Σύνδεση συνδρομητών

Χιλή

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Δευτέρα πρωί, τελευταία μέρα στο Σαντιάγο και ανακαλύπτω ότι όλα τα μουσεία είναι κλειστά τις Δευτέρες! Πώς περνάει κανείς τη μέρα; Απλό: ζώνεται το σακίδιο με τη θήκη για το μπουκάλι νερό και την κρυφή τσέπη για διαβατήρια και πορτοφόλια και παίρνει σβάρνα τους δρόμους. Αποφάσισα να πάω σε ένα πάρκο, το Ματουκάμα, κάπου τριάμισι χιλιόμετρα ανατολικά από το ξενοδοχείο μου, στο ιστορικό και εμπορικό κέντρο του Σαντιάγο, όπου βρίσκεται το μουσείο Μνήμης και  Ανθρώπινων Δικαιωμάτων μαζί με άλλα μουσεία, όπως το Μουσείο Καλών Τεχνών και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας.

Στην αρχή η γειτονιά κατά μήκος του δρόμου (ευθεία χαραγμένη με χάρακα) θυμίζει την αρχή της Πατησίων στην Ομόνοια – διάφορα καταστήματα, είσοδοι κτιρίων που στεγάζουν γραφεία κ.λπ. – αλλά μετά από πεντακόσια μέτρα το σκηνικό αλλάζει: από τη μια μεριά του δρόμου αρχίζουν συγκροτήματα πολυκατοικιών πίσω από σιδερένιους φράχτες με ελεγχόμενη είσοδο και επιγραφές που απαγορεύουν την είσοδο «στους μη έχοντας λόγο», συγκροτήματα τα οποία εναλλάσσονται με μικρά μπακάλικα και εστιατόρια. Από την άλλη μεριά παλιές μονοκατοικίες και διώροφα κι ανάμεσά τους ένα ιδιωτικό γυμνάσιο/λύκειο – κι αυτό πίσω από σιδερένιο φράχτη. Τα σπίτια θυμίζουν Αθήνα πριν από την έκρηξη των αντιπαροχών αλλά βρίσκονται σε κακή κατάσταση, μερικά είναι ήδη ερειπωμένα. Το πεζοδρόμιο είναι –κι αυτό, όπως σε πολλά μέρη της Αθήνας– σχεδόν ανύπαρκτο. Στο οδόστρωμα βλέπω παλιές ράγες του τραμ μισοχωμένες στην άσφαλτο, κατάλοιπο ενός ξεχασμένου πλέον συστήματος μαζικής μεταφοράς που έπαψε να λειτουργεί οριστικά το μακρινό 1959 και σταδιακά αντικαταστάθηκε από ένα καλό σύστημα λεωφορειακών γραμμών και από έξι γραμμές μετρό που συνδέουν ένα μεγάλο μέρος του μητροπολιτικού Σαντιάγο.

Μια υπάλληλος του σχολείου που πέρασα και που είχα ανταλλάξει μερικές κουβέντες σχετικά με το ίδρυμα με συναντάει λίγο πιο κάτω μπροστά σ’ ένα καφέ και μου λέει να προσέχω και να μην παίρνω φωτογραφίες πλάι στο δρόμο γιατί μπορεί να μου αρπάξουν το τηλέφωνο μηχανόβιοι. Άρα φωτογράφηση μακριά από την άκρη του πεζοδρομίου και λιγότερο συχνά. Έχω διανύσει περίπου δυο χιλιόμετρα και η γειτονιά θυμίζει πλέον μερικά μέρη που έχω συναντήσει στον Κολωνό δεκαετίες πριν. Από τη μια μεριά του δρόμου αρχίζει ένα πάρκο, που όμως δεν είναι προσβάσιμο γιατί, όπως φαίνεται από τους εργάτες και τα μηχανήματα, βρίσκεται σε στάδιο ανάπλασης. Από τη μεριά που περπατάω, οι μισοερειπωμένες μονοκατοικίες δίνουν τη θέση τους σε παλιές πολυκατοικίες που έχουν δει καλύτερες μέρες. Περνάω και μπροστά από δυο σχολεία που είναι κι αυτά οχυρωμένα πίσω από σιδερένιους φράχτες. Σ’ ένα σημείο αρχίζει μια σειρά από παρκαρισμένα αυτοκίνητα που περιστοιχίζονται από κουβάδες γεμάτους νερό. Παράξενο… Σε κάθε παρμπρίζ βλέπω χωμένο στον καθαριστήρα ένα κομμάτι χαρτί σαν απόδειξη. Πρόστιμο; Τελικά αποδεικνύεται ότι ο δρόμος έχει μετατραπεί σε φυλασσόμενο πάρκινγκ επί πληρωμή. Οι παρκαδόροι είναι εφοδιασμένοι με POS – έρχεσαι, αφήνεις το αυτοκίνητο, πληρώνεις και πας στη δουλειά σου με το κεφάλι σου ήσυχο.

