Αλεξάντερ Μπλοκ
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΜπορίς Παστερνάκ: η βιογραφία της εποχής του
Μπορίς Παστερνάκ, Αυτοβιογραφία, μετάφραση από τα ρωσικά: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Πατάκη, Αθήνα 2026, 152 σελ.
Στην Αυτοβιογραφία του, ο Μπορίς Παστερνάκ μιλά λιγότερο για τον εαυτό του και περισσότερο για τους ανθρώπους που τον διαμόρφωσαν. Ο Τολστόι, ο Μπλοκ, ο Μαγιακόφσκι, ο Γεσένιν, η Τσβετάγιεβα περνούν από τις σελίδες ενός βιβλίου που, έτσι, γίνεται, το πορτρέτο μιας ολόκληρης εποχής: της μεγάλης ρωσικής πνευματικής και καλλιτεχνικής άνθησης που συντρίφτηκε από την Επανάσταση και τον σταλινισμό. [ΤΒJ]
Η Αυτοβιογραφία του Μπορίς Παστερνάκ, ή, όπως αναφέρεται στη ρωσική έκδοση, Απόπειρα Αυτοβιογραφίας, ολοκληρώθηκε το 1957, ένα χρόνο πριν από το βραβείο Νόμπελ. Δεν πρόκειται για εκτενή βιογραφία με τη συμβατική έννοια αλλά για ένα σύντομο δοκίμιο (152 σελίδες στην ελληνική έκδοση), το οποίο ο Παστερνάκ εξέδωσε περίπου την ίδια εποχή με τον Δόκτορα Ζιβάγκο. Αποτελεί περισσότερο έναν χάρτη των πνευματικών σχέσεων και επιρροών του παρά μια πηγή προσωπικών πληροφοριών. Είχε προηγηθεί ένα πρώιμο βιογραφικό κείμενο το 1931, το Πιστοποιητικό περιουσιακής κατάστασης (στα ελληνικά Προσωπική Μαρτυρία1).
Η Αυτοβιογραφία λειτουργεί ουσιαστικά ως ένα υπόγειο νήμα που συνδέει τη ζωή του Παστερνάκ με τους ομότεχνους της εποχής του, χωρίς ο ίδιος να καταλαμβάνει το κέντρο της αφήγησης. Δεν επικεντρώνεται στα πολιτικά γεγονότα ή στις διώξεις που υπέστη, αλλά περισσότερο στον εσωτερικό κόσμο του και στις επιρροές που διαμόρφωσαν το έργο του Άλλωστε, παρότι υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ρώσους ποιητές και συγγραφείς του 20ού αιώνα, ήταν, σε όλη τη ζωή του, ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, εσωστρεφής και απαλλαγμένος από κάθε διάθεση αυτοπροβολής. Δεν διέθετε ούτε τη ρητορική έξαρση ούτε τη δημόσια θεατρικότητα που χαρακτήρισαν ορισμένους σύγχρονούς του, όπως, λόγου χάρη, o Μαγιακόφσκι. Αν και έγινε παγκοσμίως γνωστός για το μυθιστόρημά του Δόκτωρ Ζιβάγκο, η ποίηση αποτέλεσε το σημαντικότερο μέρος της δημιουργικής του πορείας.
Γεννημένος το 1890 στη Μόσχα, μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου η τέχνη αποτελούσε την καθημερινότητα της ζωής του. Ο πατέρας του, ο ζωγράφος Λεονίντ Παστερνάκ, καθηγητής στη Σχολή Ζωγραφικής, Γλυπτικής και Αρχιτεκτονικής της Μόσχας, διατηρούσε στενή σχέση με τον Λέοντα Τολστόι και φιλοτέχνησε μερικά από τα γνωστότερα πορτρέτα του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα. Η μητέρα του, Ρόζα Κάουφμαν, ήταν διακεκριμένη πιανίστα, με σπουδές και καλλιτεχνική δραστηριότητα που έφεραν στο οικογενειακό περιβάλλον τη μεγάλη ευρωπαϊκή μουσική παράδοση. Το σπίτι της οικογένειας στη Μόσχα υπήρξε χώρος συνάντησης ζωγράφων, μουσικών, συγγραφέων και φιλοσόφων. Ιδιαίτερη σημασία είχε η γνωριμία του Παστερνάκ με τον συνθέτη Αλεξάντρ Σκριάμπιν, στενό φίλο της οικογένειας. Ως έφηβος, ο Παστερνάκ ονειρεύτηκε να γίνει συνθέτης και αφιερώθηκε για αρκετά χρόνια στη μελέτη της μουσικής. Αν και τελικά εγκατέλειψε αυτή την προοπτική, η μουσική δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί το βαθύτερο υπόστρωμα της ποιητικής του σκέψης. Παραιτούμενος από την ιδέα της μουσικής δημιουργίας και της σύνθεσης, σπούδασε φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια της Μόσχας και του Μάρμπουργκ, όμως τελικά αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, ανακαλύπτοντας στην ποίηση το ιδανικό μέσο έκφρασης των ιδεών και των συναισθημάτων του.
