρούμενο εχθρό. Ο ίδιος ο όρος αποτελεί μια προσπάθεια «υποκατάστασης εισαγωγών» για να διαφοροποιηθεί από τη δυτική έννοια του πληροφοριακού πολέμου.
Σύμφωνα με τον Αντρέι Ιλνίτσκι, έναν από τους αρχιτέκτονες της θεωρίας και πρώην σύμβουλο του Ρώσου υπουργού Άμυνας, αυτού του είδους ο ψυχολογικός πόλεμος αφορά την ίδια τη μεταμόρφωση του πώς συγκροτείται ένα έθνος. Στοχεύει στην ταυτότητα, την ιστορική μνήμη, τις αξίες, τις παραδόσεις και τον ίδιο τον πολιτισμικό κώδικα μέσω του οποίου οι άνθρωποι ερμηνεύουν την πραγματικότητα. Ο στρατιωτικός θεωρητικός Ιγκόρ Καραβάεφ προχωρά ακόμη πιο μακριά, περιγράφοντας τον ψυχολογικό πόλεμο ως μια συστηματική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της δημόσιας συνείδησης, αποδυνάμωσης των κρατικών θεσμών και, τελικά, αλλαγής ενός ολόκληρου πολιτισμού. Οι στρατιωτικές νίκες μπορούν να ανατραπούν· οι μετασχηματισμένες ταυτότητες είναι πολύ πιο δύσκολο να ανακτηθούν. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο το Κρεμλίνο θεωρεί τον ψυχολογικό πόλεμο πιο αποφασιστικό από τον συμβατικό πόλεμο.
Στην πρόσφατη έκθεσή μου για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Τρελαίνοντας τον άλλο: Ο γνωσιακός και πληροφοριακός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ευρώπης», υποστηρίζω ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αναπτύξει μια αποτελεσματική μακροπρόθεσμη στρατηγική έναντι της Ρωσίας χωρίς πρώτα να κατανοήσει πώς η ίδια η Ρωσία αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση. Σύμφωνα με τους δικούς της στρατηγούς, δεν πρόκειται απλώς για μια γεωπολιτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για έναν πολιτισμικό —και, ως εκ τούτου, υπαρξιακό— πόλεμο. Οι Ρώσοι το εννοούν σοβαρά όταν ανακοινώνουν ένα παιχνίδι του τύπου «είτε αυτοί είτε εμείς».
Οι Ρώσοι αναλυτές στρατηγικής απεικονίζουν όλο και περισσότερο την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως τη μεγαλύτερη ήττα της Ρωσίας σε έναν «ψυχολογικό πόλεμο». Σύμφωνα με την ερμηνεία τους, η Δύση κατέκτησε τη σοβιετική συνείδηση όταν οι σοβιετικοί πολίτες αντάλλαξαν την πολιτισμική τους ταυτότητα με «τζιν, τσίχλες και ελευθερία κίνησης». Τώρα βρισκόμαστε στη δεύτερη φάση αυτού του ανταγωνισμού.
Από τη σκοπιά του Κρεμλίνου, οι δημοκρατίες είναι επικίνδυνες επειδή αντιπροσωπεύουν ένα εναλλακτικό μοντέλο κοινωνίας. Μια επιτυχημένη Ουκρανία αποτελεί ακόμη μεγαλύτερη απειλή. Αποδεικνύει ότι μια χώρα που μοιράζεται αιώνες ιστορίας και κάθε είδους διαπροσωπικούς δεσμούς με τη Ρωσία μπορεί να απορρίψει τον αυταρχισμό, να αποδομήσει τους αυτοκρατορικούς μύθους και να οικοδομήσει ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον. Όπως παρατήρησε ο Ρώσος πολιτικός φιλόσοφος Αντρέι Οκάρα πριν από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική πρόκληση για το σύστημα του Πούτιν· αποτελεί μια γνωσιακή και σημασιολογική πρόκληση. Η επιτυχία της Ουκρανίας υπονομεύει την ίδια την αφήγηση στην οποία στηρίζεται το σημερινό ρωσικό κράτος.
Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Ρωσία βλέπει τη σύγκρουση βοηθά επίσης να εξηγηθεί γιατί τόσες πολλές δυτικές παραδοχές έχουν αποτύχει επανειλημμένα. Η Ρωσία δεν έχει απλώς επενδύσει σε εκστρατείες παραπληροφόρησης ή παρέμβασης στις εκλογές. Έχει αφιερώσει δεκαετίες καλλιεργώντας στρατηγικά αφηγήματα που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι σκέφτονται για την ίδια τη Ρωσία. Αυτά τα αφηγήματα — ή αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «διανοητικοί ιοί» — συνεχίζουν να επηρεάζουν τις συζητήσεις σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και μετά από περισσότερα από δώδεκα χρόνια πολέμου στην ήπειρο.