Τελικά φτάνω στο πάρκο με τα κλειστά για σήμερα μουσεία, αλλά το περπάτημα, η ζέστη και η εμπειρία του δρόμου μου έχουν κόψει κάθε όρεξη για περαιτέρω εξερεύνηση. Οπότε παίρνω την κάθετη λεωφόρο που μοιάζει με ένα μείγμα ανάμεσα στην λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως και την οδό Αθηνάς –το ένα κατάστημα εργαλείων και ειδών κιγκαλερίας πλάι στο άλλο– και φτάνω στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό του Σαντιάγο απ’ όπου παίρνω το μετρό και ξαναγυρίζω στη βάση μου.

Μικρό διάλειμμα.

Το Σαντιάγο είναι η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας της Χιλής. Η περιοχή της πρωτεύουσας αποτελείται από 32 δήμους και εκτείνεται ανάμεσα στους πρόποδες των Άνδεων και την οροσειρά της ακτής (Cordillera de la Costa) που χωρίζει το λεκανοπέδιο του Σαντιάγο από τον Ειρηνικό Ωκεανό. Η έκτασή της είναι 641 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ο πληθυσμός περίπου 6 εκατομμύρια. Η αναλογία σε σχέση με τον πληθυσμό της Χιλής (20 εκατ.) είναι περίπου ίδια με την αναλογία της μείζονος περιοχής της Αθήνας με τον πληθυσμό της Ελλάδας. Η έκταση τη Χιλής είναι περίπου εξαπλάσια της Ελλάδας και η χώρα εκτείνεται κατά μήκος των δυτικών κλιτύων των Άνδεων ανάμεσα στον 17ο και τον 56ο νότιο παράλληλο, κάτι που αντιστοιχεί περίπου στη απόσταση ανάμεσα στο βόρειο ακρωτήριο (Νορβηγία) και το νότιο άκρο της Πορτογαλίας. Το πλάτος της χώρας όμως κυμαίνεται ανάμεσα σε 15 και 445 χιλιόμετρα, με το μεγαλύτερο πλάτος στον νότο της χώρας, στη Γη του Πυρός. Η Χιλή ανακήρυξε την ανεξαρτησία της από την Ισπανική Αυτοκρατορία το 1818, και αναγνωρίστηκε από την Ισπανία επίσημα το 1846. Η επιμέρους ιστορία της χώρας είναι πολύπλοκη και χαρακτηρίστηκε από πολέμους και πραξικοπήματα, με τελευταίο το πραξικόπημα του στρατηγού Πινοτσέτ την 11η Σεπτεμβρίου 1973. Η δικτατορία του Πινοτσέτ ήταν η πιο σκληρή στην ιστορία τη Χιλής και τελείωσε με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1990. Από τότε η Χιλή έχει εξελιχθεί σε μια από τις πιο δημοκρατικές χώρες των αμερικανικών ηπείρων.

Το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι λίγο χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας ενώ ο δείκτης GINI είναι πολύ χαμηλότερος, κάτι που σημαίνει ότι στη χώρα υπάρχει μεγαλύτερη οικονομική ανισότητα. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός της ύπαρξης «ετεροχιλιανών» πληθυσμών όπως οι Μαπούτσε του Νότου, οι κάτοικοι του Ράπα Νούι και οι απόγονοι των Ίνκας στον Βορρά, η Χιλή μοιάζει αρκετά με την Ελλάδα, τόσο στην κατανομή του πληθυσμού ανάμεσα στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο όσο και στη δομή της οικονομίας (αρκετά παραγωγικός πρωτογενής τομέας και διευρυμένος τομέας παροχής υπηρεσιών, ιδιαίτερα χρηματοοικονομικών). Σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της νοτιοαμερικανικής ηπείρου, η Χιλή θεωρείται σήμερα η Ελβετία της περιοχής.

