ΕΣΗΕΑ
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ ηθική χρεοκοπία της ΕΣΗΕΑ
Κάποια γεγονότα δεν χρήζουν ιδιαίτερης ερμηνείας. Αρκεί απλώς να τα κοιτάξεις για να καταλάβεις πόσο χαμηλά μπορεί να κατρακυλήσει ένας θεσμός όταν χάσει το μέτρο, τη μνήμη και στοιχειώδη αίσθηση της ευθύνης του. Αυτό ακριβώς συνέβη στις 23 Σεπτεμβρίου, στον τρίτο όροφο της ΕΣΗΕΑ. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς να στεγάζεται, έστω συμβολικά, η υπεράσπιση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, της ιστορικής αλήθειας και της ελευθερίας απέναντι στον φανατισμό, φιλοξενήθηκε μια εκδήλωση που παρουσίαζε ως «αντίσταση» πρόσωπα και οργανώσεις συνδεδεμένα με ακραία βία, αντισημιτική ρητορική και αυταρχικά καθεστώτα.
Το περιστατικό θα μπορούσε να περάσει ως μία ακόμη από τις πολλές ιδεολογικές γραφικότητες/αθλιότητες της ελληνικής δημόσιας ζωής, αν δεν είχε συμβεί ακριβώς εκεί. Στην ΕΣΗΕΑ. Στο συνδικαλιστικό όργανο ενός επαγγέλματος που αρέσκεται να παραδίδει μαθήματα δεοντολογίας, να καταγγέλλει τη ρητορική μίσους, να επικαλείται τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και να απαιτεί από όλους τους άλλους αυστηρότητα απέναντι στο φανατισμό. Όταν όμως ήρθε η στιγμή να εφαρμόσει τα ίδια κριτήρια στη δική της στέγη, η αυστηρότητα εξαφανίστηκε. Έμεινε μόνο εκείνη η παλιά ελληνική συνήθεια: οι αρχές να ισχύουν πάντοτε για τους άλλους.
Κατά τη γνώμη μου, η δημοκρατία έχει αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να ανέχεται παρόμοιες δημοσιογραφικές αθλιότητες. Το πρόβλημα είναι η άνεση με την οποία ένας θεσμός που υποτίθεται ότι υπηρετεί την ενημέρωση παραχώρησε το κύρος και τον χώρο του σε μια τελετή ιταμού πολιτικού εξαγνισμού και ηρωοποίησης. Χωρίς αμηχανία, χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς καν εκείνο το αυτονόητο ερώτημα που θα έπρεπε να προηγείται κάθε δημοσιογραφικής πράξης: ποιον ακριβώς φιλοξενούμε και τι ακριβώς τιμούμε;
Δεν επρόκειτο για μια συζήτηση γύρω από τη Μέση Ανατολή. Δεν ήταν ένα δημοσιογραφικό πάνελ όπου διαφορετικές απόψεις θα επιχειρούσαν να φωτίσουν τη σύγκρουση στον Λίβανο, στο Ιράν, στην Παλαιστίνη ή στην Υεμένη. Ούτε για μια ακαδημαϊκή εξέταση της Χεζμπολάχ, της πολιτικής της διαδρομής και της ιδεολογίας της. Οι ίδιοι οι διοργανωτές φρόντισαν να μη μείνει τέτοια αμφιβολία.
Η εκδήλωση είχε ως κεντρικό σύνθημα «Από τον Αλί Χαμενεΐ μέχρι τον Χασάν Νασράλα, η αντίσταση συνεχίζεται». Στο πρόγραμμά της περιλαμβάνονταν παρουσίαση βιβλίου για τη «Σχολή Σκέψης» του Νασράλα, παρεμβάσεις εκπροσώπων του κινήματος Ansar Allah των Χούθι, του ιρανικού Press TV και της «Λιβανέζικης Αντίστασης», καθώς και βράβευση λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού διαγωνισμού αφιερωμένου στον Αλί Χαμενεΐ. Αυτά αναφέρονται τόσο στην ανακοίνωση της εκδήλωσης όσο και στο υλικό που τη συνόδευσε.
