Κίεβο
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ σφαγή του Μαϊντάν: η αποτυχημένη αναθεώρηση
Ivan Katchanovski, The Maidan Massacre in Ukraine: The Mass Killing that Changed the World. Palgrave Macmillan, 2024, xix + 266 σελ.
Στις 20 Φεβρουαρίου 2014, έπειτα από πολυήμερες διαδηλώσεις στο κέντρο του Κιέβου, σημειώθηκαν σφοδρές συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία. Από τις συγκρούσεις, αλλά και από πυροβολισμούς που τυφλά κατευθύνθηκαν προς το πλήθος των διαδηλωτών, σκοτώθηκαν περίπου 130 άνθρωποι. Η σφαγή του Μαϊντάν, όπως αποκλήθηκε εκείνο το επεισόδιο, ήταν το ποτήρι που ξεχείλισε. Η Βουλή απέπεμψε τον εχθρό της ευρωπαϊκής πορείας της Ουκρανίας, ρωσόφιλο έως τότε πρόεδρο, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, από την ηγεσία ενώ ο ίδιος είχε λίγο νωρίτερα καταφύγει στη Ρωσία. Πολλά χρόνια μετά, ο Ιβάν Κατσανόφσκι, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Οτάβα του Καναδά, επιδιώκει την αναθεώρηση όσων συνέβησαν εκείνη την ημέρα, με στόχο να αλλάξει το νόημα της σφαγής του Μαϊντάν και, συνολικότερα, της ουκρανικής «Επανάστασης της αξιοπρέπειας». Η μέθοδός του έχει κενά, γνωστικές και επιστημονικής ακροβασίες. [TBJ]
Το βιβλίο του Ιβάν Κατσανόφσκι, The Maidan Massacre in Ukraine (Η σφαγή του Μαϊντάν στην Ουκρανία), προσφέρει μια από τις πιο αμφιλεγόμενες επανερμηνείες των πυροβολισμών στο Κίεβο τον Φεβρουάριο του 2014. Ο κεντρικός του ισχυρισμός είναι ότι οι θανατηφόροι πυροβολισμοί εναντίον διαδηλωτών δεν ήταν καταρχήν έργο του μηχανισμού κρατικής ασφάλειας του Γιανουκόβιτς, αλλά ότι ενεπλάκησαν σκοπευτές που δρούσαν από τοποθεσίες οι οποίες είχαν συνδεθεί με τη δραστηριότητα του κινήματος διαμαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένου του ξενοδοχείου Ουκράινα. Το βιβλίο, επομένως, δεν αφορά μόνο την αναστοιχειοθέτηση ενός βίαιου γεγονότος, αλλά αποτελεί και μια αναθεωρητική προσπάθεια να αλλάξει το νόημα της σφαγής του Μαϊντάν.
Εμπειρική πυκνότητα
Μια αμφιλεγόμενη θέση δεν αποτελεί, από μόνη της, επιστημονική αδυναμία. Οι κυρίαρχες αφηγήσεις πρέπει να δοκιμάζονται. Τα δύσκολα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να εξετάζονται. Οι δυσάρεστες ερωτήσεις δεν πρέπει να αποφεύγονται.
Το πρόβλημα με αυτό το βιβλίο είναι διαφορετικό: το συμπέρασμα είναι ισχυρότερο από τη μέθοδο που το υποστηρίζει. Το βασικό αποδεικτικό υλικό του βιβλίου εμπίπτει σε πεδία στα οποία ο συγγραφέας δεν έχει επιδείξει αναγνωρισμένη εμπειρογνωμοσύνη. Ο Κατσανόφσκι συγκεντρώνει μεγάλη ποσότητα βίντεο, μαρτυριών, δικαστικού υλικού, εγκληματολογικών στοιχείων και αναφορών των μέσων ενημέρωσης. Ωστόσο, η συσσώρευση δεν αποτελεί μέθοδο. Ένας σωρός από δεδομένα δεν καθίσταται απόδειξη απλώς και μόνο επειδή είναι μεγάλος.
