Στέφανος Μάνος
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΣτέφανος Μάνος (1939-2026): Αρκεί να έχει κανείς δίκιο;
Υπάρχουν πολιτικοί χώροι μικροί εκλογικά που, με την απόσταση του χρόνου, αποδεικνύονται ασύμμετρα περισσότερο επιδραστικοί στην πολιτική σκέψη και δράση απ’ ό,τι τα καταγεγραμμένα ποσοστά τους. Μεταπολιτευτικά, το ΚΚΕ εσωτερικού είναι ίσως το πιο προφανές παράδειγμα. Ένα άλλο, διαφορετικής ιδεολογικής προέλευσης, είναι τα αμιγώς φιλελεύθερα κόμματα, και κατεξοχήν οι Φιλελεύθεροι και η Δράση στα οποία ηγήθηκε και πρωτοστάτησε ο εκλιπών, στις 15 Αυγούστου 2026, Στέφανος Μάνος.
Η πολιτική έχει δύο αλληλένδετες λειτουργίες. Η πρώτη αφορά τις ιδέες, τη συνολική, συστηματική θεώρηση για το πώς λειτουργούν τα ανθρώπινα, ποια είναι η αποστολή και τα όρια του κράτους, ποιο είναι το περιεχόμενο και οι προϋποθέσεις του οράματος μιας συλλογικής ευημερίας. Είναι πρωτίστως η δουλειά του πολιτικού φιλοσόφου, του κοινωνικού στοχαστή, του πολλαπλασιαστή των ιδεών στη δημόσια σφαίρα.
Η δεύτερη είναι η καθαυτή πολιτική πράξη: η κατάκτηση και η άσκηση της εξουσίας, στόχος που στη φιλελεύθερη δημοκρατία περνά μέσα από τη συγκρότηση κοινωνικών και εκλογικών πλειοψηφιών. Υπ’ αυτή την έννοια, η πολιτική είναι υπόθεση των μεγάλων αριθμών, των συμβιβασμών, των συνθέσεων και των συμμαχιών ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν συμφωνούν σε όλα, συμφωνούν όμως σε εκείνα που κρίνουν σημαντικότερα. Διαφορετικά, οι ιδέες παραμένουν καλές προθέσεις, χωρίς πρακτική εφαρμογή.
Η δουλειά του πολιτικού είναι να συμβιβάζεται, γνωρίζοντας τι μπορεί να συμβιβάσει και τι όχι, ποιο είναι το όριο πέρα από το οποίο η εξουσία γίνεται αυτοσκοπός που δεν υπηρετεί πια κανένα όραμα για το κοινό καλό.
Ο Στέφανος Μάνος περιγράφηκε συχνά ως πείσμων, «αγύριστο κεφάλι». Κι όμως, μεγάλο μέρος του σημαντικού έργου που κατέλιπε, το παρήγαγε ως μέλος μονοκομματικών κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας, μιας πολυσυλλεκτικής παράταξης που ποτέ δεν υιοθέτησε τις απόψεις του στο σύνολό τους. Ο Μάνος πολιτεύτηκε για χρόνια με τη Νέα Δημοκρατία, συνεργάστηκε ξανά μαζί της αφού είχε ιδρύσει τους Φιλελευθέρους και αργότερα αποδέχθηκε να εκλεγεί ως ανεξάρτητος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι αυτή η πορεία ενός αγύριστου κεφαλιού που προτιμά να έχει δίκιο από το να παραγάγει, έστω και μερικώς –αναγκαστικά μερικώς– έργο.
Γιατί λοιπόν οι Φιλελεύθεροι; Και γιατί αργότερα η Δράση; Μια πιθανή απάντηση βρίσκεται στις συνθήκες μέσα στις οποίες γινόταν τότε η μάχη των ιδεών. Τη Μεταπολίτευση, η συγκρότηση ενός διακριτού πολιτικού ρεύματος και η συστηματική καλλιέργεια πολιτικών προτάσεων περνούσαν πολύ περισσότερο μέσα από τους κομματικούς οργανισμούς. Άλλωστε, ο ίδιος ο Στέφανος Μάνος και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος έκαναν για χρόνια ένα σημαντικό μέρος αυτής της δουλειάς μέσα στη Νέα Δημοκρατία, συμβάλλοντας καθοριστικά στην εισαγωγή φιλελεύθερων ιδεών και προτάσεων στον ελληνικό δημόσιο διάλογο.