Μια μεγάλη διαφορά με την Ελλάδα είναι ο μεγάλος αριθμός μη κρατικών πανεπιστημίων, τα οποία φαίνεται πως συνυπάρχουν ειρηνικά με τα κρατικά πανεπιστήμια. Η ζήτηση για ανώτατη εκπαίδευση είναι μεγάλη ενώ η ανεργία κυμαίνεται τώρα γύρω στο 9,8%.

Οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών είναι γενικά χαμηλότερες από τις ελληνικές με εξαίρεση ίσως τις τιμές των γαλακτοκομικών προϊόντων που είναι αρκετά τσιμπημένες, ενώ η ποιότητα αυτών των προϊόντων είναι χαμηλότερη από αυτή των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Οι τιμές των καυσίμων κυμαίνονται αυτή την στιγμή γύρω στα 1,5 ευρώ το λίτρο.

Όπως στην Αθήνα, οι βόρειοι, νότιοι και ανατολικοί δήμοι είναι πιο ανεπτυγμένοι από τους δυτικούς με το οικονομικό κέντρο να έχει μετατοπιστεί στα ανατολικά στον δήμο Las Condes, το λεγόμενο Sanhattan. Όπως είναι αναμενόμενο, η εγκληματικότητα στους δυτικούς δήμους είναι μεγαλύτερη, ενώ στους ανατολικούς υπάρχει ισχυρή παρουσία τόσο της εθνικής χωροφυλακής (Καραμπινιέροι της Χιλής) όσο και ένοπλης δημοτικής αστυνομίας. Εκτός από τη χωροφυλακή υπάρχει και το σώμα της «ανακριτικής αστυνομίας», που εκτελεί και χρέη συνοριακής και οικονομικής αστυνομίας και «χιλιανού FBI».

Τέλος διαλείμματος.

Η παραμονή μου στο Σαντιάγκο είχε δυο φάσεις. Στην πρώτη έμεινα στον ξενώνα ενός μοναστηριού Δομινικανών στον δήμο Las Condes, στο πλαίσιο ενός συνεδρίου γύρω από την φιλοσοφία του Αγίου Θωμά του Ακινάτη (κι αυτός Δομινικανός). Το συνέδριο ήταν πολύ ενδιαφέρον με πολλούς συναδέλφους από τις γειτονικές χώρες και τις ΗΠΑ όπως και με συμμετοχή συναδέλφων από την Ελλάδα. Παρά τον κάπως κλειστό χαρακτήρα του, είχαμε ενδιαφέρουσες συζητήσεις και μπορώ να πω ότι βγήκα κερδισμένος από τη συμμετοχή. Σα αυτή τη φάση δεν έκανα πολλές εκδρομές στο κέντρο λόγω της σχεδόν ολοήμερης συμμετοχής μου στις συνεδρίες.

Μετά το τέλος του συνεδρίου είχα μια μέρα ελεύθερη πριν φύγω για το Ράπα Νούι (Νησί του Πάσχα) και επισκέφθηκα την «Πλάκα» του Σαντιάγο, τη συνοικία Lastarria. Εκεί είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ το μουσείο μοντέρνας τέχνης του Σαντιάγο. Το προηγούμενο απόγευμα συνάντησα μια παλιά φίλη μου από τη Λειψία η οποία τώρα είναι καθηγήτρια φιλοσοφίας σε ένα από τα μεγαλύτερα μη κρατικά πανεπιστήμια της Χιλής που έχει την έδρα του σε μια παλιά χασιέντα στο Las Condes. Το βράδυ της Κυριακής μετά το συνέδριο συναντήθηκα πάλι με τη φίλη μου Ρουθ και την κόρη της Ματίλντα και πήγαμε σε μια από τις πολλές γειτονιές του Σαντιάγο, το Barrio Italia – όπως και στην Αθήνα, οι γειτονιές στην ευρύτερη περιοχή έχουν μετατραπεί από γειτονιές με βιοτεχνίες σε γειτονιές με εστιατόρια. Θα λέγαμε ότι εδώ είναι του Ψυρρή του Σαντιάγο.

