Σύνδεση συνδρομητών

Κοινοτοπία του Κακού

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Richard J. Bernstein, Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ, μετάφραση από τα αγγλικά: Βασιλική Σουλαδάκη, επιμέλεια: Δημήτρης Ψυχογιός, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2019, 135 σελ.

Το βιβλίο Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ είναι ένα μικρό, πυκνό, και διαυγές δοκίμιο. Στις 135 σελίδες του, ο συγγραφέας του, ο αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Μπερνστάιν (1932-2022), παρουσιάζει στον αναγνώστη τις βασικές πλευρές του έργου της μεγάλης γερμανοαμερικανίδας φιλοσόφου, με έναν κύριο σκοπό: να τον προτρέψει να τη διαβάσει, ειδικά στους καιρούς που διανύουμε σήμερα.

 

Ο Μπερνστάιν είχε λόγους να προτρέπει τους αναγνώστες του να διαβάζουν Χάνα Άρεντ. Πρώτον, διότι, ανήκοντας στην παράδοση του αμερικανικού πραγματισμού, δεν αντιλαμβανόταν  τη φιλοσοφία ως κάτι αποκομμένο από τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές πτυχές του σύγχρονου βίου. Και δεύτερον, επειδή συμμεριζόταν κι ο ίδιος  την άποψη της Άρεντ, ότι ζούμε σε ζοφερούς καιρούς. Σε καιρούς στους οποίους η δημόσια σφαίρα, δηλαδή ο χώρος όπου οι άνθρωποι μπορούν να δείξουν ποιοι είναι και τι μπορούν να κάνουν μαζί με άλλους, έχει συσκοτιστεί. Κι έχει συσκοτιστεί από την υπονόμευση της αξιοπιστίας. Από τα λόγια που κρύβουν κάτω από το χαλί αυτό που πράγματι υπάρχει. Και τέλος από ηθικολογικές και άλλες παραινέσεις που, υπό το πρόσχημα ότι υπηρετούν παλιές αλήθειες, υποβαθμίζουν την αλήθεια, σε κενές περιεχομένου κοινοτοπίες.

Παραδόξως, όμως, η Άρεντ που ξεπηδά από τις σελίδες του βιβλίου δεν είναι ένας απαισιόδοξος άνθρωπος. Αντιθέτως, είναι αισιόδοξα στοχαστική και πιστεύει ότι, ακόμη και στους δύσκολους καιρούς, μπορούμε να ελπίζουμε ότι υπάρχει φως. Φως που δεν προέρχεται μόνο από τις φιλοσοφικές θεωρίες και τις έννοιές τους, αλλά και από τη ζωή και τις πράξεις καθενός μας.

Αν λοιπόν με το βιβλίο του μας προτρέπει να γνωρίσουμε την Άρεντ, δεν είναι μόνο για τη διορατικότητα του έργου της. Είναι και για την εμπεριστατωμένη αισιοδοξία που το διαπνέει. Την αισιοδοξία που πηγάζει από την επίγνωση ότι το κακό, ακόμη και στη χειρότερη εκδοχή του –αυτή που προκάλεσε τις φρικαλεότητες του ναζιστικού καθεστώτος και των γκουλάγκ–, δεν χρειάζεται τέρατα. Του φτάνουν οι άνθρωποι που έχουν πάψει να σκέφτονται.

 

Μια φιλόσοφος για τους καιρούς μας

Το βιβλίο του Μπερνστάιν είναι διαρθρωμένο σε 10 κεφάλαια. Στην εισαγωγή ο συγγραφέας επισημαίνει ότι όταν η Χάνα Άρεντ απεβίωσε, το 1975, το όνομά της ήταν κυρίως συνδεδεμένο με την αντιπαράθεση γύρω από το δημοσιογραφικό κείμενό της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ» και την πασίγνωστη έννοια της «κοινοτοπίας του κακού» που ανέπτυσσε σε αυτό. Διέθετε βεβαίως έναν κύκλο θαυμαστών και επικριτών τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Γερμανία. Ελάχιστοι όμως απ’ αυτούς θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι, τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, θα αναγνωριζόταν διεθνώς ως μια από τις σημαντικότερες πολιτικούς φιλοσόφους του 20ού και του 21ου αιώνα. Στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου, ο Μπερνστάιν εξηγεί ότι αυτό οφείλεται σε ένα απλό γεγονός. Ότι όσο περισσότερο σκύβουμε στο έργο της, τόσο περισσότερο ανακαλύπτουμε σε αυτό τα πολύτιμα εργαλεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τους ζοφερούς καιρούς μας. Την προσφυγική κρίση, τον πολιτικό φανατισμό, τη διάβρωση της αλήθειας, την απώλεια του δημόσιου χώρου κ.ά. προβλήματα και προκλήσεις που δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά είναι δραματικά παρόντα.