Το να συζητάς για τη «σχολή σκέψης» του Νασράλα και για μια «αντίσταση που συνεχίζεται» δεν ανήκει στη δημοσιογραφική έρευνα, στην περιέργεια ή στην επαγγελματική αρμοδιότητα. Ανήκει στην πολιτική ταύτιση. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα της ΕΣΗΕΑ. Η δημοσιογραφία μπορεί να ερευνήσει τον Νασράλα, τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι, το Ιράν, να εξετάσει τις ιδέες, τις πράξεις, τα εγκλήματα, τα αίτια και τις συνέπειές τους. Αυτό είναι το καθήκον της. Εκείνο που δεν μπορεί να κάνει χωρίς να ακυρώνει τον ίδιο της τον ρόλο είναι να μετατρέπει την έρευνα σε τελετουργία θαυμασμού και την κριτική απόσταση σε πολιτική συνηγορία.
Διότι εδώ δεν έχουμε μπροστά μας κάποια εξωτική εκδοχή «αντίστασης», ούτε μια ρομαντική αφήγηση απελευθερωτικών κινημάτων. Έχουμε οργανώσεις και καθεστώτα που συνδέονται με θεοκρατικό αυταρχισμό, πολιτική βία, μαζικές δολοφονίες, προγραφές, καταστολή και διώξεις. Η στρατιωτική πτέρυγα της Χεζμπολάχ βρίσκεται στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της ΕΕ, ενώ το ίδιο το ιρανικό καθεστώς έχει καταγραφεί διεθνώς για εκτελέσεις διαδηλωτών, βασανιστήρια, αυθαίρετες συλλήψεις, διώξεις δημοσιογράφων και σκληρή καταστολή γυναικών και αντιφρονούντων. Οι Χούθι, από την πλευρά τους, έχουν κατηγορηθεί από διεθνείς οργανώσεις για αυθαίρετες κρατήσεις, βασανιστήρια, διώξεις δημοσιογράφων και καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης
Εδώ η εικόνα γίνεται αποκρουστική. Ένα συνδικαλιστικό όργανο δημοσιογράφων φιλοξενεί μια εκδήλωση που υμνεί, ή τουλάχιστον εξιδανικεύει, πολιτικούς και ιδεολογικούς φορείς που σε άλλα μέρη του κόσμου φιμώνουν δημοσιογράφους, φυλακίζουν αντιφρονούντες, στέλνουν διαδηλωτές στην αγχόνη και μετατρέπουν τη δημόσια ζωή σε καθεστώς φόβου. Η αντίφαση δεν είναι απλώς ηθική. Είναι σχεδόν αυτογελοιοποιητική.
Διότι ποια ακριβώς δημοσιογραφική αρχή υπερασπίζεσαι όταν παραχωρείς τον χώρο σου σε όσους περιφρονούν την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του Τύπου; Ποια δεοντολογία επικαλείσαι όταν μεταχειρίζεσαι ως «αντίσταση» μορφές πολιτικής και θρησκευτικής βίας που, αν εκδηλώνονταν στην Ευρώπη, θα τις είχες καταγγείλει ως φανατισμό, τρομοκρατία και σκοταδισμό; Ποια υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων μπορεί να σταθεί όταν οι γυναίκες στο Ιράν καταδιώκονται για την εμφάνισή τους, όταν διαδηλωτές εκτελούνται ύστερα από εξαιρετικά προβληματικές δίκες και όταν οι δημοσιογράφοι γίνονται στόχος αυθαίρετων συλλήψεων και καταστολής;
Μιλάμε για ηθικό, πνευματικό και επαγγελματικό ξεπεσμό, για την αυτοκατάργηση ενός θεσμού που, ενώ διεκδικεί το κύρος του υπερασπιστή της ελευθερίας και της δημοκρατίας, καταλήγει να προσφέρει στέγη, νομιμοποίηση και άλλοθι σε ό,τι τις ποδοπατά.
Κάπου εδώ τελειώνει κάθε επίφαση ουδετερότητας. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφία που εξετάζει το σκοτάδι. Πρόκειται για έναν θεσμό που επιτρέπει στο σκοτάδι να εμφανιστεί ως ηθική θέση. Και αυτή είναι η πιο βαριά θεσμική έκπτωση: όταν εκείνοι που έχουν επαγγελματικό καθήκον να αποκαλύπτουν τη βία, την καταπίεση και την προπαγάνδα αρχίζουν να τις βαφτίζουν «αντίσταση», να τις ντύνουν με πολιτιστικό περίβλημα και να τις εγκαθιστούν με άνεση στην ίδια αίθουσα όπου θα έπρεπε να υπερασπίζονται την ελευθερία του λόγου.
