Βίκτωρ Ουγκώ
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΕγκώμιο της βιογραφίας
Βιογραφία είναι η γραφή της ζωής ενός ανθρώπου που θεωρείται σημαντικός για πολλούς άλλους ανθρώπους: είναι η καταγραφή και η περιγραφή των παραγόντων που ο βιογράφος έκρινε πως συνέβαλαν στην προσωπικότητα του βιογραφούμενου, παράλληλα με τον παραμερισμό των παραγόντων που κρίθηκαν λιγότερο σημαντικοί.
Μια βιογραφία εστιάζει στην οικογενειακή καταγωγή (με ό,τι αυτή ενέχει σε έμφυτα και επίκτητα χαρακτηριστικά), στις εξωοικογενειακές σχέσεις (φιλικές, ερωτικές, συζυγικές, επαγγελματικές), στο ευρύτερο περιβάλλον της ανατροφής, της ενηλικίωσης και της μεταγενέστερης ζωής έως τον θάνατο (εκπαίδευση, κοινωνία, ιστορική εποχή, ταξική θέση), και ασφαλώς στο έργο (καλλιτεχνικό, επιστημονικό, πολιτικό κ.λπ.), αφού χάρη σε αυτό η βιογραφία έχει καταρχήν νόημα και αξία. Ο βιογράφος οφείλει, κατέχοντας τα απαιτούμενα προσόντα (αφηγηματική δεινότητα, κριτική ικανότητα, πνευματική εντιμότητα, ψυχολογική εμβρίθεια, ιστορική εποπτεία, ερευνητικό πάθος, ισχυρή μνήμη, γεωγραφική ευχέρεια), να μελετήσει οτιδήποτε σχετικό καταφέρει σαν άλλος ντετέκτιβ να εντοπίσει: δημοσιευμένα κείμενα και ιδιωτικά χειρόγραφα του βιογραφούμενου προσώπου (ιδίως τα ημερολόγια και οι επιστολές είναι η χαρά του βιογράφου), μαρτυρίες τρίτων, ιστορικές και κοινωνικές μελέτες, χώρες και χώρους όπου έζησε, προσωπικές εμπειρίες (εάν τυχόν γνωρίζονταν), ζωγραφικό, φωτογραφικό ή βιντεοσκοπημένο υλικό κ.ά. Προτού φτάσω στο κατεξοχήν θέμα μου –μια επιλογή από τις βιογραφίες για μεγάλους λογοτέχνες τις οποίες διαθέτουμε (και δεν διαθέτουμε) στη γλώσσα μας, συν μερικές προτάσεις για μετάφραση–, ας κάνω μια σύντομη αναδρομή σε αυτό το ξεχωριστό γραμματειακό είδος.
Βιογραφίες άρχισαν να γράφονται ήδη από τα αρχαία χρόνια, όχι πάντως με τη σύγχρονη έννοια του όρου:[1] τα έπη και η Βίβλος βιογραφούν μεν πρόσωπα, ωστόσο τα περισσότερα είναι μυθικά (θεότητες, ήρωες, προφήτες κ.ά.), που χάνονται στα βάθη των λαϊκών αφηγήσεων. Ακόμα κι αν κάποια κείμενα, λόγου χάριν του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα, ασχολούνται με πρόσωπα υπαρκτά, όπως ο Σωκράτης, προσφέρουν πληροφορίες συναρπαστικές μεν, αλλά αναξιόπιστες, σε σημαντικό βαθμό μυθοπλαστικές. Ιστορικοί της ρωμαϊκής εποχής, όπως ο Πλούταρχος, ο Τάκιτος και ο Σουητώνιος, ήταν οι πρώτοι που άρχισαν να καταγράφουν τη ζωή και τα επιτεύγματα επιφανών προσώπων της εποχής τους και περασμένων εποχών, από τη μία με έμφαση στο να είναι ιστορικά, όχι μυθικά ή θρυλικά, από την άλλη με τη διάκριση της βιογραφίας από την Ιστορία. Κι εδώ, πάντως, τόσο η έλλειψη αξιόπιστων στοιχείων όσο και η προκατειλημμένη άποψη του εκάστοτε ιστορικού (άκρως θετική, οπότε έχουμε εξιδανίκευση, ή άκρως αρνητική, οπότε έχουμε λασπολογία) οδήγησαν σε έργα πολύτιμα μεν, ακόμα και για τη λογοτεχνία (π.χ. ο Σαίξπηρ βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση των Βίων Παράλληλων του Πλουτάρχου για ορισμένα θεατρικά του), αλλά όχι ιδιαιτέρως έγκυρα. Τον Μεσαίωνα, με την υπερίσχυση του χριστιανισμού, επικράτησαν η αγιολογία και η μαρτυρολογία (βιογράφηση αγίων και μαρτύρων), που όμως για ευνόητους λόγους συνιστούσαν μάλλον εξιδανικευμένα πορτρέτα παρά νηφάλιες αποτιμήσεις, την δε Ιστορία την έγραφαν οι χρονικογράφοι. Πρέπει να έρθουμε στην Αναγέννηση, στους Νέους Χρόνους και στον Διαφωτισμό για να δούμε τους συγγραφείς, με την ανάδειξη του ουμανιστικού, κοσμικού και επιστημονικού πνεύματος, να αρχίζουν να αποτυπώνουν με καλύτερα θεωρητικά εργαλεία τη ζωή και το έργο των προσώπων με τα οποία ασχολούνταν. Όσο πλησιάζουμε στη σύγχρονη εποχή, τόσο πιο πλήρεις και εύστοχες βιογραφίες γράφονται, λογοτεχνικές (που με ενδιαφέρουν εδώ) και όχι μόνο, αφού τα προσωπικά και ιστορικά τεκμήρια είναι περισσότερα και εγκυρότερα, η επιστημοσύνη του βιογράφου μεγαλύτερη, τα ποικίλα ευρήματα επιβεβαιώνονται ή διαψεύδονται ευκολότερα κ.λπ.
Για τους αρχαίους συγγραφείς, επομένως, λίγα πράγματα μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα, αφενός γιατί τα απαραίτητα στοιχεία είναι ανύπαρκτα ή συχνά αναξιόπιστα (δεν γνωρίζουμε τίποτα προσωπικό για τον Όμηρο, ούτε, εάν όντως υπήρχε, ποια τμήματα των επών έγραψε), αφετέρου γιατί το μεγαλύτερο τμήμα του έργου τους έχει χαθεί οριστικά (διαθέτουμε μόλις το 9% του έργου των τριών μεγάλων τραγικών και μόλις το 1% της συνολικής αρχαίας γραμματείας). Έτσι, όσο γοητευτικός κι αν είναι Ο βίος του Ευριπίδη της Μαρί Ντελκούρ, δεν γίνεται παρά να βασίζεται σε υποθετικά σενάρια και αμφίβολα δεδομένα, εξού και οι σύγχρονες βιογραφίες των αρχαίων συγγραφέων επικεντρώνονται στη μελέτη του σωζόμενου έργου τους, ενώ τα βιογραφικά στοιχεία συγκροτούν ένα μικρό και λίαν επιφυλακτικό μέρος.
Οι θεμελιωτές
Ως προς τη νεότερη δυτική λογοτεχνία, τα βιογραφικά δεδομένα είναι περισσότερα και εγκυρότερα, αλλά σε καμία περίπτωση ιδανικά. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Μπαχτίν (Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του), οι θεμελιωτές της είναι ο Δάντης, ο Βοκάκιος, ο Ραμπελαί, ο Θερβάντες και ο Σαίξπηρ – όλοι οι υπόλοιποι παίζουν ως αναπληρωματικοί αυτής της βασικής πεντάδας. Ο Δάντης έγραψε στα ιταλικά –και όχι στα λατινικά, ως είθιστο– το σημαντικότερο μεσαιωνικό ποίημα και έγινε, μία ολόκληρη χιλιετία μετά τον Λουκιανό, ο επόμενος λογοτεχνικός γίγας της Δύσης· ο Βοκάκιος, που επίσης έγραψε στα ιταλικά (με τη ριζοσπαστική αυτή επιλογή οι δύο Ιταλοί ώθησαν τους μεταγενέστερους Ευρωπαίους στη λογοτεχνική χρήση της εκάστοτε εθνικής γλώσσας), «εφηύρε» το διήγημα· ο Ραμπελαί θεμελίωσε το νεωτερικό μυθιστόρημα και ο Θερβάντες το αποκορύφωσε· ο Σαίξπηρ είναι ο κορυφαίος λογοτέχνης μετά τους αρχαίους.
