Σύνδεση συνδρομητών

Φέρντια Λέννον

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Φέρντια Λέννον, Ένδοξα κατορθώματα. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Νατάσα Σίδερη, Γεννήτρια, Αθήνα 2026, 406 σελ.

Συρακούσες, 412 π.Χ. Έπειτα από την αποτυχημένη Σικελική Εκστρατεία, οι Αθηναίοι που επιβίωσαν αφέθηκαν σε ένα νταμάρι, να πεθάνουν από την πείνα και τις κακουχίες. Ώσπου, ένας καλλιτέχνης, ο Γέλων, θα ανεβάσει τραγωδίες του Ευριπίδη στο νταμάρι, με τους Αθηναίους που βρέθηκαν εκεί. Ο Ευριπίδης σώζει. Ο Ιρλανδός Φέρντια Λέννον, στο πρώτο του βιβλίο, έχει πολλά να πει στους σύγχρονους αναγνώστες – ακόμα κι αν χρειάζεται να μεταφέρει την πλοκή του στην αρχαιότητα. [ΤΒJ]

«τον κόσμο και τις πληγές του μόνο οι ιστορίες μπορούν να τον γιατρέψουν»

Τι ωραίο που είναι να διαβάζεις κάτι ολόφρεσκο, ζωντανό, ευφάνταστο, κάτι που ενώνει χρόνους και ιστορίες. Ένα τέτοιο είναι τα Ένδοξα κατορθώματα (Glorious Exploits) του Φέρντια Λέννον (Ferdia Lennon), που κυκλοφόρησε από τις eκδόσεις Γεννήτρια σε μετάφραση της Νατάσας Σίδερη (μετάφραση ολοζώντανη όσο και το ίδιο το κείμενο).

Δονκιχωτική διάθεση

Υπήρχε λοιπόν κάποτε μια ταινία που είχε έρθει στις οθόνες μας από το πουθενά, το Withnail & I. Ήταν το 1988-1989, την υπέγραφε ένας ανερχόμενος σεναριογράφος ονόματι Μπρους Ρόμπινσον, που έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με τις γλυκόπικρες (σαν να εφευρέθηκε γι’ αυτούς ο όρος) περιπέτειες δυο φίλων, φερέλπιδων μα αποτυχημένων ηθοποιών, στο Λονδίνο και την επαρχία του 1969 – ο Withnail ήταν ένας τύπος θυελλώδης, ισοπεδωτικός μα ρομαντικός, ένας  άνθρωπος που ζούσε για την υποκριτική· το τέλος της ταινίας θα τον έβρισκε να απαγγέλει Άμλετ σε άγρια ζώα στον ζωολογικό κήπο, επειδή στο κάτω κάτω οι λέξεις είναι που έχουν σημασία, ο λόγος είναι που πρέπει να εκφέρεται, όπου και όπως. Το Withnail & I παραμένει μια ταινία που πολλοί αγαπάμε με πάθος και διαχρονικά. Κι ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο νου διαβάζοντας τα Ένδοξα κατορθώματα του Φέρντια Λένον και, εκ των υστέρων (αναπόφευκτα;), διαβάζοντας συνεντεύξεις του συγγραφέα. Τον είδα να επανέρχεται συνεχώς κι αυτός στο Withnail & I, σε αυτές τις παράδοξα ηρωικές περιπέτειες ενός διδύμου (ο Δον Κιχώτης και ο Withnail είναι οι δύο βασικές αναφορές του).

Φαντάσου λοιπόν τον Withnail και το φίλο του και αφηγητή. Ύστερα, πάρε τους δυο ήρωες και πήγαινέ τους στις Συρακούσες του 412 π.Χ., όταν μόλις έχει τελειώσει η διαβόητη Σικελική Εκστρατεία με παταγώδη ήττα των Αθηναίων και σφαγή. Ο τόπος όπου εκτελέστηκε ο Νικίας έχει γίνει πλέον τουριστικό αξιοθέατο για Καρχηδόνιους επισκέπτες, που ακούνε με προσήλωση τις ολοένα και υπερβολικότερες αφηγήσεις των ξεναγών για τη δήθεν δειλία του νεκρού. Υπάρχουν ακόμα πολλοί Αθηναίοι αιχμάλωτοι, είναι παρατημένοι σε ένα νταμάρι για να πεθάνουν διακριτικά από τις στερήσεις. Υπάρχουν βέβαια και οι νικητές, που όμως έχασαν δικούς τους, πατεράδες και αδέρφια, στον πόλεμο· υπάρχουν κενά στην καθημερινή ζωή όλων, έχει μίσος που παραμένει ασίγαστο. 