Η ποιητική του σταδιοδρομία ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα και σύντομα αναγνωρίστηκε για την πρωτοτυπία της γλώσσας και τον πλούσιο συμβολισμό του. Παράλληλα, εργάστηκε ως μεταφραστής, προσφέροντας εξαιρετικές μεταφράσεις έργων του Σαίξπηρ, του Γκαίτε, του Ρίλκε, του Βερλαίν και πολλών άλλων, οι οποίες θεωρούνται ακόμη και σήμερα υποδειγματικές. Υπήρξε, επίσης, μεταφραστής στα ρωσικά των μεγάλων Γεωργιανών ποιητών, κάτι που ενδεχομένως τον «προστάτεψε» από τη μοίρα πολλών ομοτέχνων του κατά την περίοδο των σταλινικών διώξεων. Αρκετοί σύγχρονοι του Παστερνάκ υποστήριξαν ότι ο Στάλιν, ως Γεωργιανός, εκτιμούσε τις μεταφράσεις του και θεωρούσε ότι απέδιδαν εξαιρετικά το πνεύμα της γεωργιανής ποίησης.
Παρά τη συνοδοιπορία του με τους μπολσεβίκους τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας, βρισκόταν σε διαρκή σύγκρουση με την Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων, από την ηγεσία της οποίας υπονομεύθηκε επί μακρόν. Κατάφερε να επιβιώσει μακριά από τα γκούλαγκ, χάρη στην προστασία που του παρείχε ο Μπουχάριν, ο Γκόρκι αλλά και ο ίδιος ο Στάλιν. Ο τελευταίος φέρεται να απάλλαξε τον Παστερνάκ από τις κατηγορίες των Σοβιετικών Συγγραφέων περί φορμαλισμού και αστικών ιδεοληψιών με την ποιητική φράση «αφήστε ήσυχο αυτόν τον κάτοικο των νεφών…». Επιπλέον, ο Παστερνάκ, μέσω της προσωπικής του παρέμβασης στον Στάλιν, μπόρεσε να σώσει τον Οσίπ Μαντελστάμ από την εκτέλεση, μετά την έκδοση ενός σατιρικού ποιήματός του για τον δικτάτορα.
Τα Αργυρά Χρόνια
Ο Παστερνάκ ωρίμασε λογοτεχνικά, την περίοδο των λεγόμενων Αργυρών Χρόνων, μια εποχή έντονων αναζητήσεων, κατά την οποία οι Ρώσοι διανοούμενοι προσπάθησαν να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση του ανθρώπου με την τέχνη, τη θρησκεία, την ιστορία και την ίδια την έννοια της δημιουργίας. Ο συμβολισμός, ο ακμεϊσμός και ο φουτουρισμός δεν υπήρξαν απλά διαφορετικές ποιητικές σχολές· υπήρξαν διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο υπαρξιακό ερώτημα: ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης σε έναν κόσμο που αλλάζει ριζικά. Αν ο 19ος αιώνας υπήρξε ο Χρυσός Αιώνας της ρωσικής λογοτεχνίας, με κορυφαίες μορφές όπως ο Πούσκιν, ο Γκόγκολ, ο Ντοστογιέφσκι και ο Τολστόι, οι Αργυροί Χρόνοι σηματοδοτούν μια διαφορετική στιγμή στην ιστορία του ρωσικού πολιτισμού: μια εποχή κατά την οποία η ποίηση, η μουσική, η ζωγραφική και το θέατρο συνυπάρχουν και αλληλοτροφοδοτούνται, δημιουργώντας ένα καινούργιο πνευματικό σύμπαν. Ο Παστερνάκ συμμετείχε πρόσκαιρα στους κύκλους του φουτουρισμού, γνώρισε από κοντά τους συμβολιστές και γοητεύτηκε από την ηθική ακτινοβολία του Τολστόι, χωρίς όμως να ταυτιστεί ολοκληρωτικά με κανένα λογοτεχνικό ή ιδεολογικό ρεύμα. Η ποιητική του συγκροτήθηκε μέσα από έναν δημιουργικό διάλογο με όλες αυτές τις επιρροές, διατηρώντας πάντοτε την αυτονομία της.
