Σύνδεση συνδρομητών

web only

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Σύμφωνα με ένα παλιό γερμανικό ανέκδοτο, δυο χωρικοί, ο Φριτς κι ο Καρλ, μια μέρα, εκεί που στεκόντουσαν στην αυλή του Φριτς, νιώθουν το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια τους! Το σπίτι του Φριτς είχε όπως όλα τα παλιά χωριατόσπιτα έναν βόθρο και η πλάκα που τον σκέπαζε έσπασε. Οι δυο τους πέφτουν μέσα στα λύματα και με τη βία μπορούν να σταθούν. Ο βόθρος είναι γεμάτος γιατί έχει βρέξει και η στάθμη φτάνει μέχρι τον λαιμό του Καρλ. Ο Φριτς όμως είναι λίγο πιο κοντός και τα λύματα φτάνουν σχεδόν μέχρι το στόμα του.

          Ωχ Φριτς, τι κάνουμε τώρα; ρωτάει σαστισμένος, ο Καρλ.

          Όχι κύματα! λέει ο Φριτς μέσα από τα δόντια του.

Η έκβαση των τοπικών βουλευτικών εκλογών της 6ης Σεπτεμβρίου 2026 στο ομοσπονδιακό κράτος της Σαξoνίας-Άνχαλτ θυμίζει λίγο αυτό το ανέκδοτο. Τα μέχρι τώρα παραδοσιακά κόμματα –CDU, SPD, FDP, Πράσινοι, Linke – που κυριαρχούσαν στην πολιτική ζωή βρίσκονται στην θέση του δύσμοιρου Φριτς, λίγο πριν βουλιάξουν στο βούρκο της AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία), που όχι μόνο ήρθε πρώτο κόμμα, αλλά με 44% ξεπέρασε το ποσοστό που του έδιναν οι δημοσκόποι, καθώς κατάφερε να σηκώσει από τους καναπέδες τους 170.000 ψηφοφόρους που μέχρι σήμερα απείχαν από κάθε εκλογική διαδικασία.

Το αποτέλεσμα είναι τραγικό: η AfD θα έχει στο επόμενο Κοινοβούλιο 39 βουλευτές ενώ όλα τα άλλα κόμματα θα μοιραστούν τους υπόλοιπους 44. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έτσι είναι δυνατό να εμποδιστεί μια κυβέρνηση AfD και να σχηματιστεί μια κυβέρνηση «ηττημένων», όμως υπάρχει ένας ακόμα αστάθμητος παράγοντας: η λεγόμενη «Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ» (BSW), ένα προσωποπαγές λαϊκιστικό αριστερό κόμμα, που σύμφωνα με την ιδρύτριά του θεωρεί ότι AfD και BSW έχουν αρκετά κοινά σημεία μεταξύ τους, όπως μια πιο αυστηρή στάση απέναντι στους πρόσφυγες, η άρνηση του ΝΑΤΟ, η ουδετερότητα σε ό,τι αφορά τη στρατιωτική υποστήριξη της Ουκρανίας και η εχθρική στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που να κάνουν δυνατή τουλάχιστον μια συνεργασία.

Όπως δείχνουν τα αποτελέσματα, το BSW θα καταφέρει να εκπροσωπηθεί στο επόμενο Κοινοβούλιο με πέντε βουλευτές και να παίξει το ρόλο του πολιτικού ρυθμιστή. Ένα νεύμα της Σάρας φαίνεται πως αρκεί για να δημιουργηθούν τα κύματα που φοβούνται οι Φριτς της εκλογικής πραγματικότητας.

Όμως τα πράγματα δεν φαίνεται να είναι τόσο απλά. Καταρχήν στο BSW έχουν αρχίσει οι εσωτερικές τριβές σε σχέση με τη στήριξη της AfD. Στη γειτονική Θουριγγία ήδη αποσχίστηκε μια ομάδα γύρω από τη μέχρι τώρα πρόεδρο του τοπικού BSW που αρνείται να βάλει πλάτες για να ανεβεί η εκεί AfD στην εξουσία. Και η πρόεδρος του BSW της Σαξoνίας-Άνχαλτ δήλωσε ήδη ότι δεν πρόκειται να στηρίξει, ενεργά τουλάχιστον, την εκλογή του προέδρου της τοπικής AfD Ούλριχ Ζίγκμουντ στο αξίωμα του πρωθυπουργού, ζητώντας τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης υπό έναν πρωθυπουργό κοινής αποδοχής (τι μας θυμίζει αυτό;).

Ήδη η στάση του BSW οδήγησε τον συμπρόεδρο της ομοσπονδιακής AfD, Τίνο Χρουπάλα, να ανακοινώσει την ετοιμότητα του κόμματός του να συζητήσει και να συμβιβαστεί με άλλα κόμματα, ελπίζοντας να πείσει σε συνεργασία τουλάχιστον τους Χριστιανοδημοκράτες που, σύμφωνα με τις δημοσκοπικές έρευνες, έχασαν 82.000 ψηφοφόρους προς την AfD και το ποσοστό τους καταρρακώθηκε από το 37,1 στο 17,5%.

Βέβαια είναι ακόμα πολύ νωρίς για να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Για την υφιστάμενη κυβέρνηση συνασπισμού από CDU, SPD και FDP (το οποίο δεν εκπροσωπείται πλέον στην τοπική Βουλή καθώς δεν κατάφερε να υπερβεί το πλαφόν του 5%) υπό τον χριστιανοδημοκράτη Σβεν Σούλτσε δεν υπάρχει προς το παρόν κώλυμα κυβερνησιμότητας, καθώς παραμένει μέχρι να εκλεγεί ο επόμενος πρωθυπουργός, κάτι που μπορεί να πάρει αρκετό χρόνο, γιατί το σύνταγμα της Σαξονίας-Άνχαλτ δεν θέτει προθεσμίες για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης.

Ο κ. Σούλτσε  έχει ρεαλιστικές πιθανότητες να διατηρήσει το αξίωμά του εφόσον το BSW δεν ταχθεί ενεργά υπέρ του υποψηφίου της AfD και όλα τα άλλα κόμματα κρατήσουν όρθιο το «τείχος πυροπροστασίας», δηλαδή την κατηγορηματική άρνησή τους να συνεργαστούν με την AfD. Σύμφωνα με τον τρέχοντα καταμερισμό δυνάμεων, που όμως μπορεί να αλλάξει τις επόμενες μέρες, εάν το BSW δηλώσει «παρών» κατά τους τρεις γύρους της ψηφοφορίας τότε θα επικρατήσει ισοψηφία ανάμεσα στους δυο υποψήφιους και ο κ. Σούλτσε θα παραμείνει πρωθυπουργός – όμως τίποτα δεν είναι σίγουρο γιατί οι ψηφοφορίες είναι μυστικές και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξουν διαρροές.

Στην περίπτωση που ο κ. Σούλτσε παραμείνει πρωθυπουργός, θα μπορεί να κυβερνά με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και, σε περίπτωση ψήφισης νόμων και του προϋπολογισμού, με εναλλασσόμενες πλειοψηφίες, ένα μοντέλο που λειτουργεί ήδη ικανοποιητικά και σε άλλα ανατολικογερμανικά ομοσπονδιακά κράτη.

Η πιθανότητες να γίνει πρωθυπουργός ο κ. Ζίγκμουντ είναι και αυτές ρεαλιστικές. Όμως υπό τις τρέχουσες συνθήκες θα καταστεί εξαρτημένος από τις ιδιοτροπίες του BSW, εκτός και αν καταφέρει να εξασφαλίσει την υποστήριξη του CDU – το τίμημα όμως θα είναι βαρύ.

Αλλά ακόμα και αν κατάφερνε να κυβερνήσει αυτοδύναμα, το κυβερνητικό του πρόγραμμα βρίθει από παραλογισμούς και από μέτρα που δεν μπορεί να εφαρμόσει.

Ένα από τα παράλογα σημεία του προγράμματος είναι η κατάργηση της υποχρεωτικής φοίτησης στο σχολείο και η αντικατάστασή της από μια «υποχρέωση για μόρφωση» που θα επιτρέπει την κατ’ οίκον σχολική διδασκαλία. Το μέτρο αυτό είναι παράλογο γιατί ακόμα και μια κατ’ οίκον διδασκαλία απαιτεί την κρατική εποπτεία, καθώς οι μαθησιακές προϋποθέσεις για την πιστοποίηση της προόδου και για την απόκτηση του απολυτηρίου θα παραμείνουν σε ισχύ. Επιπλέον, στη Γερμανία ούτως ή άλλως επιτρέπεται η ίδρυση ιδιωτικών σχολείων με εναλλακτικά προγράμματα μαθημάτων, τα οποία μπορούν μάλιστα να χρηματοδοτηθούν από κρατικούς πόρους. Οπότε όποιος δεν θέλει να στείλει το παιδί του στο κρατικό σχολείο μπορεί να ιδρύσει ένα σχολείο κομμένο και ραμμένο στα παιδαγωγικά του μέτρα καθιστώντας έτσι τη δυνατότητα μιας αποκλειστικά απομονωμένης σχολικής διδασκαλίας στο σπίτι περιττή.

Ένα άλλο παράλογο μέτρο είναι η εισαγωγή τελετής έπαρσης της σημαίας στα σχολεία. Κανείς δεν μπορεί όμως να υποχρεώσει τις μαθήτριες και τους μαθητές να παρίστανται σε αυτές τις τελετές, γιατί αυτό αντιτίθεται στην ελευθερία της συνείδησης. Οπότε κάθε προσπάθεια επιβολής ποινών για μη παρουσία θα καταρρεύσει στο πρώτο διοικητικό δικαστήριο.

Ένα μέτρο που δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφορά την αντιμετώπιση των προσφύγων και των παράτυπων μεταναστών και εν γένει των αλλοδαπών από τρίτες χώρες, όπως η Ουκρανία ή η Συρία. Τα ομοσπονδιακά κράτη δεν έχουν καμία αρμοδιότητα ελέγχου των συνόρων και των ροών των ανθρώπων και επιπλέον η Σαξωνία-Άνχαλτ δεν έχει εξωτερικά σύνορα. Τα μόνα διοικητικά μέτρα που μπορεί να πάρει η κυβέρνησή της είναι να αρνηθεί τη χορήγηση ασύλου ή να αναιρέσει το στάτους του αναγνωρισμένου πρόσφυγα ή ίσως την άδεια παραμονής. Όμως αυτό θα οδηγήσει σε μια χιονοστιβάδα προσφυγών στα δικαστήρια, ενώ η κυβέρνηση ενός ομοσπονδιακού κράτους δεν έχει επίσης καμία αρμοδιότητα να συνάψει διεθνείς συμβάσεις επιστροφής με άλλες χώρες.

Κάτι που έχει διακηρύξει η AfD και που μπορεί να εφαρμόσει είναι η διακοπή χρηματοδότησης όσων ΜΚΟ δεν της ταιριάζουν. Όμως και εδώ θα υπάρξουν αντιδράσεις και προσφυγές στα δικαστήρια.

Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον κ. Ζίγκμουντ ελλοχεύει από το ίδιο του το κόμμα: το ομοσπονδιακό προεδρείο θα προσπαθήσει να ελέγξει την πολιτική του και τις σχέσεις του με τα υπόλοιπα κόμματα, ενώ η τοπική AfD της Σαξονίας-Άνχαλτ έχει χαρακτηριστεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος ως εν μέρει ακραίο δεξιό κόμμα και εχθρικό προς τη συνταγματική τάξη. Αν λάβουμε δε υπόψη ότι μια τοπική του οργάνωση διατύπωσε το αίτημα να καταργηθεί ο εορτασμός των Χριστουγέννων και άλλων χριστιανικών εορτών και να αντικατασταθεί από την αναβίωση εορτασμών αρχαίων υποτίθεται γερμανικών εορτών, όπως το χειμερινό ηλιοστάσιο, δεν είναι απίθανο να βρεθεί ο κ. Ζίγκμουντ αργά ή γρήγορα στη θέση του μαθητευόμενου μάγου, να μην μπορεί να διαφεντέψει τα στοιχειά που φώναξε…

 

07 Σεπτεμβρίου 2026

Στη σκιά του Πατέρα

Χαράλαμπος Γναρδέλλης

Fatherland. Ασπρόμαυρη δραματική, ιστορική ταινία του Πάβεου Παβλικόφσκι παραγωγής 2026. Χώρες συμπαραγωγής: Πολωνία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία. Σενάριο: Paweł Pawlikowski - Hendrik Handloegten. Σκηνοθεσία: Paweł Pawlikowski. Διεύθυνση φωτογραφίας: Łukasz Żal. Παίζουν: Sandra Hüller, Hanns Zischler, August Diehl. Παραγωγή: Our Films, Extreme Emotions, Nine Hours, Chapter2. Πρώτη προβολή στην Ελλάδα: 3/9/2026. Διάρκεια: 82΄.