Ως προς το θέμα μας: διαθέτουμε τη συγκινητική βιογραφία που έγραψε για τον Δάντη ο ίδιος ο Βοκάκιος (Η ζωή του Δάντη είναι η πρώτη λογοτεχνική βιογραφία μετά την αρχαιότητα και μια καλή απόδειξη ότι μια βιογραφία αποκαλύπτει όχι μόνο τον βιογραφούμενο αλλά και τον βιογράφο), καθώς και το εμπεριστατωμένο Δάντης: μια βιογραφία της Ζακλίν Ρισέ. Κι ενώ η Θεία Κωμωδία εξακολουθεί να γνωρίζει μεγάλες μεταφραστικές δόξες στη γλώσσα μας (παρεμπιπτόντως, το επίθετο Θεία το προσέθεσε ο Βοκάκιος, αφού ο Δάντης τιτλοφόρησε το έργο του απλώς Η κωμωδία), δυστυχώς δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για το μεταφρασμένο έργο του Βοκάκιου και του Ραμπελαί: για την πλήρη έκδοση του Δεκαήμερου του Βοκάκιου πρέπει να καταφύγουμε στην παλιά, γλαφυρή μετάφραση του Κοσμά Πολίτη και να κάνουμε υπομονή μέχρι τη νέα μετάφραση των εκατό ιστοριών του. Όσο για το Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ του Ραμπελαί, είναι μεταφρασμένο από τον Φίλιππο Δρακονταειδή θαυμάσια μεν, αλλά μερικώς: διαθέτουμε τα πρώτα δύο από τα πέντε βιβλία – τα τρία τελευταία, σχεδόν μισή χιλιετία μετά τη συγγραφή τους, δεν έχουν μεταφραστεί ποτέ. Με δεδομένα την ελλιπή μετάφραση του Βοκάκιου και του Ραμπελαί και το χαμηλότατο ενδιαφέρον για τη ρηξικέλευθη πεζογραφία τους είναι αναμενόμενο να μη διαθέτουμε βιογραφίες τους στα ελληνικά. Η κατάσταση παρουσιάζεται βελτιωμένη όσον αφορά τον Θερβάντες, για τον οποίο έχουμε δύο σημαντικές βιογραφίες (Ο συγγραφέας πίσω από τον ήρωα του Αντρές Τραπιέγιο και Ο πρώτος συγγραφέας του σύγχρονου κόσμου του Γουίλιαμ Έγκιντον) και φυσικά την καταπληκτική μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου στον Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, καθώς και τον Σαίξπηρ, για τον οποίο κυκλοφορεί το πολύτιμο Σαίξπηρ: η βιογραφία του έγκριτου βιογράφου Πίτερ Ακρόιντ, όπως και μια καλή, μικρότερη βιογραφία από τον Μπιλ Μπράισον. Θρυλική θεωρείται η βιογραφία του Βάρδου από τον Στίβεν Γκρίνμπλατ, Will in the World, που δυστυχώς παραμένει αμετάφραστη.
Παρά ταύτα, τα βιογραφικά στοιχεία για τους πέντε αυτούς θεμελιωτές παραμένουν μυστηριωδώς ισχνά: αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι το όνομα του Φλωρεντινού Δάντη εμφανίζεται μόνο μία φορά στα αρχεία της Φλωρεντίας και ότι δεν διαθέτουμε ούτε ένα χειρόγραφό του, ότι οι μελετητές του Ραμπελαί ερίζουν μέχρι σήμερα για το αν το πέμπτο βιβλίο τού Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ είναι αυθεντικό, ή ότι από το χέρι του Σαίξπηρ (το συνολικό έργο του οποίου πλησιάζει το ένα εκατομμύριο λέξεις) έχουν βρεθεί μόνο δεκατέσσερις λέξεις, από τις οποίες οι δώδεκα είναι οι έξι υπογραφές με το ονοματεπώνυμό του, όλες γραμμένες με διαφορετικό τρόπο… Δεν είναι να απορεί κανείς ότι έχει συχνά αμφισβητηθεί η συγγραφική δραστηριότητα, ενίοτε ακόμα και η ύπαρξη, κάποιων προσώπων: ο πρωτοπόρος άγγλος πεζογράφος και μεταφραστής των ομηρικών επών Σάμιουελ Μπάτλερ υποστήριξε ότι την Οδύσσεια την έγραψε γυναίκα, ενώ ο Zίγκμουντ Φρόυντ επανέλαβε την παλαιά θεωρία ότι τα έργα του Σαίξπηρ γράφτηκαν από άλλον άνδρα (ή από γυναίκα, όπως λένε κάποιες σύγχρονες θεωρίες). Μένοντας για λίγο ακόμα στον 17ο αιώνα: θα θέλαμε να είχαμε βιογραφίες των τριών ιερών τεράτων του γαλλικού θεάτρου (Μολιέρος, Ρακίνας, Κορνέιγ – ευτυχώς υπάρχει η υπέροχη Μυθιστορία του κυρίου Μολιέρου του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ), κι επίσης να ξέραμε περισσότερα για τη ζωή του Τζον Μίλτον, η άλλοτε επιδραστική επική ποίηση του οποίου διαβάζεται πάντως ολοένα λιγότερο.
Σύμφωνα με τον Τζον Σάδερλαντ (Μικρή ιστορία της λογοτεχνίας), το πρώτο μυθιστόρημα με τη σύγχρονη σημασία του όρου δεν είναι ο Δον Κιχώτης, αλλά ο Ροβινσώνας Κρούσος του Ντάνιελ Ντεφόου: το επιχείρημα είναι πως ο Ροβινσώνας συμβολίζει τον αυτοδημιούργητο επιχειρηματία του αστικού καπιταλισμού με τον οποίο γεννιέται και ανδρώνεται το νεωτερικό μυθιστόρημα. Άλλοι πηγαίνουν σχεδόν μισό αιώνα πίσω, τοποθετώντας τον Τζον Μπάνιαν με το The Pilgrim’s Progress σε αυτή την προνομιακή θέση, την οποία πάντως διεκδικεί επάξια και η Μαντάμ ντε Λαφαγέτ με το αριστούργημα Η πριγκίπισσα ντε Κλεβ, που μάλιστα εκδόθηκε, γεγονός εντυπωσιακό, την ίδια χρονιά (1678). Εγώ θα πήγαινα πιο πίσω ακόμα κι από τον Δον Κιχώτη, στο Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, όμως εδώ δεν είναι ο χώρος για τη διερεύνηση αυτού του τόσο σύνθετου ζητήματος. Σημασία έχει πως στην καμπή από τον 17ο στον 18ο αιώνα γεννήθηκαν πέντε καινοτόμοι αγγλόφωνοι συγγραφείς που διεύρυναν και εμβάθυναν τα όρια της πεζογραφίας: Ντάνιελ Ντεφόου, Σάμιουελ Ρίτσαρντσον, Χένρι Φίλντινγκ, Τζόναθαν Σουίφτ και Λόρενς Στερν – Άγγλοι οι τρεις πρώτοι, Ιρλανδοί οι δύο τελευταίοι. Δυστυχώς, με εξαίρεση το κατατοπιστικό Τζόναθαν Σουίφτ: ο βίος και η πολιτεία του από τον Δημοσθένη Κορδοπάτη, δεν διαθέτουμε βιογραφίες τους, ενώ στην περίπτωση του Ρίτσαρντσον ούτε καν ένα έργο του. Παρομοίως, δεν διαθέτουμε κάποια μεγάλη βιογραφία ούτε για τρεις άλλες, ασύλληπτα επιδραστικές μορφές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και σκέψης του 18ου αιώνα (Βολταίρος, Ρουσσώ, Γκαίτε – είναι ωραίο που έχουν μεταφραστεί Τα τελευταία χρόνια του Βολταίρου του Ίαν Ντέιβιντσον, όχι όμως και η πλήρης βιογραφία του από τον ίδιο συγγραφέα). Ο Cuddon προσθέτει στα βιογραφικά έργα τις Συνομιλίες με τον Γκαίτε του Γιόχαν-Πέτερ Έκερμαν, ωστόσο, παρά τη μεγάλη αξία τους, δεν συνιστούν κανονική βιογραφία. Έχουμε πάντως τη βιογραφία, και μάλιστα σε πλούσια εικονογραφημένη έκδοση, από τον Ντόναλντ Τόμας για την πλέον αμφιλεγόμενη μορφή του Διαφωτισμού: Η ζωή του θεϊκού Μαρκήσιου Ντε Σαντ. Κι αν στη Γαλλία και στη Γερμανία το ρομαντικό πνεύμα πρωτοεμφανίστηκε με τον Ρουσσώ και τον Γκαίτε αντίστοιχα, στην Αγγλία αυτό συνέβη με τον Ουίλιαμ Μπλέικ, έναν καλλιτέχνη μοναδικό στο ότι κατόρθωσε να διαπρέψει σε δύο διαφορετικές τέχνες, την ποίηση και τη ζωγραφική – την ογκώδη βιογραφία του από τον Ακρόιντ είχα τη χαρά να μεταφράσω.