Μύθος 1. Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία
Η Ουκρανία έμαθε με τον σκληρό τρόπο ότι, αν η Ρωσία ενεργεί επιθετικά εναντίον του κράτους σου, το να προσποιείσαι το αντίθετο δεν μειώνει την απειλή. Στην πραγματικότητα, η Ρωσία διεξάγει εδώ και χρόνια σαμποτάζ, κυβερνοεπιθέσεις, παρεμβάσεις στις εκλογές, ενεργειακό εκβιασμό, παρεμβολές GPS, δολοφονίες, επιχειρήσεις επηρεασμού και επιθέσεις σε υποδομές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το «Everywhere War – Sub-Threshold Warfare Tracker» έχει καταγράψει εκατοντάδες τέτοια περιστατικά σε ολόκληρη την ήπειρο. Η Ευρώπη μπορεί να μην θεωρεί πως βρίσκεται σε απευθείας πόλεμο με τη Ρωσία, αλλά η Ρωσία έχει προ πολλού εγκαταλείψει αυτή τη διάκριση.
Μύθος 2. Η Ρωσία είναι είτε ανίκητη είτε το σημερινό καθεστώς είναι απλώς το «πιο οικείο κακό»
Και οι δύο υποθέσεις οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: να αποφευχθεί η άσκηση πραγματικής πίεσης στη Μόσχα. Ωστόσο, η ιστορία μας λέει κάτι πολύ διαφορετικό. Η Ρωσία έχει υποστεί επανειλημμένα στρατιωτικές ήττες — από τον Πόλεμο της Λιβονίας, τον Κριμαϊκό Πόλεμο και τον Ρωσο-Ιαπωνικό Πόλεμο έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, την επέμβαση στο Αφγανιστάν και τον Πρώτο Πόλεμο της Τσετσενίας. Η ίδια η Μόσχα έχει καεί δύο φορές: πρώτα το 1571, όταν οι Τάταροι της Κριμαίας έβαλαν φωτιά στην πόλη, και ξανά το 1812 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ναπολέοντα. Η ήττα δεν αποτελεί εξαίρεση στη ρωσική ιστορία· είναι μέρος της.
Η Ουκρανία καταρρίπτει τον μύθο της ρωσικής ανίκητης δύναμης σε πραγματικό χρόνο. Πάνω από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη μιας επιχείρησης που υποτίθεται ότι θα διαρκούσε τρεις ημέρες, το Κρεμλίνο δεν κατάφερε να επιτύχει τους στρατηγικούς του στόχους, ενώ υπέστη τεράστιες στρατιωτικές και οικονομικές απώλειες, όπως και αντίστοιχες κύρους και γοήτρου. Ο πραγματικός κίνδυνος, επομένως, δεν είναι η ήττα της Ρωσίας, αλλά ο φόβος της Ευρώπης απέναντί της. Χωρίς να βιώσει την αποτυχία του αυτοκρατορικού της σχεδίου —και χωρίς να αναγνωρίσει ότι η επιθετικότητα οδηγεί σε παρακμή και όχι σε μεγαλείο— η Ρωσία είναι απίθανο να υποστεί τον βαθύ πολιτικό και ψυχολογικό μετασχηματισμό που απαιτείται για να σπάσει τον επαναλαμβανόμενο κύκλο της αυτοκρατορικής της επέκτασης. Μια άλλη πρόωρη «επανεκκίνηση» δεν θα εμπόδιζε τον επόμενο πόλεμο· απλώς θα τον χρηματοδοτούσε.
Μύθος 3. Η ειρήνη μπορεί να αποκατασταθεί μέσω του πραγματισμού και της οικονομικής συνεργασίας
Η Ευρώπη έχει ήδη δοκιμάσει αυτή την υπόθεση. Μέχρι το 2014, η Ρωσία είχε ενταχθεί σχεδόν σε κάθε σημαντικό ευρωατλαντικό οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο, εκτός από την ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Κατείχε θέση στο G8, προσχώρησε στον ΠΟΕ, διατηρούσε εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές με την Ευρώπη και απολάμβανε βαθιά οικονομική αλληλεξάρτηση με τη Δύση. Τίποτα από όλα αυτά δεν εμπόδισε την προσάρτηση της Κριμαίας ή, οκτώ χρόνια αργότερα, την πλήρη εισβολή. Η οικονομική ολοκλήρωση δεν άλλαξε ούτε τη στρατηγική κουλτούρα του Κρεμλίνου ούτε τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του.
Η εμπειρία της Ουκρανίας αποδεικνύει ότι η Ρωσία κατανοεί μόνο τη γλώσσα της βίας. Οι ουκρανικές επιθέσεις κατά των ρωσικών ενεργειακών υποδομών, της στρατηγικής αεροπορίας και της στρατιωτικής εφοδιαστικής έχουν, κατά πάσα πιθανότητα, επηρεάσει τη συμπεριφορά του Κρεμλίνου πολύ περισσότερο από ό,τι χρόνια διπλωματικής εμπλοκής. Η ίδια η ρητορική του Πούτιν απεικονίζει αυτή την εξέλιξη — από την απόρριψη της ηγεσίας της Ουκρανίας με ανοιχτά απάνθρωπη γλώσσα το 2022 έως την πολύ πιο προσεκτική αναφορά στον Πρόεδρο Ζελένσκι φέτος. Η στρατιωτική πίεση πέτυχε αυτό που οι διπλωματικές κινήσεις απέτυχαν επανειλημμένα να επιτύχουν.