 

Το Fatherland του Πάβεου Παβλικόφσκι είναι μια ταινία περιπλάνησης με θέμα την επιστροφή του Τόμας Μανν στη μεταπολεμική Γερμανία του 1949. Καθώς διασχίζει τις δύο, πλέον, Γερμανίες μαζί με την κόρη του Έρικα, έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τις διαφορετικές πολιτικές πραγματικότητες, αλλά και με το ναζιστικό παρελθόν που εξακολουθεί να στοιχειώνει τη χώρα. Παράλληλα, η διαδρομή γίνεται ένα εσωτερικό ταξίδι στη διαλυμένη οικογένειά του και ιδιαίτερα στη σχέση με τα παιδιά του και την τραγική αυτοκτονία  του γιου του Κλάους.

«Είσαι ένα νάρκισσος κλεισμένος σε ένα κάστρο από λέξεις…», αυτή περίπου είναι η κατηγορία που η Έρικα Μανν απευθύνει στον πατέρα της, μετά την αυτοκτονία του αδελφού της. Η φράση συμπυκνώνει την τραγική δυναμική της οικογένειας Μανν και τη βαθιά ρήξη που προκάλεσε η αυτοκτονία του Κλάους το 1949. Η  Έρικα και ο Κλάους Μανν ήταν τα «χαρισματικά» παιδιά μιας πολυμελούς οικογένειας με ένα ιστορικό σκοτεινής επαναληπτικότητας: αυτοκτονίες, ψυχικές και υπαρξιακές κρίσεις, εθισμοί, δύσκολες σεξουαλικές ταυτότητες, εξάρτηση των παιδιών  από τον πατέρα και μια διαρκής προσπάθεια απελευθέρωσης από το οικογενειακό όνομα. Επιπλέον, οι δυο τους, υπήρξαν ένα αδιαίρετο δίδυμο, με μια οικειότητα που ξεπερνούσε κατά πολύ τα συνηθισμένα αδελφικά όρια. Η σχέση τους ήταν τόσο έντονα, προκλητικά και συναισθηματικά «αιμομικτική» που οι φήμες τούς κυνηγούσαν σε όλη τους τη ζωή. Η ταινία ξεκινάει με μια σχεδόν ερωτική τηλεφωνική συνομιλία των δυο αδελφών και με βαριά υπονοούμενα για τον πατέρα τους.

 Όταν ο Κλάους έδωσε τέλος στη ζωή του, καταβεβλημένος από την κατάθλιψη, τις πολιτικές απογοητεύσεις και τον εθισμό στα ναρκωτικά, η αντίδραση του πατέρα του εξόργισε την Έρικα. Ο Τόμας Μανν επέλεξε να μη διακόψει την περιοδεία του στη μεταπολεμική Γερμανία, καθώς θεωρούσε ότι το «καθήκον» του απέναντι στο έργο και την πατρίδα του ήταν ανώτερο. Το 1949, δεκαέξι χρόνια μετά την έξοδό του από τη ναζιστική Γερμανία, ο Μανν επιστρέφει στη χώρα του και τη διασχίζει από την αμερικανικά ελεγχόμενη Φρανκφούρτη έως τη σοβιετικά ελεγχόμενη Βαϊμάρη. Η διαδρομή αυτή είναι ο βασικός αφηγηματικός μηχανισμός της ταινίας, αλλά και η μεγάλη μεταφορά της. Πρόκειται για μια ταινία δρόμου που δεν έχει πραγματικό προορισμό, γιατί η χώρα στην οποία ο Μανν επιστρέφει δεν είναι πλέον η χώρα που εγκατέλειψε.

Στη Δυτική Γερμανία ο πόλεμος έχει τελειώσει, οι πόλεις παραμένουν γεμάτες ερείπια, αλλά η κοινωνική ζωή επιχειρεί ήδη να επιστρέψει στην κανονικότητα. Και αυτή η «κανονικότητα» είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ταινίας. Μέσα στα ερείπια ξαναστήνονται τελετές, δεξιώσεις και κοινωνικές σχέσεις· άνθρωποι που είχαν συμβιβαστεί με το ναζιστικό καθεστώς επανατοποθετούνται στη δημόσια ζωή και προσπαθούν να εμφανιστούν ως αξιοπρεπείς πολίτες της νέας εποχής. Η Έρικα, περισσότερο από τον πατέρα της, αντιλαμβάνεται την ηθική ασυνέχεια που κρύβεται πίσω από αυτή την επιφανειακή επιστροφή στην τάξη. Ο Παβλικόφσκι δεν χρειάζεται να καταγγείλει ρητά τη μεταπολεμική γερμανική συνθήκη. Του αρκεί η αντίθεση ανάμεσα στα ερείπια και στη σχεδόν αυτάρεσκη κοινωνική ανασύνταξη. Η Δυτική Γερμανία του 1949 παρουσιάζεται ως ένας τόπος όπου η ήττα του ναζισμού δεν σήμαινε αυτομάτως και την ηθική του υπέρβαση. Αυτή η μεταπολεμική «μη κανονικότητα» διήρκεσε πολλά χρόνια, σχεδόν μέχρι τα τέλη τις δεκαετίας του 1960. Είναι γνωστό ότι στα λογοτεχνικά σαλόνια του Δυτικού Βερολίνου κυκλοφορούσε ο Άλμπερτ Σπέερ, μετά την αποφυλάκισή του το 1966, περιβεβλημένος με έναν βαθύ σεβασμό από τις πνευματικές ελίτ της εποχής1.

Νο Mann’s land

Η Ανατολική Γερμανία είναι διαφορετική, αλλά όχι λιγότερο προβληματική. Εκεί η παλιά Γερμανία έχει παραχωρήσει τη θέση της σε μια νέα πολιτική πραγματικότητα, υπό σοβιετικό έλεγχο. Η αυστηρότητα, η ιδεολογική πειθαρχία και η τελετουργία της νέας εξουσίας δημιουργούν μια διαφορετική μορφή ανελευθερίας. Και εδώ, όμως, υπάρχει μια ιδιότυπη διεκδίκηση της γερμανικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο Γκαίτε και ο Τόμας Μανν λειτουργούν ως σύμβολα μιας «παλιάς» Γερμανίας που η νέα εξουσία θέλει να οικειοποιηθεί.

Και οι δύο Γερμανίες διεκδικούν τον Μανν. Η Δύση τον χρειάζεται ως σύμβολο μιας δημοκρατικής και ανθρωπιστικής Γερμανίας· η Ανατολή ως απόδειξη ότι η μεγάλη γερμανική πολιτιστική παράδοση μπορεί να ενταχθεί στη δική της ιστορική αφήγηση. Ο Μανν βρίσκεται επομένως σε μια παράδοξη θέση: είναι ο άνθρωπος που ανήκει και στις δύο Γερμανίες, αλλά τελικά δεν ανήκει πραγματικά σε καμία. Ο άνθρωπος που θεωρείται σύμβολο της γερμανικής κουλτούρας αδυνατεί να βρει μια Γερμανία στην οποία να αισθάνεται πραγματικά ότι ανήκει.  Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο Μανν και η Έρικα καταλήγουν σε μια κατεστραμμένη εκκλησία, όπου το όργανο παίζει το Jesu, Joy of Man’s Desiring του Μπαχ – τη μουσική που, όπως είχε πει ο Κλάους, «θα μπορούσε να τον κάνει να πιστέψει στο Θεό». Μέσα στα ερείπια της χώρας, της οικογένειας και μιας ολόκληρης εποχής, ο Μανν  ακούει συγκινημένος, σχεδόν δακρυσμένος. Η Γερμανία που αναζητούσε ως πατρίδα σε όλη τη διαδρομή έχει χαθεί· αυτό που απομένει είναι ο πολιτισμός της, ως η μόνη πατρίδα που δεν μπορεί να διαιρεθεί ούτε από την Ιστορία ούτε από τα σύνορα.

Ο Παβλικόφσκι κάνει μια αποφασιστική επιλογή στο σενάριο: αντί για την Κάτια Μανν, που ιστορικά συνόδευσε τον Τόμας στην επιστροφή του το 1949, τοποθετεί δίπλα του την Έρικα. Η επιλογή αυτή μετατρέπει το πολιτικό road movie σε οικογενειακό. Η Έρικα δεν είναι απλώς συνοδός του πατέρα της. Είναι οδηγός, βοηθός, μεταφράστρια, συνεργάτης, προστάτιδα, αλλά και ο άνθρωπος που έχει το θάρρος να τον αμφισβητεί. Η ίδια οδηγεί το αυτοκίνητο, ενώ ο μεγάλος συγγραφέας κάθεται στο πίσω κάθισμα.  Ο Κλάους είναι ο αόρατος τρίτος επιβάτης του ταξιδιού. Δεν βρίσκεται στο αυτοκίνητο, αλλά είναι διαρκώς παρών. Η φωνή του, η σχέση του με τον πατέρα του, η απελπισία του και τελικά ο θάνατός του μετατρέπουν τη διαδρομή σε ταξίδι πένθους. Ο Κλάους αντιπροσωπεύει την πιο τραγική πλευρά της οικογένειας Μανν: τον γιο που δεν κατόρθωσε να απελευθερωθεί από τη σκιά του πατέρα του, από τις προσδοκίες του, αλλά και από την ίδια την ιστορική εποχή στην οποία έζησε. Η ταινία, επομένως, κινείται σε δύο δρόμους που τελικά γίνονται ένας: τον δρόμο μέσα από τη διαιρεμένη Γερμανία και τον δρόμο μέσα στην τραυματισμένη οικογένεια Μανν.  Ο τίτλος Fatherland συμπυκνώνει αυτή τη διπλή διαδρομή. Το fatherland είναι η πατρίδα, αλλά είναι ταυτόχρονα και η «χώρα του πατέρα». Ο Τόμας Μανν είναι ο άνθρωπος που επιστρέφει στην πατρίδα του και συγχρόνως ο πατέρας που επιστρέφει, έστω καθυστερημένα, μέσα στη δική του οικογενειακή ιστορία.  Μια οικογενειακή ιστορία, πολλαπλά βεβαρημένη και τραγική. Ο Μίχαελ που  στην ταινία αναλαμβάνει την κηδεία του Κλάους, θα αυτοκτονήσει το 1977, ενώ ο τρίτος  γιος της οικογένειας, ο Γκόλο, μέχρι το τέλος της ζωής του θα μιλάει με μίσος για τον πατέρα του. Η δεύτερη κόρη της οικογένειας, Μόνικα, θα αποκαλεί την αδελφή της Έρικα «μάγισσα» κατηγορώντας τη για την αυτοκτονία του Κλάους1. H πιο ισορροπημένη όλων είναι η Ελίζαμπεθ, αγαπημένη κόρη του Τόμας. Η Ελίζαμπεθ ήταν το μόνο από τα έξι παιδιά που ακολούθησε τον δικό του δρόμο και  δεν υπέφερε ψυχικά από τη διασημότητα του πατέρα της.

Με το Fatherland, ο Πάβεου Παβλικόφσκι επιστρέφει στη μεταπολεμική Ευρώπη και ολοκληρώνει, κατά κάποιον τρόπο, την άτυπη τριλογία που είχε αρχίσει με το Ida και το Cold War. Και εδώ, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, το ασπρόμαυρο, η αυστηρή σκηνοθεσία και η οικονομία της αφήγησης είναι ο τρόπος με τον οποίο μετατρέπει την Ιστορία σε προσωπική εμπειρία. Οι ηθοποιοί δεν «εξηγούν» τα συναισθήματα των χαρακτήρων, αλλά τα αφήνουν να διαφαίνονται μέσα από τα βλέμματα, τις  χειρονομίες και τις σιωπές. Ο Χανς Ζίσλερ δίνει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία του Τόμας Μανν ακριβώς επειδή αποφεύγει τη «μεγάλη» ερμηνεία. Παρουσιάζει τον Μανν ως έναν άνθρωπο αυτάρεσκο, συγκρατημένο, διανοητικά κυρίαρχο, αλλά και συναισθηματικά αποστασιοποιημένο. Η ερμηνεία, όμως, που δίνει στην ταινία το συναισθηματικό της κέντρο, αυτή είναι της Σάντρα Χίλερ ως Έρικα. Η Χίλερ δεν παίζει απλώς  τη «θυμωμένη κόρη». Είναι περισσότερο η συνείδηση της ταινίας. Βλέπει αυτά που ο πατέρας της προτιμά να βλέπει από απόσταση ή να τα αγνοεί ηθελημένα.

1 Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι, Η ζωή μου, Εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2001.