Περιπέτειες παθιασμένων ανθρώπων
Την ίδια εποχή, ο κορυφαίος άγγλος κριτικός λογοτεχνίας Σάμιουελ «Δρ.» Τζόνσον εναντιώθηκε σε ό,τι ο ίδιος ονόμασε «honeysuckle lives» (αγιογραφίες, εξιδανικευμένες βιογραφίες), εφαρμόζοντας μια νηφάλια μέθοδο προσέγγισης στο Lives of the Poets, ενώ και ο ίδιος βιογραφήθηκε από το φίλο του, Τζέιμς Μπόσγουελ, σε ένα έργο (Life of Samuel Johnson) που, παρά την προσωπολατρία, έμεινε ιστορικό: όπως σημειώνει ο Cuddon, «οι Johnson και Boswell καθόρισαν την εξέλιξη της βιογραφίας στις αρχές του 19ου αιώνα» (ό.π., 96-7). Οι βιογραφίες άνθησαν τότε για έναν ακόμα λόγο: το ρομαντικό ιδεώδες ανατιμά, πέρα από το έργο, μια περιπετειώδη και αντισυμβατική ζωή γεμάτη πάθη και λάθη – και ποια λογοτεχνική προσωπικότητα θα μπορούσε να συγκεφαλαιώνει όλα αυτά τα γνωρίσματα καλύτερα από τον λόρδο Βύρωνα; Δεν είναι τυχαίο πως ο πιο ευπώλητος ποιητής της εποχής του, σε Ευρώπη και Αμερική, συγκέντρωσε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας τόσο στα μόλις 36 χρόνια που έζησε όσο και αδιάλειπτα μέχρι τις μέρες μας. Έχουν γραφτεί πάμπολλες βιογραφίες του, κάποιες από τις οποίες έχουν μεταφραστεί, με πληρέστερη αυτή της Φιόνα ΜακΚάρθι (Βύρων: ο βίος και ο θρύλος), ωστόσο δεν διαθέτουμε την τρίτομη βιογραφία του Λέσλι Μάρτσαντ που, ως επιμελητής των Επιστολών και ημερολογίων του Μπάιρον σε 12 τόμους, είναι αυθεντία. Προηγείται, ασφαλώς, η μετάφραση της βυρωνικής ποίησης.
Ο Μπάιρον συνδέθηκε φιλικά με έναν άλλο μεγάλο ρομαντικό ποιητή, τον Πέρσυ Σέλλεϋ, το έργο του οποίου, ωστόσο, παραγκωνίστηκε αναγνωστικά από το ανυπέρβλητο μυθιστόρημα της συζύγου του, Μαίρη Σέλλεϋ, Φρανκενστάιν ή ο σύγχρονος Προμηθέας, το οποίο θεμελίωσε τη μοντέρνα επιστημονική φαντασία. Την ίδια εποχή διακρίθηκε μία ακόμα συγγραφέας, η Τζέιν Όστεν, που εν μέσω του ρομαντισμού κατόρθωσε να γράψει μυθιστορήματα «ρεαλιστικά», avant la lettre. Παρότι το έργο και των δύο πρωτοπόρων πεζογράφων δικαίως διαβάζεται φανατικά, δεν έχουμε μεταφρασμένες βιογραφίες τους (για τη Σέλλεϋ μια πολυσυζητημένη βιογραφία έγραψε η Μιράντα Σέιμουρ, για την Όστεν η Κλερ Τόμαλιν). Μια γενιά μετά, τρεις αδελφές έμειναν στην ιστορία με τα μυθοπλαστικά τους επιτεύγματα: η Σάρλοτ, η Έμιλι και η Ανν Μπροντέ, προτού φύγουν από τη ζωή σε νεαρή ηλικία, άφησαν παρακαταθήκη σπουδαία μυθιστορήματα – με την πρόσφατη μετάφραση της Ανν διαθέτουμε επιτέλους όλο το έργο τους. Ωστόσο, η μόνη σχετική βιογραφία που κυκλοφορεί στα ελληνικά αφορά τη Σάρλοτ και την έγραψε η φίλη της, και σημαντική πεζογράφος, Ελίζαμπεθ Γκάσκελ: Η ζωή της Σάρλοτ Μπροντέ θεωρείται η πρώτη πλήρης βιογραφία μιας συγγραφέως για μιαν άλλη. Για την ίσως κορυφαία συγγραφέα εκείνης της περιόδου, την Τζορτζ Έλιοτ, επίσης δεν έχουμε κάτι πλήρες.
Όσο επιδραστικό κι αν ήταν το κίνημα του ρομαντισμού, ένα άλλο αισθητικό ρεύμα αποδείχτηκε πιο καταλυτικό: ήταν ο ρεαλισμός, με πρωτεργάτες τον Τσαρλς Ντίκενς στην Αγγλία και τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ στη Γαλλία. Το τεράστιο σε μέγεθος και αξία έργο τους δεν έχει μεταφραστεί πλήρως, ωστόσο τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε με χαρά ότι, ιδίως του Ντίκενς, μεταφράζεται συστηματικά. Και ενώ για τον Μπαλζάκ διαθέτουμε μια μεγάλη βιογραφία (Μπαλζάκ ή η μανία της γραφής της Ναντίν Σατιά), για τον «αμίμητο» Ντίκενς κάτι αντίστοιχο λάμπει διά της απουσίας του – οι εξαιρετικές βιογραφίες από τον Ακρόυντ (Dickens) και την Τόμαλιν (Charles Dickens: A Life), αν και διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, αξίζει να μεταφραστούν. Σημειωτέον ότι τις πρώτες βιογραφίες συχνά έγραφαν (και γράφουν) άνθρωποι που σχετίζονταν στενά με το βιογραφούμενο πρόσωπο, όπως φίλοι με μικρότερη ή μεγαλύτερη συγγραφική ικανότητα. Στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις (Τζόνσον-Μπόσγουελ, Μπροντέ-Γκάσκελ) μπορούν να προστεθούν δύο ακόμα από τον αγγλικό 19ο αιώνα: την πρώτη βιογραφία του Ντίκενς έγραψε ο φίλος του, Τζον Φόρστερ, και την πρώτη βιογραφία του Μπάτλερ ο φίλος του, Χένρι Φέστινγκ Τζόουνς.