Στο 1ο κεφάλαιο του βιβλίου, που επιγράφεται «Ανιθαγένεια και πρόσφυγες», ο Μπερνστάιν αναδεικνύει ένα από τα πιο κύρια χαρακτηριστικά της Άρεντ, ως πολιτικής φιλοσόφου. Πίστευε βαθιά ότι κάθε σοβαρός στοχασμός οφείλει να ξεκινά από τη βιωματική εμπειρία καθενός μας. Και η ίδια, ως Γερμανοεβραία που διέφυγε από τη ναζιστική Γερμανία και έζησε στη Γαλλία, ως ανιθαγενής πρόσφυγας, βίωσε την εμπειρία του απάτριδος και στερημένου οποιασδήποτε νομικής υπόστασης ανθρώπου, ώστε να την καταστήσει θεμέλιο της ανάλυσής της. Και στην ανάλυσή της, μας προειδοποίησε ότι οι πρόσφυγες θα αποτελούσαν, ολοένα περισσότερο, τη χαρακτηριστική ομάδα-σύμπτωμα της σύγχρονης πολιτικής. Την ομάδα δηλαδή των ανθρώπων, που δεν έχουν χάσει απλώς τα σπίτια τους, αλλά το δημόσιο πεδίο, εντός του οποίου οι πράξεις τους και ο λόγος τους μπορούν να έχουν νόημα.

Στο 2ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν παρουσιάζει την περίφημη έννοια του δικαιώματος, να έχει κανείς δικαιώματα, την οποία η Άρεντ ανέπτυξε στο βιβλίο της, Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η Άρεντ ήταν πολύ επιφυλακτική ως προς την αποτελεσματικότητα της επίκλησης των αφηρημένων ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ενώ υποτίθεται ότι είναι αναπαλλοτρίωτα, στην πραγματικότητα είναι άνευ νοήματος όταν έχεις στερηθεί την οργανωμένη πολιτική κοινότητα, όπου ο λόγος σου ακούγεται και οι πράξεις σου έχουν σημασία. Με λίγα λόγια ότι, όταν βιώνεις την απώλεια του δικαιώματος να έχεις δικαιώματα και απομένεις μόνο «άνθρωπος», αποτελείς μια υπόσταση εντελώς στερημένη από κάθε είδος προστασίας.   

Στο 3ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν αναλύει τη σχέση της Άρεντ με την εβραϊκή ταυτότητά της και τον σιωνισμό, αναδεικνύοντας το θάρρος της να λειτουργήσει ως η «εσωτερική αντιπολίτευση» στην ιδεολογική σιωνιστική ομοφωνία. Η Άρεντ δεν αρνιόταν τη δημιουργία εβραϊκής πατρίδας στην Παλαιστίνη. Αρνιόταν τη δημιουργία εβραϊκού έθνους-κράτους, διότι θεωρούσε ότι δεν θα ήταν βιώσιμο και ότι θα θέριευε τον εθνικισμό τόσο μεταξύ των εβραίων όσο και μεταξύ των Αράβων.

