Κωνσταντίνος Πίττας, Φωτογραφία, Κίχλη, Αθήνα 2026, 280 σελ.
Ο Κωνσταντίνος Πίττας είναι φωτογράφος. Στο νέο λεύκωμά του, με 135 φωτογραφίες του, είναι και συγγραφέας – αφού τις φωτογραφίες συνοδεύουν 120 μικρής έκτασης κείμενα. Πολλές από τις φωτογραφίες και πολλά από τα κείμενα είχαν δημοσιευτεί στην τακτική μηνιαία ρουμπρίκα του στο Books’ Journal – αν και η ποιότητα της εκτύπωσης κάνει τις φωτογραφίες του μοναδικές. Κι είναι μοναδικές αφού είναι ό,τι ο ίδιος ο φωτογράφος επέλεξε από ένα τεράστιο αρχείο με υλικό από τις περιπλανήσεις του στην Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και των παρατηρήσεών του για την Αθήνα της δεκαετίας του 1980. [ΤΒJ]
Στο πλαίσιο της σειράς «Βιβλιοθήκη της Τέχνης» των Εκδόσεων Κίχλη κυκλοφόρησε τον Απρίλιο το λεύκωμα με τίτλο Φωτογραφία του Κωνσταντίνου Πίττα, ένα υβριδικό έργο που συνδυάζει σύντομα κείμενα και φωτογραφίες σε ιδιαίτερα προσεγμένη διτονική εκτύπωση. Οι φωτογραφίες προέρχονται από την Αθήνα της δεκαετίας του 1980 και από ένα μεγάλο ταξίδι στις χώρες της Ευρώπης του Ψυχρού Πολέμου, το οποίο ολοκληρώθηκε στο Βερολίνο την ημέρα της πτώσης του Τείχους.
Το βιβλίο υπερβαίνει τα όρια ενός φωτογραφικού λευκώματος με συνοδευτικά κείμενα και συγκροτεί μια άσκηση πάνω στη φύση της φωτογραφικής πράξης. Εκεί όπου η παραδοσιακή φωτογραφία διεκδικούσε τo χαρακτήρα του τεκμηρίου, ο Πίττας μετατοπίζει το ενδιαφέρον προς μια φαινομενολογία του βλέμματος. Δεν τον απασχολεί τόσο τι απαθανατίζει η εικόνα, όσο ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται ως εμπειρία και επανεγγράφεται στο χρόνο. Η μετατόπιση αυτή τον φέρνει εγγύτερα σε προβληματισμούς που συναντά κανείς στη σκέψη της Σούζαν Σόνταγκ, όπου η φωτογραφία παύει να είναι ουδέτερη καταγραφή και γίνεται πράξη επιλογής, αποκλεισμού και, τελικά, ερμηνείας. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη συχνά αποστασιοποιημένη στάση της Σόνταγκ, ο Πίττας επιμένει σε μια ενσώματη, βιωματική σχέση με το υλικό του. Η εικόνα δεν ερμηνεύεται απλώς· επανενεργοποιείται μέσω της γραφής, σαν να αναζητά εκ των υστέρων το ίδιο της το νόημα. Το βιβλίο συνομιλεί έμμεσα και με τον Ρολάν Μπαρτ, ιδίως με την έννοια του punctum: εκείνης της μικρής, συχνά απροσδιόριστης λεπτομέρειας που «τρυπά» τον θεατή και ενεργοποιεί μια προσωπική, μη αναγώγιμη εμπειρία. Εδώ, το punctum ανακύπτει στα σημεία τριβής μεταξύ εικόνας και κειμένου.
Η υβριδική μορφή του λευκώματος υπονομεύει επίσης την έννοια της ενιαίας αφηγηματικής φωνής. Ο Πίττας δεν εμφανίζεται ως σταθερός αφηγητής, μα ως πολλαπλό υποκείμενο: άλλοτε είναι ο νεότερος εαυτός που φωτογραφίζει, άλλοτε ο ώριμος που αναστοχάζεται, κι άλλοτε μια «ξένη» φωνή, που μοιάζει να αναδύεται από τα ίδια τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το έργο αγγίζει μια μπενγιαμινική σύλληψη της μνήμης, όπου το παρελθόν δεν αναπαρίσταται αλλά αναζωπυρώνεται στο παρόν.
Μαρτυρία για την Ευρώπη
Οι δύο βασικοί άξονες του έργου –η Αθήνα και η ευρωπαϊκή περιπλάνηση–, πέρα από γεωγραφικά σημεία, λειτουργούν ως δύο όψεις της ίδιας ιστορικής έντασης. Η Αθήνα παρουσιάζεται ως τόπος ημιτελούς νεωτερικότητας, όπου η πρόοδος δεν εδραιώνεται και η παράδοση επιστρέφει διαρκώς ως ενεργή δύναμη, ενώ, αντίστοιχα, η Ευρώπη που καταγράφει ο Πίττας δεν είναι η αυτάρεσκη Δύση των μεγάλων αφηγήσεων, αλλά ένα πεδίο αντιφάσεων, όπου η ευημερία συνυπάρχει με την κόπωση και η πρόοδος με την εσωτερική αποσύνθεση. Το βλέμμα του έλκεται από πρόσωπα, καταστάσεις και τόπους που δεν εντάσσονται πλήρως σε κανένα σταθερό πλαίσιο. Με αυτή την επιμονή στο μεταίχμιο, η ελληνική συνθήκη παύει να εμφανίζεται ως περιφερειακή ιδιαιτερότητα και μετατρέπεται σε προνομιακό πεδίο κατανόησης της ευρύτερης ευρωπαϊκής αστάθειας.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το έργο εγγράφεται σε μια ευρύτερη προβληματική για την κρίση της νεωτερικής υποκειμενικότητας. Το βλέμμα που περιπλανιέται στις ευρωπαϊκές πόλεις παραμένει εύθραυστο και εκτεθειμένο σε ό,τι δεν μπορεί να αφομοιώσει πλήρως. Η εμπειρία της περιπλάνησης δεν οδηγεί σε γνώση με την κλασική έννοια, αλλά σε μια μορφή αβεβαιότητας – και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απώλειας.
Η Φωτογραφία λειτουργεί ταυτόχρονα ως μαρτυρία μιας εποχής και ως άσκηση πάνω στον χρόνο: πώς αυτός αλλοιώνει την εικόνα, μετασχηματίζει τη μνήμη, και επιστρέφει για να επαναδιαπραγματευτεί ό,τι κάποτε θεωρήσαμε δεδομένο. Σε μια εποχή όπου η εικόνα καταναλώνεται στιγμιαία, αυτή η επιμονή στη διάρκεια και στην αμφισημία αποκτά ιδιαίτερο βάρος, καθώς και μια υπόγεια πολιτική διάσταση.