06 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Γιάννης Ρεβύθης, που πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 2026 σε ηλικία 70 χρόνων, ήταν δημοσιογράφος με έδρα την Κέρκυρα, δημουργός και διευθυντικό στέλεχος του τηλεοπτικού σταθμού Corfu Channel και για χρόνια εκδότης της εβδομαδιαίας εφημερίδας Επισημάνσεις της Κυριακής. Αλλά κυρίως ήταν ένας ανεξάρτητος και παρεμβατικός πολίτης, που κατάφερνε να είναι το κέντρο του ενδιαφέροντος στην πόλη όπου κατοικούσε και παρενέβαινε. Η απώλειά του είναι αδόκητη – και το στοίχημα για την πόλη είναι το Corfu Channel να συνεχίσει και να αναπτυχθεί ως ανεξάρτητος ειδησεογραφικός και σχολιογραφικός σταθμός, με έμφαση στον δημοκρατικό διάλογο και στα σοβαρά επιτεύγματα της πνευματικής ζωής της πόλης.

Ο Γιάννης Ρεβύθης ήταν γέννημα θρέμμα της Κέρκυρας. Γεννήθηκε στο Κοκκίνι, μεγάλωσε σε αγροτικό περιβάλλον και τα βιβλία ήταν ευκαιρία φυγής και εισιτήριο γνώσης και εμβάθυνσης. Έφηβος, ανακάλυψε το σκάκι και αφιερώθηκε σ’ αυτό με πάθος – μια εποχή συγκαταλεγόταν στους δέκα καλύτερους σκακιστές στην Ελλάδα. Το σκάκι, όμως, για εκείνον δεν ήταν μόνο ανταγωνισμός. Ήταν κυρίως ένας τρόπος να βρίσκεται με ανθρώπους: ατέλειωτες συναντήσεις με φίλους, αναλύσεις παρτίδων, παιχνίδια και καφέδες.

Το σκάκι ήταν και το εισιτήριό του για την είσοδό του στα ΜΜΕ – πρώτα στο ραδιόφωνο, στο Ράδιο Φαίακες. Η πρώτη εκπομπή που παρουσίαζε ήταν αφιερωμένη στο σκάκι. Μάλιστα, οι φίλοι του τον πείραζαν ότι την έγραφε, την παρουσίαζε και την άκουγε ο ίδιος.

Το επόμενο βήμα του ήταν το Corfu Channel, περιφερειακός τηλεοπτικός σταθμός, καταχωρισμένος στο ΕΣΡ, με γεωγραφική κάλυψη στα Ιόνια Νησιά, σε τμήμα της Ηπείρου και της Δυτικής Ελλάδας. Στο Corfu Channel, ο Γιάννης Ρεβύθης ήταν διευθυντής και για περισσότερα από τριάντα χρόνια το κεντρικό πρόσωπο του σταθμού.

Μάλιστα, μέσω του σταθμού, ο Γιάννης Ρεβύθης συνδέθηκε στενά με την καθημερινότητα της Κέρκυρας. Ήταν μια δουλειά που τον έφερε σε επαφή με ολόκληρο το νησί: με την πολιτική και την αυτοδιοίκηση, με τους συλλόγους και τους ανθρώπους του πολιτισμού, αλλά κυρίως με τους ανθρώπους της Κέρκυρας και τα μικρά και μεγάλα ζητήματα της ζωής τους.

Γι’ αυτό και η αναγνωρισιμότητά του είχε κάτι πολύ τοπικό και πολύ προσωπικό. Όσοι περπατούσαν μαζί του ήξεραν ότι δύσκολα θα περνούσαν λίγα λεπτά χωρίς κάποιος να τον σταματήσει για να τον χαιρετήσει, να του αναφέρει κάποιο πρόβλημα του νησιού ή απλώς να πιάσει κουβέντα μαζί του. Ο Γιάννης Ρεβύθης ήταν, διαχρονικά, ένα από τα πρόσωπα αναφοράς στην Κέρκυρα.

Ως ένα πρόσωπο αναφοράς τον γνώριζα κι εγώ – επιτρέψτε μου τον προσωπικό τόνο. Πριν από μερικές μήνες, όμως, μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω ακόμα μια πτυχή της ζωής του. Ο πανταχού παρών Γιάννης Ρεβύθης, που ως διοργανωτής μάς είχε καλέσει στην Κέρκυρα με ομάδα φίλων (Νίκος Κουρκουμέλης, Κώστας Κούρκουλος, Γιώργος Ναθαναήλ και, μαζί, η Νατάσσα Πασχάλη) να παρουσιάσουμε τα βιβλία μου, εξέφραζε με τη στάση και με τα λόγια του τη δοτικότητα και τη γενναιοδωρία, σπάνια χαρίσματα σε εποχές όπου κυριαρχούν η ψεύτικη επίδειξη και η υστεροβουλία.

Γενναιόδωρος, κοινωνικός, αγαπητός σε όλους, οξύνους πολιτικά αλλά πάντα συναινετικός παρά την εμμονή του σε σταθερές απόψεις, δημοκράτης στην πράξη, υπηρέτησε όσο μπορούσε τη δημοσιογραφία ουσίας, τον δημοκρατικό διάλογο και τις συναινέσεις. Επίσης, είχε πάντα εξαιρετική σχέση με τους εργαζόμενους – ήμουν αυτόπτης και αυτήκοος όταν εκδήλωνε το ενδιαφέρον του για συνάδελφό του που αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας.

Η απώλειά του είναι μεγάλη απώλεια για την Κέρκυρα και για το Corfu Channel. Οι διάδοχοί του στο σταθμό έχουν την υποχρέωση να σεβαστούν την κληρονομιά της ανεξαρτησίας και του συναινετικού τρόπου του.

Συλλυπητήρια στους οικείους του.

*Ο Γιάννης Ρεβύθης είχε εμπιστευτεί στο BooksJournal μερικά εκτενή σημειώματά του με θέμα, τι άλλο;, την Κέρκυρα. Θα δημοσιευτούν προσεχώς.

05 Σεπτεμβρίου 2026

Το κείμενο που ακολουθεί έχει γραφτεί για να οδηγήσει στο απόσπασμα από την ομιλία του Γιώργη Σιάντου, γενικού γραμματέα του ΚΚΕ και στελέχους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, από τα πρόσωπα που συνομολόγησαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, μετά την ανακωχή των Δεκεμβριανών στις 11 Ιανουαρίου 1945 ανάμεσα αφενός στις βρετανικές και τις κυβερνητικές δυνάμεις και αφετέρου στον ΕΛΑΣ. Η μετριοπάθεια του εκ των εκπροσώπων της Αριστεράς στη διαπραγμάτευση δείχνει πώς χάθηκε η ευκαιρία για την Ελλάδα να αποφύγει τον εμφύλιο. [TBJ]

Πριν διαβάσετε την  ομιλία του εκπροσώπου της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ Γιώργη Σιάντου, από το έντυπο Η Συμφωνία της Βάρκιζας. Όλα τα σχετικά κείμενα. Έκδοσις της Διευθύνσεως Τύπου και Πληροφοριών, Αθήναι, Φεβρουάριος 1945 (τιμή: δρχ. 10), που βρίσκεται στο προσωπικό αρχείο μου, ας   σκεφτούμε όλοι ποια θα ήταν η πορεία της χώρας μας αν δεν είχε μεσολαβήσει ο Εμφύλιος.

Και τώρα, δείτε τι έλεγε ο Γιώργης Σιάντος, που συνομολόγησε τη Συμφωνία. Το κείμενο έχει μεταφερθεί αυτούσιο από τη σελ. 29 του προαναφερθέντος εντύπου:

[…] Ακολούθως έλαβεν τον λόγον ο αρχηγός της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κ. Γ. Σιάντος, ειπών τα εξής: «Και εμείς θεωρούμεν τον τερματισμό των συζητήσεων της συνδιασκέψεως και το αποτέλεσμά της ως ένα σοβαρώτατον εθνικόν γεγονός. Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι διά την κατανόησιν που επεδείχτηκε εδώ από την κυβερνητικήν αντιπροσωπείαν εφ’ όλων των προτάσεών μας, καθώς επίσης είμεθα πολύ ευχαριστημένοι από  το αποτέλεσμα  της Συμφωνίας αυτής.

»Πιστεύω επίσης  ότι θα είναι εφεξής ευχαριστημένος  ολόκληρος ο Ελληνικός  Λαός από την Συμφωνία αυτήν, διότι πραγματικά τερματίζει μίαν ανώμαλον περίοδον και διαγράφει καινούργιους ορίζοντες ελληνικής εργασίας, ορίζοντας ανοικοδομήσεως της Ελλάδος, ορίζοντας οι οποίοι θα  οδηγήσουν εις την προκοπήν του τόπου  μας. Και εγώ εκφράζω εκ μέρους της Αντιπροσωπείας μας, και πάλιν τας ευχαριστίας μας διά την βοήθειαν που παρέσχον εις την εργασίαν μας αυτήν οι αξιότιμοι εκπρόσωποι της Μεγάλης Βρεττανίας. -Ζήτω η Ελλάς! -Ζήτω οι Σύμμαχοι [...]».

Ένα χρόνο μετά, τη νύχτα της 30ής προς την 31η Μαρτίου 1946, ακολούθησε η επίθεση στο σταθμό Χωροφυλακής Λιτοχώρου από αντάρτες του ΚΚΕ – που αργότερα συμμετείχαν στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ). Μεταφέρω ένα απόσπασμα από τη Βιογραφία του αείμνηστου πατέρα μου, μόνιμου αντάρτη του ΕΛΑΣ Πρέβεζας που αποπέμφθηκε δυο φορές από την Ακαδημία Ιωαννίνων, με  φυλακή  και  στρατοδικείο:

Στις 30 προς 31 Αυγούστου είχε οριστεί το δημοψήφισμα για το πολιτειακό ζήτημα, στο Θεσπρωτικό με άστοχες ενέργειες πήγε να δημιουργηθεί νέο Λιτόχωρο. Το αναφέρω γιατί τα γεγονότα τα έζησα προσωπικά. [...] Ακούγονται φωνές «κάντε γρήγορα να μοιραστούν τα όπλα». Τρομάξαμε, δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε τι γίνεται. Μαζί με τον Κωστή [Σιώζη] πλησιάσαμε τον υπεύθυνο Λελοβίτη πολιτικό [Α.Λ.] και του είπαμε: «Θεωρούμε τρομερό αυτό που έγινε. Τι μπλεξίματα είναι αυτά; Σου δηλώνουμε ότι αρνούμαστε να πάρουμε τα όπλα και θα φύγουμε αμέσως».Μας πλησίασαν και άλλοι Λελοβίτες, ήταν νέα παιδιά, δεν γνώριζαν από όπλα, ήταν γεωργοί και βοσκοί.

05 Σεπτεμβρίου 2026

Ακριτομυθίες

Θανάσης Η. Καραγιάννης

Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και οι θεσμοί της, η σύνθεση του προεδρείου της Βουλής, η υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα και η απόρριψή της ως απόρριψη της ελαφρότητας.

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΒΟΥΛΗΣ,  ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄: ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Σύνθεση - ασυμβίβαστα

Άρθρo 6

1. Το Προεδρείο της Βουλής εκλέγεται από τα μέλη της και απαρτίζεται από τον

Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους, τρεις Κοσμήτορες και έξι Γραμματείς, όπως ειδικότερα ορίζεται στην επόμενη παράγραφο.

2. […] Ο τέταρτος Αντιπρόεδρος, ένας Κοσμήτορας και ένας Γραμματέας προέρχονται από τη δεύτερη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Ο πέμπτος Αντιπρόεδρος και ένας Γραμματέας προέρχονται από την τρίτη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Αν οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες είναι περισσότερες από τρεις, εκλέγεται ένας Αντιπρόεδρος για κάθε επιπλέον Κοινοβουλευτική Ομάδα.

Άρθρo 8

1. H Βουλή, υπό την προεδρία του νέου Προέδρου της, κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση, εκλέγει, με ονομαστική ψηφοφορία και με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 67 του Συντάγματος προϋποθέσεις και πλειοψηφίες, σε τέσσερις διαδοχικές, χωριστές, ψηφοφορίες, τους  Αντιπροέδρους, τους Κοσμήτορες και τους Γραμματείς.

2. Υποβολή υποψηφιότητας δεν είναι παραδεκτή. Της εκλογής των μελών του προεδρείου του παρόντος άρθρου δεν προηγείται συζήτηση».

Από την επισκόπηση των παραπάνω άρθρων του ισχύοντος Κανονισμού της Βουλής προκύπτει αβίαστα ότι:

1) Ο Πρόεδρος, οι επτά αντιπρόεδροι, οι κοσμήτορες και οι γραμματείς  της Βουλής εκλέγονται από τα μέλη της διά ψηφοφρίας. Δεν προβλέπεται δηλαδή πουθενά στον Κανονισμό άλλος τρόπος ανάδειξής τους, όπως π.χ. διακομματική συμφωνία, διαπραγμάτευση κ.λπ.  