Στην ώριμη ζωή του ο Παστερνάκ θα συνδεθεί με τη Μαρίνα Τσβετάγιεβα, την Άννα Αχμάτοβα, τον Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, τον Σεργκέι Γεσένιν και τον Πάολο Γιασβίλι. Θα συνομιλήσει με τις διαφορετικές ποιητικές και ιδεολογικές τους αναζητήσεις και θα γίνει μάρτυρας της σταδιακής διάλυσης της εξαιρετικής αυτής πνευματικής κοινότητας. Για τον λόγο αυτό, ο Παστερνάκ δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη εκπρόσωπο των Αργυρών Χρόνων. Είναι ο συγγραφέας που διέσωσε στη μνήμη και στο έργο του το πνεύμα μιας εποχής, η οποία χάθηκε οριστικά μέσα στις ανατροπές του εικοστού αιώνα. Από την προηγούμενη γενιά, οι μεγάλες επιρροές του ήταν κυρίως ο Αλεξάντρ Μπλοκ, ο Αντρέι Μπέλι και, πάνω απ’ όλους, ο Λέων Τολστόι.
Ο Τολστόι
Η παρουσία του Τολστόι στη ζωή και στη σκέψη του Μπορίς Παστερνάκ υπήρξε πολύ βαθύτερη από μια απλή λογοτεχνική επιρροή. Ο Τολστόι δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος συγγραφέας του 19ου αιώνα, αλλά ένα πνευματικό πρότυπο που τον συνόδευσε από την παιδική του ηλικία έως την ώριμη δημιουργική περίοδο. Μέσα από την προσωπική σχέση του Τολστόι με τον πατέρα τού Παστερνάκ, αλλά και μέσα από την ανάγνωση του έργου του, ο νεαρός ποιητής γνώρισε μια αντίληψη για την τέχνη που θα καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τη δική του πορεία: την ιδέα ότι η λογοτεχνία δεν είναι απλώς αισθητική δημιουργία, αλλά έκφραση μιας βαθύτερης ηθικής στάσης απέναντι στη ζωή. Από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες της Αυτοβιογραφίας είναι εκείνη όπου ο Παστερνάκ περιγράφει το ταξίδι του προς το Αστάποβο, τον μικρό σιδηροδρομικό σταθμό όπου είχε πεθάνει ο Τολστόι2. Η εικόνα είναι χαρακτηριστική του θαυμασμού του για τον μεγάλο Ρώσο συγγραφέα:
Η οργωμένη γη που ξεκουραζόταν περνούσε πίσω από τα παράθυρα του βαγονιού και δεν γνώριζε πως κάπου εκεί κοντά, πολύ κοντά, είχε πεθάνει ο τελευταίος της ήρωας, που εκ γενετής θα μπορούσε να είναι ο τσάρος της, ενώ από το μυαλό του το κακομαθημένο από τις λεπτότητες του κόσμου, το αγαπημένο σε όλους όσους κακομάθαινε, ο αφέντης όλων των αφεντάδων, από αγάπη γι’ αυτήν και από ευσυνειδησία απέναντί της, ακολούθησε το αλέτρι και ντύθηκε και έζησε σαν χωρικός…
Δεν θα διστάσει ο Παστερνάκ να αναφερθεί, με τον προσωπικό του ποιητικό τρόπο, σε μια μικρότητα της Σοφίας Αντρέγιεβνα, όταν, αγκαλιάζοντας τον πατέρα του, Λεονίντ Παστερνάκ, στο δωμάτιο με τη σορό του Τολστόι, η Αντρέγιεβνα θέλησε να παραπονεθεί γι’ αυτά που υπέστη:
Στο δωμάτιο υπήρχε ένα βουνό σαν το Ελμπρούς κι εκείνη ήταν ο μεγάλος βράχος του. Το δωμάτιο είχε καταλάβει ένα σύννεφο κι εκείνη ήταν ο κεραυνός του. Και δεν γνώριζε πως είχε το δικαίωμα του βράχου και του κεραυνού να σωπάσει και να καλύψει το μυστικό της συμπεριφοράς του και να μην μπει σε αντιδικία με ό,τι πιο μη-τολστοϊκό στον κόσμο ― με τους τολστοϊστές3, και να μην αποδεχτεί τη μάχη των νάνων…
Εξίσου συγκλονιστική είναι και η περιγραφή της προσέλευσης του κόσμου στον μικροσκοπικό σταθμό του Αστάποβο και της μεταφοράς της σορού του Τολστόι από νεολαίους και φοιτητές στην αποβάθρα, στο τρένο που είχε παραχωρηθεί για να την οδηγήσει στην πόλη της Τούλα και στη συνέχεια στη Γιάσναγια Πολιάνα.