Η εμπειρική πυκνότητα του βιβλίου μπορεί να εντυπωσιάσει έναν μη ειδικό αναγνώστη. Γίνονται αναφορές σε οπτικό υλικό, σε καταθέσεις μαρτύρων, σε υλικό έρευνας, σε δικαστικές πηγές, σε ιατρικές εκθέσεις και σε εκθέσεις βαλλιστικής έρευνας, καθώς και σε δημοσιευμένες πηγές από τα μέσα ενημέρωσης. Αλλά το ουσιαστικό ερώτημα δεν έχει σχέση με το πόσο υλικό παρατίθεται. Το ερώτημα είναι πώς επιλέγεται, πώς ελέγχεται, πώς ταξινομείται και πώς ερμηνεύεται αυτό το υλικό. Εδώ, το βιβλίο παραμένει αδύναμο. Δεν παρέχει ένα διαφανές πρωτόκολλο αποδεικτικών στοιχείων: τι κάνει ένα βίντεο αξιόπιστο και τι ένα άλλο περιθωριακό· τι κάνει έναν μάρτυρα κρίσιμο και έναν άλλο αναξιόπιστο· πώς σταθμίζονται τα αντιφατικά στοιχεία· και πώς αντιμετωπίζονται οι πολιτικά ελεγχόμενες πηγές.
Αυτή η αδυναμία είναι ιδιαίτερα εμφανής στη χρήση οπτικού υλικού. Οπτικό υλικό χρησιμοποιείται επανειλημμένα για να συναχθούν συμπεράσματα για την κατεύθυνση των πυρών, για τις πιθανές θέσεις αυτών που πυροβολούσαν και για τις κινήσεις που ακολούθησαν. Μια τέτοια δουλειά απαιτεί προσεκτική πιστοποίηση, συγχρονισμό και κριτική των πηγών. Ένα βίντεο δεν είναι άμεσο παράθυρο στην αλήθεια· είναι μερικό, υποκειμενικό και συχνά το νόημά του δίνεται εκ των υστέρων από παράγοντες με συγκεκριμένα συμφέροντα. Μεγάλο μέρος του οπτικού υλικού που χρησιμοποιείται για την υποστήριξη του επιχειρήματος του Κατσανόφσκι έχει πολιτικά αμφισβητήσιμη ιστορία, γεγονός που απαιτεί πολύ πιο αυστηρή κριτική των πηγών από αυτήν που προσφέρει το βιβλίο. Όταν το οπτικό υλικό προέρχεται από πολιτικά εμπλεκόμενα περιβάλλοντα, μπορεί να περιέχει χρήσιμες πληροφορίες, αλλά μόνο αν η προέλευσή του εξεταστεί ανοιχτά. Χωρίς αυτή την τοποθέτηση στο πλαίσιο, η χρήση του ως αποδεικτικού στοιχείου δείχνει υποκειμενική ανάγνωση και όχι προσεκτική επιστημονική έρευνα.
Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται και στην αντιμετώπιση του ξενοδοχείου Ουκράινα. Στο βιβλίο του Κατσανόφσκι, το ξενοδοχείο δεν είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Είναι ένας βασικός πυλώνας. Εάν η παρουσία, η ταυτότητα και οι πολιτικές δεσμεύσεις των φερόμενων ως σκοπευτών σε αυτό το κτίριο δεν μπορούν να αποδειχθούν, η ευρύτερη ερμηνεία χάνει τα θεμέλιά της. Η τοποθεσία δεν αποδεικνύει την ταυτότητα, η πρόσβαση δεν αποδεικνύει την πολιτική προτίμηση και η συλλογιστική δεν μπορεί να αντικαταστήσει την απόδειξη. Το βιβλίο δεν παρέχει επαληθευμένη ταυτοποίηση των εν λόγω σκοπευτών με όνομα ή αξιόπιστη φυσική περιγραφή, ούτε παρέχει σαφή οπτικά στοιχεία που να δείχνουν ότι δρούσαν από το ξενοδοχείο Ουκράινα. Οι πιθανές θέσεις προέλευσης των πυροβολισμών δεν είναι αποδεικτικό ισοδύναμο με τους ταυτοποιημένους δράστες.
Το πρόβλημα είναι η υπερβολικά εύκολη εξαγωγή συμπερασμάτων. Ένας ήχος σε ένα βίντεο μετατρέπεται σε πιθανή κατεύθυνση πυρός· μια πιθανή κατεύθυνση, σε πιθανή τοποθεσία· μια τοποθεσία, σε κτίριο· ένα κτίριο γίνεται πολιτική προτίμηση· και η συγκεκριμένη πολιτική κατηγοριοποίηση μεταμορφώνεται σε ευθύνη. Κάθε βήμα ενέχει αβεβαιότητα. Ωστόσο, το σωρευτικό επιχείρημα παρουσιάζεται σαν να ήταν η αλυσίδα αδιάσπαστη. Αυτό που παρουσιάζεται ως απόδειξη είναι συχνά συμπέρασμα· αυτό που παρουσιάζεται ως μέθοδος είναι συχνά συσσώρευση υλικού. Το αποτέλεσμα δεν αποδεικνύει εξειδίκευση, η χρήση υλικού που μοιάζει εξειδικευμένο δεν έχει την πειθαρχία που απαιτεί η μελέτη τέτοιου υλικού.