Η δημοσιογραφία μπορεί να είναι ενοχλητική, αιχμηρή, άδικη, ακόμη και λανθασμένη. Όταν όμως γίνεται πολιτικό άλλοθι για τον φανατισμό, όταν αμβλύνει ή εξωραΐζει τη θεοκρατική καταστολή και όταν παραχωρεί κύρος σε εκείνους που χτίζουν την εξουσία τους πάνω στην τρομοκρατία, το αίμα, το φόβο, παύει να εκπληρώνει τον δημοκρατικό της ρόλο. Μετατρέπεται σε προπαγανδιστικό παρακολούθημα εκείνων που θα όφειλε να ελέγχει. Και τότε η κρίση δεν αφορά πια μία εκδήλωση. Αφορά την ίδια την ποιότητα του θεσμού που τη φιλοξένησε.
Ένας οργανισμός με το ιστορικό και το συμβολικό βάρος της ΕΣΗΕΑ οφείλει να γνωρίζει τι φιλοξενεί στους χώρους του. Ιδίως όταν η πρόσκληση δεν κρύβει τίποτε. Οι διοργανωτές παρουσίαζαν την εκδήλωση ως φόρο τιμής στην «Αντίσταση» και μιλούσαν για ανθρώπους που έπεσαν από τους «αμερικανο-σιωνιστές δολοφόνους».
Χρειάζονταν περίπου δύο λεπτά ανάγνωσης.
Και μερικά ακόμη λεπτά αναζήτησης για να πληροφορηθεί κανείς ποια ακριβώς ήταν η «σχολή σκέψης» που επρόκειτο να παρουσιαστεί.
Ο Χασάν Νασράλα υπήρξε επί δεκαετίες ο ηγέτης της Χεζμπολάχ. Η στρατιωτική πτέρυγα της οργάνωσης βρίσκεται από το 2013 στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη σοβαρότερα είναι όσα ο ίδιος είχε πει.
Σε ομιλίες που του αποδίδονται και έχουν δημοσιευθεί επί χρόνια, ο Νασράλα είχε αμφισβητήσει τις ναζιστικές θηριωδίες, είχε μιλήσει για τους Εβραίους ως «καρκίνο» και είχε χρησιμοποιήσει στερεότυπα περί δειλίας και φιλαργυρίας. Ορισμένες δηλώσεις του, μάλιστα, είναι ευρέως τεκμηριωμένες και έχουν συζητηθεί ακόμη και στο βρετανικό Κοινοβούλιο. Αυτό είναι το σημείο όπου η υπόθεση παύει να αφορά αποκλειστικά τη Μέση Ανατολή. Αφορά την ελληνική δημοσιογραφία.
Γιατί η δημοσιογραφία δεν κρίνεται μόνο από όσα αποκαλύπτει, παραποιεί ή αποκρύπτει. Κρίνεται επίσης από όσα συνηθίζει να υποστηρίζει. Και εδώ συναντάμε μια από τις πιο δυσάρεστες ασθένειες της ελληνικής δημόσιας ζωής: τη δεοντολογία α λα καρτ.
Η ίδια ρητορική που, εάν εκφωνείτο από έναν Ευρωπαίο ακροδεξιό, θα προκαλούσε –και ορθώς– κατακραυγή, μοιάζει να αποκτά μια παράξενη ασυλία όταν ντύνεται τον μανδύα του «αντιιμπεριαλισμού». Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος παραμένει άρνηση του Ολοκαυτώματος. Ο αντισημιτισμός παραμένει αντισημιτισμός. Η εξύμνηση της πολιτικής βίας δεν εξαγνίζεται επειδή ο άνθρωπος που την εκφέρει βρίσκεται στη σωστή πλευρά ενός γεωπολιτικού χάρτη που έχει σχεδιαστεί σε κάποιο ελληνικό ιδεολογικό εργαστήριο.
Αυτό θα έπρεπε να είναι στοιχειώδες για δημοσιογράφους.
Κι όμως, η ίδια η ιστορία της ΕΣΗΕΑ κάνει την υπόθεση ακόμη πιο ενοχλητική. Το 2005, η Ένωση είχε αντιδράσει στην παρουσία του Ντέιβιντ Ίρβινγκ, του γνωστού αρνητή του Ολοκαυτώματος, θεωρώντας τέτοιες απόψεις ασύμβατες με τις αρχές που όφειλε να υπερασπίζεται. Στο κείμενο που συνοδεύει τη σημερινή καταγγελία υπενθυμίζεται ακριβώς αυτή η αντίφαση: τότε η ιστορική αλήθεια, ο ανθρωπισμός, η δημοκρατία και η ανεκτικότητα θεωρούνταν λόγοι για να κλείσει η πόρτα της ΕΣΗΕΑ.