Βιογραφίες για όλους
Πολλοί συγγραφείς του 19ου αιώνα είναι επαρκώς μεταφρασμένοι, όμως για τους περισσότερους λείπουν βιογραφίες στα ελληνικά. Δυστυχώς δεν διαθέτουμε κάτι μεγάλο για τους τρεις πιο ευπώλητους γάλλους συγγραφείς του αιώνα τους (Ιούλιος Βερν, Βίκτωρ Ουγκώ, Αλέξανδρος Δουμάς), αν και για τον Βερν έχει μεταφραστεί το ενδιαφέρον έργο του Λισιάν Μποϊά Τα παράδοξα ενός μύθου (παλιά είχε μεταφραστεί η βιογραφία του πολυγραφότατου Αντρέ Μωρουά για τον Ουγκώ, αλλά χρειαζόμαστε κάτι πιο σύγχρονο). Για τον αγαπημένο μου γάλλο πεζογράφο του 19ου αιώνα, τον Γκυστάβ Φλωμπέρ, ευτυχώς υπάρχει η θαυμάσια βιογραφία του Φρέντερικ Μπράουν (Ένα πνεύμα αντιλογίας), και για τη Γεωργία Σάνδη η βιογραφία της Υγκέτ Μπουσαρντώ, μα για τρεις άλλους μεγάλους γάλλους πεζογράφους, τον Σταντάλ, τον Εμίλ Ζολά και τον Γκυ ντε Μωπασσάν, δυστυχώς, δεν έχουμε κάτι στα ελληνικά (ο Μπράουν έχει γράψει και μια βιογραφία εννιακοσίων σελίδων για τον Ζολά). Όσο για τη γαλλική ποίηση, διαθέτουμε μια χορταστική βιογραφία για τον Ρεμπώ από τον Γκράχαμ Ρομπ (που έχει γράψει και μια βιογραφία επτακοσίων σελίδων για τον Ουγκώ), αλλά καμία για τον Μπωντλαίρ, τον Βερλαίν και τον Μαλλαρμέ.
Για τους ρώσους συγγραφείς του 19ου αιώνα, που αν κρίνουμε από την πληθώρα των μεταφράσεων είναι μάλλον οι αγαπημένοι ξένοι των Ελλήνων, υπάρχουν αρκετές βιογραφίες: μία για τον Αλέξανδρο Πούσκιν από την Έλεν Ίσερλις, δύο για τον Λέοντα Τολστόι από τον Βίκτορ Σκλόφσκι και τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο (που έχει γράψει μικρότερα βιογραφικά έργα για τους Ντοστογέφσκι, Τσέχοφ, Γκόρκι, Μαγιακόβσκι, Μαντελστάμ), μία για τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι από τον Λεονίντ Γκρόσμαν (η θρυλική πεντάτομη βιογραφία του Τζόζεφ Φρανκ για τον Ντοστογιέφσκι παραμένει αμετάφραστη, ωστόσο θα μπορούσε να μεταφραστεί η συντομευμένη εκδοχή της· υπό έκδοση, σε μετάφρασή μου, είναι μια βιογραφία για τον Ντοστογιέφσκι από τον Άλεξ Χριστοφή, με επίκεντρο τους έρωτές του), καθώς και δύο για τον Άντον Τσέχοφ (από τον πολυμεταφρασμένο βιογράφο Ανρύ Τρουαγιά και από τη σημαντική πεζογράφο του Μεσοπολέμου Ιρέν Νεμιρόβσκι). Ωστόσο, δεν έχει μεταφραστεί καμία ούτε για τον πρωτεργάτη της ρωσικής πεζογραφίας, Νικολάι Γκόγκολ, ούτε για τον Ιβάν Τουργκένιεφ.
Για τους αμερικανούς συγγραφείς του 19ου αιώνα τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά: έχουμε μεν δύο βιογραφίες για τον Ε. Α. Πόε (του Ακρόιντ και του Κέβιν Χέις), αλλά σχετικά μικρές για τη συνολική αξία και την επίδρασή του, ενώ λείπουν μεταφρασμένες βιογραφίες για τους άλλους ογκόλιθους της αμερικανικής λογοτεχνίας (Μέλβιλ, Χόθορν, Ντίκινσον, Γουίτμαν, Θορό, Τουέιν). Παραδόξως, διαθέτουμε την ογκώδη βιογραφία ενός ήσσονος αμερικανού συγγραφέα του 19ου αιώνα, του Στίβεν Κρέιν (Φλεγόμενο αγόρι), αν και η παραδοξότητα μετριάζεται από το γεγονός ότι την έγραψε ο πολυδιαβασμένος Πολ Όστερ. Για τον Χένρι Τζέιμς, Αμερικανό που πολιτογραφήθηκε Άγγλος μόλις ένα χρόνο πριν πεθάνει, δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε τη μετάφραση της πεντάτομης βιογραφίας από τον Λίον Έντελ, όμως θα θέλαμε να γνωρίζαμε περισσότερα για τη ζωή του. Μια εικόνα προσφέρει η μυθιστορηματική βιογραφία Ο δάσκαλος του πεζογράφου Κολμ Τόιμπιν, που μας έδωσε μία ακόμα μυθιστορηματική βιογραφία, Ο μάγος, για τον Τόμας Μαν, για τον οποίο θα θέλαμε πάντως κάτι πιο κλασικό, ανάλογο του μεγέθους του. Έχοντας επιστρέψει στην Ευρώπη, ας υπογραμμίσω τη μετάφραση μιας θαυμάσιας βιογραφίας, από τον Ρίτσαρντ Έλμαν, για μια ξεχωριστή λογοτεχνική, και όχι μόνο, προσωπικότητα, τον Όσκαρ Γουάιλντ. Ωστόσο, για άλλους σπουδαίους ευρωπαίους λογοτέχνες του 19ου αιώνα (Λεοπάρντι, Μπίχνερ, Χάινε, Χάρντι, Στίβενσον, Κάρολ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ κ.ά.), ούτε λόγος. Εδώ, εάν θέλουμε (και ναι, θέλουμε) να κάνουμε μια εξαίρεση για τον Φρίντριχ Νίτσε θεωρώντας τον και λογοτέχνη, εκτός από φιλόσοφο, τότε για την εξέχουσα περίπτωσή του έχουν μεταφραστεί δύο μεγάλες βιογραφίες, του Ρόναλντ Χέιμαν και της Σου Πριντό (που έχει γράψει και μια βιογραφία για τον Στρίντμπεργκ).
Ο 20ός αιώνας είναι ο πιο κοντινός μας, επομένως από την πλευρά της μετάφρασης λογοτεχνικών έργων και βιογραφιών υπάρχει μεγαλύτερος πλούτος· συνάμα, είναι η εποχή όπου ολοένα περισσότεροι «άρχισαν να μιλούν για τη βιογραφία σαν τέχνη με δική της παράδοση και δικές της απαιτήσεις» (Shelston, ό.π., σ. 99). Ο νέος βιογράφος, σύμφωνα με τη Βιρτζίνια Γουλφ την οποία παραθέτει εδώ ο Shelston (ό.π., σ. 104), «επιλέγει· εκτελεί μια σύνθεση· κοντολογίς, παύει να είναι χρονικογράφος – έγινε πια καλλιτέχνης». Οι δύο αγαπημένοι μου συγγραφείς του 20ού αιώνα, ο Τζέιμς Τζόις και ο Σάμιουελ Μπέκετ, είχαν την τύχη να βιογραφηθούν από τους δύο σημαντικότερους μελετητές τους σε δύο έργα-πρότυπα, τα οποία μεταφράστηκαν (Τζέημς Τζόυς του Έλμαν και Η κατάρα της δόξας του Τζέιμς Νόουλσον). Τα Άπαντα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ είναι μεταφρασμένα, ωστόσο δεν υπάρχει μια βιογραφία αντίστοιχη της τεράστιας, από κάθε άποψη, προσωπικότητάς του: το βιογραφικό έργο του γνωστού συγγραφέα Άντονι Μπέρτζες (Μια ζωή σαν μυθοπλασία) είναι καλογραμμένο και πλούσιο σε εικόνες αλλά σύντομο, ενώ και η βιογραφία του Τέρι Μορτ που έχω μεταφράσει (Ο πόλεμος του Έρνεστ Χέμινγουεϋ) είναι εξαιρετική, αλλά περιλαμβάνει μόνο τα χρόνια του Β′ Παγκόσμιου Πολέμου – για τον Χέμινγουεϊ το απόλυτο έργο είναι η πεντάτομη βιογραφία του από τον Μάικλ Ρέινολντς. Μένοντας στην πεζογραφία, ευτυχώς διαθέτουμε βιογραφίες για τον Μαρσέλ Προυστ (του Τζορτζ Πέιντερ, που όμως μπορεί να μην έχει μεταφραστεί πλήρως, καθώς η πρωτότυπη έκδοση έχει διπλάσιες σελίδες, του Ρότζερ Σάτακ, του Γουίλιαμ Κάρτερ κ.ά.), καμιά τους όμως δεν είναι αυτό που αποκαλείται «οριστική», όπως η καταπληκτική χιλιοσέλιδη βιογραφία από μια αυθεντία στον Προυστ, τον Ζαν-Υβ Ταντιέ (την έχω διαβάσει στην αγγλική της μετάφραση). Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τονιστεί πως, ενώ υπάρχουν καλύτερες και χειρότερες βιογραφίες, δεν γίνεται να υπάρχει «οριστική» βιογραφία, όπως δεν γίνεται να υπάρχει, όπως ενίοτε αναγράφεται, «η» βιογραφία.