[Ο Τολστόι] είχε ησυχάσει, είχε ησυχάσει δίπλα στον δρόμο, σαν περιηγητής, δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές της τότε Ρωσίας, που κατά μήκος τους συνέχισαν να πετάνε και να στριφογυρίζουν οι ήρωες και οι ηρωίδες του, κοιτάζοντας από τα παράθυρα των βαγονιών τον μικροσκοπικό σταθμό εκεί δίπλα, χωρίς να γνωρίζουν πως τα μάτια που παρακολουθούσαν όλη τους τη ζωή, που τους αγκάλιαζαν με το βλέμμα τους, που τους έκαναν αθάνατους, είχαν για πάντα κλείσει…
Ο Αλεξάντρ Μπλοκ
Ο Μπλοκ ανήκει στην προηγούμενη γενιά των Αργυρών Χρόνων. Όταν ο Παστερνάκ εμφανίζεται λογοτεχνικά, ο Μπλοκ είναι ήδη η μεγάλη μορφή της ρωσικής ποίησης. Για τους νεότερους ποιητές της Μόσχας και της Πετρούπολης ήταν σχεδόν ένας μύθος. Ήταν ο άνθρωπος που είχε ενώσει τον συμβολισμό με την ανανέωση της ποιητικής γλώσσας και μια βαθιά αίσθηση του ιστορικού πεπρωμένου. Αν ο Τολστόι υπήρξε για τον Παστερνάκ το ηθικό μέτρο της λογοτεχνίας, ο Μπλοκ υπήρξε η πρώτη μεγάλη εμπειρία της ίδιας της ποίησης. Η σχέση τους δεν θεμελιώθηκε στην προσωπική οικειότητα, άλλωστε ανήκαν σε διαφορετικές λογοτεχνικές γενιές· αντίθετα, χαρακτηρίστηκε από μια απόσταση που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το θαυμασμό του νεότερου ποιητή. Όπως ομολογεί με ειλικρίνεια ο Παστερνάκ, ο ίδιος και ένα μέρος των συνομηλίκων του πέρασαν και ζήσαν τα νιάτα τους με την ποίηση του Μπλοκ.
«Ο Μπλοκ είχε όλα όσα κάνουν έναν μεγάλο ποιητή – φωτιά, τρυφερότητα, διεισδυτικότητα, τη δική του εικόνα για τη ζωή, το δικό του χάρισμα να αγγίζει και να αλλάζει τα πάντα…». Ο φορέας της ποιητικής του Μπλοκ, «ο κόσμος εν συνόλω, ήταν η πόλη των στίχων του, ο βασικός του ήρωας: η Πετρούπολη. Η πιο πραγματική από τις Πετρουπόλεις που έχουν ζωγραφίσει οι καλλιτέχνες της νεότερης εποχής».
Ο Παστερνάκ περιγράφει τη γνωριμία του με τον Μπλοκ και ένα δραματικό γεγονός που συνέβη το ίδιο βράδυ, στο τελευταίο πέρασμα του μεγάλου ποιητή από τη Μόσχα, το 1921, τρεις μήνες πριν πεθάνει. Ο Μπλοκ ήταν ήδη άρρωστος και σε βαριά κατάθλιψη. Ήταν μια βραδιά στο Πολυτεχνικό Μουσείο αφιερωμένη σ’ αυτόν, ενώ το ίδιο βράδυ θα μιλούσε σε άλλα δυο μέρη, στον Οίκο των Τυπογράφων και στο Σύλλογο Ντάντε Αλιγκιέρι.
Στο μέσον της βραδιάς, ο Μαγιακόφσκι ενημέρωσε τον Παστερνάκ ότι στον Οίκο των Τυπογράφων ετοίμαζαν μια χυδαία επίθεση στον Μπλοκ με επικρίσεις και σαματά. Ο Μπλοκ είχε ήδη αποστασιοποιηθεί από το καθεστώς· η βία, η γραφειοκρατία, η φτώχεια και η έλλειψη ελευθερίας τον είχαν τσακίσει. Είχε πάψει να γράφει ποίηση πριν περίπου τρία χρόνια, δηλώνοντας πως «όλοι οι ήχοι έχουν σωπάσει». Οι μπολσεβίκοι, αλλά και ο Λένιν προσωπικά, απέρριπταν τον Ρωσικό Συμβολισμό ως ιδεολογικά ξένο προς τους στόχους του σοσιαλισμού.
Ο Παστερνάκ και ο Μαγιακόφσκι δεν πρόλαβαν να φτάσουν έγκαιρα και να αποτρέψουν την επίθεση. Ο Μπλοκ είχε φύγει ήδη για τον επόμενη ομιλία του στο σύλλογο των Φίλων της Ιταλικής Λογοτεχνίας. Κάποιοι από το κοινό, προκειμένου να φανούν αρεστοί στο νέο καθεστώς, είχαν επιτεθεί φραστικά στον Μπλοκ, λέγοντας ότι είναι ήδη ποιητικά νεκρός. Η αντίδραση του Μπλοκ ήταν αυτή που έμεινε στην ιστορία για την τραγική της αξιοπρέπεια· αντί να θυμώσει ή να αντιδράσει, ψιθύρισε ήρεμα: «Αυτό είναι αλήθεια». Είχε ήδη δηλώσει ότι ένιωθε πνευματικά νεκρός μέσα στο ασφυκτικό σοβιετικό περιβάλλον. Όταν επέστρεψε στην Πετρούπολη, η υγεία του σύντομα κατέρρευσε. Σε λίγες βδομάδες, και μετά τη σκόπιμη καθυστέρηση του καθεστώτος να του δώσει άδεια να νοσηλευθεί στο εξωτερικό, ο Αλεξάντρ Μπλοκ πέθανε σε ηλικία 40 ετών.