Φαίνεται όμως πως το θάρρος της Άρεντ, που την ωθούσε, όπως επισημαίνει ο Μπερνστάιν, να «μη διστάζει να διατυπώνει τις απόψεις της, με την πιο δυνατή γλώσσα», την εξέθετε, ταυτοχρόνως, στο ενδεχόμενο να μεγεθύνει και τις αστοχίες της, όπως είχε συμβεί σε μια παρέμβασή της στα εσωτερικά ζητήματα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν το 1957, όταν της ζητήθηκε να γράψει ένα άρθρο για την πολύκροτη υπόθεση του Λιτλ Ροκ, κατά την οποία η Ελίζαμπεθ Έκφορντ, μια μαύρη δεκαπεντάχρονη μαθήτρια, εμποδίστηκε από άνδρες της εθνοφρουράς και από αγανακτισμένο όχλο να μπει στο Λύκειο του Λιτλ Ροκ. Στο άρθρο εκεόινο, η Άρεντ αντιτάχθηκε στην κρατική επιβολή της ενσωμάτωσης στα δημόσια σχολεία, με το επιχείρημα ότι οι κοινωνικές διακρίσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με πολιτικά μέσα. Κι ο Μπερνστάιν, στο οικείο κεφάλαιο, αφού επισημάνει ότι η Άρεντ υπέπεσε στο ατόπημα που η ίδια είχε καταδικάσει –να βιάζουν δηλαδή οι διανοούμενοι τη σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα ώστε να χωράει στις δικές τους ταξινομήσεις–, της αναγνωρίζει ότι εντέλει παραδέχτηκε με παρρησία το σφάλμα της όταν πείστηκε ότι το είχε διαπράξει.

Στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν εστιάζει σε μια σειρά άρθρων στον Νew Yorker, με τα οποία η Άρεντ κάλυψε τη δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Εξαιτίας αυτών των άρθρων, δέχτηκε οξύτατες επιθέσεις και αποξενώθηκε από την εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης. Της καταλογίστηκε ότι κατέρριψε την εικόνα του Άιχμαν ως ενός σατανικού τέρατος με βαθιά αντισημιτικά κίνητρα, παρουσιάζοντάς τον ως ανιαρό  γραφειοκράτη που ωθήθηκε να διαπράξει μαζικά εγκλήματα πρωτοφανούς αγριότητας λόγω της σοκαριστικής εκ μέρους του απουσίας σκέψης,. Ακόμη και η γνωστή έκφραση την οποία είχε χρησιμοποιήσει, περί της κοινοτοπίας του κακού, θεωρήθηκε προσβλητική για τα εκατομμύρια των θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Ο Μπερνστάιν την υπερασπίζεται εξηγώντας πως είναι άδικη η κατηγορία ότι με τα άρθρα της αθώωσε τον Άιχμαν, καθώς υπερασπίστηκε τη νομιμότητα και την απόφαση του δικαστηρίου, ενώ ποτέ δεν υποστήριξε ότι ο Άιχμαν ήταν άμοιρος των εγκλημάτων που διέπραξε. Απλώς, με τη φράση «κοινοτοπία του κακού», δεν θέλησε να αναπτύξει μια θεωρία για τη δαιμονικότητα των ναζί, αλλά να διατυπώσει μια πραγματολογική διαπίστωση που ήταν εμφανής σε όλη τη διάρκεια της δίκης.

Στο επόμενο κεφάλαιο, με τίτλο «Αλήθεια, ψεύδη και πολιτική», ο Μπερνστάιν εξετάζει ένα ερώτημα που η Άρεντ αντιμετώπισε με τον πιο προσωπικό τρόπο. Μετά τη θύελλα των επιθέσεων που δέχτηκε λόγω των άρθρων της για τον Άιχμαν, διαπίστωσε ότι οι επικριτές της δεν στρέφονταν εναντίον αυτών που πράγματι είχε γράψει, αλλά εναντίον μιας ψευδούς εικόνας που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει. Αυτή η εμπειρία την οδήγησε στο δοκίμιο «Αλήθεια και Πολιτική», όπου έθεσε το ερώτημα αν είναι στη φύση της αλήθειας να είναι εύθραυστη και στη φύση της εξουσίας να εξαπατά.