Μεθοδολογικές αστοχίες και πλάνες
Το βιβλίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ειδικά πεδία στα οποία ο συγγραφέας δεν έχει επιδείξει αναγνωρισμένη εμβάθυνση ούτε πολύ περισσότερο εξειδίκευση: εγκληματολογία, βαλλιστική, ποινική-ανακριτική διαδικασία και αναπαράσταση σκηνής εγκλήματος. Δεν πρόκειται για ένα ασήμαντο ζήτημα ακαδημαϊκού υπόβαθρου. Αφορά τον πυρήνα της αξιοπιστίας του βιβλίου του. Οι μελετητές μπορούν προφανώς να εισέλθουν σε νέα πεδία, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να αποδείξουν ότι πληρούν τις προδιαγραφές αυτών των πεδίων. Ένας πολιτικός επιστήμονας μπορεί να αναλύει την πολιτική βία, αλλά δεν μπορεί να δανειστεί την ορολογία της εγκληματολογίας και της βαλλιστικής αναμένοντας απλώς να προκύψει η αξιοπιστία που απορρέει από την εξειδίκευση. Η εξειδίκευση δεν μεταφέρεται μέσω της εγγύτητας: ένας οδοντίατρος δεν μπορεί να εκτελέσει εγχείρηση εγκεφάλου επειδή τόσο η οδοντιατρική όσο και η νευροχειρουργική είναι ιατρικές ειδικότητες.
Γι' αυτό έχει σημασία η επιστημονική αστάθεια του βιβλίου. Άλλοτε η ανάλυση εμφανίζεται ως πολιτική επιστήμη, άλλοτε ως αναπαράσταση σκηνής εγκλήματος, άλλοτε ως νομική ανάλυση και άλλοτε ως σύγχρονη ιστορία. Η διεπιστημονικότητα μπορεί να είναι παραγωγική, όταν όμως αποδέχεται και πληροί τις προδιαγραφές και τις πειθαρχίες κάθε πεδίου στο οποίο εισέρχεται. Εδώ η κίνηση μεταξύ των πεδίων συχνά μοιάζει λιγότερο με ενσωμάτωση και περισσότερο με υπεκφυγή. Το πλαίσιο της πολιτικής επιστήμης καθίσταται αντικείμενο επίκλησης, αλλά δεν χρησιμοποιείται συστηματικά. Οι εγκληματολογικές αξιώσεις προωθούνται χωρίς επαρκή τεχνική επικύρωση. Το ιστορικό πλαίσιο εφαρμόζεται επιλεκτικά. Το βιβλίο δανείζεται επιστημολογικό κύρος από διάφορα πεδία χωρίς να λογοδοτεί επαρκώς σε κανένα από αυτά.
Η αντιμετώπιση της κρατικής ευθύνης είναι επίσης προβληματική. Η απουσία άμεσης γραπτής διαταγής από τον Βίκτορ Γιανουκόβιτς ή ανώτερους αξιωματούχους για τη δολοφονία διαδηλωτών δεν μπορεί να θεωρηθεί απαλλακτικό στοιχείο. Η σύγχρονη κρατική βία σπανίως εμφανίζεται στα αρχεία ως κάποια σαφώς και ρητά υπογεγραμμένη διαταγή. Η καταστολή λειτουργεί συχνά μέσω εξουσιοδοτημένων αρχών, έμμεσων σημάτων, άτυπων ιεραρχιών και κλιμακούμενου εξαναγκασμού. Οι πυροβολισμοί έλαβαν χώρα έπειτα από μήνες βίας εναντίον διαδηλωτών: μήνες ξυλοδαρμών, εκφοβισμών, απαγωγών, βασανιστηρίων και θανάτων που είχαν προηγηθεί. Αν απομονώνουμε την 20ή Φεβρουαρίου από αυτό το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο σημαίνει ότι παραμορφώνουμε το ιστορικό πεδίο.