Σήμερα, αυτή η λειτουργία μπορεί να υπηρετηθεί και έξω από τα κόμματα, αποφεύγοντας τόσο εκείνους τους συμβιβασμούς που απαιτεί η διεκδίκηση της εξουσίας, όσο και τη διαλυτική διάχυση των στοχεύσεων. Μια δεξαμενή σκέψης μπορεί να εισαγάγει στη δημόσια συζήτηση κάτι το πρωτάκουστο, ή να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας αντιδημοφιλούς πολιτικής χωρίς να υπολογίζει πιθανές επιπτώσεις στην κάλπη. Μπορεί να απευθύνεται πέρα από κομματικά σύνορα και να μετακινεί τα όρια της δημόσιας συζήτησης.
Όμως μια δεξαμενή σκέψης ανεξάρτητη από κομματικούς οργανισμούς είναι μια σχετικά νέα υπόθεση. Το ζήσαμε άλλωστε και στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) όσοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετείχαμε σ’ αυτό με τη μορφή που απέκτησε μετά το 2011. Για αρκετό καιρό, μια από τις συχνότερες ερωτήσεις που ακούγαμε ήταν ποιο εντέλει κόμμα βρίσκεται πίσω από μας. Δεν ήταν ακόμη κατανοητό ότι ένας φορέας μπορούσε να έχει σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και να επιδιώκει να επηρεάζει τον δημόσιο διάλογο χωρίς να αποτελεί προέκταση κάποιου κόμματος.
Τούτων δοθέντων, ποια είναι τέλος πάντων τα κριτήρια της επιτυχίας ενός πολιτικού προσώπου; Είναι ασφαλώς η εκλογική νίκη και η επιτυχής εφαρμογή πολιτικών που άφησαν θετικό αποτύπωμα στη χώρα και την κοινωνία. Υπάρχει όμως ακόμη μια μορφή επιτυχίας, δυσκολότερη να αποτυπωθεί σε ποσοστά: η ικανότητα να μετακινήσεις τα όρια του πολιτικά νοητού. Γιατί εντέλει, και στους δύο της πυλώνες, η πολιτική είναι κάτι περισσότερο από «τέχνη του εφικτού»· είναι κυρίως η τέχνη της διεύρυνσης του εφικτού.
Ο Στέφανος Μάνος παρήγαγε σημαντικό έργο τόσο στο πεδίο της πρακτικής πολιτικής όσο και στο πεδίο των ιδεών. Όμως η κρίση «είχε δίκιο, αλλά η κοινωνία δεν ήταν έτοιμη» τον αδικεί: το κυβερνητικό του έργο και τα μετέπειτα ρίσκα που ανέλαβε δείχνουν ότι δεν είναι αυτό το κριτήριο με το οποίο ο ίδιος θα ήθελε να αποτιμηθεί πολιτικά. Γιατί εντέλει το δίκιο από μόνο του δεν είναι κριτήριο αποτίμησης μιας πολιτικής στάσης και δράσης.
Κι αυτό ίσως είναι το πιο χρήσιμο μάθημα από τη διαδρομή του Στέφανου Μάνου. Όχι ότι είχε πάντοτε δίκιο – κανείς δεν έχει. Αλλά ότι δεν θεώρησε ποτέ πως αρκεί να έχει δίκιο. Πήρε στα σοβαρά τόσο τις ιδέες, όσο και την ευθύνη να επιδιώξει να τις μετατρέψει σε πραγματικότητα, μέσα στους αναπόφευκτους περιορισμούς της πολιτικής πράξης και της εποχής του. Δέχθηκε συμβιβασμούς, ανέλαβε ρίσκα και πλήρωσε πολιτικό κόστος, χωρίς να παραιτηθεί από την προσπάθεια να μετακινήσει τα όρια του εφικτού. Γιατί η ιδεολογική καθαρότητα μπορεί εύκολα να γίνει άλλοθι αδράνειας: να μας επιτρέπει να παρακολουθούμε τον κόσμο να καίγεται, με την παρήγορη βεβαιότητα ότι, τουλάχιστον, εμείς έχουμε δίκιο.