 2) Ο 4ος έως και ο 7ος Αντιπρόεδρος, αυτά τα μέλη του προεδρείου προέρχονται μεν από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όμως καταλαμβάνουν τη θέση κατόπιν εκλoγής διά ψηφοφορίας. Εάν δεν απαιτούνταν σχετική εκλογική ψηφοφορία τότε ο Κανονισμός θα έγραφε απλώς «ορίζονται από τα κόμματα» και όχι «προέρχονται από τα κόμματα».

3) Στη σχετική διαδικασία ανάδειξης των Αντιπροέδρων η Βουλή «εκλέγει, με ονομαστική ψηφοφορία και με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 67 του Συντάγματος προϋποθέσεις και πλειοψηφίες».

4) Οι υποψήφιοι δεν μπορούν να αυτοπροταθούν αλλά προτείνονται από τα κόμματα και κατά τις διαδικασίες αυτές δεν προηγείται σχετική συζήτηση.

Συνεπώς, αυτό που ζητούσαν, όπως το ζητούσαν (κωνσταντοπουλικώ τω τρόπω), οι εκπρόσωποι των κομμάτων με επικεφαλής την Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Χρήστο Γιαννούλη, δηλαδή «να τοποθετηθούν τα κόμματα», όχι μόνο δεν επιτρέπεται αλλά απαγορεύεται ρητά από τον Κανονισμό. Ήταν συνεπώς παντελώς παράνομο και ορθότατα απορρίφτηκε από τον Προεδρεύοντα Πάρη Κουκουλόπουλο.

Πηγαίνοντας τώρα στην ουσία της υπόθεσης:

Κάθε ψηφοφορία, ιδιαίτερα στη Βουλή, εξυπακούεται ότι γίνεται και πρέπει να γίνεται στα σοβαρά. Μη σοβαρές ψηφοφορίες ή ψηφοφορίες σικέ, δηλαδή προσυμφωνημένες, ειδικά στη Βουλή, δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές.

Με δεδομένο ότι η θέση του Αντιπροέδρου της Βουλής είναι ένα νευραλγικό για τη λειτουργία της δημοκρατίας αξίωμα, φυσικό είναι να απαιτεί κάποια προσόντα εκ μέρους του υποψηφίου. Διότι τίποτα δεν αποκλείει, αντίθετα είναι σφόδρα πιθανόν, να υπάρχει προτεινόμενος από κόμμα υποψήφιος που να μην πληροί τα προσόντα για την κάλυψή της.

Εάν δεχτούμε αξιωματικά ότι όλοι όσοι έχουν αναδειχτεί βουλευτές μπορούν να καλύψουν το σπουδαίο αυτό λειτούργημα, τότε απλώς παίζουμε με τη δημοκρατία, και τέτοιο δικαίωμα δεν μας έχει παραχωρήσει κανείς.

Πιστεύω μάλιστα ότι πολλοί από τους τριακόσιους και της σημερινής Βουλής είναι ακατάλληλοι για αντιπρόεδροι της Βουλής. Χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό, με την έννοια ότι βουλευτής που δεν διαθέτει τα προσόντα για μια θέση στο Προεδρείο της Βουλής μπορεί να ασκεί άριστα τα βουλευτικά του καθήκοντα και να στελεχώσει κάλλιστα τη Βουλή ή την πολιτεία γενικότερα από άλλη θέση ευθύνης.

Κλασικό παράδειγμα ο Άδωνις Γεωργιάδης της ΝΔ, ο οποίος προφανώς δεν είναι κατάλληλος για τη θέση του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Βουλής λόγω του συγκρουσιακού του χαρακτήρα, όπως ο ίδιος άλλωστε δημοσίως παραδέχεται. Πολύ θα ήθελα να δω τους βουλευτές, ειδικά αυτής της αντιπολίτευσης, να τον ψηφίζουν για μια τέτοια θέση, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται να το δω στον αιώνα τον άπαντα.

Συνεπώς στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή ο προτεινόμενος από το κόμμα υποψήφιος δεν συγκεντρώνει τα απαραίτητα προσόντα, τότε δεν φταίει ο υποψήφιος, αλλά το κόμμα που τον προτείνει.

Με δεδομένο επίσης ότι η Βουλή, οι Βουλευτές, ο Πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι της Βουλής κ.λπ., είναι κρίσιμα για τη λειτουργία της δημοκρατίας όργανα (ο Πρόεδρος της Βουλής αντικαθιστά υπό προϋποθέσεις τον πρώτο πολίτη της χώρας Πρόεδρο της Δημοκρατίας), το ερώτημα είναι πώς, με ποιον τρόπο δηλαδή, εξυπηρετείται καλύτερα η δημοκρατία: με την απλή πρόταση του υποψηφίου εκ μέρους του κόμματος και την ανέλεγκτη αποδοχή της από τα υπόλοιπα κόμματα, ακόμα κι αν ο κομματικός υποψήφιος είναι εμφανώς ακατάλληλος για τη θέση αυτή, ή με την ουσιαστικού ελέγχου των προσόντων του αποδοχή του;

Η ανάδειξη της Ζωής Κωνσταντοπούλου στη θέση της Προέδρου της Βουλής το πρώτο εξάμηνο του 2015 προφανώς και συνηγορεί σφόδρα και αντικειμενικά υπέρ της άποψης του ουσιαστικού ελέγχου. Θα ξαναψήφιζε κανένα κόμμα από τα σημερινά, ακόμα κι αυτό που την πρότεινε το 2015, ως Πρόεδρο ή Αντιπρόεδρο της Βουλής την κυρία Κωνσταντοπούλου; Προφανώς όχι.  

Πρέπει συνεπώς και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κατανοήσουν ότι το αξίωμα του Αντιπροέδρου της Βουλής είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από οποιοδήποτε εσωκομματικό αξίωμα, αφού στη δεύτερη περίπτωση το αξίωμα έχει να κάνει με το κόμμα και τα μέλη του κόμματος, ενώ στην πρώτη με πολιτειακό θεσμό, και μάλιστα τον κυριότερω σε μία δημοκρατία. 

Εξάλλου, η ουσιαστική ψηφοφορία για την ανάδειξη αντιπροέδρου δεν αποτελεί και το τέλος της πολιτικής: ο νυν Πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης (όπως και όλοι οι προηγούμενοι Πρόεδροι της Βουλής κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης) δεν υπερψηφίστηκε από όλα τα κόμματα, αλλά στη σχετική ψηφοφορία καταψηφίστηκε από το ΚΚΕ, την Πλεύση Ελευθερίας (Ζωή Κωνστανοπούλου), τη Νέα Αριστερά, τη Νίκη και άλλους τέσσερις βουλευτές προερχόμενους από τους Σπαρτιάτες.

Έχω την εντύπωση ότι κανείς από τους μέχρι σήμερα Προέδρους της Βουλής δεν έχει αναδειχτεί παμψηφεί. Υπάρχουν μάλιστα και κάποιοι, όπως π.χ. ο Αθανάσιος Τσαλδάρης της ΝΔ, ο οποίος είχε αναδειχτεί με σχετική πλειοψηφία, δηλαδή με ψήφους αρκετά λιγότερες από 150.

Τέλος, είναι δεδομένο ότι το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής, αλλεπαλλήλως μέχρι σήμερα τροποποιηθέντα, τείνουν προς μια όλο και περισότερο αναλογική εκπροσώπηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ιδίως των μικρών, στο Προεδρείο της Βουλής, επιδιώκοντας να ενισχύσουν και να εξασφαλίσουν τα «δικαιώματα της μειοψηφίας», δηλαδή της Αντιπολίτευσης. Και πράττουν άριστα.

Αυτό όμως δεν είναι ούτε απροϋπόθετο, ούτε μονοσήμαντο, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ανάλογη σοβαρότητα πρότασης υποψηφίων εκ μέρους των κομμάτων,  πράγμα το οποίο δεν ισχύει πάντα.

Το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής δεν κάνουν χάρη σε κανέναν. 
Δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν χάρη σε κανέναν, ούτε και στα μικρά κόμματα. Τα μικρά κόμματα την οποιαδήποτε συνταγματική τους «εύνοια» πρέπει να την κερδίσουν και να την ανταποδώσουν με την λειτουργική τους σοβαρότητα.

Διότι μόνο με λειτουργική αμοιβαιότητα, μπορεί να εξασφαλιστεί ο σκοπός των συνταγματικών και κανονιστικών της Βουλής προβλέψεων για χάρη της ορθής λειτουργίας της δημοκρατίας.       

Η Βουλή δεν έχει το δικαίωμα να θέτει υπό αμφισβήτηση ή κίνδυνο ούτε τη δική της λειτουργία ούτε τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Σε κάθε περίπτωση η (υποκειμενική) βούληση ενός πολιτικού κόμματος, μικρού ή μεγάλου αδιάφορο, δεν μπορεί να ανάγεται σε μείζονα, της (κατά τεκμήριον αντικειμενικής) δημοκρατικής λειτουργίας της Βουλής, παράγοντα ή συντελεστή.

Εξάλλου, Βουλή σημαίνει υπεύθυνη, ουσιαστική και στην πράξη εφαρμογή συναινετικών διαδικασιών (κράτα με να σε κρατώ, ν’ ανεβούμε το βουνό) και όχι ανεύθυνη και χαριστική εξεύρεση τεχνητών ισορροπιών (κάνε μου τα στραβά μάτια, για να σου τα κάνω κι εγώ με τη σειρά μου κ.ο.κ.), οι οποίες όχι μόνο δεν μακροημερεύουν, αλλά και τα αποτελέσματά τους, ακόμα κι όταν δεν είναι αρνητικά,  είναι προσωρινά και ατελέσφορα.    

Συνεπώς, ας μην ανησυχούν εκεί στην Αντιπολίτευση για τα, συνταγματικά μάλιστα κατοχυρωμένα, «δικαιώματα της μειοψηφίας». Αυτά δεν κινδυνεύουν από τις προβλεπόμενες συνταγματικά νόμιμες διαδικασίες, αλλά από την αφερεγγυότητα των κομμάτων που τα ασκούν.  

Ούτε «θεσμικό ολίσθημα» λοιπόν υπήρξε στην περίπτωση της Έλενας Ακρίτα, ούτε μεταβολή της Βουλής σε «κομματικό φέουδο» υπήρξε, ούτε «παραβίαση των κοινοβουλευτικών ηθών» έλαβε χώρα: οι ίδιοι βουλευτές που καταψήφισαν τώρα την κυρία Ακρίτα, οι ίδιοι πριν λίγο καιρό υπερψήφισαν, και μάλιστα ασμένως, την Όλγα Γεροβασίλη, του ιδίου κόμματος βεβαίως βεβαίως. Τον λόγο δεν χρειάζεται νομίζω να τον αναλύσω. Προκύπτει αναμφισβήτητα από τα συμφραζόμενα: η καταλληλότητα για την κάλυψη της θέσης.

Θεμιτή, θεμιτότατη λοιπόν η ιδιαιτερότητα εκλογής των 4ου έως 7ου Αντιπροέδρων της Βουλής από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, αλλά όχι απροϋπόθετα και όχι ελαφρά τη καρδία.

Ή ελαφρά γενικότερα.

04 Σεπτεμβρίου 2026

Εκδήλωση παρουσίασης ενός νέου φορέα για τη διάδοση της ανάγνωσης και της πρόσβασης των νέων στο βιβλίο διοργανώθηκε την Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου, στο βιβλιοπωλείο Bookloft, στην Αθήνα. Ο νέος αυτός φορέας ονομάστηκε Bookmarkers, ήδη έχει αναπτύξει ενδιαφέρουσα δραστηριότητα ενώ στο μέλλον προγραμματίζει πολλές και ουσιαστικές παρεμβάσεις. Οι Bookmarkers λειτουργούν ως αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία και συστατικό χαρακτηριστικό της λειτουργίας τους είναι η διακήρυξη ότι δεν θα αναζητήσουν ή δεν θα δεχτούν πόρους από το Δημόσιο αλλά μόνο από την ιδιωτική πρωτοβουλία.

 

Στην εκδήλωση παρουσίασης των Bookmarkers μίλησαν ο εμπνευστής και ιδρυτικό μέλος της πρωτοβουλίας Γρηγόρης Δημητριάδης και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Θανάσης Λάλας. Και οι δύο τόνισαν ότι το βιβλίο δεν θα αντιμετωπίζεται μόνο ως μέσο γνώσης και εκπαίδευσης, αλλά και ως εργαλείο δημιουργικότητας, κοινωνικής συμμετοχής και καλλιέργειας της σκέψης.