Μύθος 4. Η Ουκρανία πρέπει να ανταλλάξει εδάφη για την ειρήνη
Οι ίδιες οι διαπραγματευτικές θέσεις της Ρωσίας αποδεικνύουν γιατί αυτό αποτελεί ψευδαίσθηση. Οι απαιτήσεις της Μόσχας έχουν σταθερά ξεπεράσει κατά πολύ τα εδάφη που κατέχει επί του παρόντος, επεκτεινόμενες στην αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας, την πολιτική υποταγή της και την εγκατάλειψη των ευρωατλαντικών της φιλοδοξιών. Οι εδαφικές παραχωρήσεις, επομένως, δεν θα έθεταν τέλος στον πόλεμο· θα βελτίωναν τη στρατιωτική θέση της Ρωσίας, θα αποδυνάμωναν την ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης και θα δημιουργούσαν καλύτερες συνθήκες για την επόμενη φάση της επιθετικότητας.
Συνολικά, αυτές οι αφηγήσεις ενθαρρύνουν την επιφυλακτικότητα όταν απαιτείται αποτροπή και τον συμβιβασμό όταν απαιτείται αντίσταση. Ενώ η Ουκρανία καταρρίπτει αυτούς τους μύθους στο πεδίο της μάχης, η Ευρώπη πρέπει να τους απομακρύνει από τη δική της στρατηγική σκέψη.
*Το παρόν άρθρο βασίζεται στην πρόσφατη έκθεση της συγγραφέα του για το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (EPIK) με τίτλο «Going mental: Russia’s cognitive war against Europe» που βρίσκεται στη διεύθυνση https://epik.eu/publication/cognitive-war/.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Η ακρίβεια των τιμών και ο πληθωρισμός ανακριβειών και παραπληροφόρησης
Αν πιστέψουμε όσα ισχυρίζεται η αντιπολίτευση (σύσσωμη) για την ακρίβεια στην Ελλάδα, θα καταλήγαμε στο συμπέρασμα ότι: α) η ακρίβεια είναι αποτέλεσμα της πολιτικής Μητσοτάκη, β) η ακρίβεια είναι ένας επιπλέον φόρος αφού επιτρέπει στην κυβέρνηση να μαζεύει παραπάνω έμμεσους φόρους (το είπε στη Βουλή ο Νίκος Ανδρουλάκης), γ) ο Μητσοτάκης εξυπηρετεί τα καρτέλ που αισχροκερδούν εις βάρος μας, δ) η ακρίβεια στην Ελλάδα είναι χειρότερη σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Από τις συζητήσεις που κάνουμε με φίλους έχουμε καταλήξει ότι, λέγε-λέγε, η αντιπολίτευση πείθει. Μάλλον η πλειονότητα των Ελλήνων πιστεύει ότι η χώρα μας έχει τη χειρότερη επίδοση ακρίβειας στην Ευρώπη. Πώς έχει όμως η πραγματικότητα; Αν κοιτάξουμε το γράφημα της Eurostat, που δημοσιεύεται στην κορυφή αυτού του σημειώματος, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ακολουθεί την ίδια ακριβώς πορεία με τον μέσο όρο της ΕΕ. Και μόνο αυτή η διαπίστωση αρκεί για να δείξει το ανυπόστατο των επιχειρημάτων της αντιπολίτευσης. Ας τα δούμε όμως πιο αναλυτικά. Ο πληθωρισμός άρχισε να ανεβαίνει πάνω από τα «υγιή» επίπεδα (περίπου 2% κατ’ έτος) στο τέλος του 2021, όταν ο πλανήτης έβγαινε από την καραντίνα για τον κορονοϊό και, ενώ αυξανόταν η ζήτηση, δεν είχαν ακόμη αποκατασταθεί οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Η 2η και χειρότερη περίοδος ήρθε σύντομα, αρχές 2022, με την ενεργειακή κρίση που ξέσπασε μετά την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Και ενώ η κατάσταση άρχισε να εξομαλύνεται, ο πόλεμος στον Περσικό κόλπο έδωσε νέα πνοή στον πληθωρισμό. Με άλλα λόγια, ο πληθωρισμός έχει αναμφισβήτητα εξωγενείς αιτίες.
Παραμένει βέβαια το ερώτημα αν στην Ελλάδα ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε στα ύψη, αντίθετα με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ που έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για να τον συγκρατήσουν. Τίποτα ανακριβέστερο! Η πραγματικότητα προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat. Η ετήσια μεταβολή των τιμών καταναλωτή, δηλαδή η μεταβολή των τιμών καταναλωτή σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους, παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε κάθε χώρα ξεχωριστά και βέβαια στη χώρα μας (βλέπε γράφημα). Χαρακτηριστικά, την περίοδο Αυγούστου/Νοεμβρίου 2022, περίοδο με τον υψηλότερο πληθωρισμό σε όλες τις χώρες της ΕΕ, η Ελλάδα φτάνει τον Σεπτέμβριο στον υψηλότερο δείκτη πληθωρισμού, 12,1%, ενώ η ΕΕ έφτασε στο 10,9 (διαφορά 1,2% λιγότερο στην ΕΕ). Όμως τον επόμενο μήνα (10/2022) καταγράφεται ο υψηλότερος πληθωρισμός στην ΕΕ, 11,5%, ενώ στην Ελλάδα αρχίζει η πτώση και ο πληθωρισμός καταγράφεται στο 9,5% (διαφορά 2% λιγότερο στην Ελλάδα). Την περίοδο αυτή όλες οι χώρες φτάνουν στον υψηλότερο πληθωρισμό τους, με τον δείκτη να κινείται μεταξύ 15 και 26% σε δέκα απ’ αυτές. Στις χώρες αυτές περιλαμβάνονται κυρίως οι πρώην σοσιαλιστικές αλλά και δυτικές χώρες, όπως η Ολλανδία, όπου ο πληθωρισμός καταγράφεται στο 17% τον Σεπτέμβριο του 2022.