Το επιχείρημα του Κατσανόφσκι έχει επίσης πρόβλημα αποδοχής. Παρά την προβολή του στη δημόσια συζήτηση, δεν έχει εξελιχθεί σε παραγωγική ερευνητική κατεύθυνση στις Ουκρανικές Σπουδές, τις Ανατολικοευρωπαϊκές Σπουδές ή τη μελέτη του Μαϊντάν. Η προβολή δεν είναι το ίδιο με την επιστημονική αποδοχή. Μια μονογραφία που ισχυρίζεται ότι μετασχηματίζει την κατανόηση ενός από τα κεντρικά γεγονότα της σύγχρονης ουκρανικής ιστορίας πρέπει να δοκιμαστεί στους επιστημονικούς χώρους όπου μελετώνται το γεγονός αυτό και τα αποδεικτικά στοιχεία του: σύγχρονη ουκρανική ιστορία, πολιτική βία, εγκληματολογία και νομική ανάλυση. Η προβολή της δεν έχει μετασχηματιστεί σε αναγνωρισμένο έργο το οποίο διευρύνει την έρευνα σε όλα αυτά πεδία. Η κυκλοφορία δεν αποτελεί επικύρωση και η επανάληψη δεν είναι αποδοχή.
Το βιβλίο τείνει περαιτέρω προς την αιτιώδη υπερβολή. Συνδέοντας τους πυροβολισμούς στο Μαϊντάν με την πτώση του Γιανουκόβιτς, την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, τον πόλεμο στο Ντονμπάς και την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία το 2022 συμπιέζει μια πολύπλοκη ιστορική διαδικασία σε μια απλουστευμένη αλυσίδα. Αυτό διογκώνει την επεξηγηματική δύναμη του βιβλίου υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα τη ρωσική δραστηριότητα, τη μακροπρόθεσμη ρωσική πίεση κατά της ουκρανικής κυριαρχίας και τις συγκεκριμένες αποφάσεις του ρωσικού κράτους. Δεν απλοποιεί απλώς την ιστορία. Διακινδυνεύει να κάνει τη ρωσική επιθετικότητα να φαίνεται αμυντική, συγκαλύπτοντας την ωμότητά της.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι η αδύναμη επιστημονική έρευνα, μόλις δημοσιευτεί, αποκτά δύναμη και απήχηση πέρα από την ίδια. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι το επιχείρημα είναι αδύναμο· είναι ότι η δημοσίευση δίνει στα αδύναμα επιχειρήματα αδικαιολόγητη δύναμη. Εισέρχεται σε βιβλιογραφίες, εμφανίζεται σε υποσημειώσεις και αναφέρεται από αναγνώστες που δεν εξετάζουν τα θεμέλιά της. Δίνει στους πολιτικά ενδιαφερόμενους φορείς μια βολική φράση: «υπάρχει μια ακαδημαϊκή μελέτη που το αποδεικνύει». Από εκείνο το σημείο και μετά, άλλοι μελετητές πρέπει να αφιερώσουν χρόνο για να διορθώσουν αυτό που δεν έπρεπε να είχε λάβει τέτοια δύναμη εξαρχής. Τα κακά επιχειρήματα συχνά επιβιώνουν της επιστημονικής τους ήττας.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Κατσανόφσκι μπορεί να θέσει δυσάρεστες ερωτήσεις. Μπορεί. Το ζήτημα είναι αν έχει δημιουργήσει την εμπειρογνωμοσύνη που απαιτείται για να τις απαντήσει. Το βιβλίο δεν δείχνει ότι το έχει κάνει. Οι πυροβολισμοί στο Μαϊντάν απαιτούν σοβαρή, διεπιστημονική και μεθοδολογικά διαφανή έρευνα. Απαιτούν τη συνεργασία εγκληματολογικής εμπειρογνωμοσύνης, νομικής ακρίβειας, ιστορικού πλαισίου και πολιτικής ανάλυσης. Δεν ωφελούνται από μια αντιπαράθεση που παρουσιάζεται ως ακρίβεια. Το Μαϊντάν αξίζει σοβαρή επιστημονική έρευνα, όχι σωρούς δεδομένων που εκλαμβάνονται ως γνώση.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
* Η κριτική αυτή βασίζεται σε ένα εκτενέστερο δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο IKRS: https://ikrs.org/controversy-is-not-method-ivan-katchanovsky-and-the-politics-of-the-maidan-shootings/.