Ο Μαγιακόφσκι και ο Γεσένιν
Από τους σύγχρονούς του, ο Παστερνάκ συνδέθηκε φιλικά, αλλά και συμπορεύθηκε για κάποιο διάστημα, με τον Μαγιακόφσκι και τους φουτουριστές. Η σχέση του με τον Μαγιακόφσκι υπήρξε έντονη, με αμοιβαία εκτίμηση αλλά και με προσωπικές συγκρούσεις. Οι δυο τους συνυπήρξαν στο λογοτεχνικό σύμπαν της Ρωσίας σε μια εποχή επαναστάσεων και βαθιών ιστορικών αλλαγών, μεταφέροντας δυο διαφορετικές αντιλήψεις για την ποίηση.
Ο Μαγιακόφσκι επιχείρησε να ανανεώσει ριζικά την ποιητική γλώσσα και να τη συνδέσει με τη νέα επαναστατική πραγματικότητα· η ποίηση γι’ αυτόν ήταν μια δημόσια πράξη, μια φωνή που απευθυνόταν στις μάζες και έπρεπε να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του νέου κόσμου. Ο Παστερνάκ, αντίθετα, παρότι μοιράστηκε με τον Μαγιακόφσκι την ανάγκη για ανανέωση της ποιητικής έκφρασης, διατήρησε μια διαφορετική αντίληψη για την αποστολή του ποιητή. Για εκείνον, η ποίηση δεν μπορούσε να υποταχθεί σε μια πολιτική ή ιδεολογική αποστολή, ο ποιητής δεν ήταν ο εκπρόσωπος μιας συλλογικής βεβαιότητας, αλλά μια ευαίσθητη συνείδηση που προσπαθούσε να συλλάβει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συνθήκης.
Ο Παστερνάκ θεωρεί ότι η ποιητική και η προσωπική τους εγγύτητα έχει υπερεκτιμηθεί, παρ’ όλο που ομολογεί ότι αγαπούσε πολύ την πρώιμη ποίηση του Μαγιακόφσκι. Ήταν γι’ αυτόν μια ποίηση «αριστοτεχνικά δουλεμένη, περήφανη, δαιμονική και την ίδια στιγμή απολύτως καταδικασμένη, ετοιμοθάνατη, που καλούσε σχεδόν σε βοήθεια». Παρότι υπήρχαν φιλολογικές συγκλίσεις μεταξύ τους, παρόμοιες ποιητικές εικόνες και όμοιος ρυθμός, ο Παστερνάκ δεν καταλάβαινε την προπαγανδιστική ζέση του Μαγιακόφσκι και των φίλων του να επιβληθούν στη συνείδηση του κοινού με το ζόρι, την ιδέα της συντεχνίας και την υποταγή της τέχνης στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Με εξαίρεση το επιθανάτιο σημείωμά του «Με όλη μου τη δύναμη φωνάζω»4, ο ύστερος Μαγιακόφσκι του ήταν απρόσιτος. Εντούτοις, αποδεχόταν ότι «ήταν και παρέμενε ο καλύτερος και ο πιο ταλαντούχος ποιητής της εποχής», κατά τη δήλωση του Στάλιν.
Αντίθετα, ο Παστερνάκ θαύμαζε και εκτιμούσε διαχρονικά τον Σεργκέι Γιεσένιν, παρά τις σπάνιες και, συνήθως, θυελλώδεις συναντήσεις τους. Από την εποχή του μεγάλου Ρώσου λαϊκού ποιητή Αλεξέι Κολτσόφ5, θεωρούσε ότι η ρωσική γη δεν παρήγαγε τίποτα πιο θεμελιώδες, φυσικό και οικείο από τον Σεργκέι Γεσένιν. Έβλεπε σε αυτόν έναν ποιητή που κατόρθωσε να εκφράσει με μοναδική αμεσότητα τον κόσμο της ρωσικής υπαίθρου, τη λαϊκή παράδοση και μια βαθιά οργανική σχέση με τη φύση.