Η γενική εικόνα είναι ότι η Ελλάδα κάποιους μήνες καταγράφει πληθωρισμό κάτω του μέσου όρου της ΕΕ και κάποιους άλλους πάνω από τον μέσο όρο. Αυτό που παραμένει, όμως, σταθερό καθ΄ όλη την περίοδο είναι η στάση της αντιπολίτευσης. Δεν αναφέρονται καθόλου στον πληθωρισμό τους μήνες που η Ελλάδα έχει καλές επιδόσεις και κατακεραυνώνουν την κυβέρνηση (και βεβαίως οι ευθύνες προσωποποιούνται στον Μητσοτάκη) τους μήνες που η χώρα έχει κακές επιδόσεις.
Το γράφημα εμπεριέχει πολλές επιπλέον πληροφορίες, βλέπουμε τη σύγκριση της Ελλάδας (καφετί) με τον μέσο όρο της ΕΕ (σκούρο μπλε), την Ολλανδία (ανοιχτό μπλε) και την Ισπανία (πράσινο). Για την τελευταία έχει γίνει πολύς λόγος για τις επιτυχείς πολιτικές που έχει εφαρμόσει και που, αν ακολουθούσε η ελληνική κυβέρνηση, θα είχε συγκρατηθεί ο πληθωρισμός. Όπως φαίνεται κάτι τέτοιο δεν ισχύει.
Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει η σωρευτική ακρίβεια μεταξύ 2010 και 2025, που, όπως φαίνεται στο επόμενο γράφημα (στοιχεία της Διεθνούς Τράπεζας και του IMF), η Ελλάδα έχει τον μικρότερο αθροιστικά πληθωρισμό σε σύγκριση με όλες τις χώρες της Ευρωζώνης. Έτσι, αν για να αγοράσουμε το 2010 τα Χ προϊόντα χρειαζόμασταν 100€, το 2024 χρειαζόμασταν 118,78€, ήτοι πληθωρισμός 18,78%. Συγκριτικά, χώρες όπως για παράδειγμα η Αυστρία ή η Ισπανία καταγράφουν την ίδια περίοδο αθροιστικό πληθωρισμό 48% και 31,5% αντίστοιχα.
Στις διαδραστικές ιστοσελίδες της Εurostat, του IMF και της Διεθνούς Τράπεζας είναι εύκολο να γίνουν συγκρίσεις μεταξύ χωρών, αν κάποιος θέλει να έχει μια πλήρη εικόνα. Υπάρχουν επίσης και άλλες χρήσιμες πληροφορίες, για όσους θέλουν να σχηματίσουν ιδία γνώμη.
https://ec.europa.eu/eurostat/cache/dashboard/prices/
https://ec.europa.eu/eurostat/cache/website/economy/food-price-monitoring/
https://ourworldindata.org/grapher/consumer-price-index?time
Καθώς η Ουκρανία συνεχίζει την πορεία της προς την Ευρώπη, αντιστεκόμενη παράλληλα στην επιθετικότητα της Ρωσίας, η υποψηφιότητά της αναδεικνύει τα όρια του παραδοσιακού μοντέλου διεύρυνσης.
Το 2026, το μέλλον της Ουκρανίας στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα ζήτημα ενσωμάτωσής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έχει μετατραπεί σε στρατηγικό ζήτημα. Μια σειρά συζητήσεων σχετικά με την άμυνα, την ανεξαρτησία και την οικονομία της Ευρώπης —θέματα που κάποτε φαινόταν να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους— καθίστανται πλέον όλο και πιο αλληλένδετα. Οι συζητήσεις για την επιτάχυνση της ένταξης της Ουκρανίας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, οι προτάσεις για τη σταδιακή ένταξή της στην Ενιαία Αγορά της ΕΕ, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη διευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της άμυνας, καθώς και οι διαβουλεύσεις μεταξύ των βασικών ευρωπαϊκών χωρών σχετικά με το μέλλον της Ουκρανίας αντανακλούν μια σημαντική μετατόπιση όσον αφορά τις προοπτικές της ευρωπαϊκής διεύρυνσης και ολοκλήρωσης.