Ο Στέφανος Μάνος (1939-2026) και ο φιλελευθερισμός
Ο Στέφανος Μάνος, που πέθανε στις 15 Αυγούστου 2026 σε ηλικία 87 ετών, υπήρξε μία από τις πιο διακριτές περιπτώσεις πολιτικού της μεταπολιτευτικής Κεντροδεξιάς. Όχι επειδή έμεινε σε αυτήν μέχρι τέλους –δεν έμεινε– αλλά επειδή εξέφρασε με συνέπεια μια εκδοχή της που στην Ελλάδα ούτε αυτονόητη ήταν ούτε δημοφιλής: τη φιλελεύθερη.
Ο Στέφανος Μάνος μπήκε στην πολιτική το 1977, με τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αφού είχε προηγηθεί μια ενδεκαετής επιχειρηματική διαδρομή. Μηχανολόγος μηχανικός του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης, με MBA από το Χάρβαρντ, δεν είχε ούτε τη διαδρομή ούτε τη γλώσσα του επαγγελματία κομματικού στελέχους. Ο Καραμανλής τον χρησιμοποίησε αμέσως: υφυπουργός Δημοσίων Έργων και, στη συνέχεια, υπουργός του νεοϊδρυθέντος τότε υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. Στην κυβέρνηση Ράλλη έγινε υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας.
Η πρώτη εκείνη κυβερνητική περίοδος του Στέφανου Μάνου κυρίως χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια διάσωσης της Πλάκας, κάτω από την Ακρόπολη. Ως ο πρώτος περιβαλλοντικός υπουργός, εργάστηκε για τη διάσωση του ιστορικού κέντρου από την ανεξέλεγκτη κυκλοφορία των αυτοκινήτων, από χρήσεις που το υποβάθμιζαν και από την οικοδομική πίεση – έργα που δύσκολα θυμάται κανείς ότι κάποτε δεν ήταν αυτονόητα. Με τον Μάνο συνδέθηκε επίσης η απομάκρυνση του εργοστασίου φωταερίου από το Γκάζι. Ήταν μια πρώτη ένδειξη ενός χαρακτηριστικού που θα τον ακολουθούσε: του άρεσε περισσότερο να αλλάζει κάτι συγκεκριμένο παρά να εξηγεί επί μακρόν γιατί δεν μπορεί να αλλάξει.
Η σημαντικότερη πολιτική περίοδός του, ωστόσο, ήταν η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, το 1990-1993. Εκεί, ο Στέφανος Μάνος βρήκε το πολιτικό περιβάλλον που βρισκόταν πιο κοντά στις ιδέες του. Ως υπουργός ΠΕΧΩΔΕ συνδέθηκε με τη δρομολόγηση μεγάλων έργων υποδομής –μεταξύ αυτών του Μετρό της Αθήνας–, με το σχεδιασμό της Αττικής Οδού και με την απόσυρση των παλαιών, ρυπογόνων αυτοκινήτων. Κατόπιν, ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, βρέθηκε στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής μιας κυβέρνησης που επιχείρησε, με μεγάλο πολιτικό κόστος και όχι πάντα με επιτυχία, να περιορίσει τον κρατισμό της δεκαετίας του 1980.
Ο Στέφανος Μάνος ήταν καθαρόαιμος φιλελεύθερος. Πίστευε στην οικονομία της αγοράς, στις ιδιωτικοποιήσεις, στον ανταγωνισμό, στον περιορισμό του πελατειακού κράτους, στη δημοσιονομική πειθαρχία και στην αξιολόγηση του αποτελέσματος. Αντιμετώπιζε με βαθιά καχυποψία την ιδέα ότι το κράτος οφείλει να παράγει το ίδιο ό,τι μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερα για τον πολίτη εποπτεύοντας την αγορά. Και πίστευε ότι το κόστος μιας δημόσιας πολιτικής δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια αλλά πολιτικό και ηθικό δεδομένο: επειδή τελικά οι πολίτες πληρώνουν.