Ο Γρηγόρης Δημητριάδης αναφέρθηκε στην ιδέα που οδήγησε στη δημιουργία των Bookmarkers και στην ανάγκη έμπρακτης υποστήριξης της σχέσης των παιδιών και των νέων με το βιβλίο, το οποίο πρέπει να έλθει πιο κοντά στον κόσμο. Στο επίκεντρο της πρωτοβουλίας βρίσκεται η ενίσχυση σχολικών βιβλιοθηκών και εκπαιδευτικών κοινοτήτων, ιδιαίτερα εκεί όπου υπάρχουν αυξημένες ανάγκες, αλλά και η δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου ανθρώπων και φορέων που μοιράζονται την ίδια αντίληψη για τη σημασία της ανάγνωσης.

Στη συζήτηση συμμετείχε ο Θανάσης Λάλας, με αφορμή τη δράση των Bookmarkers και τη θέση που μπορεί να έχει σήμερα το βιβλίο σε ένα περιβάλλον στο οποίο η καθημερινότητα των παιδιών και των νέων καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ταχύτητα της ψηφιακής πληροφορίας.

Οι Bookmarkers έχουν ήδη περάσει από τη θεωρία στην πράξη. Τον Μάιο πραγματοποίησαν την πρώτη οργανωμένη παρέμβασή τους σε σχολικό περιβάλλον, στο 2ο Γυμνάσιο Κηφισιάς – Λύρειο Διδακτήριο, προσφέροντας λογοτεχνικά βιβλία και βιβλιοθήκη και συνομιλώντας με μαθητές και εκπαιδευτικούς για την ανάγνωση και τη δημιουργικότητα.

Τον Ιούνιο η δράση επεκτάθηκε στην Ξάνθη. Στις 17 Ιουνίου οι Bookmarkers επισκέφθηκαν το Γυμνάσιο Σμίνθης και το 3ο Γυμνάσιο Ξάνθης «Μέλπω Μερλιέ», προσφέροντας βιβλία, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και εκπαιδευτικό εξοπλισμό. Παράλληλα, ήρθαν σε επαφή με πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς φορείς της περιοχής, αναζητώντας τρόπους με τους οποίους η φιλαναγνωσία μπορεί να συνδεθεί με την εκπαίδευση, τον πολιτισμό και την κοινωνική συνοχή.

Ιδιαίτερη σημασία είχε η επίσκεψη στο Γυμνάσιο Σμίνθης, στον ορεινό όγκο της Ξάνθης, όπου, καθώς δεν λειτουργεί Δημόσια Βιβλιοθήκη στην περιοχή, η σχολική βιβλιοθήκη αποτελεί βασικό σημείο πρόσβασης των μαθητών στο βιβλίο. Στο 3ο Γυμνάσιο Ξάνθης, αντίστοιχα, οι Bookmarkers στήριξαν μια μαθητική δανειστική βιβλιοθήκη που διαθέτει σήμερα περίπου 800 τίτλους.

Η παρουσίαση στην Αθήνα σηματοδοτεί το επόμενο βήμα μιας πρωτοβουλίας που φιλοδοξεί να διευρύνει τη δραστηριότητά της και να δημιουργήσει νέες συνεργασίες με σχολεία, εκπαιδευτικούς και πολιτιστικούς φορείς.

Για τους Bookmarkers, όπως τονίζουν οι πρωτεργάτες τους, η επένδυση στο βιβλίο είναι επένδυση στη γνώση, στη δημιουργικότητα και, κυρίως, στους ανθρώπους που θα διαμορφώσουν το αύριο.

03 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Δημήτρης Παπούλιας, ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ένας από τους ανθρώπους που συνέδεσαν τη διαδρομή τους με το μεταρρυθμιστικό και εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της δεκαετίας του 1990 και των αρχών του 2000, δεν είναι πια μαζί μας. Πέθανε στις 28 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 87 χρόνων.

Ο Δημήτρης Παπούλιας είχε γεννηθεί το 1939. Την περίοδο 1959-1964, ενόσω σπούδαζε Μαθηματικά, συμμετείχε στο φοιτητικό κίνημα μέσα από τις οργανώσεις της ΕΔΑ. Το 1968 εγκατέλειψε την Ελλάδα και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα της επιχειρησιακής έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης (1968-1970), ενώ κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη. Η ακαδημαϊκή ειδίκευσή του στην οργάνωση και τη διοίκηση δεν έμεινε, ωστόσο, στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Ο Παπούλιας ανήκε σε εκείνη τη γενιά καθηγητών πανεπιστημίου που επιχείρησαν να μεταφέρουν τη γνώση στη διοίκηση, στην οικονομία και τελικά στην πολιτική – αυτό που φίλοι και συνοδοιπόροι του περιγράφουν ως «τεχνοπολιτική».

Υπήρξε στενός συνεργάτης του Κώστα Σημίτη, διετέλεσε υποδιοικητής της ΕΤΒΑ και ανέλαβε την προεδρία σε δύο από τους μεγαλύτερους δημόσιους οργανισμούς της χώρας, στον ΟΤΕ και τη ΔΕΗ. Παράλληλα, είχε σημαντική παρουσία στον Όμιλο Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ), του οποίου υπήρξε επί χρόνια πρόεδρος (ο ΟΠEK ήταν το think tank που προώθησε και επεξεργάστηκε τις πολιτικές του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού).

Τα πράγματα όμως για τη ζωή του Δημήτρη Παπούλια δεν είναι έτσι ευθύγραμμα, όπως φαίνονται. Η παιδική του ηλικία και τα πρώτα χρόνια βρίσκονταν μακριά από την άνεση που θα μπορούσε να υποθέσει κανείς κοιτάζοντας μόνο την κατοπινή σταδιοδρομία του. Δούλεψε από μικρός, σε οικοδομές και εμπορικές δουλειές, φοίτησε σε νυχτερινό γυμνάσιο και κατόρθωσε μέσα από τις σπουδές του να ακολουθήσει το δρόμο που είχε επιλέξει. Η βιογραφία του είναι μια βιογραφία κοινωνικής κινητικότητας, χαρακτηριστική μιας Ελλάδας που άλλαζε γρήγορα — και στην αλλαγή της οποίας θέλησε αργότερα να συμμετάσχει.

Ο Δημήτρης Παπούλιας ήταν αδελφός του φίλου και συνεργάτη του Books’ Journal, Μάκη Παπούλια. Στον Μάκη και στους οικείους του εκφράζουμε τα θερμά συλλυπητήριά μας.

*Η κηδεία του Δημήτρη Παπούλια θα τελεστεί το Σάββατο 29/8/2026 στις 10:30 π.μ. στον Άγιο Αιμιλιανό, στο λόφο Σκουζέ. Η ταφή του θα γίνει στα Φουρνά Ευρυτανίας.

28 Αυγούστου 2026

Η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η Ρωσία, ως κράτος που διαθέτει πυρηνικά όπλα, δεν γίνεται να χάσει τον επιθετικό πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία βασίζεται και σε λανθασμένες στρατηγικές υποθέσεις και σε ιστορική άγνοια.

Λίγοι Δυτικοί πολιτικοί υποστηρίζουν ρητά μια «νίκη» του Κιέβου στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Αντίθετα, οι περισσότεροι διατυπώνουν γενικόλογες υποσχέσεις, όπως η σχετική με την υποστήριξη της Ουκρανίας «για όσο διάστημα χρειαστεί». Αυτή η αμφιθυμία, όσον αφορά την εισβολή της Ρωσίας, βασίζεται στην υπόθεση ότι η Ουκρανία δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να νικήσει τη Ρωσία. Πράγματι, υποστηρίζεται ότι η Ουκρανία δεν μπορεί καν να εκδιώξει πλήρως τα ρωσικά στρατεύματα από το έδαφός της – και, στην πραγματικότητα, ότι δεν θα έπρεπε να το κάνει.

Δεδομένου ότι η Μόσχα διαθέτει πυρηνικά όπλα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, μια ρωσική ήττα στον πόλεμο δεν είναι μόνο αδύνατη, αλλά και ανεπιθύμητη. Για να αποφύγει την ταπείνωση, η Ρωσία θα χρησιμοποιούσε τα πυρηνικά της όπλα. Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, είναι, σύμφωνα με αυτή τη λογική, απαραίτητο να θυσιαστεί η ακεραιότητα και η κυριαρχία της Ουκρανίας. Δεδομένου ότι η Ουκρανία παραιτήθηκε οικειοθελώς από τα πυρηνικά της όπλα το 1994, συνεχίζει η εσωτερική λογική αυτού του επιχειρήματος, είναι καταδικασμένη να αποδεχτεί τουλάχιστον ορισμένες από τις απαιτήσεις της Ρωσίας.

Ευρύ φάσμα εκπροσώπων της πανεπιστημιακής διανόησης έχει καλέσει, ρητά ή σιωπηλά, την Ουκρανία να σταματήσει την αυτοάμυνά της, προκειμένου να αποτραπεί το ξέσπασμα ενός πυρηνικού πολέμου. Λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, ο καθηγητής του MIT Μπάρι Πόζεν (Barry Posen) –ο οποίος είχε δικαιολογήσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ως προληπτικό πόλεμο– προέβλεπε τον Μάρτιο του 2022 ότι «αν η ρωσική εκστρατεία αρχίσει να μοιάζει με στρατιωτική καταστροφή, τότε εκεί μπαίνει στο παιχνίδι η κλιμάκωση προς τα πυρηνικά όπλα». Ο διαβόητος, πλέον, καθηγητής του Σικάγου, Τζον Μερσχάιμερ, είχε προβλέψει πριν από τον Φεβρουάριο του 2022 ότι η Ρωσία δεν θα επιτεθεί στην Ουκρανία, και αργότερα προφήτευσε ότι η Ρωσία θα βγει νικήτρια. Προειδοποίησε τη Δύση στα τέλη του 2022 να μην ωθήσει «μια μεγάλη δύναμη στα όρια. Ο κ. Πούτιν μπορεί τότε να στραφεί στα πυρηνικά όπλα». Στις αρχές του 2023, ο Στίβεν Γουόλτ (Stephen Walt) του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ προειδοποίησε: «αν η Ρωσία πιστεύει ότι χάνει και θεωρεί ότι αυτό θα αποτελούσε καταστροφική ήττα […], αυτό πρέπει να μας ανησυχεί όλους».

Ωστόσο, ούτε το Κίεβο ούτε η Δύση είχαν ποτέ την πρόθεση να επιφέρουν καταστροφική ήττα στη Ρωσία – όπως μια προέλαση των ουκρανικών στρατευμάτων μέχρι τη Μόσχα. Η Ουκρανία επιδιώκει απλώς να απελευθερώσει εκείνα τα τμήματα του εδάφους της τα οποία η Ρωσία είχε επανειλημμένως αναγνωρίσει ως ουκρανικά πριν από το 2014, αλλά τα οποία έχει καταλάβει παράνομα και προσαρτήσει τα τελευταία 12 χρόνια. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είναι πλέον διατεθειμένος να μην επιδιώξει τη νίκη, με οποιαδήποτε έννοια, στον πόλεμο.

Από το 2025, το Κίεβο έχει δηλώσει ρητά ότι θα αποδεχόταν την τρέχουσα γραμμή του μετώπου ως τη μελλοντική γραμμή επαφής για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Η Ουκρανία μπορεί επίσης να συμφωνήσει σε μερική κατάπαυση του πυρός, όπως μια από κοινού παύση όλων των επιθέσεων μακράς εμβέλειας και/ή αμοιβαίων επιθέσεων κατά της ναυτιλίας στη Μαύρη Θάλασσα. Με αυτόν τον τρόπο, το Κίεβο έχει παραδεχτεί την πιθανότητα προσωρινής απώλειας ουκρανικού εδάφους και κυριαρχίας προς όφελος της Ρωσίας. Το Κίεβο θα αποδεχόταν, επομένως, μια μερική ρωσική νίκη επί της Ουκρανίας, εφόσον αυτό θα οδηγούσε στην ειρήνη.

Επιπλέον, η ιστορία των διεθνών συγκρούσεων δείχνει ότι οι αποκαλυπτικές αντιλήψεις για πυρηνική κλιμάκωση από μια μεγάλη δύναμη που έχει στριμωχτεί στα σχοινιά είναι αβάσιμες. Στην Αλγερία, τη δεκαετία του 1960, η πυρηνικά εξοπλισμένη Γαλλία έχασε έναν βίαιο αποικιακό πόλεμο. Η Αλγερία, όπως συχνά ξεχνάμε, δεν ήταν μια κλασική υπερπόντια αποικία, αλλά ένα πλήρως προσαρτημένο τμήμα της μητρικής Γαλλίας και έδρα 1,6 εκατομμυρίων Ευρωπαίων εποίκων.

Οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ και η Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν υπέστησαν ταπεινωτικές ήττες – που οι υπερδυνάμεις αυτές δεν προσπάθησαν να αποτρέψουν μέσω πυρηνικής κλιμάκωσης. Και η Κίνα έχασε έναν πόλεμο εναντίον του Βιετνάμ, τον οποίο δεν άφησε να κλιμακωθεί – ακριβώς όπως δεν το έκαναν οι ΗΠΑ, όπως και οι Σοβιετικοί πριν από αυτές, όταν και ηττήθηκαν στο Αφγανιστάν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μια πυρηνική δύναμη υπέστη μια συγκλονιστική ήττα από έναν πολύ μικρότερο, μη πυρηνικό εχθρό – και δεν πάτησε το κόκκινο κουμπί.

Σήμερα, εννέα χώρες διαθέτουν πυρηνικά όπλα, και η πλειονότητα αυτών διεξάγει ή έχει διεξαγάγει πολέμους εναντίον μη πυρηνικών κρατών. Γιατί αυτά τα πυρηνικά κράτη, από τότε που οι ΗΠΑ έριξαν πυρηνικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 1945, δεν έχουν ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ όπλα μαζικής καταστροφής για να επιτύχουν τους πολεμικούς τους στόχους; Γιατί δεν έχουν καν απειλήσει πειστικά να τα χρησιμοποιήσουν – αν εξαιρέσουμε τις προπαγανδιστικές απειλές της Ρωσίας ήδη από το 2014;

Παράλληλα με την ανάπτυξη και τη διάδοση των ατομικών όπλων από το 1945, έχει εξελιχθεί και η παγκόσμια αντίληψη και άποψη για αυτά τα όπλα. Ως αποτέλεσμα των έντονων διεθνών συζητήσεων σχετικά με τις παγκόσμιες συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου και ενός πυρηνικού χειμώνα, έχει αναπτυχθεί ένα άτυπο παγκόσμιο ταμπού κατά της χρήσης ατομικών κεφαλών. Βεβαίως, τα πυρηνικά όπλα συνεχίζουν να διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στον σχεδιασμό της εθνικής ασφάλειας πολλών χωρών – ως αποτρεπτικός παράγοντας και ως το απόλυτο μέσο εθνικής άμυνας σε περίπτωση υπαρξιακού, ολοκληρωτικού πολέμου. Ταυτόχρονα, η στρατηγική ματαιότητα και η ηθική ανευθυνότητα της χρήσης πυρηνικών όπλων με σκοπό την εξωτερική επέμβαση αναγνωρίζονται πλέον ευρέως.

Η εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα αυτού του ταμπού έγινε τόσο ισχυρή, ώστε ορισμένα κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν επιτεθεί ακόμη και σε πυρηνικές δυνάμεις. Για παράδειγμα, το 1973, η Αίγυπτος και η Συρία –καμία από τις οποίες δεν διέθετε πυρηνικά όπλα– επιτέθηκαν στο Ισραήλ, παρόλο που ήταν γνωστό ότι το Ισραήλ διέθετε ήδη πυρηνικό οπλοστάσιο εκείνη την εποχή. Το 1982, η μη πυρηνική Αργεντινή μπήκε σε πόλεμο με την πυρηνική δύναμη της Βρετανίας για τα νησιά Φόκλαντ.

Η ιστορία της περιφρόνησης της Ουκρανίας έναντι της πυρηνικής επιλογής της Ρωσίας είναι κάπως διαφορετική. Από την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας με την εισβολή στην Κριμαία τον Φεβρουάριο του 2014, αξιωματούχοι στη Μόσχα έχουν απειλήσει επανειλημμένα και με τρόπο που μόλις και μετά βίας καλύπτεται από τα προσχήματα, να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα. Από την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής το 2022, αυτές οι προσπάθειες εκφοβισμού δεν έχουν γίνει μόνο πιο έντονες και συχνές. Το 2024, η Ρωσία άλλαξε επιδεικτικά το πυρηνικό της δόγμα, για να μειώσει το επίσημο όριο πυρηνικής κλιμάκωσης.

Η αποκαλυπτική ρητορική της Μόσχας από το 2014 έχει προκαλέσει εντύπωση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Μαζί με άλλους παράγοντες που διαμόρφωσαν τη διστακτικότητα της Δύσης να υποστηρίξει την Ουκρανία, είχαν αντίκτυπο οι καλυμμένες μεν αλλά σαφώς κατανοητές πυρηνικές απειλές του Κρεμλίνου. Οι δυτικές κυβερνήσεις παρείχαν όπλα στην Ουκρανία μόνο με μεγάλη απροθυμία, σημαντική καθυστέρηση, σε περιορισμένες ποσότητες και με πολυάριθμους περιορισμούς στη χρήση τους.

Στην ίδια την Ουκρανία, από την άλλη πλευρά, τα πολλά πυρηνικά μηνύματα της Ρωσίας πέρασαν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητα. Το Κίεβο έχει υπερβεί, και συνεχώς υπερβαίνει, τις υποτιθέμενες «κόκκινες γραμμές» της Μόσχας. Για παράδειγμα, το 2024 πραγματοποιήθηκε στην Περιφέρεια Κουρσκ η πρώτη χερσαία εισβολή σε νόμιμο ρωσικό έδαφος από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολούθησαν μεγάλης κλίμακας επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, καθώς και μια ολοένα και πιο συστηματική καταστροφή στρατηγικών στόχων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ορισμένες από τις επιθέσεις εναντίον νόμιμου ρωσικού εθνικού εδάφους πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση δυτικών όπλων, όπως οι βρετανικοί πύραυλοι Κρουζ «Storm Shadow».

Αυτές οι επιδρομές αμφισβητούν το νέο πυρηνικό δόγμα της Ρωσίας, η οποία πλέον προσανατολίζεται προς χαμηλότερα όρια. Το 2024, ο Πούτιν δήλωσε: «Θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο [πυρηνικών αντιποίνων] όταν λάβουμε αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με μαζική εκτόξευση αεροπορικών και διαστημικών μέσων επίθεσης και τη διέλευσή τους πέρα από τα κρατικά μας σύνορα». Ωστόσο, το Κίεβο έχει πραγματοποιήσει –και συνεχίζει να πραγματοποιεί– ολοένα και πιο μαζικές επιχειρήσεις με drones εντός της Ρωσίας. Αγνοεί τόσο το επίσημο πυρηνικό δόγμα του Κρεμλίνου όσο και τις τρομακτικές προειδοποιήσεις των προπαγανδιστών του.

Η επιθετική αυτοάμυνα της Ουκρανίας έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής ότι δεν αποτελεί απειλή για την παγκόσμια ειρήνη, παρά το υψηλό επίπεδο λεκτικής κλιμάκωσης από τη Ρωσία. Η στρατηγική του Κιέβου βασίζεται σε πιο ορθολογικές εκτιμήσεις από τον αυθόρμητο φόβο της Δύσης για μια ρωσική πυρηνική επίθεση. Δεδομένης της ακραίας ουκρανοφοβίας του Κρεμλίνου, το Κίεβο δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση ότι ηθικές αντιλήψεις, αναστολές, ενδοιασμοί και επιφυλάξεις θα εμπόδιζαν τη Μόσχα να παραβιάσει το πυρηνικό ταμπού. Ωστόσο, η Μόσχα θα αντιμετώπιζε σημαντικούς κινδύνους εάν εξαπέλυε πυρηνικές επιθέσεις για να εξασφαλίσει παράνομα κατακτηθέν ξένο έδαφος – και όχι για να υπερασπιστεί τη δική της πατρίδα από ξένη επέκταση.

Για τον Πούτιν και τον στενό του κύκλο, οι σωρευτικές επιπτώσεις μιας άνευ προηγουμένου παραβίασης του διεθνούς δικαίου –καθώς και των άτυπων κανόνων, προτύπων και εθίμων των διεθνών σχέσεων– που θα προκύψουν από τη χρήση πυρηνικών όπλων είναι δύσκολο να υπολογιστούν. Σε αυτούς τους ανυπολόγιστους κινδύνους προστίθεται μια προβλέψιμη απώλεια φήμης: μια ρωσική πυρηνική κλιμάκωση θα θεωρηθεί από πολλούς παρατηρητές όχι ως ένδειξη δύναμης, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Θα αποδείκνυε ότι μια μεγάλη δύναμη με τεράστια εδαφική έκταση είναι ανίκανη να επικρατήσει με συμβατικά μέσα έναντι μιας πολύ μικρότερης, μη πυρηνικής μεσαίας δύναμης.

Το καθαρό ισοζύγιο των στρατηγικών κερδών και απωλειών για τη Μόσχα, το οποίο θα προκύψει από την έκρηξη μιας ή περισσότερων ατομικών κεφαλών στην Ουκρανία, θα είναι απρόβλεπτο. Εκτός αν το Κίεβο παραδοθεί πλήρως, η Μόσχα είναι πιθανό να χάσει περισσότερα –ίσως πολύ περισσότερα– από όσα θα κερδίσει από μια τέτοια κλιμάκωση. Δεδομένης της ανθεκτικότητας που έχει επιδείξει ώς τώρα η Ουκρανία, η χώρα δεν θα παραδοθεί απλά, ακόμη και ως απάντηση σε πυρηνική επίθεση. Ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένων πολλών μη δυτικών χωρών, από την άλλη πλευρά, θα συγκλονιστεί από την παραβίαση του πυρηνικού ταμπού από τη Ρωσία, γεγονός που θα ωθήσει πολλές χώρες να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με τη Μόσχα.

Σε αντίθεση με τα απρόβλεπτα αποτελέσματα μιας πυρηνικής κλιμάκωσης, η Μόσχα έχει σημειώσει σημαντική επιτυχία με τις λεκτικές απειλές της για μια τέτοια κλιμάκωση. Αν και οι Ουκρανοί έχουν αγνοήσει τέτοιες στάσεις, οι πυρηνικές δηλώσεις και νύξεις της Ρωσίας έχουν προκαλέσει σημαντική ζημιά στο Κίεβο, καθώς οι αναστατωμένες δυτικές κυβερνήσεις έχουν περιορίσει τη βοήθειά τους ως αντίδραση στη ρητορική του Κρεμλίνου και συνεχίζουν να το κάνουν. Δεν ήταν τυχαίο ότι οι πυρηνικές απειλές της Μόσχας συχνά κορυφώνονταν όταν η Δύση συζητούσε νέες παραδόσεις όπλων στην Ουκρανία.

Παραδόξως, μια πραγματική πυρηνική κλιμάκωση στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας θα μπορούσε να εξελιχθεί σύμφωνα με ένα σενάριο αρκετά διαφορετικό από αυτό που φοβούνται πολλοί στη Δύση. Η Μαριάνα Μπουντζέριν, ειδική στην ιστορία των πυρηνικών όπλων και του αφοπλισμού στο ΜΙΤ, υποστήριξε το 2024, στο φημισμένο Bulletin of the Atomic Scientists, ότι το Κρεμλίνο ενδέχεται να αισθανθεί την αυτοπεποίθηση να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα όχι για να αποτρέψει την ταπείνωση στην Ουκρανία, αλλά, αντίθετα, όταν ήδη κατέχει στρατιωτικό πλεονέκτημα. Όπως ακριβώς οι προωθούμενες αμερικανικές δυνάμεις αποφάσισαν το 1945 να ρίξουν ατομικές βόμβες σε μια σχεδόν ηττημένη Ιαπωνία, έτσι και η Μόσχα θα μπορούσε να καταφύγει σε πυρηνικά όπλα για να μετατρέψει μια κατάσταση στο πεδίο της μάχης που είναι ήδη ευνοϊκή για τη Ρωσία σε μια ταχεία και ολοκληρωτική νίκη.

Αν η Ρωσία παραβίαζε το ταμπού κατά της χρήσης πυρηνικών όπλων σε ένα τέτοιο σενάριο, θα αντιμετώπιζε, ομολογουμένως, και τις παγκόσμιες πολιτικές επιπτώσεις που προαναφέρθηκαν. «Αλλά αυτά τα κόστη», υποστήριξε η Μπουντζέριν, «θα μπορούσαν να μετριαστούν και να ελεγχθούν καλύτερα από μια νικήτρια παρά από μια ηττημένη Ρωσία». Οι δυτικές χώρες, έγραψε η Μπουντζέριν το 2024, ενδέχεται να διστάσουν να επιβάλουν σοβαρά στρατιωτικά κόστη στη Ρωσία αν η Ουκρανία φαινόταν ούτως ή άλλως χαμένη υπόθεση. «Η κατακραυγή από την Κίνα θα έχει μικρότερη σημασία για μια Ρωσία που κέρδισε τον πόλεμό της στην Ευρώπη», συνέχισε. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, «η χρήση πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει εντύπωση στις πρωτεύουσες του ΝΑΤΟ και θα επιτρέψει στη Ρωσία να διαμορφώσει την ευρύτερη μεταπολεμική ρύθμιση στην Ευρώπη προς όφελός της».