Ακολούθησε η εκδρομή στο Ράπα Νούι, το οποίο τις δυο πρώτες μέρες της παραμονής μου εκεί εξερεύνησα με το ποδήλατο – ανέβηκα και στον κρατήρα του Ορόνγκο… Όμως όπως είπα, επειδή η είσοδος στους αρχαιολογικούς χώρους επιτρέπεται μόνο με ξεναγό, έκλεισα στο τέλος μια ημερήσια ξενάγηση.

Επέστρεψα στο Σαντιάγο την νύχτα της περασμένης Παρασκευής 30 Οκτωβρίου και κατέλυσα σε ένα καλό ξενοδοχείο στο ιστορικό και εμπορικό κέντρο, πολύ κοντά στο προεδρικό μέγαρο Λα Μονέδα. Το Σάββατο το πέρασα περπατώντας στο κέντρο και επισκεπτόμενος τη Μονέδα, όπου ο Σαλβαδόρ Αλιέντε έπεσε μαχόμενος κατά των στασιαστών του προδότη Πινοτσέτ, υπερασπίζοντας τη Χιλιανή Δημοκρατία. Επισκέφτηκα και το μουσείο προκολομβιανής τέχνης, το οποίο κατά τη γνώμη μου πρέπει να είναι στο πρόγραμμα κάθε επισκέπτη. Αργότερα επισκέφτηκα με τη Ρουθ το ναό των Μπαχάι σε μια από τις πλαγιές των Άνδεων με πολύ ωραία θέα στο λεκανοπέδιο του Σαντιάγο και μέχρι τον Ειρηνικό, κάπου 40 χιλιόμετρα μακριά. Ο ναός, έργο του Καναδού αρχιτέκτονα Σιαμάκ Χαρίρι, είναι ένα κομψοτέχνημα, ανοιχτός για προσευχή σε κάθε θρήσκευμα, και το πάρκο που τον περιστοιχίζει είναι ένας πραγματικός τόπος ηρεμίας και περισυλλογής (η θρησκεία Μπαχά είναι η νεότερη θρησκεία που βασίζεται στη Θεία Αποκάλυψη. Εμφανίστηκε στο Ιράν τον 19ο αιώνα και οι πιστοί της στο Ιράν υπέστησαν πολλούς διωγμούς. Σήμερα το κέντρο της βρίσκεται στη Χάιφα του Ισραήλ).

Το βράδυ πήγα με τη Ρουθ και τον άντρα της, τον Λούις, που είναι και αυτός καθηγητής φιλοσοφίας αλλά στο κρατικό πανεπιστήμιο της Χιλής, σε ένα εστιατόρια στον δήμο Νιουνιόα, έναν από τους πιο προοδευτικούς δήμους του Σαντιάγο – γνώρισμα: η μέριμνα για τα αδέσποτα σκυλιά. Ήταν το βράδυ του Χαλογουίν και φυσικά γινόταν πανζουρλισμός. Το αποκορύφωμα της παραμονής μου ήταν η Κυριακή. Το πρωί επισκέφτηκα την οικία του Πάμπλο Νερούδα στη συνοικία Bellavista (Καλλιθέα) και, μετά, μαζί με τη Ρουθ και τη Ματίλντα, πήγαμε στο μητροπολιτικό πάρκο του Σαντιάγο που εκτείνεται στο λόφο San Cristobál. Στο πάρκο βρίσκεται και ο ζωολογικός κήπος μαζί με πολλούς χώρος αναψυχής και άθλησης. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι τα τρία τελεφερίκ (δυο με καλώδια και ένα με ράγες, όπως αυτό του Λυκαβηττού) που συνδέουν τα διάφορα μέρη του πάρκου. Στην κορυφή του λόφου δεσπόζει ένα άγαλμα της Παρθένου Μαρίας, που επειδή κοιτάει προς τις πλούσιες γειτονιές το Σαντιάγο κι έχει γυρισμένη την πλάτη στις φτωχότερες γειτονιές, θεωρείται από τους αριστερούς Χιλιανούς ως η «Μαρία των Πλουσίων». Πάμπλο Νερούδα και Μαρία των Πλουσίων σε μια μέρα – μια ωραία αντίθεση (για την επίσκεψή μου στην οικία του Πάμπλο Νερούδα σε ένα επόμενο κείμενο).

Το βράδυ το πέρασα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου με μερικά ποτήρια καλό κόκκινο κρασί από τους αμπελώνες της ιδιοκτήτριας εταιρείας.

