Γιάννης Γρυπάρης
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΓιάννης Γρυπάρης: Βαρύ το μεταφραστικό του αποτύπωμα
«Έχω πίστη ακλόνητη στα πεπρωμένα του έθνους μου. Κι’ αιστάνομαι, πως, όπου και να ’ναι, έφτασε η μοιρόγραφτη ώρα, που θα λάβει τέλεια συνείδηση του εαυτού του και ξελαγαρισμένο από τα στερνά κατακάθια του Μεσαίωνά του, θα πάρει τη θέση που του αξίζει ανάμεσα στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια...». Από συνέντευξη του Γ. Γρυπάρη, στην εφημερίδα Δημοκρατία, 10 Φεβρουαρίου 1926.
Ο Γιάννης Γρυπάρης (1871-1942), γεννημένος στη Σίφνο, εγγράφεται στα ελληνικά γράμματα ως μεταφραστής και ως ποιητής. Άνισα τα αποτυπώματά του, καθώς εκτιμήθηκε πολύ περισσότερο το μεταφραστικό του έργο –πολυπληθέστερο και σε όγκο– έναντι του ποιητικού (το Σκαραβαίοι και τερρακότες, Αθήνα, Ι. Ν. Σιδέρης, 1919, είναι η μοναδική του συλλογή). Παρά το ότι είχε διαβαστεί και επαινεθεί, τότε, ο ίδιος, με ταπεινοφροσύνη είχε δηλώσει: «έπαψα να γράφω, γιατί είδα πως δεν είμαι παρά ένας ποιητής εβδόμης τάξεως».
Για τα δύο αυτά πεδία, της ποιητικής και της μεταφραστικής του δραστηριότητας, με αφορμή τα 25 χρόνια από το θάνατό του, μιλούν σε συνέντευξή τους στην Μεσημβρινή, 11 Μαρτίου 1967, ο ποιητής και κριτικός Κώστας Στεργιόπουλος (1926-1916) και ο πεζογράφος και μεταφραστής Άγγελος Βλάχος (1915-2003). Ο Στεργιόπουλος τοποθετείται κριτικά στο ποιητικό του έργο, αλλά θεωρεί ότι αντέχει ακόμα στην κριτική, ενώ ο Βλάχος, που εκθειάζει το μεταφραστικό έργο του, θεωρεί ότι ξεπερνιέται καθώς κάθε γενιά θα παράγει νέες μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων.
Κώστας Στεργιόπουλος
– Βρίσκετε ότι προβάλλουν σήμερα περισσότερο οι αρνητικές του πλευρές;
– Ίσως θα ήταν άστοχο να τις ονομάσουμε έτσι. Πολλές φορές ό,τι εμείς θεωρούμε αρνητικό είναι ένα οργανικό στοιχείο του ποιητή, που χωρίς αυτό θα έχανε τη μοναδικότητα και την ιδιομορφία του. Ο Γρυπάρης ήταν αναμφισβήτητα ποιητής, αλλά με καταγωγή «φιλολογική». Απηχούσε τις αντιλήψεις για την ποίησι μιας άλλης εποχής, που θεωρούσε αρετή τον ωραίο λόγο, το κοσμητικό επίθετο και τα «καλλιλογικά στοιχεία»...
– Δεν είχε, δηλαδή, καμμιά συνέχεια στην ποίησί μας, δεν άσκησε καμμιά επίδρασι;
– Σχεδόν καμμιά, αν εξαιρέσουμε βέβαια την εντελώς συμπτωματική επίδρασι που είχε σε κάποιους σύγχρονούς του ή λίγο ώς πολύ σύγχρονούς του. Μπορεί στην εποχή του να θεωρήθηκε καινοτόμος. Σήμερα, βλέπουμε ότι δεν έφερνε τίποτα το καινούργιο, εκτός από μια φρεσκάδα στη διάθεσι και μια ακόμα πιο σημαντική ανανέωσι στην ποιητική γλώσσα...
– Και ποια είναι η συμβολή του στη γλώσσα;
– Ο Γρυπάρης υπήρξε ένα παράδειγμα καλλιτεχνικού μόχθου στο πλαίσιο της μορφής και στη δημιουργία λεκτικού υλικού. Τέτοιο πυκνό γλωσσικό σώμα, τέτοια ακονισμένη συνείδησι στο πλάσιμο ποιητικής γλώσσας, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του πάντοτε και τις αντιλήψεις της εποχής του, δεν τα συναντούμε σε πολλούς απ’ τους σύγχρονούς του...