Για δεκαετίες, η διεύρυνση ξεχώριζε ως μία από τις πιο επιτυχημένες πολιτικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ξεκινώντας το 1951, η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης επεκτάθηκε σταδιακά, δημιουργώντας μια πιο ενωμένη κοινότητα δημοκρατίας, ευημερίας και σταθερότητας σε μια ήπειρο που αναδυόταν από τη διαίρεση και τις συγκρούσεις. Οι υποψήφιες χώρες πραγματοποίησαν μεταρρυθμίσεις, ενίσχυσαν τους θεσμούς και εντάχθηκαν σταδιακά στα εξελισσόμενα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συστήματα της Ένωσης.
Αυτό συνέβη σε ένα στρατηγικό πλαίσιο όπου τα βασικά ζητήματα της ευρωπαϊκής ασφάλειας φαινόταν να έχουν επιλυθεί σε μεγάλο βαθμό, χάρη στη δημιουργία και την επέκταση του ΝΑΤΟ. Σήμερα, ωστόσο, πολλές από αυτές τις παραδοχές τίθενται υπό αμφισβήτηση. Πάνω απ’ όλα, η πλήρης εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει καταρρίψει τα θεμέλια του πλαισίου ευρωπαϊκής ασφάλειας της μεταψυχροπολεμικής εποχής.
Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων έχει αναζωπυρώσει ερωτήματα που οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν ότι είχαν επιλυθεί εδώ και καιρό. Ποιος φέρει την ευθύνη για την ασφάλεια της ηπείρου; Πώς πρέπει να διαμορφωθεί η αποτροπή; Τι ρόλο πρέπει να διαδραματίσει η Ευρώπη στην άμυνά της;
Από πολλές απόψεις, η Ευρώπη επανεξετάζει ζητήματα που είχαν αρχικά τεθεί κατά τη γέννηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η πρόταση του 1952 για μια Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα δεν υλοποιήθηκε ποτέ, καθώς το ΝΑΤΟ και η αμερικανική εγγύηση ασφάλειας αποτέλεσαν τους κύριους πυλώνες της ευρωπαϊκής άμυνας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Για πολλά χρόνια μετά, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η ασφάλεια εξελίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα. Ωστόσο, η διατήρηση αυτού του διαχωρισμού γίνεται όλο και πιο δύσκολη στο πλαίσιο της Ουκρανίας.
Η Ουκρανία δεν είναι η πρώτη μετασοβιετική χώρα που επιδιώκει την ένταξη στην ΕΕ. Ωστόσο, είναι η πρώτη υποψήφια χώρα που επιδιώκει την ένταξη ενώ βρίσκεται εν μέσω ενός μεγάλου πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος, εφαρμόζει δύσκολες μεταρρυθμίσεις υπό εξαιρετικές συνθήκες και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις συζητήσεις για τη μελλοντική ασφάλεια της Ευρώπης.
Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τη σημασία των πρόσφατων προτάσεων που αποσκοπούν στο να καταστήσουν την ολοκλήρωση σταδιακή και πολιτικά συναφή. Σε αυτές περιλαμβάνονται έντονες συζητήσεις σχετικά με την ιδέα του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς για την πρόωρη συμμετοχή εκπροσώπων της Ουκρανίας στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, καθώς και προτάσεις για τη σταδιακή πρόσβαση των υποψηφίων χωρών της ΕΕ σε τμήματα της Ευρωπαϊκής Ενιαίας Αγοράς πριν από την πλήρη ένταξή τους. Οι συζητήσεις αυτές υποδηλώνουν την αντίληψη ότι ο παραδοσιακός διαχωρισμός της ΕΕ μεταξύ του καθεστώτος υποψηφιότητας και αυτού της ένταξης ενδέχεται να μην είναι πλέον επαρκής.
Οι πρόσφατες προτάσεις για σύμπραξη, συμμετοχή και ενσωμάτωση αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Αναγνωρίζουν ότι οι χώρες που υλοποιούν απαιτητικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αποκομίζουν ορισμένα οφέλη από την ένταξη ακόμη και πριν από την πλήρη ένταξη.
Στην περίπτωση της Ουκρανίας, αντιμετωπίζουν μόνο ένα μέρος του προβλήματος. Το κύριο ζήτημα πλέον δεν είναι απλώς πώς να επιταχυνθεί η ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ. Είναι το αν η ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρώπη μπορεί να συζητηθεί ξεχωριστά από τα ζητήματα ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Από την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, η σημασία αξιόπιστων εγγυήσεων ασφάλειας για την Ουκρανία αποτελεί κεντρικό θέμα στις ευρωπαϊκές συζητήσεις. Επί του παρόντος, αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι μόνο η αναγνώριση αυτής της ανάγκης, αλλά και η αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι η ασφάλεια της Ουκρανίας και η ευρωπαϊκή της ένταξη αποτελούν πλέον αλληλένδετες πτυχές του ίδιου στρατηγικού στόχου.
Ενώ η ένταξη στο ΝΑΤΟ παραμένει ο στρατηγικός στόχος της Ουκρανίας, προς το παρόν δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Αυτό έχει αυξήσει την επείγουσα ανάγκη να διερευνηθεί πώς η Ουκρανία μπορεί να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας.