Κι έτσι έφτασε η Δευτέρα που την πέρασα περπατώντας μέχρι το πάρκο Ματουκάμα. Το μεσημέρι ξαναπήγα στο πάρκο των Δομινικανών, εκεί όπου έμεινα όταν έφτασα στο Σαντιάγο την προηγούμενη εβδομάδα και ψώνισα μερικά δώρα για την οικογένεια, καθώς εκεί υπάρχουν πολλά μικρά καταστήματα με χειροτεχνήματα.

Αύριο ξαναγυρίζω στο ευρωπαϊκό φθινόπωρο.

Την επόμενη φορά θα φροντίσω να έρθω Δευτέρα με Δευτέρα για να προλάβω τα μουσεία ανοιχτά…

06 Νοεμβρίου 2026

Παράξενο να έρχεται το πρώτο γράμμα από τη Χιλή από ένα μικρό νησί στις εσχατιές του νότιου Ειρηνικού Ωκεανού. Όμως όλα έχουν την εξήγησή τους: έφτασα στο Σαντιάγκο την προηγούμενη εβδομάδα και έμεινα πέντε μέρες, όμως αυτές ήταν αφιερωμένες κυρίως σε ένα συνέδριο, οπότε δεν μπόρεσα να δω πολλά από τα αξιοθέατα της πόλης. Αυτό θα το κάνω από αύριο, αφού επιστρέψω. Σήμερα λοιπόν ένα γράμμα από τις εσχατιές του Ειρηνικού ωκεανού, από το νησί Ράπα Νούι, γνωστό και ως Νησί του Πάσχα.

 

Πλέον η επίσημη ονομασία του και στη Χιλή είναι Ράπα Νούι που στην πολυνησιακή γλώσσα των ντόπιων σημαίνει «μεγάλο νησί». Το νησί βέβαια δεν είναι και τόσο μεγάλο καθώς έχει έκταση 163,6 τετραγωνικά χιλιόμετρα, είναι δηλαδή λίγο μεγαλύτερο από την Κέα. Μαζί με το νησί Τριστάν ντα Κούνια που βρίσκεται στον νότιο Ατλαντικό συναγωνίζεται για τον τίτλο του πιο απομονωμένου σταθερά κατοικημένου μέρους της Γης, καθώς το επόμενο κατοικημένο νησί (το Πίτκαϊρν με μόνο 50 κατοίκους) απέχει 2.075 χλμ., ενώ οι πλησιέστερες ακτές της Χιλής, στην οποία το νησί ανήκει διοικητικά, απέχουν 3.512 χλμ. Η πτήση από το Σαντιάγκο διαρκεί περίπου πέντε ώρες.

Το νησί είναι ηφαιστειογενές και αποτελείται από τα κατάλοιπα τριών ηφαιστείων που είναι οι κορυφές μιας υποθαλάσσιας οροσειράς. Ως σχετικά νέος γεωλογικός σχηματισμός, το νησί δεν είχε γηγενή πανίδα εκτός από μερικά είδη πουλιών αλλά κατάφερε να αποκτήσει μια γηγενή χλωρίδα. Εξαιτίας της μικρής γεωλογικής του ιστορίας δεν έχει κοιτάσματα μεταλλευμάτων και βασικά αποτελείται από λάβα και άλλα ηφαιστειογενή υλικά: βασάλτη, οψιδιανό και σκωρία. Τα τρία ηφαίστεια  βρίσκονται στις άκρες του τριγωνικού νησιού και μεταξύ τους εκτείνονται λιβάδια. Δεν υπάρχουν ποτάμια ή ρυάκια, το γλυκό νερό συγκεντρώνεται σε λίμνες μέσα στους κρατήρες των ηφαιστείων ή αναβλύζει στις ακτές, καθώς το νερό της βροχής απορροφάται από το πορώδες έδαφος και χύνεται στην θάλασσα. Σήμερα, μεγάλο μέρος του πόσιμου νερού αποκτάται με αφαλάτωση.