– Τόσο λίγο, λοιπόν, κατά τη γνώμη σας, αντέχει η ποίησι του Γρυπάρη στην κριτική;
– Κάθε άλλο μάλιστα! Ο Γρυπάρης αντέχει σε κριτική κ’ ίσως πιο πολύ από άλλους, που αντέχουν καλύτερα στην ανάγνωσι και συγκεντρώνουν την προσοχή μας στα θετικά τους στοιχεία. Αλλά η ίδια η φύσι του έργου του προκαλεί σήμερα το ενδιαφέρον της κριτικής περισσότερο με τις αρνητικές παρά με τις θετικές πλευρές του. Θαρρείς και μας επιβάλλει μόνος του να εφαρμόσουμε απάνω του τέτοια κριτήρια, να τον κρίνουμε με τις αξιώσεις που είχε κι ο ίδιος από τον εαυτό του, κι αυτή είναι η αντοχή του. Γιατί, όταν ένας ποιητής εξακολουθή ν' αποτελή ερέθισμα για τον αντίλογο της κριτικής, σημαίνει πως έχει κάτι που αντέχει.
Άγγελος Βλάχος
– Πώς βλέπετε σήμερα τον Γρυπάρη σαν μεταφραστή;
– Μοίρα του Γρυπάρη ήταν να συνδεθή τ’ όνομά του πολύ περισσότερο με το μεταφραστικό παρά με το πρωτότυπό του έργο. Τούτο είναι κατά κάποιον τρόπο μια αδικία, γιατί οι Σκαραβαίοι και Τερρακότες είναι ένα στολίδι της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που έχει εντελώς ξεχωριστή λάμψι. Αλλά το πρωτότυπο αυτό έργο ήρθε να το σκιάση τ’ όνομα ενός τιτάνα, του Αισχύλου, με τον οποίο συνδέθηκε άρρηκτα στην μνήμη μας τ’ όνομα του Γρυπάρη. Δεν είναι διόλου μικρό πράγμα! Και η προσφορά του Γρυπάρη, ακάματου κ’ εφευρετικού εργάτη της γλώσσας, στάθηκε πολύ μεγάλη, γιατί κατώρθωσε να φέρη, όσο μπορούσε πιο κοντά μας, τον έως τότε σχεδόν απροσπέλαστο Αισχύλο και μας εξοικείωσε μαζί του.
– Ποιες οι θετικές πλευρές της μεταφραστικής προσφοράς του;
– Η προσπάθεια αυτή ήταν διπλή: Ήταν να μεταφραστή το έργο του Αισχύλου Ορέστεια, Επτά επί Θήβας στην νεοελληνική, αλλά και να βρεθούν νέοι εκφραστικoί τρόποι, που να ταιριάζουν στο σύγχρονο γλωσσικό αίσθημα. Ήταν και γλωσσοπλαστικό το έργο του Γρυπάρη, και συνέπεσε με την απαραίτητη ηρωική εποχή του δημοτικισμού, όταν η μισαλλοδοξία που μάστιζε τους καθαρευουσιάνους είχε μολύνει και τους δημοτικιστές.
– Μια μετάφρασι είναι κάτι σταθερό κι αμετάβλητο, όπως ένα πρωτότυπο έργο, ή υπόκειται σε μια ανάγκη ανανεώσεως;
– Η γλώσσα μας είναι ολοζώντανη και εξελίσσεται αρκετά γοργά, κι αν μια μετάφρασι δεν κατορθώση να υψωθή στο αξίωμα της αυτοτελείας, παλιώνει, σκουριάζει κατά κάποιον τρόπο, και είναι φυσικό να δημιουργήται η ανάγκη μιας ανανεώσεως... Γι’ αυτό και νομίζω ότι κάθε γενιά πρέπει να έχη τους δικούς της μεταφραστές και υποθέτω ότι, σε μερικά χρόνια, η δική μου, του Θουκυδίδη, θα έχη ξεπεραστή όπως ξεπεράστηκε η μετάφρασι του Βενιζέλου...
– Και ποια η αξία του έργου του, τοποθετουμένου στα πλαίσια της εποχής του;
– Ο Γρυπάρης είχε ανταποκριθή, κατά τρόπο θαυμάσιο, στα αιτήματα της γενιάς του μεσοπολέμου και το μεταφραστικό του έργο θα θεωρήται πάντα μια πολύ σπουδαία συμβολή στα νεοελληνικά γράμματα. Νομίζω όμως ότι θα μείνη πολύ περισσότερο σαν αντικείμενο φιλολογικής μελέτης και αξιολογήσεως παρά σαν ζωντανό στοιχείο του δραματολογίου στα θέατρά μας.