Οποιαδήποτε μελλοντική διπλωματική πρωτοβουλία με στόχο τον τερματισμό του πολέμου θα απαιτήσει κάτι περισσότερο από συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός ή πολιτικές συμφωνίες. Η διαρκής ειρήνη θα εξαρτηθεί από την ενσωμάτωση της Ουκρανίας σε ένα πλαίσιο που θα συνδυάζει οικονομικές ευκαιρίες, πολιτική ένταξη και αξιόπιστες εγγυήσεις ασφάλειας. Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, οποιαδήποτε διευθέτηση κινδυνεύει να καταστεί απλώς μια παύση πριν από την επανάληψη της σύγκρουσης.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Για παράδειγμα, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Άνδριους Κουμπίλιους έχει υποστηρίξει ότι η Ουκρανία πρέπει να ενταχθεί στην αναδυόμενη αμυντική αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Ο Ιταλός Υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροσέτο έχει επίσης υποστηρίξει ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό αμυντικό πλαίσιο που θα εκτείνεται πέρα από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανεξάρτητα από τη θεσμική μορφή που ενδέχεται τελικά να λάβουν τέτοιες ρυθμίσεις, αντανακλούν μια ευρύτερη πραγματικότητα: η ασφάλεια επιστρέφει στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Ο ρόλος της Ουκρανίας σε αυτή τη συζήτηση δεν πρέπει να εξεταστεί μόνο υπό το πρίσμα των εγγυήσεων και της βοήθειας. Μετά από πάνω από τέσσερα χρόνια πλήρους πολέμου, η Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης. Οι ένοπλες δυνάμεις της έχουν αποκτήσει απαράμιλλη εμπειρία στον συμβατικό πόλεμο μεγάλης κλίμακας, ενώ η αμυντική της βιομηχανία έχει αναδειχθεί σε καινοτόμο τομέα όσον αφορά τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τα αυτόνομα συστήματα και τον ηλεκτρονικό πόλεμο. Σε βασικούς τομείς, η επιχειρησιακή εμπειρογνωμοσύνη της Ουκρανίας ξεπερνά πλέον εκείνη πολλών χωρών της ΕΕ.
Αυτά τα επιτεύγματα οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη συνεχιζόμενη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική υποστήριξη από την Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους συμμάχους. Ωστόσο, η ικανότητα της Ουκρανίας να αξιοποιεί αυτή την υποστήριξη, να τη μετατρέπει σε αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη και να αναπτύσσει τις δικές της καινοτομίες έχει δείξει μια ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα που λίγοι περίμεναν στην αρχή του πολέμου.
Η Ουκρανία δεν είναι πλέον απλώς αποδέκτης ασφάλειας: έχει πλέον καταστεί συνεισφέρουσα σε αυτή. Αυτή η μετατόπιση θα πρέπει επίσης να επηρεάσει τη συζήτηση για τη διεύρυνση. Ενώ οι συζητήσεις συχνά επικεντρώνονται στο τι μπορεί να προσφέρει η Ευρώπη στην Ουκρανία, είναι όλο και πιο σημαντικό να ληφθεί υπόψη τι προσφέρει η Ουκρανία στην Ευρώπη — όπως στρατιωτική δύναμη, τεχνολογικές εξελίξεις, στρατηγικά πλεονεκτήματα και μια σαφή δέσμευση για την τήρηση των βασικών αρχών του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Η επιτυχής ένταξη της Ουκρανίας θα αποτελούσε ένα σημαντικό ορόσημο στην ιστορία της ΕΕ, καθώς θα προστάτευε μια χώρα που επί του παρόντος δέχεται επίθεση και θα αναδείκνυε την ικανότητα της Ευρώπης να προσαρμόζει τους θεσμούς και τις πολιτικές της σε ένα δραματικά μεταβαλλόμενο στρατηγικό τοπίο.
Η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από την απλή διεύρυνση στο πώς η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις ανανεωμένες προκλήσεις ασφάλειας και στο κατά πόσον μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο όπου οι πολιτικές, οικονομικές, δημοκρατικές προσπάθειες, καθώς και αυτές της ασφάλειας αλληλοενισχύονται.
Ένα βασικό δίδαγμα από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι ότι η διαρκής ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική δύναμη και την αποτροπή, αλλά και από ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, το κράτος δικαίου και ανθεκτικές κοινωνίες. Οι επιλογές των ευρωπαίων ηγετών – συμπεριλαμβανομένων των Ουκρανών – σχετικά με τον ρόλο της Ουκρανίας στην Ευρώπη επηρεάζουν άμεσα όλους αυτούς τους τομείς. Λίγες αποφάσεις θα έχουν τόσο σημαντικές συνέπειες για το μέλλον της ηπείρου.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Η ΕΕ έχει ξεκινήσει σοβαρές ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία. Ενώ το βάρος της απόδειξης μετατίθεται πλέον στο Κίεβο, οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να παραμείνουν αδρανείς.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ουκρανία πραγματοποίησαν τη δεύτερη διακυβερνητική διάσκεψή τους και άνοιξαν την πρώτη ενότητα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, που είναι γνωστή ως «Βασικά Θέματα», στις 15 Ιουνίου 2026 στο Λουξεμβούργο. Το όνομα μπορεί να φαίνεται απλό, αλλά η ουσία είναι κάθε άλλο παρά τέτοια. Αυτή η ενότητα αποτελεί τη ραχοκοκαλιά ολόκληρης της διαδικασίας. Καλύπτει το κράτος δικαίου, τους δημοκρατικούς θεσμούς, τη δημόσια διοίκηση και τα οικονομικά κριτήρια, και περιλαμβάνει πέντε κεφάλαια διαπραγματεύσεων: δικαστικό σύστημα και θεμελιώδη δικαιώματα· δικαιοσύνη, ελευθερία και ασφάλεια· δημόσιες συμβάσεις· στατιστικές· και δημοσιονομικό έλεγχο. Είναι η πρώτη ενότητα που ξεκίνησε και θα είναι η τελευταία που θα ολοκληρωθεί. Από αυτή τη στιγμή, η ένταξη της Ουκρανίας έπαψε να αποτελεί μια γεωπολιτική υπόσχεση. Έχει μετατραπεί σε μια δομημένη διαπραγμάτευση με κριτήρια αναφοράς, χάρτες πορείας, προθεσμίες και την αμηχανία του να κρίνεται και να αξιολογείται κανείς.