Για αρκετούς άλλους πεζογράφους του 20ού αιώνα διαθέτουμε μεταφρασμένες βιογραφίες, μεγαλύτερες ή, συνήθως, μικρότερες: Βιρτζίνια Γουλφ (της Αλεξαντρά Λεμασόν και του Βέρνερ Βάλντμαν), Φραντς Κάφκα (του Νίκολας Μάρεϊ και του Ζεράρ-Ζορζ Λεμέρ), Έρμαν Έσε (του Αλόις Πρινς), Στέφαν Τσβάιχ (της Κατρίν Σοβά), Αλμπέρ Καμύ (του Ολιβιέ Τοντ), Τζακ Λόντον (του Ίρβινγκ Στόουν), Γκέρτρουντ Στάιν (της Τζάνετ Μάλκολμ, αλλά μόνο για τη σχέση της με την Άλις Τόκλας), Βασίλι Γκρόσμαν (των Άντονι Μπίβορ και Λούμπα Βινογκράντοβα, ένα σημαντικό έργο που όμως περιλαμβάνει μόνο τα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και είναι λογικό, αφού ο Μπίβορ είναι ο κορυφαίος στρατιωτικός ιστορικός του και όχι συγγραφέας λογοτεχνικών βιογραφιών), Χένρι Μίλερ (του Φ. Ζ. Ταμπλ), Τσαρλς Μπουκόβσκι (του Μπάρι Μάιλς· βλ. και τη βιογραφική μελέτη μου, Τσαρλς Μπουκόβσκι, ο κυνικός Κυνικός), Γουίλιαμ Μπάροουζ (επίσης του Μπάρι Μάιλς), Τζακ Κέρουακ (της Ανν Τσάρτερς), Χόρχε Λουίς Μπόρχες (του Τζέιμς Γούνταλ), Πατρίσια Χάισμιθ (του Άντριου Γουίλσον), Μαργκερίτ Ντυράς (της Λωρ Αντλέρ), Άιρις Μέρντοχ (του Πίτερ Κόνραντι), Μίλαν Κούντερα (της Φλοράνς Νουαβίλ), Αντρέ Μαλρώ (του Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ), Ζαν-Πωλ Σαρτρ (του Μπερνάρ-Ανρύ Λεβί), Ζαν Ζενέ (του Σαρτρ και του Ιβάν Ζαμπλονκά), Ρομάν Γκαρύ (της Ντομινίκ Μπονά), Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (του Τζέραλντ Μάρτιν και του Ντάσο Σαλντίβαρ), Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν (του Κόλιν Ντούριεζ), Ντόροθι Πάρκερ (της Ντομινίκ ντε Σαιντ-Περν – παράδοξο, βέβαια, να έχουμε μια βιογραφία της Πάρκερ χωρίς να είναι μεταφρασμένο το ευφυές έργο της), Τρούμαν Καπότε (του Τζέραλντ Κλαρκ), Ζοζέ Σαραμάγκου (των Αλεχάντρο Γκαρσία Σνέτσερ και Ρικάρντο Βιέλ), Χούλιο Κορτάσαρ (του Μάριο Γκολόμποφ).
Ωστόσο, δεν διαθέτουμε μεταφρασμένες βιογραφίες για άλλους γίγαντες της πεζογραφίας του περασμένου αιώνα, κι ας μεταφράζονται συστηματικά τα έργα τους: Σελίν, Τζόζεφ Κόνραντ, Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, Ντ. Χ. Λόρενς, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Γουίλιαμ Φόκνερ, Σίνκλερ Λούις, Γιόζεφ Ροτ, Τζορτζ Όργουελ (τόσοι εκδότες έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την ελευθέρωση των δικαιωμάτων του, μα δυστυχώς κανείς δεν έκανε το βήμα για μια βιογραφία του – μια καλή αρχή είναι το έργο του Μπέρναρντ Κρικ), Τζον Στάινμπεκ, Ε. Μ. Φόρστερ, Άλντους Χάξλεϊ, Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Κάρσον ΜακΚάλερς, Πρίμο Λέβι, Βαρλάμ Σαλάμοβ, Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, Κούρτσιο Μαλαπάρτε, Χανς Φάλαντα, Ρόμπερτ Μούζιλ, Χέρμαν Μπροχ, Τόμας Μπέρνχαρντ, Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Μορίς Μπλανσό, Φίλιπ Ροθ, Σολ Μπέλοου, Τζον Απντάικ. Συνάμα, δεν διαθέτουμε καμία βιογραφία για τους μεγάλους της επιστημονικής φαντασίας: έχοντας υπόψιν την αυξανόμενη βαρύτητα της τεχνοεπιστήμης, θεωρώ πως θα άξιζε να γνωρίζαμε περισσότερα για τη ζωή και τις συνθήκες δημιουργίας του πρωτοπόρου έργου των Χ. Τζ. Γουέλς, Άρθουρ Κλαρκ, Ισαάκ Ασίμοφ, Ρέι Μπράντμπερι, Φίλιπ Ντικ, Τζέιμς Μπάλαρντ, Στάνισλαβ Λεμ, Άντζελα Κάρτερ, Φρανκ Χέρμπερτ, Ούρσουλα λε Γκεν, Κερτ Βόνεγκατ. Τέλος, είναι λογικό να μην έχουμε καμία βιογραφία για τους μεγάλους της αγγλόφωνης μεταμοντέρνας πεζογραφίας (Ο’Μπράιαν, Πίντσον, ΝτεΛίλο, Γκας, Μπάρτελμι, Μπαρθ, Γκάντις, Χοκς, Μπ. Σ. Τζόνσον, Γουάλας – για κάποιους, π.χ. τον Γκας, δεν υπάρχει ούτε στα αγγλικά), αφού, με εξαίρεση τούς (εν ζωή) Πίντσον και ΝτεΛίλο, οι υπόλοιποι έχουν μεταφραστεί μερικώς ή προσφάτως (ή και καθόλου, όπως ο Τζόνσον, του οποίου τη βιογραφία έγραψε ο Τζόναθαν Κόου: το επισημαίνω για να δείξω ότι ένας διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας, όπως ο Κόου, δεν δίστασε να παραμερίσει προσωρινά τη μυθοπλασία για να αφιερώσει σχεδόν πεντακόσιες σελίδες σε έναν παραγνωρισμένο πειραματιστή συγγραφέα της χώρας του.) Ιδού και μερικές αμετάφραστες βιογραφίες για πεζογράφους του 20ού αιώνα τις οποίες έχω απολαύσει και θεωρώ πολύτιμες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι οπωσδήποτε οι πληρέστερες για τον εκάστοτε συγγραφέα: Celine: A Biography του Frederic Vitoux, Some Sort of Epic Grandeur: The Life of F. Scott Fitzgerald του Matthew J. Bruccoli, Hemingway του Jeffrey Meyers, D. H. Lawrence: The Life of an Outsider του John Worthen, Vladimir Nabokov, The Russian Years & The American Years του Brian Boyd, Virginia Woolf: Bloomsbury & Beyond του Anthony Curtis, H. G. Wells: Another Kind of Life του Michael Sherborne, Divine Invasions: A Life of Philip K. Dick του Lawrence Sutin, More Lives than One: A Biography of Hans Fallada της Jenny Williams, No Laughing Matter: The Life and Times of Flann O’Brien του Anthony Cronin, Hiding Man: A Biography of Donald Barthelme του Tracy Daugherty, Every Love Story is a Ghost Story: A Life of David Foster Wallace του D. T. Max.