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό. Τι άλλαξε; Άλλαξαν οι αρχές ή άλλαξε μόνο η πολιτική ταυτότητα εκείνου που τις παραβιάζει; Εάν ο αντισημιτισμός είναι αποκρουστικός όταν προέρχεται από έναν νεοναζί, πώς μετατρέπεται σε «αντίσταση» όταν προέρχεται από έναν ισλαμιστή; Εάν η άρνηση του Ολοκαυτώματος αποτελεί προσβολή της ιστορικής αλήθειας όταν την εκφέρει ένας Βρετανός ακροδεξιός, γιατί η ίδια αντίληψη αντιμετωπίζεται με τόσο διαφορετικά αντανακλαστικά όταν εμφανίζεται μέσα σε ένα αντιδυτικό ιδεολογικό πλαίσιο;
Αυτή η επιλεκτικότητα καταστρέφει κάθε ηθική αξιοπιστία. Και εδώ η αηδία αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για ένα κομμάτι της ελληνικής δημοσιογραφικής κουλτούρας: την παράξενη ευκολία με την οποία η έρευνα υποχωρεί μπροστά στην ιδεολογική συγγένεια. Λέξεις όπως «αντίσταση», «ιμπεριαλισμός», «σιωνισμός» λειτουργούν συχνά σαν κωδικοί που απαλλάσσουν από την υποχρέωση να εξεταστεί ποιος μιλά, τι έχει πει και τι ακριβώς υπερασπίζεται.
Έτσι όμως η δημοσιογραφία παύει να είναι δημοσιογραφία. Γίνεται μηχανισμός επιβεβαίωσης μιας ήδη σχηματισμένης κοσμοθεωρίας. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε έναν κλάδο που έχει αναγάγει την καταπολέμηση της «ρητορικής μίσους» σε καθημερινό λεξιλόγιο. Που οργανώνει συζητήσεις για την παραπληροφόρηση, τον ρατσισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία των μειονοτήτων και την ευθύνη του δημόσιου λόγου.
Οι αρχές όμως δοκιμάζονται ακριβώς εκεί όπου γίνονται άβολες. Η ελευθερία του λόγου σημαίνει ότι ακόμη και οι απεχθέστερες ιδέες μπορούν να συζητιούνται. Δεν σημαίνει ότι κάθε θεσμός έχει υποχρέωση να τους προσφέρει αίθουσα τιμής. Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι μια επαγγελματική ένωση δημοσιογράφων πρέπει να αδιαφορεί για τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική εξέταση μιας ιδεολογίας και στην πανηγυρική παρουσίασή της.
Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι ένας χώρος που συμβολίζει την ελληνική δημοσιογραφία χρησιμοποιήθηκε για μια εκδήλωση η οποία, σύμφωνα με το ίδιο της το πρόγραμμα, δεν προσέγγιζε τον Νασράλα ως αντικείμενο έρευνας αλλά ως φορέα μιας πολιτικής και ιδεολογικής κληρονομιάς που άξιζε να συνεχιστεί. Και κάπου εκεί η υπόθεση γίνεται πραγματικά θλιβερή.
Ο αντισημιτισμός δεν αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο επειδή βαφτίστηκε αντιιμπεριαλισμός. Η άρνηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται προοδευτική όταν μεταφράζεται από τα περσικά ή τα αραβικά. Και η εξύμνηση της πολιτικής βίας δεν μετατρέπεται σε πολιτιστική εκδήλωση επειδή πραγματοποιείται στον τρίτο όροφο της ΕΣΗΕΑ. Αν η ελληνική δημοσιογραφία θέλει πράγματι να μιλά για αξιοπιστία, δεοντολογία και δημοκρατική ευθύνη, ίσως θα έπρεπε κάποτε να αρχίσει από το δυσκολότερο ρεπορτάζ: από τον ίδιο της τον εαυτό.
Από το πένθος που παράγει δίκαιο, στο πένθος που παράγει λογοκρισία
Είναι εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία μπορεί να εξαργυρωθεί η χυδαιότητα στις αμέτρητες αποχρώσεις της. Aρκεί να έχει κάποιος το κουράγιο να εκτεθεί στη δημόσια σφαίρα για να γίνει viral, όπως λέει και η πιτσιρικαρία.