Η πρώτη τέτοια διάσκεψη, πριν από δύο χρόνια, εγκαινίασε τις συνομιλίες και καθόρισε το διαπραγματευτικό πλαίσιο της ΕΕ. Λίγα έχουν προχωρήσει από τότε, και η συνήθης εξήγηση –η παρεμπόδιση από την Ουγγαρία– είναι σε μεγάλο βαθμό σωστή. Ωστόσο, το αδιέξοδο δεν ξεπεράστηκε επειδή οι Βρυξέλλες βρήκαν νέα αποφασιστικότητα. Άλλαξε επειδή η κυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν έχασε τις εκλογές του Απριλίου. Ο κανόνας της ομοφωνίας που εκμεταλλεύτηκε ο Όρμπαν, καθώς και η ευκολία με την οποία μια πρωτεύουσα μπορεί να κρατήσει όμηρο τη διεύρυνση, δεν έχουν επιλυθεί. Απλώς, η κατάσταση έχει ηρεμήσει. Το δίδαγμα πρέπει να είναι να αναπληρωθεί ο χαμένος χρόνος, όσο το παράθυρο παραμένει ανοιχτό. Οι πέντε εναπομείναντες τομείς διαπραγμάτευσης πρέπει να ανοίξουν τον Ιούλιο. Αυτό δεν θα κατέβαζε τον πήχη, καθώς ένας κανονικός ρυθμός θα είχε διαρκέσει περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα. Θα αποδείκνυε απλώς ότι τα πολιτικά εμπόδια μπορούν να καθυστερήσουν την ένταξη, αλλά δεν μπορούν να την καθορίσουν ή/και να την ανασχέσουν, εφόσον και οι δύο πλευρές είναι έτοιμες να προχωρήσουν.
Το άνοιγμα αλλάζει επίσης το ποιος έχει το μεγαλύτερο βάρος. Μέχρι τώρα, η Ουκρανία μπορούσε να κατηγορήσει την Ουγγαρία ή την αργή διαδικασία λήψης αποφάσεων στην ΕΕ για τις καθυστερήσεις. Αυτή η δικαιολογία έχει πλέον εξαφανιστεί. Το Κίεβο πίεσε σκληρά για τον στόχο του 2027 και τώρα που οι τομείς έχουν ανοίξει, η ΕΕ μπορεί να επιστρέψει τη μπάλα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ουκρανία θέλει να ενταχθεί, αλλά αν είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στον συμφωνηθέντα ρυθμό.
Η κλίμακα του εγχειρήματος δεν είναι εύκολο να υποτιμηθεί. Η Συμφωνία Σύνδεσης περιελάμβανε λίγες πάνω από 600 νομικές πράξεις της ΕΕ και, έπειτα από περισσότερο από μια δεκαετία, η Ουκρανία έχει εφαρμόσει περίπου το 84% αυτών. Η ένταξη είναι μια διαφορετική τάξη μεγέθους. Απαιτεί την υιοθέτηση αρκετών χιλιάδων πράξεων, και όχι μόνο στα χαρτιά. Οι Βρυξέλλες δεν θα ρωτήσουν αν έχει ψηφιστεί ένας νόμος, αλλά αν λειτουργεί στην πράξη. Η Ουκρανία πρέπει να μεταβεί από τη λογική της προσέγγισης στη λογική της πλήρους ένταξης, κάτι που είναι πιο δύσκολο τόσο από ποιοτική όσο και από ποσοτική άποψη. Η πρώτη πραγματική δοκιμασία θα έρθει στα τέλη Οκτωβρίου, όταν η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Διεύρυνση 2026 θα δείξει αν ο τομέας των «Βασικών Αρχών» εφαρμόζεται ή απλώς έχει ανοίξει. Το να γίνουν όλα αυτά ενώ διεξάγεται ένας πλήρης πόλεμος ρωσικής επιθετικότητας, με περιορισμένο προϋπολογισμό, αδύναμη δημόσια διοίκηση και κατεχόμενα εδάφη, είναι ακόμη πιο δύσκολο – μια δυσκολία που οι αισιόδοξοι τείνουν να αγνοούν.