Ωστόσο, τόσο το δέος της Δύσης απέναντι στη Ρωσία ως πυρηνική υπερδύναμη όσο και ο φόβος της για μια ρωσική πυρηνική αντίδραση σε περίπτωση ήττας στην Ουκρανία βασίζονται σε λανθασμένες υποθέσεις. Κατά τις τελευταίες οκτώ δεκαετίες, κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν χάσει επανειλημμένα επεμβατικούς/επεκτατικούς πολέμους και έχουν μάλιστα δεχτεί επιθέσεις από χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά. Εάν μια πυρηνική κλιμάκωση –σε περίπτωση αποτυχίας του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία– είναι πράγματι πιθανή ή ακόμη και αναπόφευκτη, γιατί δεν έχει υλοποιηθεί ένα παρόμοιο σενάριο σε προηγούμενη περίπτωση όπου μια επεκτατική δύναμη είχε στριμωχθεί στρατιωτικά από το θύμα της εισβολής της; Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ίδια η Ρωσία θα έπρεπε να είχε αρχίσει να ανεβαίνει τη σκάλα της πυρηνικής κλιμάκωσης ήδη από το 2022 – αντί να περιορίζεται απλώς σε συζητήσεις για τη χρήση ατομικών όπλων.

Οι αποφάσεις σχετικά με το εύρος, τη φύση και τη διάρκεια της στήριξης προς την Ουκρανία δεν πρέπει να καθοδηγούνται από αόριστο φόβο και στρατηγική μυωπία. Πρέπει να διαμορφώνονται από την ανησυχία για το θύμα μιας εγκληματικής επιθετικότητας, την αλληλεγγύη μεταξύ των δημοκρατικών εθνών και ένα θεμελιώδες συμφέρον για τη διατήρηση των θεμελίων της διεθνούς τάξης. Η Μόσχα μπορεί να μην έχει ηθικούς ενδοιασμούς για την πυροδότηση μιας ατομικής κεφαλής στην Ουκρανία. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων 80 ετών υποδηλώνει ότι μια τέτοια κλιμάκωση είναι απίθανη. Στο βαθμό που το Κρεμλίνο εκτιμά ότι η αντίδραση του κόσμου σε μια ρωσική πυρηνική περιπέτεια θα είναι αποφασιστική και θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τη Ρωσία, η Μόσχα θα συνεχίσει να αποφεύγει να εισέλθει σε μια τέτοια αβέβαιη πορεία.

*Η Mariana Budjeryn (ΜΙΤ) και η Polina Sinovets (Κέντρο της Οδησσού για τη Μη Διάδοση) παραχώρησαν ευγενικά χρήσιμα σχόλια σε ένα προηγούμενο προσχέδιο του παρόντος κειμένου, ωστόσο δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τυχόν εναπομένουσες ανακρίβειες. Μια διαφορετική έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2026 στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Foreign Policy.

μετάφραση: Βασίλης Α. Μπογιατζής

28 Αυγούστου 2026

Ο Διαμαντής Αξιώτης, που πέθανε το βράδυ του Σαββάτου 22 Αυγούστου σε ηλικία 84 ετών, ήταν ιδιαίτερη περίπτωση των μεταπολεμικών γραμμάτων, κυρίως επειδή, αν και η γραφή του είναι στιβαρή και το έργο του δυναμικό και πολυδιάστατο, εκείνος επέλεξε να ταυτίσει τη λογοτεχνική του ταυτότητα με την Καβάλα και τη λογοτεχνική της ζωή, χωρίς να επιδιώξει να ενταχθεί στο αθηναϊκό λογοτεχνικό κέντρο.

 

Είχε γεννηθεί στην Καβάλα στις 6 Ιανουαρίου 1942. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τη Στέρνα της Ανατολικής Θράκης, εγκατεστημένοι στη Μακεδονία μετά το 1922. Άρχισε οικονομικές και πολιτικές σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, και εργάστηκε για χρόνια στην οικογενειακή εμπορική επιχείρηση.

Στη λογοτεχνία μπήκε μέσω της ποίησης. Τα πρώτα του ποιητικά βιβλία: Ιχώρ (1966), Ποσοστό ευθύνης (1974), Διαμπερές (1976), Ύπνος μεσημβρίας (1985). Αργότερα στράφηκε και στην πεζογραφία. Από τα γνωστότερα βιβλία του είναι Το μισό των Κενταύρων, Ξόβεργα με μέλι, Το ελάχιστον της ζωής του, Μοιρασμένα χιλιόμετρα και Λάθος λύκο.

Ιδιαίτερη θέση στο έργο του κατέχει η Ξόβεργα με μέλι (1994), όπου η μεταπολεμική Καβάλα, οι προσφυγικές συνοικίες, οι λαϊκές δοξασίες, η καταπίεση αλλά και η σκληρότητα των μικρών κοινωνιών γίνονται αφηγηματικό υλικό. Από τη συλλογή προέρχεται «Η Άννα του Κλήδονα», που εντάχθηκε στα σχολικά Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Β΄ Γυμνασίου.

Ο Διαμαντής Αξιώτης ήταν μια πνευματική προσωπικότητα της Καβάλας. Έπαιξε ρόλο στον Σύνδεσμο Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Καβάλας και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη και είχε την ευθύνη των λογοτεχνικών περιοδικών Σκαπτή Ύλη και Υπόστεγο. Ανθολόγησε Καβαλιώτες ποιητές και πεζογράφους και, το 2003, συγκέντρωσε στον τόμο Καβάλα, μια πόλη στη λογοτεχνία κείμενα διαφορετικών εποχών για τη γενέθλια πόλη του.

«Η Καβάλα καθορίζει τα γραπτά μου», είχε πει. Και όντως, στο έργο του η πόλη δεν λειτουργεί ως φόντο. Πρωταγωνιστεί, ως υποκείμενο της ιστορίας: οι πρόσφυγες, οι καπνεργάτες, οι γειτονιές, οι κοινωνικές απαγορεύσεις, οι έρωτες και οι μικρές τραγωδίες ανθρώπων που διαφορετικά θα χάνονταν χωρίς ίχνος δεσπόζουν πάντα στις ιστορίες του.

Γύρω από αυτή την Καβάλα, άλλωστε, δημιουργήθηκε ολόκληρη λογοτεχνική ανθρωπογεωγραφία. Ο Αξιώτης συνδέθηκε με συγγραφείς όπως ο Βασίλης Βασιλικός και ο Γιώργος Χειμωνάς, αλλά και με νεότερους συγγραφείς της περιοχής. Το τελευταίο του βιβλίο, Γιώργος Χειμωνάς: Βασιληάς της Ασίας (2024), ήταν μια ιδιότυπη επιστροφή στον Χειμωνά και συγχρόνως στον λογοτεχνικό κόσμο της Καβάλας.

Ίσως αυτή να είναι μια άλλη, εξίσου ουσιαστική με τη λογοτεχνία, πτυχή της κληρονομιάς του. Ο Διαμαντής Αξιώτης έκανε την πόλη του κέντρο του λογοτεχνικού του σύμπαντος. Και ταυτόχρονα, για πολλές δεκαετίες, φρόντισε ώστε γύρω από τον λογοτεχνικό κόσμο του, να υπάρχουν περιοδικά, βιβλία, συζητήσεις, συγγραφείς και αναγνώστες.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Ποιητικές συλλογές

Ιχώρ (Καβάλα 1966)

Ποσοστό ευθύνης (Καβάλα 1974)

Διαμπερές (Σκαπτή Ύλη, Θεσσαλονίκη 1976)

Ύπνος μεσημβρίας (ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1985)

Ανθολογίες

Καβαλιώτες ποιητές 1983

Καβαλιώτες πεζογράφοι 1985

Διηγήματα Φώτη Πρασίνη (Εκδόσεις Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας, 1987)

Καβάλα. Μια πόλη στη λογοτεχνία (Μεταίχμιο, 2003)

Ποιητική Ανθολογία της Νέας Ποιητικής Γενιάς (Άγκυρα, 1971)

Ανθολογία διηγήματος: Ασφυξία Ομβρίων (1985)

Ανθολογία πεζών: Συνάντηση Κοζάνης (1997)

Ανθολογία: Η τρέλα και το παράλογο στην ελληνική λογοτεχνία (2014)

Από τον Σολωμό μέχρι τις μέρες μας 2015. Ανθολόγηση Γιάννης Παππάς (Διαπολιτισμός, 2014)

Θεατρικά αναλόγια

Στον κήπο με τις πέτρες: Οι γυναίκες που κατέβηκαν απ’ το πλοίο (Σύνδεσμος Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών Καβάλας, 1990)

Βασιληάς της Ασίας (Αφιέρωμα στον Γιώργο Χειμωνά: Ο Άμλετ της Καβάλας, Φεστιβάλ Φιλίππων – Καβάλας, 2010)

Η νυχτερινή πλευρά του κόσμου. "Στον κήπο με τις πέτρες" και "Η αρχαία κνήμη" (ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, 2013)

Πεζά

Το μισό των Κενταύρων (διηγήματα, Παρατηρητής, 1990, β΄ έκδ. 2016)

Ξόβεργα με μέλι (διηγήματα, εκδ. Τραμ 1994 – β΄ έκδ. Νεφέλη)

Το ελάχιστον της ζωής του (μυθιστόρημα, Κέδρος, 1999)

Πλωτές γυναίκες (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2002, β΄ έκδ. Κάπα εκδοτική, 2017)

Μοιρασμένα χιλιόμετρα (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2004)

Λάθος λύκο (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2010)

Με χίλιους τρόμους γενναίος (διηγήματα, Κίχλη, 2016)

Γιώργος Χειμωνάς. Βασιληάς της Ασίας (μυθοπλαστικό ντοκουμέντο, Οδός Πανός, 2025)

Με στοιχεία από την Εταιρεία Συγγραφέων

 

24 Αυγούστου 2026

Ποιος σας έδωσε τη Σύρο;

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Όταν μια πολιτική άποψη διεκδικεί δικαιώματα κυριαρχίας

Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός οικοδομήθηκε πάνω σε μια αρχή που η Ευρώπη χρειάστηκε αιώνες βίας, διωγμών και ποταμούς αίματος για να κατακτήσει: η ευθύνη είναι ατομική. Ο άνθρωπος κρίνεται για τις πράξεις του. Η φυλή, η θρησκεία, η εθνικότητα, το χρώμα του δέρματος, η κυβέρνηση της χώρας του και οι πράξεις του στρατού της χώρας του δεν συνιστούν τεκμήρια ενοχής. Η συλλογική ενοχή ανήκει στο σκοτεινότερο πολιτικό λεξιλόγιο της Ευρώπης. Κανένας άνθρωπος δεν κληρονομεί ενοχή. Το διαβατήριο δεν είναι ποινικό μητρώο. Κάθε παραβίαση αυτών των κατακτήσεων αποτελεί οπισθοδρόμηση προς ένα παρελθόν που η Ευρώπη γνώρισε στην πιο εφιαλτική του μορφή: εκεί όπου η καταγωγή ήταν κατηγορία, η ταυτότητα ενοχή και ο άνθρωπος έπαψε να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο. Πρόκειται για πολιτισμική άβυσσο.

Στη Σύρο αυτή ακριβώς η αρχή δοκιμάζεται εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. Και το σοβαρότερο είναι ότι οι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις της δεν συναντούν την αποφασιστικότητα που απαιτεί ένα κράτος δικαίου. Συναντούν φλύαρες καταδίκες, καθυστερημένες αντιδράσεις και μια οκνηρή γραφειοκρατία που μεταφέρει την ευθύνη από υπηρεσία σε υπηρεσία και από αρμόδιο σε αρμόδιο ώσπου τελικά η ίδια η ευθύνη να εξαφανιστεί. Οι διαδηλώσεις επαναλαμβάνονται, οι απαγορεύσεις διαδέχονται η μία την άλλη, η αστυνομία κινητοποιείται εκ των υστέρων και το κράτος συμπεριφέρεται κάθε φορά σαν να αιφνιδιάζεται από ένα φαινόμενο που γνωρίζει εδώ και μήνες. Όταν μια τέτοια παρεμπόδιση επαναλαμβάνεται και η πολιτεία περιορίζεται να την παρακολουθεί, η αδράνεια παύει να είναι αδυναμία. Γίνεται πολιτική ευθύνη.

Στις 22 Ιουλίου 2025, το κρουαζιερόπλοιο Crown Iris, με περίπου 1.700 Ισραηλινούς επιβάτες, απέπλευσε από την Ερμούπολη χωρίς οι επιβάτες του να αποβιβαστούν. Διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι δηλώνοντας ότι θα παρέμεναν εκεί μέχρι την αναχώρηση του πλοίου. Η ΕΡΤ κατέγραψε ότι έγιναν προσπάθειες για την αποβίβαση, χωρίς αποτέλεσμα. Την επομένη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισε το περιστατικό «εξοργιστικό» και καταδίκασε τον αντισημιτισμό και τον φασισμό. Την ίδια ημέρα ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήρισε τα γεγονότα «ντροπιαστικά για την Ελλάδα» και δήλωσε ότι «οφείλουμε συγγνώμη» στους επιβάτες.