Ο σταθερός πληθυσμός του νησιού είναι περίπου 7.000 κάτοικοι, περίπου οι μισοί από τους οποίους έλκουν την καταγωγή τους από τους πρώτους Πολυνήσιους εποίκους, που έφρασαν εκεί από τον 5ο ώς τον 8ο αιώνα μ.Χ. Η τοπική προφορική παράδοση λέει ότι οι πρώτοι έποικοι έφτασαν από τα νησιά Μαρκέζας υπό την ηγεσία του βασιλιά Χότου Ματού’α, με δυο καταμαράν. Ο Χότου Ματού’α αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του με τους πιστούς του επειδή είχε χάσει έναν πόλεμο με έναν άλλο τοπικό άρχοντα (σε αυτό το σημείο, ο εποικισμός του Ράπα Νούι θυμίζει τον εποικισμό της Ισλανδίας τον 8ο αιώνα μ.Χ. από Νορβηγούς πολιτικούς πρόσφυγες).

Όπως δείχνουν τα ιστορικά στοιχεία, στο νησί αναπτύχθηκε γρήγορα ένας πολυνησιακός πολιτισμός με μια κοινωνία χωρισμένη σε φάρες και κάστες υπό την ηγεσία τοπικών αρχόντων που βρίσκονταν σε συνεχή πόλεμο μεταξύ τους για τον έλεγχο των ζωτικών πόρων. Οι συνεχείς αυτοί πόλεμοι, σε συνδυασμό με μια σοβαρή οικολογική καταστροφή που οφειλόταν αφενός στην καταστροφική επίδραση του πολυνησιακού αρουραίου (ένα από τα δυο είδη ζώων που έφεραν μαζί τους οι πρώτοι έποικοι – το άλλο ήταν η όρνιθα), αφετέρου στην παράδοση της κατασκευής μεγάλων μονολιθικών αγαλμάτων για τη μετακίνηση των οποίων μάλλον θυσιάστηκαν πολλά από τα δέντρα του νησιού, οδήγησαν στον αποδεκατισμό του πληθυσμού, ώστε την εποχή της πρώτης επαφής με Ευρωπαίους εξερευνητές τον 18ο αιώνα, στους οποίους το νησί οφείλει και το «δυτικό» του όνομα, ο πληθυσμός είχε μειωθεί στους δυο με τρεις χιλιάδες κατοίκους από περίπου 17.000 κατά την περίοδο της ακμής του πολιτισμού τους, τον 10ο με 11ο αιώνα.

Το χαρακτηριστικό πολιτιστικό γνώρισμα των Πολυνήσιων εποίκων του νησιού είναι τα μεγάλα μονολιθικά αγάλματα, τα Μοάϊ, που είναι κατά πλειοψηφία λαξευμένα από την ηφαιστειακή τέφρα του ηφαιστείου Ράνα Ράκου. Χρονολογούνται ανάμεσα στο 1250 και το 1500, όταν η «παραγωγή» τους σταμάτησε απότομα. Πρόκειται για ένα σχετικά μαλακό υλικό με κίτρινο χρώμα, που όταν εκτεθεί στον αέρα σκληραίνει και μαυρίζει. Τα αγάλματα έχουν μεγάλο κεφάλι, σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα που είναι λαξευμένο μέχρι την μέση – με μια μόνη εξαίρεση, ένα άγαλμα που απεικονίζει έναν γονατιστό άνθρωπο. Σύμφωνα με τους ειδικούς, το μέγεθος του κεφαλιού των αγαλμάτων αντικατοπτρίζει τη μεγάλη σημασία που του έδιναν οι Πολυνήσιοι, αφού το θεωρούσαν έδρα της ψυχής και του πνεύματος. Τα χέρια είναι ανάγλυφα και συνήθως απεικονίζονται σταυρωμένα μπροστά στο στομάχι. Με μία και μοναδική εξαίρεση, τα Μοάϊ απεικονίζουν ανδρικές φιγούρες – το άγαλμα της πρώτης βασίλισσας φυλάσσεται στο αρχαιολογικό μουσείο του νησιού (που ήταν δυστυχώς κλειστό).