Ο Παστερνάκ περιγράφει το εξαιρετικό ταλέντο και την πηγαία ποίηση του Γεσένιν, χρησιμοποιώντας την έννοια του μοτσαρτικού στοιχείου ή της υψηλής αρχής του Μότσαρτ. Τον όρο τον επινόησε ο Παστερνάκ για να ορίσει μια ιδιαίτερη ποιότητα της δημιουργίας: την αβίαστη, φυσική, σχεδόν οργανική γέννηση της τέχνης, χωρίς ρητορεία, χωρίς καταναγκασμό, χωρίς επίδειξη δεξιοτεχνίας. Τον Γεσένιν τον θεωρούσε έναν από τους ελάχιστους Ρώσους ποιητές που διέθεταν αυτό το «μοτσαρτικό στοιχείο». Τον παρομοιάζει με τον ήρωα του ρωσικού παραμυθιού, Ιβάν Τσαρέβιτς, που πετούσε πάνω από τον ωκεανό καθισμένος σε έναν γκρίζο λύκο, και, όπως με το Πουλί της Φωτιάς, έπιασε από την ουρά την Ισιδώρα Ντάνκαν6.
Σε σχέση με τον Γεσένιν, «το χάρισμα του Μαγιακόφσκι είναι πιο βαρύ και τραχύ, αλλά ίσως πιο βαθύ και πλατύ», όπως το περιγράφει ο Παστερνάκ. Τη θέση της φύσης στο έργο του Γεσένιν την καταλαμβάνει, στην ποίηση του Μαγιακόφσκι, ο λαβύρινθος της σημερινής μεγαλούπολης, όπου έχει χαθεί και ηθικά μπερδευτεί η μοναχική σύγχρονη ψυχή. Εντούτοις, ο Παστερνάκ, και παρά την εκτίμηση για το έργο του, θεωρεί ότι τον Μαγιακόφσκι βάλθηκαν να τον επιβάλλουν με το ζόρι, και αυτό ήταν ο δεύτερος θάνατός του για τον οποίον ο Μαγιακόφσκι δεν είχε καμία ευθύνη.
Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα
Από τις Ρωσίδες ποιήτριες, σύγχρονες του Παστερνάκ, η Μαρίνα Τσβετάγιεβα είναι η μόνη που αναφέρεται στην Αυτοβιογραφία του και η μόνη για την οποία εκφράζει τον θαυμασμό του. Ο Ιλιά Έρενμπουργκ ήταν αυτός που του την παίνεψε και του έδειξε για πρώτη φορά τα ποιήματά της. Τη γνώρισε από κοντά στα χρόνια του πολεμικού κομμουνισμού, όταν για κάποιο λόγο πέρασε από το σπίτι της και μίλησε μαζί της.
Η Τσεβετάγιεβα δεν τον κέρδισε στην πρώτη τους συνάντηση και για πολύ καιρό δεν θα εκτιμήσει την αξία της. Ήταν τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, και, όπως ομολογεί ο Παστερνάκ, το γούστο του είχε διαφθαρεί από τις έξαλλες κραυγές και τη ρήξη με καθετί συνηθισμένο και καθετί που λεγόταν με συμβατικό τρόπο. Η αρμονία των ποιημάτων της Τσβετάγιεβα, η σαφήνεια και η συμβατικότητα του νοήματός τους δυσχέραιναν την κατανόηση της υπόστασής τους. Έπρεπε, πολύ αργότερα, να εμβαθύνει στην ποίησή της για να «μείνει άναυδος», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, από την καθαρότητα και τη δύναμή της . Η τελική κρίση του είναι ότι η πρώιμη Τσεβετάγιεβα ήταν αυτό ακριβώς που θα ήθελαν να είναι, αλλά δεν μπορούσαν, όλοι μαζί οι υπόλοιποι συμβολιστές ποιητές της γενιάς της.
Ο Παστερνάκ θα συνδεθεί φιλικά με την Τσβετάγιεβα και θα αλληλογραφεί μαζί της σε όλη τη διάρκεια της εξορίας της στην Πράγα, στο Βερολίνο και στο Παρίσι. Στην επικοινωνία τους θα προστεθεί ο Ρίλκε, μετά την προσωπική γνωριμία του με τον Παστερνάκ, σε ένα είδος «τριγωνικής» αλληλογραφίας, η οποία θα συνεχιστεί μέχρι το θάνατο του Ρίλκε. Ο Παστερνάκ αποφεύγει να μπει σε προσωπικές λεπτομέρειες της σχέσης του με την Τσβετάγιεβα, ομολογώντας τα όρια της ιδιωτικότητας που είχε θέσει εξαρχής στη συγγραφή της αυτοβιογραφίας του. Ενδεχομένως, ο διπολικός ερωτισμός της Τσβετάγιεβα να τον είχε γοητεύσει, όπως πολλούς άλλους, και να είχε ερωτική σχέση μαζί της. Κάτι που το αναφέρει ως γεγονός ο βιογράφος της Τσβετάγιεβα, Ανρί Τρουαγιά7. Κάποιου είδους εγγύτητα κρυβόταν μεταξύ τους, ίσως οι κοινές επιρροές που είχαν βιώσει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους, ο ρόλος που έπαιξε η οικογένεια και η μουσική στα σημεία της αφετηρίας, των στόχων και των προτιμήσεών τους8.