Για τους ποιητές και τους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα είναι λογικό να διαθέτουμε λιγότερες βιογραφίες, αφού ιδίως οι ποιητές απευθύνονται σε μικρότερο κοινό από ό,τι οι πεζογράφοι, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, αφού η ζωή τους μπορεί να είναι εξίσου συναρπαστική. Ευτυχώς έχουν μεταφραστεί βιογραφίες για τους Πάουλ Τσέλαν (του Τζον Φέλστινερ), Τ. Σ. Έλιοτ (του Ακρόιντ), Λουίτζι Πιραντέλο (του Αντρέα Καμιλέρι), Σίλβια Πλαθ (του Χέιμαν, καθώς και της Νταϊάν Μίντλμπρουκ για τη ζωή της Πλαθ με τον Τεντ Χιουζ), Άννα Αχμάτοβα (του Βόλφγκανγκ Χέσνερ), Μαρίνα Τσβετάγεβα (του Ανρί Τρουαγιά), Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (του Λέσλι Στέιντον και του Ίαν Γκίμπσον), Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι (της Ηρακλείας-Ελευθερίας Πέππα, σε ιδία μετάφραση), Μπέρτολτ Μπρεχτ (του Μάρτιν Έσλιν), ενώ σπανιότερα έχουν κυκλοφορήσει κάποιες ελληνικές μελέτες που περιέχουν βιογραφικά στοιχεία, όπως το εξαιρετικό Ο λαιμός του Ιονέσκο της Αθηνάς Μιράσγεζη. Από εκεί και πέρα δεσπόζει το χάος, ή μάλλον το μηδέν: τίποτα για κορυφαίους ποιητές (ε. ε. κάμινγκς, Έζρα Πάουντ, Φερνάντο Πεσσόα, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ρόμπινσον Τζέφερς, Τζον Μπέριμαν, Οκτάβιο Πας) και θεατρικούς συγγραφείς (Τένεσι Γουίλιαμς, Ευγένιος Ο’Νιλ, Άρθουρ Μίλερ – για τον τελευταίο υπάρχει μόνο η βιογραφία της σχέσης του με τη Μέριλιν Μονρόε, Ο διανοούμενος και η θεά, του Τζέφρι Μέγερς).
Το ελληνικό κενό
Ως προς τις μεγάλες βιογραφίες για τους μεγάλους έλληνες συγγραφείς τα πράγματα είναι –να το θέσω κομψά– κωμικοτραγικά, σε βαθμό που αναρωτιέται κανείς τι δουλειά (δεν) κάνουν οι μελετητές και οι αρμόδιοι φορείς για να γραφτούν και να προωθηθούν εμπεριστατωμένες λογοτεχνικές βιογραφίες. Την καλύτερη βιογραφία για μείζονα έλληνα συγγραφέα έγραψε, όχι τυχαία, ένας ξένος μελετητής που έχει αποδειχτεί πιο Έλληνας από εμάς (ο Ρόντρικ Μπήτον για τον Σεφέρη), ωστόσο η επιτυχία αυτού του θαυμαστού έργου, που μόλις επανακυκλοφόρησε αναθεωρημένο, δεν έδωσε το έναυσμα για κάτι παρόμοιο. Πρόσφατα μεταφράστηκε η νέα βιογραφία για τον Καβάφη από τους Γκρέγκορι Τζουσντάνις και Πίτερ Τζέφρις, ένα κατατοπιστικό έργο που με βάση τις πρώτες ενδείξεις είναι και εμπορικά επιτυχημένο (ανατυπώθηκε μέσα σε δύο μήνες) – η προηγούμενη για τον Καβάφη, του Ρόμπερτ Λίντελ, είχε έρθει πάλι από το εξωτερικό. Για άλλους μείζονες συγγραφείς μας, πέρα από κάποιες μικρότερες βιογραφίες, στα οπισθόφυλλα των οποίων, μάλιστα, συχνά τονίζεται ότι είναι «λογοτεχνικές» και όχι «επιστημονικές», με ένα κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη ότι οι δεύτερες υπολείπονται σε ερμηνευτική αξία (σαν να λένε οι βιογράφοι: εμείς είμαστε «λογοτέχνες», μην τυχόν μας περάσετε για τίποτα «επιστήμονες»), δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι εκτενές, ούτε καν για τον Σολωμό. Ακόμα και το δυσεύρετο, πολύτιμο σχετικό έργο του Σωκράτη Καψάσκη έχει τον επιφυλακτικό τίτλο Στοιχεία βιογραφίας του Διονυσίου Σολωμού, ωσάν να λείπει η αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να βιογραφηθεί ο εθνικός μας ποιητής, ενώ άλλες φορές διαπιστώνουμε μια παρόμοια επιφύλαξη στον υπότιτλο, που μιλά για «σχεδίασμα βιογραφίας» (π.χ. Γιάννης Ρίτσος, ένα σχεδίασμα βιογραφίας της Αγγελικής Κώττη). Η θέση του Καψάσκη ότι δεν έγραψε μια κανονική βιογραφία για τον Σολωμό επειδή δεν είναι «γνωστά όλα τα δεδομένα του βίου του» (Εισαγωγή, σ. ιδ′, Τυπωθήτω, 1998) είναι παράδοξη, ωσάν οι ξένοι βιογράφοι να διαθέτουν όλα τα δεδομένα ενός βίου (ούτε καν όλα τα δεδομένα του δικού μας βίου δεν διαθέτουμε…) – πώς κατάφερε, λόγου χάριν, ο καθηγητής Ρίτσαρντ Σιούαλ να γράψει μια χιλιοσέλιδη βιογραφία για τη μονήρη Ντίκινσον; Σε κάθε περίπτωση, σχεδόν όλα τα βιβλία Ελλήνων για Έλληνες είναι μελέτες, καθαυτό πολύτιμες, όχι όμως βιογραφίες στα πρότυπα της διεθνούς πρακτικής – αν γραφτεί κάτι τέτοιο, μάλλον πρέπει να το αναμένουμε ξανά από ελληνιστές του εξωτερικού. Άραγε η αυτονόμηση ενός κρατικού βραβείου βιογραφίας/αυτοβιογραφίας (στα πρότυπα του αμερικανικού Πούλιτζερ) από το «Κρατικό βραβείο μαρτυρίας-βιογραφίας-χρονικού-ταξιδιωτικής λογοτεχνίας» θα έδινε μια ώθηση προς αυτή την κατεύθυνση;
Πέραν των φίλων, βιογραφικά έργα για τον συγγραφέα με τον οποίο πέρασαν τη ζωή τους γράφουν άλλοτε οι συγγενείς (π.χ. Ο αδελφός μου Γιώργος Σεφέρης της Ιωάννας Τσάτσου), άλλοτε οι σύζυγοι (π.χ. Νίκος Καζαντζάκης, ο ασυμβίβαστος της Ελένης Καζαντζάκη, Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας: αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Όσιπ της Ναντιέζντα Μαντελστάμ), ενώ άλλοτε βιογραφούνται πρόσωπα στενά συνδεδεμένα με συγγραφείς κι έτσι προσεγγίζεται πλαγίως η ζωή των τελευταίων (π.χ. Η κυρία Προυστ της Εβελίν Μπλοχ-Ντανό· Βέρα: η κυρία Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ της Στέισι Σιφ, που το 2000 κέρδισε το Πούλιτζερ για Βιογραφία, επομένως δεν είναι μυθιστόρημα, όπως αναγράφτηκε στο εξώφυλλο· Ζέλντα – Σκοτ Φιτζέραλντ της Ανιές Μισό). Υπόψιν, επίσης, ότι υπάρχουν οι λεγόμενες εγκεκριμένες ή επίσημες (authorized) βιογραφίες, που εκδίδονται κατόπιν της άδειας του βιογραφούμενου. Είναι ευνόητο πως σε αυτή την περίπτωση, όπως και σε εκείνες του συγγενή, φίλου, συζύγου κ.λπ. που βιογραφεί, το πλεονέκτημα της στενής σχέσης αντισταθμίζεται από το μειονέκτημα της λιγότερο νηφάλιας αποτίμησης ακριβώς εξαιτίας της στενής σχέσης, καθώς οδηγεί στη μερική ή ολική συγκάλυψη κάθε λογής ανεπιθύμητων στοιχείων (πόσο ειλικρινής μπορεί να είναι ο Μαξ Μπροντ όταν βιογραφεί τον στενότερο φίλο του, τον Κάφκα;). Είναι πασίγνωστη η πρακτική της καταστροφής (συνήθως με καύση, για να μη μείνει ίχνος) των ημερολογίων, των επιστολών και άλλων προσωπικών κειμένων από διάσημους συγγραφείς που ήξεραν πως μελλοντικά θα γράφονταν βιογραφίες τους (εννοείται κι από άσημους συγγραφείς, για άλλους λόγους): «Άσε τους βιογράφους να στενοχωρηθούν – δεν θα διευκολύνουμε εμείς το έργο τους» είπε χαιρέκακα ο Φρόυντ, αφότου κατέστρεψε ένα τεράστιο τμήμα του αρχείου του (Shelston, ό.π., σ. 24).