Για να το απαντήσει, διέκρινε δύο είδη αλήθειας: την έλλογη —την αλήθεια των μαθηματικών και των λογικών συλλογισμών— και την πραγματολογική, την αλήθεια των γεγονότων. Η δεύτερη, σε αντίθεση με την πρώτη, είναι εξαιρετικά ευάλωτη, ειδικά στην πολιτική σφαίρα, διότι εξαρτάται από την ενδεχομενικότητα των γεγονότων και τον τρόπο με τον οποίον τα προσλαμβάνουμε. Για την Άρεντ, όμως, το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι το ψεύδος που κατασκευάζει η οργανωμένη προπαγάνδα. Είναι κάτι χειρότερο: η ολοκληρωτική καταστροφή του κριτηρίου μας να διακρίνουμε το αληθές από το ψευδές.

Στο 7ο κεφάλαιο, ο Μπερνστάιν υπογραμμίζει τη σύνδεση ανάμεσα στη φιλοσοφική ανθρωπολογία της Άρεντ και στην πολιτική της θεωρία. Η Χάνα Άρεντ δεν έχει αυταπάτες για την πολιτική — «δεν είναι παιδικός σταθμός», έγραφε. Και όμως, πιστεύει ότι μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ένα πεδίο μάχης ιδιοτελών συμφερόντων που ανταγωνίζονται για κέρδος και εξουσία.

Το κλειδί βρίσκεται στην έννοια της πληθυντικότητας. Στο γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι ταυτοχρόνως ίσοι και ριζικά διαφορετικοί — ο καθένας με τη δική του οπτική για τον κόσμο. Αυτή η συνθήκη, συνδεδεμένη με την πράξη και τη γεννητικότητα —το εγγενές δυναμικό που φέρει κάθε νέος άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο—, είναι για την Άρεντ το θεμέλιο του οράματός της για την ευγένεια της πολιτικής.

Στο 8ο κεφάλαιο, ο συγγραφέας εξετάζει τις διαφορές που εντόπισε η Άρεντ ανάμεσα στη Γαλλική και στην Αμερικανική Επανάσταση οι οποίες, παρά την ομοιότητα των επιδιώξεών τους, ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους. Η πρώτη οδηγήθηκε στην τρομοκρατία, ενώ η δεύτερη στη συγκρότηση του δημόσιου χώρου, των θεσμών και στην κατάρτιση του συντάγματος,  πράξη την οποία η Άρεντ θεωρεί το αυθεντικό στοιχείο κάθε επανάστασης.

 

Η έννοια της ευθύνης

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερνστάιν θίγει το ζήτημα της ευθύνης, που διατρέχει το σύνολο του έργου της Χάνα Άρεντ. Διαχωρίζει αυστηρά την προσωπική ηθική ευθύνη από τη συλλογική πολιτική ευθύνη. Η πολιτική ευθύνη αφορά τα πράγματα που επωμιζόμαστε ως μέλη μιας κοινότητας για πράξεις που, ενώ δεν διαπράξαμε εμείς οι ίδιοι, έχουν γίνει στο όνομά μας. Η Άρεντ αντιτίθεται προς τη θεωρία της «συλλογικής ενοχής» (όταν όλοι είναι ένοχοι, κανείς δεν είναι), επιμένοντας ότι η ενοχή είναι αυστηρά προσωπική, και θεωρεί ότι, ακόμα και στις πιο σκοτεινές περιόδους, το άτομο διατηρεί την ευθύνη να αρνηθεί τη συνεργασία με το κακό. Η Άρεντ απέρριπτε τόσο την απερίσκεπτη απελπισία όσο και την απερίσκεπτη αισιοδοξία· πίστευε ακράδαντα ότι λόγω της «γεννητικότητάς» μας, της ικανότητάς μας δηλαδή να πράττουμε, οι άνθρωποι έχουμε εγγενώς το δυναμικό να διακόπτουμε την υποτιθέμενη νομοτέλεια της ιστορίας και να αναζωογονούμε τον δημόσιο χώρο.

Το βιβλίο του Μπερνστάιν γιαν τη Χάνα Άρεντ είναι ένα πυκνό, ενδιαφέρον και ευανάγνωστο βιβλίο, στο οποίο ο συγγραφέας του, αν και συμμερίζεται το έργο της Άρεντ, στέκεται κριτικά απέναντί του. Μιλώντας για την επικαιρότητα της σκέψης της, μιλά για την επικαιρότητα της προστασίας της δημοκρατίας και των εύθραυστων θεσμών της.

30 Ιουνίου 2026