Κατά τον Παστερνάκ, η Τσβετάγιεβα ήταν μια γυναίκα με αντρική, όλο ενέργεια, ψυχή, αποφασιστική και αδάμαστη. Προσπαθούσε με πάθος σχεδόν αρπακτικό, να πετύχει αυτό που επιθυμούσε, τόσο στο ποιητικό της έργο όσο και στην προσωπική της ζωή.
Το 1935, ο Πατερνάκ βρέθηκε στο Παρίσι σε ένα αντιφασιστικό συνέδριο, σταλμένος από τη Σοβιετική Ένωση κατ’ εντολήν του ίδιου του Στάλιν. Εκεί συνάντησε την Τσβετάγιεβα και προσπάθησε να αποτρέψει την επιστροφή της στην πατρίδα –κάτι που το σκεφτόταν έντονα η τελευταία– φοβούμενος πως αυτή και η οικογένεια της θα είχαν δυσκολίες στη χώρα τους και δεν θα ζούσαν ήρεμα. Η τραγωδία που βρήκε όλη την οικογένεια όταν επέστρεψαν στη Σοβιετική Ένωση ξεπέρασε κατά πολύ τους φόβους του9.
Μετά την Αυτοβιογραφία
Η σύντομη Αυτοβιογραφία του Μπορίς Παστερνάκ είναι γραμμένη με την ίδια ποιητική ευαισθησία που χαρακτηρίζει την πεζογραφία του, αλλά και με το ήθος και την αξιοπρέπεια που χαρακτηρίζει τη ζωή του. Αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στις επιρροές και στους ανθρώπους που διαμόρφωσαν το έργο του. Δεν αναφέρεται καθόλου στις διώξεις που υπέστη από τη σοβιετική γραφειοκρατία και την Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων, τόσο αυτός όσο και οι δύο γυναίκες της ζωής του, η Ζιναΐντα Παστερνάκ και η Όλγα Ιβίνσκαγια. Αυτά αναφέρονται αναλυτικά στον ογκώδη φάκελο που κρατούσε η KGB, και που έγινε γνωστός ως Φάκελος Παστερνάκ, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την εντολή του Μπορίς Γιέλτσιν να ανοίξουν τα αρχεία της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ.
Ο Παστερνάκ περιλαμβάνεται στους συγγραφείς που δεν συνελήφθησαν, αλλά διώχθηκαν και λεηλατήθηκαν από τη σοβιετική εξουσία σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Η στάση του απέναντι στη σοβιετική γραφειοκρατία ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς πολιτικής και πνευματικής εξέλιξης που τον οδήγησε από την απόλυτη αναγνώριση της επανάστασης και των συνεπειών της, το 1917, στην απόλυτη απόρριψη του καθεστώτος. Η σύγκρουση κορυφώθηκε το 1958, με την απονομή του βραβείου Νόμπελ και τη γνωστοποίηση της φυγάδευσης του χειρογράφου του Δόκτορα Ζιβάγκο στην Ιταλία χωρίς τη συναίνεση του Κόμματος ή της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων, κάτι που ισοδυναμούσε με προδοσία. Η έκδοση του βιβλίου και, κυρίως, η προβολή που αυτό πήρε στη Δύση θεωρήθηκαν από το σοβιετικό καθεστώς πράξη «ψυχρού πολέμου» της Δύσης απέναντι στη Σοβιετική Ένωση (κάτι που ισχύει10, χωρίς όμως τη θέληση του συγγραφέα). Ο Παστερνάκ θα αναγκαστεί να αρνηθεί το βραβείο Νόμπελ και θα υποστεί τις συνέπειες της «προδοσίας» του, γεγονός που αποδεικνύει ότι στη χρουστσοφική Ρωσία που χρίσθηκε φιλελεύθερη την επομένη του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ, η σύγκρουση μεταξύ τέχνης και πολιτικής παρέμενε εξίσου ανελέητη, όπως και στην εποχή του Στάλιν.
Ο Παστερνάκ πέθανε από καρκίνο δύο χρόνια μετά την απονομή του βραβείου Νόμπελ.
1Προσωπική Μαρτυρία, εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1995.