Ως προς την αποκάλυψη διαφόρων «μυστικών», λοιπόν, υπάρχουν πολλά επίπεδα λογοκρισίας, εσωτερικής και εξωτερικής. Μεγάλο ρόλο διαδραματίζει η ιστορική περίοδος με τα ήθη της, όπως φανερώνεται στην εκάστοτε νομοθεσία περί ιδιωτικότητας: όσο πιο αυστηρή είναι, τόσο πιο δεμένα είναι τα χέρια ενός βιογράφου. Έτσι, η βικτωριανή Αγγλία ήταν περιβόητη για τον πουριτανισμό της, οπότε μια βιογραφία της εποχής εκείνης κατά κανόνα αποσιωπούσε ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του ανθρώπινου βίου, τη σεξουαλικότητα, καθώς και άλλες επικίνδυνες θεματικές (ενδοοικογενειακή βία, ψυχικές διαταραχές, εθισμοί κ.λπ.) – η διακριτικότητα είναι μια σημαντική αξία στη ζωή, αλλά δεν θέλουμε ο βιογράφος που διαβάζουμε να διαθέτει υπερβολική από δαύτην… Ο σημερινός βιογράφος είναι ασφαλώς πιο ελεύθερος, όμως κι αυτός είναι αναγκασμένος να λάβει υπόψη το νόμο, όπως επίσης τον νέο πνευματικό ολοκληρωτισμό που ονομάζεται πολιτική ορθότητα και που ακυρώνει τον καλλιτέχνη για το ελάχιστο ηθικό του ατόπημα, ωσάν αυτός να μην είναι άνθρωπος όπως οι άλλοι. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως εδώ το μέγεθος οπωσδήποτε μετράει: η επαρκής βιογράφηση μιας σπουδαίας προσωπικότητας απαιτεί εκατοντάδες σελίδες, αφού και μόνο ο σύντομος σχολιασμός ενός ογκώδους έργου θέλει χώρο – πώς να χωρέσει μέσα σε εκατό ή διακόσιες σελίδες το έργο, και μαζί η πληθωρική ζωή που το δημιούργησε, ενός Ντίκενς, μιας Γουλφ ή ενός Ελύτη; Από την άλλη, το υπερβολικό μέγεθος μπορεί να αποδειχτεί προβληματικό, εάν δεν το χειριστεί κανείς σωστά: μια καλή βιογραφία είναι πάντα ισορροπημένη, ελεγχόμενη και επιλεκτική, δεν αναλίσκεται ποτέ σε κουραστικές παραθέσεις τεράστιων αποσπασμάτων ή βαρετές αναλύσεις τριτευουσών πληροφοριών. Εξ αναγνωστικής πείρας θα έλεγα ότι μια πλούσια, ολοκληρωμένη βιογραφία πρέπει να είναι τουλάχιστον πεντακόσιες σελίδες και ιδανικά συν πλην χίλιες σελίδες, ενώ, όταν είναι ακόμα μεγαλύτερη, τότε αφορά κυρίως τον ειδικό μελετητή.
Οι βιογραφίες πουλάνε
Στο εξωτερικό οι βιογραφίες είναι ένα ευπώλητο γραμματειακό είδος: όπως σημειώνει ο Cuddon (ό.π., 97),
Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, η τέχνη της βιογραφίας άνθησε και εξελίχθηκε σε μια σημαντική εκδοτική βιομηχανία. Κάθε χρόνο δημοσιεύονται πλήθος νέων βιογραφιών. […] Ιδιαίτερα δημοφιλής έχει γίνει η λογοτεχνική ή μυθιστορηματική βιογραφία.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν αυτές οι θέσεις, που διατυπώθηκαν τη δεκαετία του 1970, ισχύουν ακόμα, ιδίως σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνική βιογραφία, μια και η μείωση της ανάγνωσης καλής λογοτεχνίας διεθνώς έχει (και θα) επηρεάσει τη γραφή μεγάλων βιογραφιών. Σίγουρα, πάντως, δεν ισχύουν στα καθ’ ημάς: κατά κανόνα οι λογοτεχνικές βιογραφίες δεν είναι δημοφιλείς, συνεπώς δεν βγάζουν τα έξοδά τους, συνεπώς οι εκδοτικοί οίκοι εύλογα αποφεύγουν την έκδοσή τους ή την πραγματοποιούν με μεγάλο δισταγμό. Μετά το 2020 μεταφράστηκαν μόνο τέσσερις μεγάλες λογοτεχνικές βιογραφίες (οι προαναφερθείσες για τους Σαραμάγκου, Κρέιν, Μαγιακόβσκι, Καβάφη – δηλαδή μία κάθε ενάμιση χρόνο), ενώ οι περισσότερες που έχω αναφέρει έχουν μεταφραστεί πολύ παλαιότερα και είναι εξαντλημένες. Εξαίρεση αποτελούν οι βιογραφίες για πολιτικές-ιστορικές προσωπικότητες της νεότερης Ελλάδας για τις οποίες το κοινό δείχνει συντριπτικά μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ζήτηση καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την απόφαση για την αρχική παραγωγή (από τους ιστορικούς) και την τελική προσφορά (από τους οίκους). Από την άλλη, εφόσον υπάρχει μια σχετικά μεγάλη ζήτηση για τις βιογραφίες του Καβάφη και του Σεφέρη, γιατί δεν γίνονται ανάλογες κινήσεις για άλλους έλληνες λογοτέχνες; Πιστεύω πως ρόλος ενός οίκου δεν είναι μόνο να ακολουθεί τις επιθυμίες του κοινού, αλλά και να προτείνει ό,τι θεωρεί πως έχει πνευματική αξία, ακόμα κι αν η επένδυση δεν θα βγάλει σύντομα, ή συνολικά, τα έξοδά της. Το καταλαβαίνω, οι ιδέες με τα λεφτά των άλλων έρχονται εύκολα και δεν κοστίζουν τίποτα, ωστόσο εκδίδονται κι άλλα μη ευπώλητα είδη βιβλίων τα οποία στηρίζονται οικονομικά στα ευπώλητα. Μολονότι δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι ριζικά ως προς τη γραφή και τη μετάφραση λογοτεχνικών βιογραφιών, αξίζουν έπαινο οι οίκοι που έχουν πρωτοστατήσει στον εν λόγω τομέα (Πατάκη, Νεφέλη, Μεταίχμιο, Καστανιώτη, Εστία, Μικρή Άρκτος, Ποταμός, Κασταλία, Τραυλός, Ίνδικτος, κ.ά., παλαιότερα οι Scripta, Ωκεανίδα, Χατζηνικολή, Ηλέκτρα), ενώ λαμβάνονται και νέες πρωτοβουλίες (Λέμβος), αν και με μικρότερα έργα. Τελικά, το παρόν εγκώμιο αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με επικήδειο…
Κάποιοι πιστεύουν πως οι βιογραφίες συνιστούν μια κλειδαρότρυπα για τα απόκρυφα των επιφανών: παρότι κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο και, εδώ που τα λέμε, διόλου επιλήψιμο (αν θαυμάζεις ένα πρόσωπο, λαχταράς να μάθεις και κάποια πιπεράτα ανέκδοτα για τη ζωή του), μια καλή βιογραφία δεν περιορίζεται ποτέ σε αυτό. Άλλοι πιστεύουν πως οι βιογραφίες είναι περιττές για την κατανόηση και την απόλαυση ενός έργου: πρόκειται για άποψη εύλογη, μα προβληματική. Ως προς τη λογοτεχνική βιογραφία: προφανώς η αρχική κατανόηση και απόλαυση της λογοτεχνίας δεν απαιτεί ένα σύνολο βιογραφιών και μελετών στο πλάι, ωστόσο η βαθύτερη κατανόηση και απόλαυση το απαιτεί. Όποιος θέλει να εισδύσει βαθύτερα σε ένα πολύσημο, αινιγματικό, ερμητικό έργο (π.χ. του Τζόις, του Σεφέρη, του Τσέλαν), η ανάγνωση των παραπάνω βιογραφιών τους, παράλληλα με εμβριθείς μελέτες, θα τους ωφελήσει τρομερά: το λογοτεχνικό έργο όχι μόνο δεν αντικαθίσταται, απεναντίας αποσαφηνίζεται κι έτσι αναβαθμίζεται. Προσοχή μόνο στις απανωτές αναγνώσεις βιογραφιών, ιδίως από νέους, επίδοξους δημιουργούς: το έργο και η ζωή των λογοτεχνικών διανοιών μπορεί να τους ισοπεδώσει προτού προλάβουν να υψωθούν.