Εκεί βρίσκονται και οι δυο ήρωες: ο Λάμπων και ο Γέλων. Ο Γέλων είναι από άλλο κόσμο – είναι ο άνθρωπος που θέλει να διασώσει τον Ευριπίδη, είναι αυτός που πενθεί το γιο που πέθανε και τη σύζυγο που έφυγε μακριά, αυτός που θέλει να πιαστεί από κάπου και πιάνεται από την τέχνη – που, όπως πάντα στη ζωή του, πιάνεται από το λόγο, την τραγωδία. Ο Λάμπων είναι ο απατεωνάκος που κοιτάζει πώς να βγει εύκολα κι αυτή η μέρα. Ο Γέλων θα αποφασίσει να ανεβάσει αρχαία τραγωδία στο νταμάρι, με τους μισοπεθαμένους Αθηναίους αιχμαλώτους για πρωταγωνιστές. Θα ανεβάσει την Μήδεια αλλά και τις Τρωάδες, επειδή, ακόμη κι αν ο Πελοποννησιακός πόλεμος καταλήξει σε ολική εξαφάνιση της Αθήνας, τα λόγια του Ευριπίδη πρέπει κάπως να επιβιώσουν. Ο Λάμπων θα ερωτευτεί παράφορα τη Λύρα από τη Λυδία, τη μυστηριώδη σκλάβα (με ευγενική όμως καταγωγή) του τοπικού ταβερνιάρη – γι’ αυτόν, που όλοι τον κοίταζαν με μισό μάτι, η σωτηρία, ακόμη κι αν χρειαστεί να εξαγοραστεί, είναι η Λύρα. Η παράσταση είναι ρίσκο – θα βοηθήσει μια τοπική συμμορία παιδιών και παρίες με τον αυλό τους και μυστηριώδεις ιρλανδοί μαικήνες που έχουν φυλακίσει στο πλοίο τους τα θεία, και ντόπιες κατασκευάστριες κοστουμιών με μεγάλη καρδιά, και φυσικά οι Αθηναίοι που (σαν να χτίζουν τη δική τους κατοπινή γέφυρα στον ποταμό Κβάι ή να αναζητούν αυτόν που θα τους ευχηθεί «καλά Χριστούγεννα κύριε Λώρενς») θα γραπωθούν από την παράσταση για λίγη παραπάνω τροφή, για επιβίωση, για τα λόγια του Ευριπίδη: «τελικά είναι όντως ο Ευριπίδης αυτό που προσπαθούμε να διασώσουμε;»· ή τον εαυτό μας; 

Ο Φέρντια Λέννον το έχει γράψει όλο αυτό με εκπληκτικά μοντέρνο τρόπο (ο Roddy Doyle θα χαμογελούσε διαβάζοντάς το), με σημερινό ύφος και εκφράσεις (άλλωστε, αν βασιστούμε στον Αριστοφάνη, δεν ήταν οι Αθηναίοι της εποχής αθυρόστομοι και κυνικοί και φορείς της λαϊκής γλώσσας; Μιλούσαν όλοι με το σοβαρό ύφος των τραγωδιών; Όχι δα). Ο Φέρντια Λέννον διαθέτει ατέλειωτο αδυσώπητο χιούμορ, χρησιμοποιεί ορμή και έχει αγάπη για τους ήρωες, αλλά αισθάνεται και δέος απέναντι στο πόσο μπορεί να διαβρώνει τις κοινωνίες και τους ανθρώπους ο όποιος πόλεμος. 

Ο Ευριπίδης σώζει ζωές

Ο Λέννον είναι νεότατος – αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο. Το επόμενο, ένα «μεσαιωνικό γοτθικό μυστήριο», όπως το ονομάζει ο ίδιος, θα εκτυλίσσεται στη Γαλλία του 14ου αιώνα, μετά από πολέμους και την επέλαση της πανώλης. Η φιλαναγνωσία του από την παιδική ηλικία ακόμη, και αργότερα οι σπουδές του, τον έφεραν σε επαφή και με την αρχαία Ελλάδα. Διάβασε τους κλασικούς, διάβασε και το Τελευταίο κρασί της Μαίρη Ρενό (Mary Renault), που εκτυλίσσεται στην αρχαία Αθήνα, αυτή που η κληρονομιά της παραμένει ενεργή στον κόσμο. Ορκίζεται στο όνομα του Θουκυδίδη, γοητεύεται από το σύνθετο (και πάντα επίκαιρο) της καταγραφής του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά έχει διαβάσει και τον Πλούταρχο – κι εκεί, στον βίο του Νικία, έπεσε πάνω σε αυτό το απόσπασμα:  