2 Ο Λέων Τολστόι εγκατέλειψε την οικογενειακή κατοικία στη Γιάσναγια Πολιάνα, λόγω των διαρκών συγκρούσεων με τη σύζυγό του, Σοφία Αντρέγιεβνα, και πέθανε από πνευμονία, μετά από δέκα μέρες, στον μικρό σιδηροδρομικό σταθμό του Αστάποβο. Μια από τις βασικές αιτίες της ρήξης σε έναν ούτως ή άλλως προβληματικό γάμο ήταν το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων των έργων του. Ο Τολστόι επιθυμούσε να αποποιηθεί τα πνευματικά δικαιώματα και να τα προσφέρει δωρεάν στην ανθρωπότητα. Η Σοφία Αντρέγιεβνα, η οποία είχε εκτελέσει χρέη αντιγραφέα, επιμελήτριας και μάνατζερ των έργων του, αντιτάχθηκε ισχυρά. Προσπάθησε να εξασφαλίσει τα δικαιώματα για να συντηρήσει την πολυμελή οικογένειά τους (είχαν αποκτήσει 13 παιδιά). Λίγο πριν από το θάνατό του, το 1910, ο Τολστόι παραχώρησε τον έλεγχο όλων των κειμένων του στον στενό του συνεργάτη Βλαντίμιρ Τσερτκόφ, ο οποίος δημοσίευσε τα έργα χωρίς δικαιώματα εκμετάλλευσης. Αυτό σήμαινε ότι η οικογένεια έχανε τα βασικά της έσοδα. Ο Τσερτκόφ ήταν ηγέτης των τολστοϊστών και η Σοφία τον θεωρούσε τον μεγαλύτερο εχθρό της και την «κακή ιδιοφυΐα» πίσω από την καταστροφή του γάμου της.
3 Η σύγκρουση ανάμεσα στους τολστοϊστές (τους πιστούς ακολούθους του Λέοντος Τολστόι) και τη Σοφία Αντρέγιεβνα υπήρξε μια από τις πιο δραματικές οικογενειακές διαμάχες στο χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρισκόταν ο Βλαντίμιρ Τσερτκόφ. Η ψυχολογική πίεση και οι συνεχείς καβγάδες με τον Τολστόι οδήγησαν τη Σοφία σε σοβαρές κρίσεις υστερίας και σε απόπειρες αυτοκτονίας. Τις τελευταίες στιγμές του Τολστόι στο Αστάποβο, οι τολστοϊστές (με επικεφαλής τον Τσερτκόφ και τη μικρότερη κόρη του Τολστόι, Σάσα) απαγόρευσαν στη Σοφία την είσοδο στο δωμάτιο όπου βρισκόταν ο Τολστόι, επιτρέποντάς της να τον δει μόνο όταν πλέον είχε χάσει τις αισθήσεις του.
4 Στα ελληνικά μεταφράστηκε από τον Γιάννη Ρίτσο με τίτλο Μ’ όλη μου τη φωνή. Μελοποιήθηκε από τον Θάνο Μικρούτσικο και περιλαμβάνεται στο δίσκο Καντάτα για τη Μακρόνησο.
5 Ο Αλεξέι Κολτσόφ (1809–1842) ήταν σπουδαίος Ρώσος λαϊκός ποιητής.
6 Αναφέρεται στον θυελλώδη έρωτα του Γεσένιν με την Ισιδώρα Ντάνκαν.
7 Ανρί Τρουαγιά, Μαρίνα Τσβετάγιεβα. Η αιώνια επαναστάτρια, Μεταίχμιο, Αθήνα 2003.
8 Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα ήταν μεγαλοαστικής καταγωγής όπως και ο Παστερνάκ. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας και επιμελητής στο Μουσείο Ρουμιάντσεφ. Η μητέρα της ήταν πιανίστα, μαθήτρια του Νικολάι Ρουμπινστάιν. Ο σύζυγος της Τσβετάγιεβα, Σεργκέι Εφρόν, πολέμησε με τους Λευκούς εναντίον των μπολσεβίκων στον ρωσικό εμφύλιο. Μετά την επικράτηση των κομμουνιστών, αυτοεξορίσθηκαν στην Ευρώπη.
9 Κατά την επιστροφή της οικογένειας στη Σοβιετική Ένωση, το 1939, ο σύζυγος της Τσβετάγιεβα συνελήφθη και εκτελέστηκε. Η ίδια αυτοκτόνησε κατά τη διάρκεια της εξορίας της στην απομακρυσμένη πόλη Γιελαμπούγκα της Κεντρικής Ασίας και η κόρη της, Αριάδνη Εφρόν, εξορίσθηκε στα γκούλαγκ για 15 χρόνια. Ο γιος της, Γκεόργκι Εφρόν, επιστρατεύθηκε στον Κόκκινο Στρατό και σκοτώθηκε στο μέτωπο της Λευκορωσίας το 1944.
10 Έγινε επίσημα γνωστό το 2014, όταν η CIA έδωσε στη δημοσιότητα περισσότερα από 100 απόρρητα έγγραφα της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. Ο Δόκτωρ Ζιβάγκο χρησιμοποιήθηκε ως πολιτιστικό όπλο για να κλονίσει εκ των έσω το σοβιετικό καθεστώς. Η CIA τύπωσε κρυφά χιλιάδες αντίτυπα του βιβλίου στα ρωσικά, τα οποία διανεμήθηκαν σε σοβιετικούς πολίτες στην Παγκόσμια Έκθεση των Βρυξελλών το 1958.