Έχουν τεθεί ήδη ορισμένα θεμέλια. Τον Απρίλιο, η Ουκρανία υιοθέτησε ένα Εθνικό Πρόγραμμα για την ευθυγράμμιση της νομοθεσίας της με αυτή της ΕΕ. Έχει επίσης προετοιμάσει διαπραγματευτικές θέσεις και για τις έξι ενότητες – αλλά τα έγγραφα δεν εφαρμόζονται από μόνα τους. Οι θεσμοί της Ουκρανίας για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση χρειάζεται πλέον να αποκτήσουν μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Ο Τάρας Κάτσκα, αναπληρωτής πρωθυπουργός για την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική ολοκλήρωση από τον Ιούλιο του 2025 και το όργανο συντονισμού της κυβέρνησης, πρέπει να κάνουν περισσότερα από το να παρακολουθούν απλώς και να συντονίζουν την πορεία και πρόοδο των διαπραγματεύσεων· πρέπει να εξουσιοδοτηθούν πολιτικά ώστε να επιβάλλουν κυρώσεις σε υπουργεία που καθυστερούν ή συντάσσουν αδύναμους νόμους. Το Κοινοβούλιο, εδώ και τέσσερα χρόνια, δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια ταχεία διαδικασία για τα νομοσχέδια που σχετίζονται με την ΕΕ. Μια πρόσφατη απόφαση κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, απαιτώντας υποβολή περισσότερων εκθέσεων και μεγαλύτερο ρόλο του Κοινοβουλίου στις διαπραγματεύσεις. Η εποπτεία είναι θετική, αλλά μια υποψήφια χώρα δεν συζητά αν θα υιοθετήσει το δίκαιο της ΕΕ – αυτό το ζήτημα αφορά τα κράτη μέλη. Το καθήκον της είναι να εφαρμόζει τους κανόνες, και μάλιστα γρήγορα, όταν δεν υπάρχει μεταβατική περίοδος.
Το βάρος, ωστόσο, δεν επικεντρώνεται μόνο στο Κίεβο, και σε αυτό το σημείο οι Βρυξέλλες διαφεύγουν πολύ συχνά από τον έλεγχο. Τα κριτήρια αξιολόγησης χωρίς κίνητρα δεν είναι παρά απλές ευχές. Η ΕΕ θα πρέπει να συνδέσει τις πληρωμές από τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της – το δημοσιονομικό πλαίσιο 2028–34 – με το κλείσιμο των κεφαλαίων των διαπραγματεύσεων και να δώσει προτεραιότητα στα κριτήρια που θα εντάξουν την Ουκρανία στην Ενιαία Αγορά. Αυτό θα μετέτρεπε τα χρήματα σε κινητήρια δύναμη μεταρρυθμίσεων, θα έδινε στους Ουκρανούς ένα πραγματικό κίνητρο πολύ πριν από την πλήρη ένταξη και θα ανάγκαζε την ΕΕ να εφαρμόσει τις από καιρό αναγκαίες μεταρρυθμίσεις πριν από τη διεύρυνση. Διότι μια διεύρυνση που η ΕΕ δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ή να απορροφήσει δεν είναι πιο αξιόπιστη από τις μεταρρυθμίσεις που η Ουκρανία δεν μπορεί να υλοποιήσει.
Η πόρτα έχει ανοίξει περισσότερο, και αυτό είναι καλό νέο. Μια πόρτα, ωστόσο, είναι χρήσιμη μόνο αν και οι δύο πλευρές συνεχίσουν να τη διασχίζουν με ρυθμό. Το Κίεβο πρέπει να οικοδομήσει ένα κράτος κατάλληλο για ένταξη, όχι απλώς μια εξωτερική πολιτική που την επιδιώκει. Αυτό σημαίνει ενίσχυση της εξουσίας του επικεφαλής διαπραγματευτή και των συντονιστικών φορέων, καθώς και παραμερισμό της πολιτικής όπου η Ουκρανία δεν έχει να κερδίσει μεταβατικές περιόδους. Οι Βρυξέλλες, από την πλευρά τους, πρέπει να αποδείξουν ότι είναι έτοιμες να δεχτούν την Ουκρανία και πρόθυμες να πληρώσουν για αυτή τη διαδρομή. Οι επόμενοι έξι μήνες δεν θα κρίνουν την ένταξη, αλλά αποτελούν την καλύτερη ευκαιρία για την Ουκρανία να αποδείξει με τις πράξεις της ότι το εννοεί σοβαρά.
Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ένα πρόσφατο σχόλιο του EPIK.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί το πιο καθοριστικό πολιτικό γεγονός στη σύγχρονη ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου. Η απόφαση των Βρετανών ψηφοφόρων να αποχωρήσουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν άλλαξε μόνο το θεσμικό πλαίσιο των σχέσεων της χώρας με την Ευρώπη. Αναδιαμόρφωσε σε βάθος την πολιτική ζωή, τις συλλογικές ταυτότητες, την κομματική αντιπαράθεση, τη δημόσια εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και τον τρόπο με τον οποίο η Βρετανία αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στον κόσμο.