ἔνιοι δὲ καὶ δι’ Εὐριπίδην ἐσώθησαν. μάλιστα γάρ, ὡς ἔοικε, τῶν ἐκτὸς Ἑλλήνων ἐπόθησαν αὐτοῦ τὴν μοῦσαν οἱ περὶ Σικελίαν· καὶ μικρὰ τῶν ἀφικνουμένων ἑκάστοτε δείγματα καὶ γεύματα κομιζόντων ἐκμανθάνοντες ἀγαπητῶς μετεδίδοσαν ἀλλήλοις [...] τότε γοῦν φασι τῶν σωθέντων οἴκαδε συχνοὺς ἀσπάσασθαι τὸν Εὐριπίδην φιλοφρόνως, καὶ διηγεῖσθαι τοὺς μέν, ὅτι δουλεύοντες ἀφείθησαν ἐκδιδάξαντες ὅσα τῶν ἐκείνου ποιημάτων ἐμέμνηντο, τοὺς δ’, ὅτι πλανώμενοι μετὰ τὴν μάχην τροφῆς καὶ ὕδατος μετέλαβον τῶν μελῶν ᾄσαντες. οὐ δεῖ δὴ θαυμάζειν ὅτι τοὺς Καυνίους φασὶ πλοίου προσφερομένου τοῖς λιμέσιν ὑπὸ λῃστρίδων διωκομένου μὴ δέχεσθαι τὸ πρῶτον, ἀλλ' ἀπείργειν, εἶτα μέντοι διαπυνθανομένους εἰ γινώσκουσιν ᾄσματα τῶν Εὐριπίδου, φησάντων ἐκείνων, οὕτω παρεῖναι καὶ καταγαγεῖν τὸ πλοῖον.

Ορισμένοι λοιπόν από τους Αθηναίους αιχμαλώτους, μετά την καταστροφική έκβαση της εκστρατείας στη Σικελία, σώθηκαν χάρη στον Ευριπίδη. Ο Ευριπίδης ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη Σικελία και θεωρούσαν τα λόγια του, αποσπάσματα από κάθε νέο έργο του, κάθε νέα τραγωδία, πολύτιμα κομμάτια που έπρεπε να αποστηθίζονται και να μεταδίδονται, από τον ένα στον άλλο. Πολλοί επιζήσαντες, επιστρέφοντας στην Αθήνα επισκέφτηκαν τον Ευριπίδη για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους, που ακούσια, μέσω των λέξεων και του πνεύματός του, τους έδωσε σανίδα σωτηρίας, όπλο επιβίωσης. Κάποιοι εξασφάλισαν την ελευθερία τους από τη δουλεία διδάσκοντας στους αφέντες τους το λόγο του τραγωδού, ενώ κάποιοι άλλοι, αιχμάλωτοι ή φυγάδες, αντάλλασσαν αυτόν τον πολύτιμο λόγο, τη γνώση του, με τροφή και νερό, με την ίδια τους την επιβίωση. Και δεν είναι αυτό υπερβολή: ο Πλούταρχος προς επίρρωσιν αναφέρει ότι αντίστοιχο φαινόμενο δύναμης του λόγου του Ευριπίδη είχε παρουσιαστεί και στην Καύνο, την αρχαία πόλη της Καρίας, όπου ξένα πλοία δεν είχαν πρόσβαση στο λιμάνι, ακόμη κι αν τα καταδίωκαν πειρατές… Εκτός αν οι ναύτες τους γνώριζαν χορικά του Ευριπίδη. Τότε, ο Ευριπίδης αποτελούσε εισιτήριο για το λιμάνι και τη σωτηρία. 

Δεν έχει γενναίους στα Ένδοξα κατορθώματα, έχει ανθρώπους που ελπίζουν να σωθούν – «ένας άντρας πρέπει να είναι ευγνώμων για τους φόβους του, γιατί αυτό σημαίνει ότι έχει κάτι να χάσει και κάτι να κερδίσει». Δεν ξέρεις τι θα τους περιμένει στον αγώνα τους, τι θα σε περιμένει ως αναγνώστη κι εσένα. Κι αυτά που σε περιμένουν, ειλικρινά, τουλάχιστον μια φορά θα σε συγκλονίσουν. Θα σου αφήσει η αφήγηση αυτή την αίσθηση που σου άφηνε στο τέλος (και κάθε φορά) το Withnail & I, τη μελαγχολική ελπίδα, σαν τον ήχο που βγαίνει από τον αυλό του βιβλίου:

Αυτός ο ήχος [...] είμαστε εμείς, είμαστε εμείς που προσπαθούμε, είμαστε εμείς που χτίζουμε, που λέμε τραγούδια και μαγειρεύουμε, είναι τα φιλιά και οι ιστορίες που λέμε γύρω απ’ τη φωτιά τον χειμώνα, είναι η αξιοπρέπεια και όλα όσα έχουμε να δώσουμε. 

22 Σεπτεμβρίου 2026