Για να απολαμβάνει κανείς τις βιογραφίες πρέπει να πιστεύει στη δύναμη του ξεχωριστού ατόμου να επηρεάζει την Ιστορία: εάν κάποιος βλέπει παντού μόνο «δομές», «κατασκευές» και «συστήματα», τότε θα βλέπει ακόμα και τις μεγαλοφυΐες ως απλές εκφάνσεις τους – σε αυτό, και όχι μόνο, συμφωνώ με τη «βιοκριτική» του Χάρολντ Μπλουμ, ο οποίος αμφισβήτησε κριτικές σχολές που παραγκώνισαν έως εξάλειψαν τον συγγραφέα, από τη Νέα Κριτική μέχρι τον γαλλικό μεταδομισμό. Δεν είναι λοιπόν ούτε τυχαίες ούτε αχρείαστες οι πολλές βιογραφικές σημειώσεις που συχνά συναντούμε στα λογοτεχνικά έργα: αποβλέπουν στο να αποσαφηνίσουν τα σημεία που για λόγους πραγματολογικούς, ιστορικούς, υφολογικούς κ.λπ. θα έμεναν δυσνόητα ή ακατανόητα. Δεν υπάρχει κείμενο χωρίς περικείμενο: ακόμα και τα ανώνυμα αρχαία επιγράμματα απαιτούν τη γνώση έως και την επινόηση ενός περικειμένου για να κατανοηθούν. Για να αναφέρω ένα προσωπικό παράδειγμα: όταν μετέφραζα τα ποιήματα και τις επιστολές του Μπουκόβσκι (Για τον έρωτα, Για τη γραφή, Για τις γάτες), ήμουν υποχρεωμένος να προσφύγω σε βιογραφίες του, σε επικοινωνία με τον επιμελητή του και σε άλλες περικειμενικές πληροφορίες, που ευτυχώς το διαδίκτυο προσφέρει αφειδώς, για να κατανοήσω δυσνόητα σημεία που αφορούσαν εκφράσεις της μεσοπολεμικής αργκό του Λος Άντζελες, αστεία που έκανε με φίλους και ερωμένες του, σχόλια που αφορούσαν άτομα παγκοσμίως άγνωστα, αλλά σημαντικά για τη δική του ζωή, κ.λπ.
Μια καλή βιογραφία, συνυφαίνοντας αρμονικά την αφηγηματική τέχνη του συγγραφέα της με την αξιοποίηση των πορισμάτων από διάφορους επιστημονικούς κλάδους (ιστορία, ψυχολογία, κοινωνιολογία, κ.ά.), στρώνει έναν άγνωστο δρόμο για να τον βαδίσουμε πιο άνετα, ενώ, ακόμα κι αν γνωρίζουμε το έργο του βιογραφούμενου, επιτρέπει την εντρύφηση ή/και τη θέαση από άλλες οπτικές γωνίες· προσφέρει τη δυνατότητα να συλλάβουμε, μέσα από τις συνήθως τρομακτικές αντιφάσεις μιας ιδιοφυΐας, κάτι από το μυστήριο της έμπνευσης και την πρακτική της δημιουργίας· αναλύει ένα μύθο στα εξ ων συνετέθη, όχι όμως για να τον απομυθοποιήσει αλλά για να τον ανασυνθέσει. Δεν υπάρχει καμία αντικειμενική βιογραφία, υπάρχει όμως καλύτερη και χειρότερη βιογραφία, σύμφωνα με τα συγγραφικά προσόντα που διατυπώθηκαν στην αρχή και με βάση τις αρχές «της αμεροληψίας και της ακρίβειας» του δόκτορος Τζόνσον· κι όταν το μείγμα πετύχει, τότε ο αναγνώστης εισπράττει στον ύψιστο βαθμό το τερπνόν μετά του ωφελίμου, αυτό που η Γουλφ τόσο εύστοχα αποκάλεσε συνδυασμό «του γρανίτη με το ουράνιο τόξο», εισερχόμενος σε ένα τόσο πολυδιάστατο σύμπαν που ίσως κανένα άλλο γραμματειακό είδος δεν μπορεί να του προσφέρει.

Η τρίτη έκδοση του 1727, σε αγγλική μετάφραση από τα ελληνικά, ορισμένων εκ των Βίων Παραλλήλων του Πλουτάρχου, από τον λονδρέζο εκδότη Jacob Tonson.
Ιδιωτική συλλογή S. Whitehead
[1] Για την ιστορία της βιογραφίας άντλησα πληροφορίες από τα λεξικά του J. A. Cuddon (Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρίας λογοτεχνίας, μτφρ. Γ. Παρίσης, Μ. Λιάπη, Μεταίχμιο, 2010) και του M. H. Abrams (Λεξικό λογοτεχνικών όρων, μτφρ. Γ. Δεληβοριά, Σ. Χατζηιωαννίδου, Πατάκη, 2005 – ο Abrams συμπεριλαμβάνει στο σχετικό λήμμα την αυτοβιογραφία, με την οποία δεν θα ασχοληθώ εδώ), καθώς και από τη Βιογραφία του Alan Shelston (μτφρ. Ι. Ράλλη, Κ. Χατζηδήμου, Ερμής, 1982).
- Τεύχος 176
- Μιχαήλ Μπαχτίν
- Βοκάκιος
- Ραμπελαί
- Μιχαήλ Θερβάντες
- Ουίλλιαμ Σαίξπηρ
- Ιούλιος Βερν
- Βίκτωρ Ουγκώ
- Αλέξανδρος Δουμάς
- Αντρέ Μωρουά
- Γεωργία Σάνδη
- Εμίλ Ζολά
- Σταντάλ
- Ρόντρικ Μπήτον
- Γιώργος Σεφέρης
- Ρόμπερτ Λίντελ
- Κ Π Καβάφης
- Γιάννης Ρίτσος
- Αγγελική Κώττη
- Σωκράτης Καψάσκης
- Ελένη Καζαντζάκη
- Νίκος Καζαντζάκης