Το θέμα θα μπορούσε να έχει τελειώσει εκεί, ως ένα ατυχές επεισόδιο. Δεν τελείωσε όμως. Τον Ιούνιο του 2026 το ίδιο πλοίο επέστρεψε και η Σύρος βρέθηκε ξανά σε κατάσταση έκτακτης αστυνόμευσης: ΜΑΤ, περιορισμοί κυκλοφορίας, απαγορεύσεις και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Αυτή τη φορά οι επιβάτες αποβιβάστηκαν και επισκέφθηκαν το νησί. Το ίδιο συνέβη και στις 7 Ιουλίου, με τους Ισραηλινούς τουρίστες να κατεβαίνουν κατά ομάδες υπό ισχυρή αστυνομική προστασία.

Άρα, ας είμαστε ακριβείς. Το ελληνικό κράτος δεν απουσίαζε. Είχε αστυνομικούς, ΜΑΤ, λιμενικούς, απαγορεύσεις, κιγκλιδώματα και επιχειρησιακά σχέδια. Απουσίαζε κάτι σημαντικότερο: η καθαρή πολιτική αρχή. Η δημόσια διαβεβαίωση, ειπωμένη εγκαίρως και χωρίς μισόλογα, ότι στην Ελληνική Δημοκρατία κανένα πλήθος, καμία συλλογικότητα, κανένα σωματείο και καμία τοπική συνέλευση δεν αποφασίζει ποια εθνικότητα επιτρέπεται να αποβιβαστεί σε ελληνικό λιμάνι.

Η διαμαρτυρία εναντίον της πολιτικής του Ισραήλ είναι απολύτως νόμιμη. Η καταγγελία του πολέμου στη Γάζα είναι απολύτως νόμιμη. Η υποστήριξη των Παλαιστινίων είναι απολύτως νόμιμη. Κάθε πολίτης μπορεί να θεωρεί την ισραηλινή κυβέρνηση εγκληματική, να ζητεί κυρώσεις, διακοπή διπλωματικών σχέσεων, εμπάργκο όπλων ή αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους. Μπορεί επίσης να υιοθετεί τις θέσεις του ΚΚΕ ή οποιουδήποτε άλλου κόμματος πάνω στο ζήτημα. Όσο ανεύθυνες, επικίνδυνες, ανιστόρητες ή ακόμη και επιζήμιες για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας κι αν θεωρεί κανείς αυτές τις θέσεις, παραμένουν πολιτικές θέσεις. Και η δημοκρατία κρίνεται ακριβώς εκεί: στην ελευθερία να εκφράζονται ακόμη και απόψεις που θεωρούμε βαθιά λανθασμένες.

Το δικαίωμα όμως στην πολιτική άποψη σταματά εκεί όπου αρχίζει η συλλογική τιμωρία ανθρώπων για την εθνικότητά τους.

Στις 4 Ιουνίου 2026, η λεγόμενη Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου ζήτησε δημόσια να ακυρωθούν οι προγραμματισμένες αφίξεις του Crown Iris και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του. Η ανακοίνωσή της καταλήγει με μια φράση που αξίζει να διαβαστεί λέξη προς λέξη:

Γενοκτόνοι και εγκληματίες πολέμου, καθώς και οι υποστηρικτές τους, είναι ανεπιθύμητοι στο νησί μας.

Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.

Ποια είναι η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου; Ποια θεσμική εξουσία διαθέτει; Από ποια εκλογή προέκυψε; Ποιος της παραχώρησε το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος μιας ολόκληρης κοινωνίας και, ακόμη περισσότερο, να αποφασίζει ποιοι άνθρωποι είναι επιθυμητοί και ποιοι ανεπιθύμητοι σε ένα ελληνικό νησί;

Η απάντηση είναι απλή: κανείς.

Μια ομάδα πολιτών έχει κάθε δικαίωμα να οργανώνεται, να διαδηλώνει, να καταγγέλλει, να συντάσσει ψηφίσματα, να χαρακτηρίζει την πολιτική μιας κυβέρνησης εγκληματική και να απαιτεί αλλαγή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Εκεί εξαντλείται η δημοκρατική της νομιμοποίηση. Από τη στιγμή που περνά από το «καταγγέλλω» στο «κηρύσσω ανθρώπους ανεπιθύμητους», αλλάζει κατηγορία. Αυτοαναγορεύεται ταυτόχρονα σε δικαστήριο, υπουργείο Εξωτερικών, συνοριακή αρχή και τοπική κυβέρνηση.

Και με ποια εξουσία αποφαίνεται ότι οι άνθρωποι πάνω στο Crown Iris είναι «γενοκτόνοι» και «εγκληματίες πολέμου»;

Η γενοκτονία αποτελεί συγκεκριμένο έγκλημα του διεθνούς δικαίου. Η νομική ευθύνη γι’ αυτήν αποδίδεται μέσα από συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες. Η υπόθεση Νότια Αφρική κατά Ισραήλ βρίσκεται ακόμη ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, χωρίς τελική απόφαση επί της ουσίας. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, από την άλλη, όταν κρίνει ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται πως έχουν διαπραχθεί διεθνή εγκλήματα, εκδίδει εντάλματα εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Δεν εκδίδει ένταλμα εναντίον ενός λαού.

Αυτή η διάκριση χωρίζει το κράτος δικαίου από τη λογική της συλλογικής ενοχής.

Ο εγκληματίας πολέμου έχει όνομα. Έχει πράξεις. Έχει κατηγορία. Έχει στοιχεία εις βάρος του. Έχει δικαίωμα υπεράσπισης. Η εθνικότητα από μόνη της δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο.

Η ανακοίνωση όμως προσθέτει κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό: ανεπιθύμητοι είναι και «οι υποστηρικτές τους».

Εδώ πλέον καταρρέει και το τελευταίο πρόσχημα.

Ποιος είναι «υποστηρικτής»; Πώς αναγνωρίζεται; Ποιος εξετάζει τις πολιτικές του απόψεις; Πόση υποστήριξη απαιτείται για να κηρυχθεί κάποιος ανεπιθύμητος; Αρκεί να υποστηρίζει το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ; Αρκεί να θεωρεί τη Χαμάς τρομοκρατική οργάνωση; Αρκεί να πιστεύει ότι το Ισραήλ έχει δικαίωμα αυτοάμυνας; Αρκεί να διαφωνεί με την Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου;

Το ερώτημα με αφορά προσωπικά.

Είμαι Έλληνας πολίτης. Έχω υπηρετήσει είκοσι τέσσερις μήνες τη στρατιωτική μου θητεία στη Σύρο. Έχω διατυπώσει δημόσια συγκεκριμένες θέσεις για το Ισραήλ και αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη γι’ αυτές. Με τη λογική λοιπόν της ανακοίνωσης ανήκω στους «υποστηρικτές». Είμαι κι εγώ ανεπιθύμητος στη Σύρο;

Ποιος ακριβώς θα μου το ανακοινώσει;

Η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία;

Με ποιο δικαίωμα;

Θα χρειαστώ άδεια για να αποβιβαστώ στην Ερμούπολη; Θα εξετάσει κάποια επιτροπή τις πολιτικές μου πεποιθήσεις; Θα υπάρχει στην είσοδο του λιμανιού κατάλογος επιτρεπόμενων απόψεων; Και ποιος θα τον συντάσσει; Η γελοιότητα αυτών των ερωτημάτων αποκαλύπτει τη σοβαρότητα του προβλήματος. Γιατί κάθε αυταρχική λογική γίνεται γελοία όταν την ακολουθήσεις μέχρι το τέλος της.

Η Σύρος αποτελεί τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και διοικείται σύμφωνα με τους νόμους της. Η είσοδος και η παραμονή αλλοδαπών ρυθμίζονται από το ελληνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Οι Ισραηλινοί πολίτες περιλαμβάνονται μάλιστα στους υπηκόους τρίτων χωρών που απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία παραμονή στον χώρο Σένγκεν. Μια τοπική συλλογικότητα μπορεί να επιθυμεί την αλλαγή αυτού του καθεστώτος. Δεν μπορεί να το αντικαθιστά με δικό της.

Ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι εκπροσωπεί τη Σύρο. Όταν 172 πολίτες ζήτησαν επισήμως από το Δημοτικό Συμβούλιο να κηρυχθεί το Crown Iris ανεπιθύμητο και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του, το εκλεγμένο Δημοτικό Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα. Αυτή είναι η μόνη δημοκρατικά μετρήσιμη απάντηση που διαθέτουμε μέχρι σήμερα.

Οι 172 πολίτες δικαιούνται τη γνώμη τους. Οι υπόλοιποι Συριανοί δικαιούνται επίσης τη δική τους. Κανείς όμως δεν κληρονόμησε τη Σύρο ώστε να αποφασίζει ποιον θα δεχθεί και ποιον θα διώξει από αυτήν.

Κάπου εδώ λοιπόν η αντιπολεμική διαμαρτυρία εγκαταλείπει τον φυσικό της χώρο και εμφανίζεται μια πολύ πιο επικίνδυνη αξίωση: μια ομάδα πολιτών χωρίς θεσμική εντολή διεκδικεί το δικαίωμα να απονέμει διεθνή δικαιοσύνη, να αποδίδει συλλογική ενοχή, να ελέγχει πολιτικές πεποιθήσεις και να ασκεί εξωτερική πολιτική στο όνομα μιας κοινωνίας που ουδέποτε της έδωσε αυτή την εντολή.

Και επειδή οι αντιπολεμικές συλλογικότητες χρησιμοποιούν συχνά με αξιοθαύμαστη ευκολία τις λέξεις «φασισμός», «ναζισμός» και «ολοκληρωτισμός», αξίζει αυτή τη φορά να κοιτάξουν προσεκτικά το περιεχόμενο των ίδιων των λέξεων. Η συλλογική ενοχή, η καταδίκη ανθρώπων λόγω καταγωγής, η πολιτική πεποίθηση ως τεκμήριο ενοχής, η διάκριση των πολιτών σε αποδεκτούς και ανεπιθύμητους και η αξίωση μιας αυτοδιορισμένης πρωτοπορίας να αποφασίζει ποιος δικαιούται να βρίσκεται ανάμεσά μας αποτελούν αναγνωρίσιμα εργαλεία των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα. Ο ναζισμός τα εφάρμοσε πάνω στη φυλή και στην καταγωγή. Ο φασισμός πάνω στην απόλυτη υποταγή του προσώπου στην πολιτική κοινότητα και στο κράτος. Ο σταλινισμός πάνω στην κοινωνική προέλευση, στην ταξική ταυτότητα και στο πολιτικό φρόνημα. Διαφορετικές ιδεολογίες, διαφορετικά εγκλήματα, ένας κοινός μηχανισμός: πρώτα κατασκευάζεις την κατηγορία, ύστερα τοποθετείς μέσα της τον άνθρωπο και στο τέλος τον κρίνεις χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε άλλο γι’ αυτόν.

Αυτό ακριβώς υποτίθεται ότι μάθαμε να φοβόμαστε.

Γι’ αυτό και το ζήτημα στη Σύρο ξεπερνά κατά πολύ μια διαδήλωση για τη Γάζα. Όταν ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε «ανεπιθύμητο» λόγω του διαβατηρίου του ή επειδή κάποιος τρίτος αποφάσισε ποιες πολιτικές απόψεις τού αποδίδει, έχουμε ήδη περάσει από την πολιτική διαφωνία σε μια λογική που η δημοκρατική Ευρώπη γνώρισε, πλήρωσε και ορκίστηκε ότι θα αφήσει πίσω της. Στο τέλος, λοιπόν, απομένει μία μόνο ερώτηση. Και είναι βαρύτερη από όλα τα συνθήματα, τις καταγγελίες και τις αυτοανακηρύξεις περί «ανεπιθύμητων»:

Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να μετατρέψετε την πολιτική σας θέση σε τοπική κυριαρχία;

Εδώ η απάντηση είναι δυσκολότερη απ’ όσο φαίνεται. Γιατί οδηγεί σε ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: στην ιδεολογική εξουσία που η Αριστερά κατόρθωσε επί δεκαετίες να ασκεί στον δημόσιο χώρο και στην ανοχή ενός αστικού κόσμου που, φοβούμενος μήπως κατηγορηθεί για αυταρχισμό, έμαθε να υποχωρεί ακόμη και απέναντι στην αυθαιρεσία. Κάποτε η ανοχή είναι αρετή της δημοκρατίας. Από ένα σημείο και πέρα γίνεται παραίτηση.

Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. Και ίσως η σημαντικότερη.

 

22 Αυγούστου 2026
Σελίδα 2 από 228