Αυτές οι αντιλήψεις τον έφεραν σταδιακά σε σύγκρουση με το κόμμα του, τη ΝΔ, και την κυρίαρχη στο εσωτερικό και στην ελληνική κοινωνία λαϊκή Δεξιά, που αποθέωνε τον κρατισμό, μια στερεότυπη εθνικοφροσύνη, ενώ και ο κοινωνικός χαρακτήρας της πολιτικής της απέβλεπε στην εκλογική ανταποδοτικότητα. Η σύγκρουση έγινε ρήξη το 1998, επί προεδρίας τη ΝΔ του Κώστα Καραμανλή. Μαζί με άλλους φιλελεύθερους βουλευτές της παράταξης (Γιώργος Σουφλιάς, Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, Αναστάσης Παπαληγούρας, Πέτρος Τατούλης, Νίκος Κάκκαλος), ο Στέφανος Μάνος υποστήριξε τη ρύθμιση Παπαντωνίου που επέτρεπε την αλλαγή των κανονισμών προσωπικού στις ζημιογόνες ΔΕΚΟ, επειδή θεωρούσε τη μεταρρύθμιση απολύτως συμβατή με όσα υποστήριζε η ίδια η ΝΔ και αρνήθηκε να ακολουθήσει την κομματική γραμμή της καταψήφισης. Διαγράφηκε. Και έκτοτε, η πορεία του ήταν ενός παρεμβατικού ανθρώπου, που υπερασπιζόταν τις ιδέες του και, ιδίως, τις φιλελεύθερης κατεύθυνσης μεταρρυθμίσεις στο ελλυνικό κράτος.
Το 1999 ίδρυσε τους Φιλελευθέρους («Ταύροι», λόγω του εμβλήματός τους). Η φιλοδοξία ήταν μεγαλύτερη από το εκλογικό αποτέλεσμα: στις ευρωεκλογές το κόμμα έμεινε περίπου στο 1,6%. Το 2000 συνεργάστηκε ξανά με τη ΝΔ με την οποία επανεξελέγη βουλευτής. Αργότερα συνεργάστηκε εκλογικά με το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, με το οποίο εξελέγη βουλευτής επικρατείας.
Παρότι συχνά επικρίθηκε για τις πολιτικές του μετακινήσεις, ο Στέφανος Μάνος δεν μετακινήθηκε από τον βασικό του στόχο, τον οποίο θεωρούσε ζωτικής σημασίας για τη χώρα: την οικονομική ελευθερία, τις μεταρρυθμίσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις με στόχο ένα μικρότερο αλλά αποτελεσματικότερο κράτος. Με τις μειοψηφικές αυτές θέσεις, το 2009 συνέβαλε στην ίδρυση αμιγώς φιλελεύθερου κόμματος, της Δράσης.
Όπως όμως οι Φιλελεύθεροι δεν απέκτησαν κοινωνική βάση, έτσι και η Δράση δεν κατόρθωσε να γίνει μαζικό κόμμα. Ο Στέφανος Μάνος είχε επιρροή μόνο σε όσους δημοσίως υποστήριζαν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, ενώ η μεγάλη πλειονότητα του πολιτικού συστήματος τον απαξίωνε ως νεοφιλελεύθερο και οι πολιτικές του απόπειρες αποδοκιμάζονταν εκλογικά. Τα τελευταία χρόνια μετατράπηκε σε έναν πολιτικό οι παρεμβάσεις του οποίου υπεδείκνυαν τι όφειλε να κάνει η χώρα. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν είχαν αποδέκτες, γι’ αυτό άλλωστε η Ελλάδα πορεύτηκε στο δρόμο της χρεοκοπίας.
Η χρεοκοπία, ωστόσο, και η αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να υιοθετήσουν και να υλοποιήσουν τα μνημόνια τα οποία είχαν συνυπογράψει, οδήγησε στη μεγάλη περιπέτεια για τη χώρα της δεκαετίας του 2010. Και επανέφερε, ως στρατηγική σωτηρίας, ιδέες που η προ Κυριάκου Μητσοτάκη ΝΔ αποστρεφόταν ως υπερβολικά φιλελεύθερες. Ιδιωτικοποιήσεις, αξιολόγηση, συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα, δημοσιονομική πειθαρχία, λιγότερη ανοχή στις ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις είναι μερικές από τις ιδέες που πρότεινε ο Στέφανος Μάνος και προσπαθούν να υλοποιήσουν οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η διαμάχη, δηλαδή, που ο Στέφανος Μάνος άνοιξε μέσα στη συντηρητική παράταξη δεν έκλεισε με τη διαγραφή του. Κατά έναν παράξενο τρόπο, μάλιστα, έφυγε από τη ΝΔ πολύ πριν ορισμένες από τις ιδέες του επιστρέψουν σε αυτήν. Από την άποψη αυτή, θα ένιωθε σε μεγάλο βαθμό δικαιωμένος.