Τα Μοάϊ απεικονίζουν τους αρχηγούς των διάφορων σογιών και είναι τοποθετημένα σε εξέδρες που ονομάζονται Άχου. Το πεδίο γύρω από τα Άχου χρησιμοποιούνταν ως νεκροταφείο του εκάστοτε σογιού. Τα αγάλματα είναι τοποθετημένα με τις πλάτες προς τη θάλασσα και κοιτάνε προς το χωριό. Στο πίσω μέρος του Άχου βρίσκεται το σημείο καύσης των νεκρών και κάτω από την εξέδρα είναι τα οστεοφυλάκια. Οι μη ευγενείς νεκροί είναι θαμμένοι μπροστά από το Άχου, ενώ η οικία του αρχηγού του σογιού βρίσκεται μπροστά από τον ταφικό χώρο με την είσοδο να κοιτάει προς το χωριό. Τα σπίτια του χωριού είναι χτισμένα απέναντι από την οικία του αρχηγού και απέναντι από το Άχου και κοιτάνε προς αυτό. Ο ξεναγός μάς είπε ότι σε ένα σημείο υπάρχει ένα Άχου με επτά αγάλματα που κοιτάνε προς τη θάλασσα και εικάζεται ότι πρόκειται για πνεύματα που οδηγούν θαλασσοπόρους προς το νησί.

Στα νεότερα αγάλματα το κεφάλι φέρει μια απεικόνιση της κόμης των ευγενών νεκρών, γιατί μόνο σ’ αυτούς επιτρεπόταν να έχουν μακριά μαλλιά που τα έβαφαν κόκκινα με φυσική σκωρία. Έτσι, το κεφάλι του νεκρού επιστεγάζεται από μια κόκκινη πέτρα που συμβολίζει την κόμη του. Πριν από μερικές δεκαετίες οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ότι στις κόγχες των ματιών ήταν τοποθετημένα μάτια από άσπρο κοράλλι με μια μαύρη ή κόκκινη πέτρα στη θέση της κόρης. Έτσι τα μάτια των αγαλμάτων έλαμπαν ιδιαίτερα κατά το ηλιοβασίλεμα δείχνοντας στους γηγενείς ότι τα πνεύματα των νεκρών τους προστάτευαν.

Γύρω από την κατασκευή των Μοάι είχε στηθεί μια ολόκληρη «βιομηχανία» καθώς αυτά έπρεπε να λαξευτούν από τις πλαγιές του ηφαιστείου, να φινιριστούν και να στολιστούν με διάφορες απεικονίσεις τατουάζ ή άλλα σύμβολα και στο τέλος να μεταφερθούν και να τοποθετηθούν στους ταφικούς χώρους που απείχαν πολλά χιλιόμετρα από το λατομείο. Το βάρος τους κυμαίνεται ανάμεσα στους 12 και στους 86 τόνους, ενώ οι τρόποι μεταφοράς τους είναι ακόμα αντικείμενο ερευνών και θεωριών. Δεν είναι γνωστό αν η κατασκευή τους ήταν προνόμιο μιας εξειδικευμένης κάστας ή συντεχνίας ή αν κάθε σόι είχε τους δικούς του μάστορες.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι μάστορες φρόντιζαν να αποτυπώσουν στο πρόσωπο κάθε αγάλματος την προσωπική έκφραση του ανθρώπου τη στιγμή του θανάτου του. Έτσι υπάρχουν αγάλματα που τα πρόσωπά τους αποτυπώνουν πόνο ή ηρεμία, και ένα έχει μια έκφραση σαν να δίνει ένα φιλί. Αυτό μας δείχνει ότι η γλυπτική τέχνη στο νησί διέτρεξε μια διαδικασία εξέλιξης –όπως δείχνει και το εύρημα ενός αγάλματος σε γονατιστή στάση προσευχής–, η οποία ίσως να είχε φτάσει σε ένα επίπεδο όπως αυτό των πολιτισμών της Μεσογείου ή της Ασίας, αν δεν σταματούσε ξαφνικά λόγω μιας βαθιάς πολιτικής, κοινωνικής και οικολογικής κρίσης που ξέσπασε κατά τον 13ο αιώνα μ.Χ. και οδήγησε στον αποδεκατισμό του πληθυσμού και στην καταστροφή των περισσότερων Μοάι – θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί εικονοκλαστική περίοδος γιατί τα Άχου καταστράφηκαν και τα Μοάι ρίχτηκαν με το πρόσωπο στο χώμα, σύμβολο ότι οι πρόγονοι πλέον δεν μπορούν να προστατέψουν τους ανθρώπους.

Εκτός από τα Μοάι, το νησί είναι γεμάτο με υπολείμματα του αρχαίου πολιτισμού: οικίες, άλλα τελετουργικά σημεία, ανάγλυφα που απεικονίζουν θεότητες και μερικές επιγραφές με ιερογλυφικά που δεν έχουν ακόμα διαβαστεί, παρ’ όλο που μερικά σύμβολα απαντώνται και σε επιγραφές σε άλλα μέρη της Πολυνησίας. Έχει επίσης διασωθεί το κέντρο λατρείας του λεγόμενου «ανθρώπου-πουλιού» όπου κάθε χρόνο λάμβανε χώρα μια ιεροτελεστία κατά την οποία οι επιλεγμένοι από κάθε αρχηγό σογιού κολυμπούσαν σε ένα κοντινό νησάκι για να συλλέξουν το πρώτο αβγό που θα γεννούσαν τα πουλιά του είδους Onychoprion fuscatus, του χελιδονιού της θάλασσας, που ερχόταν σε αυτό το μέρος για αναπαραγωγή.

Σήμερα, το νησί είναι μέρος της Δημοκρατίας της Χιλής με ειδικό καθεστώς προστασίας. Έχει περίπου επτά χιλιάδες μόνιμους κατοίκους και υλικά εξαρτάται κατά 95% από εισαγωγές. Η κύρια απασχόληση των κατοίκων είναι ο τουρισμός, αν και ιδιαίτερα μετά την πανδημία γίνονται προσπάθειες για την ανάπτυξη μιας γηγενούς γεωργίας και κτηνοτροφίας – εκτρέφονται ελεύθερα άλογα και βοοειδή που βόσκουν σε εκτεταμένα λιβάδια τα οποία βρίσκονται ανάμεσα στους αρχαιολογικούς χώρους. Διάβασα ότι γίνονται και προσπάθειες επανεκκίνησης της αμπελοκαλλιέργειας με ποικιλίες που εισάχθηκαν τους προηγουμένους αιώνες από τους Ευρωπαίους αλλά εγκαταλείφθηκαν και εν τω μεταξύ έχουν προσαρμοστεί στο τοπικό μικρόκλιμα. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να βρω τοπικό κρασί.

Η πρόσβαση στο νησί ελέγχεται αυστηρά και η παραμονή σε μη μόνιμους κατοίκους είναι περιορισμένη σε 30 ημέρες. Απαγορεύεται η εισαγωγή και η εξαγωγή τροφίμων, όπως και η εξαγωγή χώματος, βράχων, ορυκτών και φυσικά αντικειμένων με αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Όλο σχεδόν το νησί είναι εθνικό πάρκο της Χιλής και η πρόσβαση στους αρχαιολογικούς χώρους επιτρέπεται μόνο με οδηγό, ενώ πρέπει κανείς να αγοράσει και ένα εισιτήριο δεκαήμερης διάρκειας που κοστίζει γύρω στα 95 ευρώ για μη Χιλιανούς πολίτες. Οι εκδρομές κοστίζουν ανάλογα με το σέρβις που προσφέρεται από 50 μέχρι 90 ευρώ, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα να προσλάβει κανείς προσωπικό ξεναγό, φυσικά με πιο υψηλό αντίτιμο. Οι τιμές εν γένει βρίσκονται σε επίπεδο Ελλάδας, κάτι που δεν είναι παράξενο αν λάβει κανείς υπόψη του την απομόνωση του νησιού και τη σχεδόν απόλυτη εξάρτησή του από εισαγωγές.

Η επιβατική συγκοινωνία με την ηπειρωτική Χιλή διεξάγεται αποκλειστικά αεροπορικώς ενώ όλα σχεδόν τα αναγκαία υλικά, από τσιμέντο μέχρι αυτοκίνητα, λεωφορεία, μηχανήματα έργων, τρόφιμα διαρκείας, φάρμακα κ.λπ. έρχονται μια φορά το μήνα με το πλοίο τροφοδοσίας. Επειδή δεν υπάρχει κατάλληλο λιμάνι το πλοίο παραμένει αρόδο και τα πράγματα μεταφορτώνονται σε λάντζες για να βγουν στη στεριά.

Όσο για το αεροδρόμιο: δεν θυμίζει ελληνικό επαρχιακό αεροδρόμιο της δεκαετίας του 1980, γιατί στα ελληνικά επαρχιακά αεροδρόμια της δεκαετίας του 1980 ΔΕΝ έτρεχαν κοτόπουλα ανάμεσα στους επιβάτες που περίμεναν να επιβιβαστούν.

Αυτά προς το παρόν, το επόμενο γράμμα θα έρθει από το Σαντιάγο.

01 Νοεμβρίου 2026